Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- περισσεύω,
- Σπαν. B 36, Διγ. Z 4068, Σπανός (Eideneier) A 503, 176, D 963, Φλώρ. 925, Σαχλ., Αφήγ. 120, Ιμπ. (Legr.) 94, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 584, Χρον. σουλτ. 8234, 12832, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Β́ 5412, Μαργουν., Βίοι2 273, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 410, Μαρτύρ. αγ. Νικολ. 16377, 166204, Αγαπ., Εκλόγ. 336, Εγκ. αγ. Δημ. 106 31, 52, 62, 108111, 111237, Αγαπ., Βίος Ιωάσ. = Αγαπ., Δαμασκ. Βαρλαάμ 22836, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. ιγ́ 12, Παυλ. Φιλ. δ́ 12, 17, Ιστ. Βλαχ. 1460, 2010, 2621, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 722, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 1330 οά 2, Λίμπον. 154, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ., 214, 327, 358, 430, Ροδινός (Βαλ.) 93, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 638, 10112, 10213, κ.α.· περισσεύγω, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 151, Πεντ. Γέν. XLIX 4, Πεντ. Λευϊτ. II 3, III 3, Πεντ. Δευτ. XXVIII 55, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 2035, Γ́ 374, Ροδολ. (Αποσκ.) Πρόλ. 37, Β́ 44, 139, 141, 509, Γ́ 41, 426, 559, Έ 104, Φορτουν. (Vinc.) Αφ. 27, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 32915, 4423· περιττεύω, Rechenb. (Vog.) 204· περσεύγω, Πεντ. Έξ. XII 10, XVI 18, 19, 20, XXII 30, XXVI 12, XXIX 34, XXXVI 7, Λευϊτ. II 10, VI 9, X 12, XIX 6, XXII 30, Αρ. III 46, IX 12, XXXIII 55, Δευτ. XXVIII 54, XXX 9· περσεύω, Χρον. Μορ. H 411, 434, Χρον. Μορ. P 434.
Το αρχ. περισσεύω. Ο τ. περισσεύγω στο Βλάχ. (περισεύγω) και σήμ. στο τσακων. ιδίωμα (Κωστ., Λεξ. τσακων.). Ο τ. περιττεύω ήδη αρχ. και σήμ. Ο τ. περσεύγω και σήμ. στην Άνδρο (Βογιατζ., Γλώσσα Άνδρ. Γ́ 11, λ. περίσσος). Ο τ. περσεύω σε ελληνοεβραϊκά άσμ. των Ιωαννίνων (Schwartz-Athanassakis, MGSY 3, 1972, 216, 202) και σήμ. λαϊκ. (Κριαρ., Λεξ.). Η λ. και σήμ.
I. Ενεργ. Ά Μτβ. 1) Ξεπερνώ κάπ. /κ. (σε κ.), είμαι ανώτερος από κάπ. /κ. (σε κ.): Ω Αβραάμ, τη μάχαιρα γιάγειρε στο φηκάρι·| τσ’ αγγέλους επερίσσεψεν η εδική σου χάρη Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 942· ο μέγας Δημήτριος ... νεός εις την ηλικίαν, μα εις την φρόνησην και σοφίαν επερίσσευε τους γέροντας Εγκ. αγ. Δημ. 10772· να κοπιά, με τσ’ αρετής τσι στράτες, να γυρεύγει| πασακιανείς στό δύνεται τσ’ άλλους να περισσεύγει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 282· (προκ. για ύψος): μια πιθαμή επερίσσευγε (ενν. ο αφέντης της Σκλαβουνιάς) τον πλια μακρύ αντρειωμένο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β 268· (προκ. για ηλικία): Ευρίσκετον ο Μωυσής στους χρόνους ογδοντάρι| ο Ααρών επέρσευεν αυτόν ένα πεντάρι Χούμνου, Κοσμογ. 2254. 2) α) Παρέχω, χορηγώ σε κάπ. πλεόνασμα, αφθονία (αγαθών): και να σε περσέψει ο Κύριος εις καλό εις καρπό της κοιλιάς σου και εις καρπό του χτήνου σου και εις καρπό της ηγής σου Πεντ. Δευτ. XXVIII 11· β) διαθέτω κ. σε αφθονία, έχω πλεόνασμα από κ.: Πόσοι στιχητοί του πατρός μου περισσεύσουσι ψωμί και εγώ χάνομαι από την πείνα Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Λουκ. ιέ 17. 3) Αυξάνω, μεγαλώνω κ.: έδωσε (ενν. ο Μπαγιαζίτης) των γιανιτσάρων πολλά χαρίσματα και επερίσσεψε τον λοφά τους Χρον. σουλτ. 12514. 4) α) Αφήνω (σε κάπ.) υπόλειμμα/ υπόλοιπο (από κ.): να ανέβει (ενν. η ακρίδα) ιπί την ηγή την Αίγυφτο και να φάει όλο το χορτάρι της ηγής, το όλο ος επέρσεψε το χαλάζι Πεντ. Έξ. X 12· να φάει (ενν. έθνο αδιάντροπο) τον καρπό του χτήνου σου και τον καρπό της ηγής σου ως να ’ξαλειφτείς· ος να μη περσέψει εσέν σιτάρι, μούστο και λάδι Πεντ. Δευτ. XXVIII 51· β) (μεταφ., με είδος σύστ. αντικ.): αφανιάσαμε το παν κάστρο αθρώπων και τις γεναίκες και το νήπιο, δεν επερσέψαμε απομονάδι Πεντ. Δευτ. II 34. B́́ Αμτβ. 1) Πλεονάζω, είμαι περισσότερος απ’ ό,τι χρειάζεται: Αρσ., Κόπ. διατρ. [695], Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) 5413. 2) Αυξάνομαι, μεγαλώνω, γίνομαι περισσότερος, εντείνομαι: έβλεπεν και τον αμιράν η κόρη πως επερίσσευεν η λύπη του και εκινδύνευε να τρελαθεί από τα πολλά δάκρυα, διότι η πολλή η θλίψις εβγάνει πολλάκις τον άνθρωπον απ’ τον νουν του Διγ. Άνδρ. 33210‑11· Και έπαιρνεν (ενν. η Μαξιμώ) τα χέρια μου και εγλυκοφίλει τα. Αμή εμένα ολοένα ο θυμός επερίσσευέ με και η φλόγα της καρδιάς μου περισσότερον εξήπτεν και πάντοτε εσπούδαζα να αποφύγω την αμαρτίαν Διγ. Άνδρ. 3969. 3) α) Απομένω (ως υπόλειμμα/ υπόλοιπο): και τό περισσεύγει εις το κρέας και εις το ψωμί εις την ιστιά να κάψετε Πεντ. Λευϊτ. VIII 32· Από τες τέχνες τες πολλές που ξεύρει το κορμί μου| ποτέ δεν περισσεύγουσιν δυο άσπρα στο πουγγί μου Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ελεάζ. 1470· (μαθημ.): Κράτει αριθμόν οίον βούλει και ύφελε εξ αυτού το γ́ και δ́ του τοιούτου αριθμού και ας περιττεύσει γ́ και δ́ ακεραίου ενός Rechenb. (Vog.) 332· β) (προκ. για πρόσωπο) (απο)μένω (ζωντανός), επιζώ: ότι είπεν ο Κύριος αυτωνών· απεθαμό να απεθάνουν εις την έρημο, και δεν επέρσεψεν από εκείνους ανήρ, ότι μόνο ο Καλεβ υιός του Ιεφουννε και ο Ιοσουα υιός του Νουν Πεντ. Αρ. XXVI 65. 4) Υπερέχω, υπερτερώ, υπερισχύω: Τούτος (ενν. ο Αμύντας) μιαν κόρ’ ηγάπησε ...| π’ απ’ όλες επερίσσευγε κι έλαμπε η ομορφιά της Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [472]. Φρ. αρκώ/ κάνω/ σώνω (και) περισσεύω = φτάνω και περισσεύω, είμαι υπεραρκετός: Αρκούν σε νυν τά έπαθες και περισσεύσουσίν σε,| πως πάσχεις ως παντόρφανος κι αποξενιτεμένος Σπαν. A 34· δι’ εκείνην ζω και πορπατώ, άλλην χαράν ου θέλω,| κανεί με, περισσεύει με ο πόθος της ωραίας,| ο πόθος της ερωτικής κόρης της Πλάτζια-Φλώρας Φλώρ. 786· ήσωσε κι επερίσσεψε το πράμαν οπού εγίνη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 1200. II. Μέσ. Ά (Μτβ.) διαθέτω κ. σε αφθονία, έχω πλεόνασμα από κ.· (εδώ προκ. για βάσανα, ταλαιπωρίες): εκράτουν τούτην την ζωήν πολλούς καιρούς και χρόνους,| και περισσεύθηκα πολλούς παραδραμούς και πόνους Σαχλ., Αφήγ. 160. Β́ (Αμτβ.) διαθέτω περίσσευμα: Διατί κάθε ένας οπού έχει θέλει του δοθεί και θέλει περισσευθεί· αμή απ’ εκείνον οπού δεν έχει, και εκείνο οπού έχει θέλει παρθεί απ’ αυτόν Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. κέ 29. Η μτχ. παρκ. περισσευγάμενος ως επίθ. = α) υπερβολικός, υπέρμετρος: ως γιον το κρασίν μεθυά τα κορμιά, ίτσου πολομά το περισσευγάμενον θέλημα της συντυχιάς Ξόμπλιν 130r· ένι (ενν. η νυκτιρίδα) … το περίτου λουξουριούζικον κτηνόν ... και για το περισσευγάμενον θέλημαν τό έχει ... δεν κρατεί κανέναν όρδινον φυσικόν εις το μείσμαν, ... αμμέ το αρσενικόν με το αρσενικόν και το θηλυκόν με το θηλυκόν ίτσου ως γιον να βρεθούσιν σμίγουνται αντάμα Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 148· β) περιττός: Αθ θέλεις να αγαπήσεις την τεμπεράντσαν, έβγαλε ούλα τα πράματα τα περισσευγάμενα απού πάνου σου Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 135. Το ουδ. της μτχ. παρκ. (περισσευγάμενον) ως ουσ.= 1) Το περίσσευμα: Τά απού κανισκεύγει απού τα περισσευγάμενά του, απρόσδεκτον και ατζέτιαστον είναι το κανίσκιν του Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 583. 2) Η υπερβολή· (εδώ. προκ. για τη φλυαρία): το περισσευγάμενον της γλώσσας Ξόμπλιν 131v.
περισσότερος,- επίθ., Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 378, Δούκ. 35920, Πένθ. θαν.2 258 κριτ. υπ., Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 433, Κυπρ. ερωτ. 14121, Τσιρίγ., Επιστ. 1686, Ιστ. Βλαχ. 10, 225, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πράξ. ιέ 28, Παύλ. προς Εβρ. γ́ 3, Σουμμ., Ρεμπελ. 188, Διγ. Άνδρ. 3926‑7, Μπερτόλδος 30, 70, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 34r· περσότερος, Χρον. Μορ. H 1647, Πένθ. θαν.2 258, Πεντ. Γέν. XXX 36, Έξ. X 5, Λευιτ. III 10, 15, IV 9, VIII 25, XXVII 18, Αρ. III 49, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 1428, Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ελεάζ. 404· γεν πληθ. επερισσοτέρων, Ασσίζ. 1765‑6· θηλ., περσότερα, Πεντ. Γέν. XLIX 3.
Το αρχ. επίθ. περισσότερος (συγκρ. του επίθ. περισσός, L‑S, λ. περισσός, TLG)· για τη χρ. ως συγκρ. του επιθ. πολύς βλ. Jannaris, Hist. Gramm. 505. Ο τ. σε έγγρ. του 17. αι. (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 27, 1984, 356), στο Du Cange (περσότερο, λ. περισσός), σε κείμ. του 18. αι. [Ρουσμ.-Σαβ. (Πρωτοπ.-Μπουμπ., Θέατρ. Ζακ.) 82] και σήμ. λαϊκ. (Κριαρ., Λεξ.). Η λ. και σήμ.
1) α) Πιο πολύς: Εάν γένηται ότι καμμίαν δυσκεψίαν ή κανείς ζητά απού τινάν πράγμαν ή έτερον τίποτες και γίνεται ότι οι δύο εν τῳ άμα βάλλονται εις την εξουσίαν β́ ονοματών ή επερισσοτέρων, και έρχεται εις την αυλήν και ζητούν είδησιν, το δίκαιον κρινίσκει ότι η αυλή ένι κρατημένη να τους δώσει είδησιν Ασσίζ. 1765‑6· την ρόγαν οπού σας χρωστώ, διπλήν να σας την δώσω| και άλλα περισσότερα, ει τι σας κάμνει χρεία| να έχετε χαρίσματα με την ευχαριστία Ιστ. Βλαχ. 991· β) μεγαλύτερος, περισσότερος, υπερβολικός: λοιπόν δι’ ολίγον διάφορον τιμήν άνθρωπος χάνει,| περισσοτέρα δ’ αγνωσιά δεν έγιν’ ουδ’ εφάνη Κορων., Μπούας 126· έχει μεγίστην κάλλην| και ανδρείαν περισσοτέραν| και τόλμην υπέρ άπασαν και γνώμην θηριώδην Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1334· (σε σύγκριση με την πρόθ. παρά): Στον τόπον που εγεννήθηκε χρεωστεί περισσοτέρα| αγάπη να ’χει άνθρωπος παρά προς τον πατέρα Λίμπον. 49. 2) α) Σημαντικότερος, σπουδαιότερος, ανώτερος· (σε σύγκριση με γεν. ή με επόμ. τις προθ. από, περί, παρά και αιτιατ. ή αναφορ. πρόταση): ίσια να είσαι εις τιμήν και περισσότερός του,| οποίου δεν εφάνηκε άλλος καλλίτερός του Αιτωλ., Ρίμ. Α. Καντ. 19· ήτον περισσότερος από τους φιλοσόφους άνδρας οπού ήσαν τῳ καιρῴ εκείνῳ Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 30· όποιος αναδεχθή παιδίον από το άγιον βάπτισμα ... έναι περισσότερος εις αυτό το παιδίον περί τον πατέρα, οπού το εγέννησεν Μαλαξός, Νομοκ. 301· τούτος (ενν. ο Κομνηνός) ελέγετον σεβαστοκράτωρ, περισσότερος ήτον παρά τον Καίσαρα Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 321r· είναι (ενν. ο Μερκούριος) περισσότερος παρά τον Αχιλλέα Κορων., Μπούας 101· Να επαινέσω άρχισα τον άρχοντα τον μέγαν| διατ’ είναι περισσότερος παρά ’που τον ελέγαν Αιτωλ., Ρίμ. Μ. Καντ. 2· β) ξεχωριστός, θαυμαστός, λαμπρός: Και τότες ουν διά περισσότερον θαύμα του Θεού εφανερώθη εις όλο το γένος του Ιησού Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ.196r. 3) Που απομένει, υπολείπεται, υπόλοιπος: ο ανήρ ... ο κανακεμένος πολλά να κακύνει το μάτι του ... εις τη γυναίκα του κόρφου του και εις τα περσότερα τα παιδιά του ος να περσέψει Πεντ. Δευτ. XXVIII 54· και ήτον το έπαρμα το περσότερο του κούρσου ... ποίμνιο εξακόσιες χιλιάδες Πεντ. Αρ. XXXI 32. Το αρσ. ως ουσ. στον πληθ. = πάρα πολλοί: όλ’ εκοιμούντανε και ήταν βυθισμένοι| μα τώρα περισσότεροι ’βρίσκονταιν ξυπνημένοι Διγ. O 1770. Το ουδ. ως ουσ. 1) Το πιο πολύ, το περισσότερο: Αλλά ο λόγος σας ας είναι: το ναι, ναι· και το ου, ου. Το περισσότερον από τούτα είναι του πονηρού Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. έ 37. 2) α) (Εδώ με θετ. σημασ.) το καλύτερο: παρακαλώ σε, αγάπη μου, μην λυπηθείς τίποτες, εύχου με δε το περισσότερον Διγ. Άνδρ. 33324· β) (εδώ με αρνητ. σημασ.) το χειρότερο: Η νένα τση να τη θωρεί εδέτσι αποδομένη| φοβώντας τα περσότερα, το διάταμα σωπαίνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 532. 3) Το κυριότερο, το σημαντικότερο: ... και, το περισσότερον, διά να τον βγάλει από την ειδωλολατρίαν οπού ’τονε πεσμένος, πέμπει (ενν. ο Θεός) τον Ησαῒαν τον προφήτην Σκορδύλης, Λόγ. Θεοτ. 437298· (εδώ σε σύγκριση): και ενίκησαν κάστρη πολλά και πόλεις επήρασιν, αμή, το περισσότερον από όλα και χρησιμότερον, τους ενουθέτα να έχουσι τον φόβον του Θεού Μαρτύρ. αγ. Νικολ. 16232. 4) α) Αυτό που περισσεύει, που πλεονάζει, το περίσευμα: και η πήχη από εδώ εις το περσότερο εις το μάκρος των βηλαριών της τέντας να είναι κρεμασμένο ιπί πλάγια του μπισκάνι Πεντ. Έξ. XXVI 13· β) αυτό που απομένει, το υπόλοιπο: να λογαριάσει τα χρόνια του πούλημά του και να στρέψει το περσότερο του ανήρ ος επούλησεν αυτουνού Πεντ. Λευτ. XXV 27. Εκφρ. το περσότερο του σκωτιού, το περσότερο ιπί το σκώτι = ο λοβός του συκωτιού (πβ. ΠΔ Έξ. XXIX 22· λοβόν του ήπατος, ΠΔ Λευτ. III 4 λοβόν τον επί του ήπατος): Και να πάρεις ... το ξύγγι οπού σκεπάζει την κοιλιά και το περσότερο του σκωτιού και τα δυο νεφρά Πεντ. Έξ. XXIX 22· και το ξύγγι ος απάνου τους ος ιπί τα νεβουλιά, και το περσότερο ιπί το σκώτι ιπί τα νεφριά να την εβγάλει Πεντ. Λευτ. III 4. Το ουδ. έναρθ. ως επίρρ. α) πολύ περισσότερο· (με προηγουμ. το επίρρ. μάλλον): ο δε Αλέξανδρος ποσώς δεν εθυμώθη| μάλλον το περισσότερον εταπεινώθη Διήγ. Αλ. G 28911· β) κυρίως, ιδιαίτερα: ως εμάθανε οι Καραμανίτες το πως ήρθε ο σουλτάν Μουράτης, οπού τον ακαρτερούσανε το περισσότερο οι Τούρκοι του τόπου, εστήσανε ότι να μην πολεμήσουνε Χρον. σουλτ. 6221· Αμμή ήτονε εμποδισμένος εις τους πολέμους από τους αδελφούς του, και το περισσότερο από τον αδελφό του τον Μουσταφά Χρον. σουλτ. 434. — Βλ. και περισσός.
πετσί(ο)ν- το, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 325, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 638, Παράφρ. Χων. (v. Dieten) III 109, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.), 721 κριτ. υπ., 821 κριτ. υπ., 836 κριτ. υπ., Διήγ. Αλ. G 27217, Θεματογραφία 15, Ψευδο-Σφρ. 54019 [= Πρόστ. Ανδρ. Γ́ 21927]· πετσί, Ασσίζ. 4339, Διήγ. Αλ. F (Konst.) 5811, Πεντ. Έξ. XXII 26, Άσμα Μάλτ. 63, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 7120, 12411, Άλ. Κύπρ. 389, Στάθ. (Martini) Ά 180, Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 716· πετσίν, Προδρ. (Eideneier) IV 144, Ασσίζ. 18028, Σπανός (Eideneier) D 407, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 635, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 515, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 122, Διήγ. Αλ. E (Konst.) 5910, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 2017, Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 93· πληθ. πετσά, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 407, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 272· γεν. πληθ. πετσιώ, Ολόκαλος 68.
Από το υποκορ. *πεσκίον του μτγν. ουσ. πέσκος το (Κοραή, Άτ. Ά 94, λ. πετζοτήν· βλ. επίσης Georgac., The -ιτσ- suffixes 28) ή ιταλ. pezzo (Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 396). Βλ. και Spadaro, RSBS 3 [Misc. Pertusi III] 75-76, Spadaro, Riv. Stor. Calabr. 373-395, Kahane, Sprache 559. Ο τ. πετσί στο Βλάχ. (πετζί) και σήμ. Ο τ. πετσίν στο Meursius (πετζίν, λ. πετζίον) και σήμ. ιδιώμ. (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. πετσί(ν)). Τ. πιτσί σήμ. ιδιωμ. (Δημητρίου, Λεξ. Σάμ.). Η λ. στο Meursius (πετζίον).
1) Δέρμα (ζώου ή ανθρώπου): Καυχάτον ο κροκόδειλος διά την ευγενείαν,| πως είναι ζώον θαυμαστόν από καλήν γενίαν.| Η αλεπού ’ποκρίθη τον: «φαίνεσ’ ακ το πετσί σου·| πάντοτε είσαι σαν λωβός, πομπή να ’χει η τιμή σου!» Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 95· μηδέ σου δώσω τσι ξυλιές κείνες που σου τοκάρου,| και το πετσί σου γνάψω το σα να ’τονε γαϊδάρου Φορτουν. (Vinc.) Ά 114· (σε μεταφ.): γιατί γυναίκες έχουσι κι αυτοί σαν τη δική μου| και τον καημό μου γνώθουσι χωσμένοι στο πετσί μου Στάθ. (Martini) Γ́ 410· (σε κατάρα): Ω ξυλογούργουρε και αγριομούστακε (ενν. σπανέ), γραίας πετσίν, άγωμε στ’ ανάθεμα πάλιν, παντέρημε Σπανός (Eideneier) A 7· (σε παροιμ.· για τη σημασ. βλ. Spadaro, RSBS 3 [Misc. Pertusi III] 75): Πουλίτσι’ α θέλεις να γυρεύεις και πτερωτά διώκειν,| πολλά πετσία να κόψεις και ανέμους να κερδέσεις Ημερολ. 56· (πλεοναστικά): και των Ελλήνων τους θεούς πολλά τους καταργίζω,| γιατ’ είναι είδωλα κωφά, ...,| έργα χειρών ανθρώπινων χωρίς πετσί και δέρμα Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ελεάζ. 288. 2) α) Κατεργασμένο δέρμα ζώου: Και αποκάτου από τούτο το γιοφύρι έκαμε και εκάμαν του ένα κουντούτο από πετσία, οπού έδιδε το νερόν εις όλην την χώραν ευρύχωρα Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 224r· οι Τούρκοι απόξω εκάμνασι κάποιους πύργους ξύλινους και τους εντύσανε με πετσία, διά να μην τουσε κάψει η φωτία Χρον. σουλτ. 7922· β) (συνεκδ.) β1) υποδήματα φτιαγμένα από δέρμα: Ου θέλουν εις το σπίτιν μου λινάριν και βαμβάκιν,| βαψίματα, ραψίματα, πετσώματα, πετσία,| αλεστικόν, φουρνιατικόν, βαλανικόν, σαπώνιν ...; Προδρ. (Eideneier) II 36· θέλουν να δοξάζονται με τα ψευδή στολίδια,|με τα πετσιά όπου φορούν άπαντες εις τους πόδας,| με τα μαλλιά και δέρματα αλπούδων τε και λύκων Διγ. A 4730· β2) περγαμηνή: Πάτερ, πετσίν ουδέν έχω, να ανάβω να αγοράσω| και μελανίτσιν ολιγόν, και τώρα για οπού φθάνω Προδρ. (Eideneier) IV 440. 3) Φλοιός, φλούδα: αγριαγγουρέας ρίζαν, στύψιν και καλακάνθιν ή ελαίας πετσίν και δαφνόλαιον ... δος πιείν Ιατροσόφ. (Oikonomu) 928.
πιάνω,- Ασσίζ. 19518, Ιερακοσ. 4655, Διγ. Z 2436, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 170, Βέλθ. 1187, Εβρ. ελεγ. 172, Ερμον. Τ 384, Χρον. Μορ. H 9140, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 366, Πανάρ. 7117, Ερωτοπ. 436, Απολλών. (Κεχ.) 414, Αχιλλ. L 736, Αχιλλ. (Smith) N 1458, Χρον. Τόκκων 166, Χρησμ. I 105, Σφρ., Χρον. (Maisano) 465, Χούμνου, Κοσμογ. 839, Βουστρ. (Κεχ.) 763, Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 323, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 831, Διήγ. Αλ. V 63, Αλεξ.2 662, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 503, Έκθ. χρον. 1021, Πικατ. 110, Κορων., Μπούας 97, Βεντράμ., Φιλ. 328, Διήγ. Αλ. E (Konst.) 1511-12, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 187r, Πεντ. Δευτ. XX 19, Μαλαξός, Νομοκ. 222, Αχέλ. 1968, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1811, Χρον. σουλτ. 297, Ιστ. πολιτ. 237, Πτωχολ. (Κεχ.) P 93, Δωρ. Μον. XXXVIII, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Γ́ 15, Ιντ. κρ. θεάτρ. Ά 220, Βοσκοπ.2 193, Παλαμήδ., Βοηβ. 1049, Σταυριν. 618, Ιστ. Βλαχ. 575, Διγ. Άνδρ. 36616, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 4927, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 1717, Στάθ. (Martini) Ά 249, Διήγ. πανωφ. 59, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [1093], Λίμπον. 423, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 200, Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 535, Ροδινός (Βαλ.) 214, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 348, Λεηλ. Παροικ. 356, Διγ. O 581, Διακρούσ. 11123, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 36625, κ.π.α.· πιάννω, Μαχ. 3215, 7419, 10630, 15036, 19815, 2004, 20637, 27421, 45217, 5905, 6003, 65011, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 106, 118, 120, 126, 130, 152, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 69, 164, 904, Θρ. Κύπρ. M 123, 337, Κυπρ. ερωτ. 111, 1610, 766, 798, 9238, 1158, Κανον. διατ. Β 454, κ.α.· αόρ. έπιακα, Χρον. Μορ. P 7638· προστ. αορ. πιάσθε, Ασσίζ. 1909· πιάσθεν, Ασσίζ. 19010· πιάτε, Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ελεάζ. 385· πιάτεν, Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ελεάζ. 1042, 1176, Κονταράτος, Στίχ. πολιτ. 340· πίγιασε, Sprachlehre 167.
Από τον αόρ. του αρχ. πιάζω (βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 81, 104). Ο τ. πιάννω και σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. Β́ 732, Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ.). Ο αόρ. έπιακα και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ., Τσιτσέλη, Κεφαλλ. Σύμμ., στη λ., Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ.). Διαφ. άλλοι τ. σήμ. ιδιωμ. (Κωστ., Λεξ. τσακων., Δημητρίου, Λεξ. Σάμ., κ.α.). Η λ. στο Meursius (λ. πιάννειν) και σήμ.
I. Ενεργ. Ά Μτβ. 1) α) Παίρνω στο χέρι/στα χέρια μου: τη τζόγια εκείνη πιάνοντας η Αρετή στη χέρα| στολίζει τόν πολυαγαπά εκείνη την ημέρα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 2427· Η ψυχή έναι άυλον τίποτες και ουδέ ηβλέπεις την ουδέ πιάνεις την και να κοπεί δεν ημπορεί Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 64r· πιάνοντας βήσαλα άρχισα να κτίζω Διαθ. Νίκωνος 25359· β) αδράχνω, αρπάζω: ένας φράρος μοναχάς σ’ έπιασε και ήδειρέ σε Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 159· το απελατίκιν έριξε (ενν. ο Αχιλλεύς), πιάνει τον εκ το κεφάλιν| και απέ το στόμαν,| και με τα χέρια του έσκισεν τον λέονταν μέσα δύο Αχιλλ. L 1202· (μεταφ.): Την Πετρονέλα ελόγιασα σήμερο να παντρέψω,| κερα Πετρούσα μου ακριβή, και να συμπεθερέψω| με το ντετόρε το γιατρό το Λούρα, απού κατέχεις| πόσα τορνέσα και καλά και πόσο πλούτος έχει (παραλ. 1 στ.) και αν του τη δώσω, και γδυμνή λέγει να τηνε πάρει.| Και απή ’λαχε το ριζικό ετούτο, θα το πιάσω Φορτουν. (Vinc.) B́ 483· γ) παίρνω από κάπ. άλλον, δέχομαι, λαμβάνω: Πιάσ’ και το δαχτυλίδι μου, και ας είναι ογιά σημάδι| και μαρτυριά τση παντρειάς που μελετούμε αμάδι Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 481· δ) παίρνω και δίνω σε κάπ.: Πιάσ’ μου λοιπόν το πρόβατον, να κάμομεν θυσίαν,| οπού μας τό ’στειλεν ο Θεός για την δική σου ’γείαν Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ελεάζ. 808. 2) α) (Για ανθρώπους) α1) συλλαμβάνω: απεκρίθη ο Ιησούς και είπε τους: «Ωσάν εις ένα ληστήν ήλθετε με σπαθία και με ξύλα να με πιάσετε;…» Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Μάρκ. ιδ́ 48· τον δε θείον αυτού Κωνσταντίνον πιάσας εν ειρκτῄ εζοφωμένῃ έθετο (ενν. ο Ανδρόνικος) Ψευδο-Σφρ. 1801· α2) αιχμαλωτίζω: να μην είσ’ αλύπητος στούς έπιασες στη μάχη Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Δ́ 103· εμάς σε ξύλο κρητικό έρχοντας μας επιάσα| κρουσάροι απού το Τούνεζι, κι αυτοί μας εμοιράσα Στάθ. (Martini) Ά 255· α3) (μεταφ.) παγιδεύω: ... ποιήσαντες (ενν. ο Απόκαυχος και ο Συναδηνός) σκαιωρίαν κατά του Καντακουζηνού όπως πιάσωσιν αυτόν Byz. Kleinchron. Ά 8237· Μιαν κόρην ενεντράνισα κι επιάσε με εις τα βρόχια Ερωτοπ. 198· β) (για ζώα) θηρεύω/αλιεύω: Ου δύναται δε κυνηγός αυτό (ενν. το μονοκέρωτο) πιάσαι Φυσιολ. (Zur.) XXXIII 13· έδεσε (ενν. ένας ψαράς) πέτρα με σκοινί κι έδερνε το ποτάμι| να δώσει ταραχήν πολλήν, το ψάρι κει να δράμει,| να μην ευρεί πού να εβγεί και τότε να το πιάσει Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 875· γ) (για χώρες, πόλεις κ.λ.π.) καταλαμβάνω: Ούτως, ωσάν σε το λαλώ, επιάστη ετότε η Πόλις Χρον. Μορ. H 860· εκείν’ οι παλαιοί μας,| κάστρη και τόπους έπιασαν που μείνασιν δικοί μας Αχέλ. 92. 3) (Για συναισθήματα) α) κυριεύω, κυριαρχώ σε κάπ.: Μ’ αν η αγάπη σ’ έπιασε, κάμε να την αφήσεις| να μη σε βρούνε δάκρυα κι εις θλίψη να γυρίσεις Δεφ., Λόγ. 479· όπου αν ήθελεν ακουσθεί του Διγενούς το όνομα, τρόμος μέγας τους επίανεν όλους Διγ. Άνδρ. 40530· β) (με τη λ. που δηλώνει συναίσθημα ως αντικ.) νιώθω: Χαρά γή πρίκα όντε κιανείς πολλά περίσσσα πιάνει,| στο στήθος του αναστεναγμοί φυσούσι Ροδολ. (Αποσκ.) Β́ 131. 4) Σε περίφραση με αντικ. διάφορα ουσ., στη θέση του ομόρριζου με το ουσ. μονολεκτικού ρ.: βλέπε, τέτοια απόφαση στο νου σου μηδέν πιάσεις Ροδολ. (Αποσκ.) Ά 368· Σε τούτο, Αλεξάντρα μου, σφάλμα μεγάλο πιάνεις Στάθ. (Martini) B́ 248. 5) Ακολουθώ α) (τοπ.): επίασα λιβάδιν εύνοστον, παρέτρεχά το εκείνο Λίβ. Sc. 1384· απέ την Πόλη εξέβησαν, την θάλασσαν επιάσαν,| εσώσαν στην Μονοβασίαν Χρον. Μορ. P 1305· β) συμπεριφορά, τρόπο δράσης: Απού θέλει να πλαζιάζει τους λας ας πιάσει το σκέπος της υποτακτοσύνης Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 140· τούτα είναι εκείνα τα στοιχεία άπερ ενοχλούν την ζωήν την ανθρωπίνην, και διά τούτο κάνει χρείαν να πιάσει (ενν. ο άνθρωπος) καλήν κυβέρνησιν διά να κυβερνά την ζωήν του καλά Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 40r. 6) Προσβάλλω, προξενώ βλάβη: Κούρβες, μαυλίστρες απέφευγε, εις αύτες μην πηγαίνεις,| να μη σε πιάσει ασθένεια και πένητας μη γένεις Δεφ., Λόγ. 130· Όποιος αφορίσει τινά των χριστιανών, από γνώμην παράλογον ή από θυμόν πολύν, ουχί μόνον ο αφορισμός δεν τον πιάνει, αλλά πέφτει εις την κεφαλήν του αφορίσαντος Μαλαξός, Νομοκ. 109· Ήτον όλον σίδερον του Μπάστα το φουσσάτο| οι άνθρωποι και τ’ άλογα ’πού πάνω έως κάτω·| μηδέ κοντάριν ή σπαθίν, μηδέ κανένα άρμα| τους έπιανεν, και νίκησαν για τούτο εν τῳ άμα Παλαμήδ., Βοηβ. 964. 7) α) (Για άυλα πράγματα) λαμβάνω, δέχομαι: Στην Μάλτα πλησιάσασιν ως δέκα μίλια, για να| δούσιν από τους έσωθεν το τι σημάδι πιάνα,| αν τους δείξουν να στρέψουσι γή μέσα να σεβούσιν Αχέλ. 1625· ’Σ πάσα γλυκύ κι ονόστιμο φιλί από σε που πιάνω,| τα μέλη στην παράδεισο μου φαίνεται και βάνω Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Ά 97· β) λαμβάνω υπόψη μου, εισακούω: Σαν είδεν ο Πολύδωρος το πως τον κόπο χάνει| κι ουδ’ αρμηνειά ουδέ διάταμα ο φίλος πλιο δεν πιάνει,| αφήνει τα διατάματα και τ’ αρμηνέματά του Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 84. 8) α) Αποκτώ: Ήλαμψεν ο Ρωτόκριτος βγάνοντας το μελάνι,| πάλι την πρώτην ομορφιά το πρόσωπό του πιάνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ 1086· Όταν σε στήσουν εις αρχήν και πιάσεις εξουσίαν,| καλούς ανθρώπους φρόντιζε να στήσεις συνεργούς σου Σπαν. P 146· β) κερδίζω: Όχι ότι εγώ τώρα επήρα το βραβείον ή τώρα ετελειώθηκα, αλλά τρέχω δοκιμάζοντας να το πιάσω Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Φιλ. γ́ 12· Σ’ όλα τα πράματ’ ακριβειά παντόθ’ ότ’ είναι λέσι (ενν. οι γυναίκες)| και πάσα ολίγο οπού πουλού πιάνου πολύ τορνέσι Στάθ. (Martini) Ά 72. 9) Καταπιάνομαι με κ., αρχίζω (να κάνω) κ.: Καιρός λοιπόν έναι ν’ αφήσομεν τα προοίμια και να πιάσομεν το έργον Σοφιαν., Γραμμ. 86· ο αφέντης, ο κούντης ο νέος εδάκρυσεν πολλά, και έπιασεν το κλάμαν Μαχ. 24236· Βάρκες ορθώθησαν λοιπόν δώδεκα για να πιάσουν| την νύκτα την ερχόμενη τσ’ ανθρώπους να περάσουν Αχέλ. 888· Εγώ δε ωσάν εξύπνησα από τον ύπνον, επίασα και εστολίζουμουν ως νέα οπού ήμουν Διγ. Άνδρ. 36937. 10) α) Καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι: Κύρη, επειδή οι λογαριασμοί διώχνουντ’ εκ το θυμό σου,| κι εκείνο απού ’ναι το πρεπό δεν πιάνει ο λογισμός σου ... Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 376· β) θεωρώ, εκλαμβάνω, ερμηνεύω ως...: Αρετούσα, κάτεχε, σ’ καλό πολύ το πιάνω| τούτον, οπού ’ρθαν τα πουλιά στην κεφαλή σου απάνω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ́ 801. 11) Προσεγγίζω, συναντώ κάπ. ιδιαιτέρως για να του μιλήσω: εάν εγίνουνταν καβγάς ή αίμα, αυτός (ενν. ο παπα-κυρ Σίδερης) να κάμει παντοίου τρόπου άλλον να πιάσει με το καλόν και άλλον με καθοδηγίαν, και με πολλές τέχνες να τους σκεπάσει να μην παραδοθούν εις αβάνηδες και ... χαλαστούν Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 49v· με το σπλάχνος σα γονής ήρχισε (ενν. ο Πεζόστρατος) να τον πιάνει (ενν. τον Ερωτόκριτο) | και να τονε παρηγορά για το ’γνοιανό στεφάνι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 877· (εδώ) προσεταιρίζομαι κάπ.: Εδεξιώθησαν (ενν. οι Τραπεζόντιοι) τους κληρικούς και επίασαν αυτούς με μεγάλα δώρα και κολακείας· και ομοφώνησαν μετ’ αυτών, ίνα ειπούν κατά του πατριάρχου ταύτην την συκοφαντίαν, ότι ... Ιστ. πατρ. 10218. 12) Αναλαμβάνω (τη φροντίδα) κάπ.: έτρεξεν (ενν. ο Ιωσήφ) γλήγορα εις τα σπίτια των αρχόντων γυρεύοντας μάμμη διά να έλθει να πιάσει την Μαρίαν την Θεοτόκον να γεννήσει Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 231r· επίασαν αυτόν (ενν. τον πατριάρχην Ιωάσαφ) οι ιατροί με πολλά καθάρσια και με άλλας ιατρείας και ιάτρευσαν αυτόν Ιστ. πατρ. 9613. 13) Στηρίζω: Πιάσ’ με, παιδί μου, πιάσ’ με| να σηκωθώ από χάμαι·| δίχως σου να σηκώσω| δεν ημπορώ τα μέλη τα πεσμένα Πιστ. βοσκ. V 6, 274· Επίασαν (ενν. οι αγούροι) την σκάλαν του, επέζευσεν ο νέος Αχιλλ. (Smith) O 507. 14) Αναθέτω αξίωμα, καθήκον, κ.λ.π. σε κάπ.: ανισώς και δεν θέλει να είναι ’κκλησιαστικός, να τον πιάσουν πρίντσην, και να έχει μίαν μεγάλην ρένταν Βουστρ. (Κεχ.) M 931· πιάνει (ενν. ο ξένος) ... και εμέ, κυρά μου, ώσπερ μεσίτην| να πέσω εις τους πόδας σου να σε παρακαλέσω Λόγ. παρηγ. O 511. 15) α) Καλύπτω επιφάνεια, όγκο, κ.λ.π.: Τότε άνοιξε ο κιβωτός και τα πουλιά επετάσα| κι εβγάλε (ενν. ο Νώες) τα τετράποδα και όλο τον κόσμο επιάσα Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1485· Ασβέστην άσβηστον σβήσε εις το νερόν, ανακάτωσέ τον, βάλε τον εις το βαρέλι, τάραξέ το καλά να το πιάσει όλον, να κολλήσει η άσβεστος και άφες το φραμένον Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 171· β) χωρώ: μάθετε πόσον κρασίν επίανεν εκείνο το βουτσίον·| τρακόσια μέτρα έβαζεν άσπρον κρασίν ακράτον Κρασοπ. (Eideneier) S 68. 16) (Για αριθμό, ποσό, κ.τ.ό.) λογαριάζω: διά να βρεις τον αριθμόν και να μηδέν κοπιάσεις,| τράντα χιλιάδες κι εκατόν σου λέγω να τους πιάσεις (ενν. τα έθνη και τις χιλιάδες) Αχέλ. 206· όταν ο δούλος τσακίσει τσουκάλι ή πινάκι, ... τον αναγκάζει (ενν. ο μικρολόγος) να το πληρώνει, και ... το πιάνει εις την ρόγαν του Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 125. 17) Αρμόζω, ταιριάζω: Πολλοί Ρωμαίοι σήμερον, ...| θαυμάζουσί σου τ’ όνομα τούτο οπού σου πιάνει,| Ανδρόνικον σε λέγουσιν, όνομα τιμημένον| οι παλαιοί οι βασιλείς είχαν το διαλεγμένον Αιτωλ., Ρίμ. Α. Καντ. 34. 18) Μισθώνω: είπεν ο κόμης του Ρομπέρτου: «Ημείς έχομεν δουλείαν και θέλομεν αργήσει εδώ· και αν ορίζεις να έχεις την ανάπαυσίν σου με τον άνθρωπόν σου,| πιάσε ένα σπίτι ... και κάθου…» Δωρ. Μον. XXIII. 19) Προξενώ δυσκαμψία και πόνο: Όταν πιάσει το άλογον η σέλα Ιατροσ. κώδ. σπγ́. 20) (Ναυτ.) προσορμίζομαι, αράζω: αρμένισεν και γύρισεν την Λεμεσόν να πιάσει Θρ. Κύπρ. M 28. Β́ Αμτβ. 1) Ακουμπώ κάπου: πλήσα στεφάνια έριπταν (ενν. από τα τείχη) παμπισσωμένα κάτω,| οπού ’χαν φλόγα το μαλλί τριγύρου τους γεμάτο·| εις τα κεφάλια των Τουρκών εμπαίναν κι εκολλούσαν, (παραλ. 1 στ.) τα πρόσωπά τους έκαιαν και όπ’ αλλού επιάναν| το φως τους ετυφλώνασιν και την ζωήν τους χάναν Αχέλ. 1782· (εδώ) γαντζώνομαι: Γιοφύρια, σκάλες άμετρες ευθύς οι Τούρκοι βάναν,| ’ς κάθε σκαλέρι δυo και τρεις απόκοτοι επιάναν·| άλλες απ’ αύτες έπεφταν από το τόσον βάρος,| και άρπαν των Τουρκών ψυχές αμέτρητες ο Χάρος Αχέλ. 396. 2) Εκδηλώνομαι, ξεσπώ: ώστε να καλοκατεβούν την σκάλα| ήπιασεν η φωτιά Λεηλ. Παροικ. 554. 3) (Εξ)απλώνομαι σ’ένα χώρο: οι Τούρκοι τα φαριά τωνε τότες τα φτερνιστίζου (παραλ. 1 στ.) και με πολλήν αποκοτιά σ’ όλους τους Φράγκους μπαίνου.| Γύρου τριγύρου έπιασεν όλ’ η καβαλαρία,| κι οι άλλοι εμοιραστήκασι σε μέρη όλοι τρία Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2465. 4) (Για φυτό) ριζοβολώ, ευδοκιμώ: Το φθινόπωρον προκόπτουν (ενν. τα δένδρη) καλύτερα και μάλιστα εις τους ανύδρους τόπους, διατί ποτίζονται όλον τον χειμώνα και πιάνουσι Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 150· (σε μεταφ.): Στη γέμιση του φεγγαριού άλλο δεντρό δεν πιάνει,| μόνο τσ’ αγάπης το δεντρό που πάντα ρίζες κάνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 315. 5) Γίνομαι: Αν μ’ έλειπεν ο Οππιανός κι έπιανα φουρνητάρης,| πολύν καλόν μ’ εξέβαινεν και διαφοροτερίτσιν Προδρ. (Eideneier) III 273-24 χφ P κριτ. υπ. 6) Έχω ισχύ, επικρατώ: το δίκαιον να πιάσει Αλεξ.2 345. 7) (Ναυτ.) προσορμίζομαι, αράζω: Ο στόλος δε ο τούρκικος ... εις την Μοθώνη ’πιάσε Αχέλ. 186. IΙ. Μέσ. Ά Μτβ. 1) Καταπιάνομαι με κ.: πιάνομαι εδώ διά να σου φανερώσω σε τούτα τα χαρτία την ζωήν του Μπερτολδίνου, υιού του ποτέ Μπερτόλδου Μπερτολδίνος 91. 2) Κάμπτομαι, ενδίδω, υποχωρώ: πολλές βολές ... συμβαίνει εις εκείνους οπού γεμίζουν το αγγείον από τ’ εκείνα τα μεγάλα κρασία και δυνατά, χωρίς όρον και μέτρον κανένα, οι οποίοι ... χάνουν τον νουν των και γίνονται αιτία πολλών ατόπων εξωτερικών. Διατί ο άνθρωπος σαν εξαναζεστάνει τον μυελόν εύκολα πιάνεται να κάμει πράγματα (έκδ. πράγμα· διορθώσ.) ουδετιποτένια και καταφρονεμένα Μπερτολδίνος 99. Β́ Αμτβ. 1) Στηρίζομαι κάπου: από όλα τα δένδρα και τα φυτά αυτό το κλήμα έναι μακρότερον, σχεδόν αν έχει δένδρον να πιαστεί υπαγαίνει εις τους ουρανούς Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 101v· (μεταφ.): μήτε ... οι γυναίκες τους να μπορούν να πιαστούν εις το προικιόν τους Σουμμ., Ρεμπελ. 19120. 2) Παγιδεύομαι: Κριάρι ύστερα επιάστην εις το βάτο εις τα κέρατά του, κι επήρεν ο Αβραάμ και επήρεν το κριάρι και ανέβασέ το για ολοκαύτωμα κατωθιό τον υιό του Πεντ. Γέν. XXII 13. 3) Έχω δυσκαμψία και πόνο· παραλύω: εποίκεν (ενν. ο ρήγας) έναν χρόνον εις το κρεβάτιν πιασμένος χέρια και πόδια Μαχ. 67819· η γλώσσα αυτού (ενν. του Ναβουχοδονόσορα) επιάσθη και δεν ομίλιε, μόνον εγροίκα τους λόγους Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 24. 4) (Αλληλοπ.) διαπληκτίζομαι, μαλώνω: Τούτο ακούγοντάς το εκείνος εθυμώθην τόσον, απού ήραξεν απάνω μου και ... επαλεύγαμεν πολλήν ώραν ... και εκάμαμε μεγάλην σύγχυσιν εις το καράβι. Τότε ο καραβοκύριος λέγει: « ... τούτοι οι δύο ... κάνουσι μεγάλην σύγχυσιν ... και εδά απού εκάμασιν αρχήν να πιάνουνται πάσα ημέρα θέλομεν έχει διχοστασίες εδώ μέσα. Κάλλιον είναι να τους αφήσομεν ή να σφαγούσιν ή να δώσουν εις την θάλασσαν να μην πειράζουν πολλά εδώ» Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 433· Μάλλωμαν είναι αντάν δύο ή περίτου πιάννουνται αντάμα Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 93. 5) (Για έμβρυο) συλλαμβάνομαι: λέγουν ότι ο Θεός πέβει την ψυχήν εις το αρσενικόν εις την κοιλίαν της μητρός του εκεί όπου έναι πιασμένον, εις ένδεκα ημέρας Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 32v· ποτέ με τες χαρές του πόθου δεν εσπάρθης,| σαν όλους οπού γίνονται τσ’ ανθρώπους δεν επιάστης,| μα κρίνω δαίμονας κανείς, κι άσπλαχνος έσπειρέ σε,| με το φαρμάκι το πικρόν, κι εδώ στην γη ήφερέ σε Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [310]· (εδώ το μέσ. με ενεργ. μτβ. σημασ.): σήμερον ολουνού του κόσμου βασιλείαν εις την γαστρίαν σου έχεις (ενν. Ολυμπιάδα), επιάστης παιδίν αρσενικόν Διήγ. Αλ. E (Lolos) 10320. 6) Θεωρούμαι, λογαριάζομαι: Του Ζεβεδαίου του πιάνεται ο Ιωσήφ πεθερός Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 257r· να σας ξεκαθαρίσω και τούτους τους πέντε αποστόλους τι πιάνονται του Χριστού από το μέρος της μάνας του Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 255r. 7) Γίνομαι, καθίσταμαι: είπεν η βασίλισσα εις τον Μπερτολδίνον, ότι εις το ερχόμενο να μην μετεωρίζεται πλέον με τες αυθέντρες, αμή να πιαστεί τακτικός, διατί εκείνη είναι η αληθινή τάξις εκεινών οπού πρατιγάρουν εις τες αυλές Μπερτολδίνος 134. Φρ. 1) Πιάνω (κάστρο, πόλη, χώραν, κ.τ.ό.) από σπαθίου, βλ. από 17 Φρ. 2) Πιάνω αποκοτιά = παίρνω θάρρος, γίνομαι τολμηρός: ευγενικοί τόσά ’ναι στην αγάπη (ενν. οι βοσκοί)| απού ... κι ολημερνίς τσι μοναξές με τες αγαφτικές τως (παραλ. 1 στ.) δεν πιάνουσιν αποκοτιά Πανώρ. Πρόλ. 67. 3) Πιάνω τ’ άρματα, βλ. άρμα (I) 1 φρ. 4) Πιάνω αρχήν, βλ. αρχή (I) Α1γ φρ. 5) Πιάνω κ. βάρι = στενοχωρούμαι: ένα λόγο να σου ειπώ (ενν. αφέντη μου) και μην το πιάσεις βάρι Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 1372. 6) Πιάνω βαρύ το πράμα, βλ. βαρύς (I) 13 φρ. 7) Πιάνω βουλή/γνώμην/γνώμην και βουλήν = παίρνω κάπ. απόφαση: ως ήθελε λογιάσει (ενν. η Αρετή) ... ποια βουλή να πιάσει (παραλ. 2 στ.) ... πόλεμο μεγάλο| είχε στα φύλλα της καρδιάς για το ’να και για τ’ άλλο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 2092· Βλέποντας ... οι άρχοντες την γνώμην του πρεβεδούρου ετούτην την άπρεπην και αμέτρητην, οπού έπιασε ..., εσυντρέξανε εις τον ... αφέντη Τζιβράν τον κομμεσσάριον διά να εύρουν δικαιοσύνην Σουμμ., Ρεμπελ. 168· επιάσε γνώμην και βουλήν (ενν. ο Πιαλές) να πα να βιστιρίσει Άλ. Κύπρ. 1531. 8) Πιάνω τα βουνία/τα όρη = φεύγω μακριά στα βουνά για να σωθώ: Οι Φράγκοι αποστάθησαν σκοτώνων τους εχτρούς τους,| κι ως είδαν πάλε ότι έφυγαν κι επιάσαν τα βουνία,| εις τους δρυμώνες έφυγαν ... Χρον. Μορ. H 4852· Εκάψα (ενν. οι Τούρκοι) Νταλαμπελιανά και το Παγκαλοχώρι,| γυναίκες οι βαριόμοιρες επιάσανε τα όρη Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 23410. 9) Πιάνω τούς γάμους κάπ.: παντρεύομαι με κάπ.: τούτο να γενότουνα πριχού καλομοιριάσει (ενν. η κόρη)| άλλον κανείν που μέλλεται τους γάμους της να πιάσει Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [382]. 10) Πιάνω γη, βλ. γη 4. 11) Πιάνω δρόμον = πραγματοποιούμαι: πάσα μου καλοριζικιά, ανέν και δρόμον πιάσει, (παραλ. 1 στ.) θέλ’ είσταιν εις εμάς κοινή Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [91]. 12) Πιάνω τον δρόμον, βλ. δρόμος (I) 13. 13) Πιάνω ηλικίαν = ωριμάζω: Αύξανε τότες ο Ιωσήφ, έπιανεν ηλικίαν,| ετίμαν τον ο Πεντεφρής διά την εμπιστοσύνην| και τες μεγάλες αρετές, τές είδεν εις εκείνον Ντελλαπ., Ερωτήμ. 488. 14) Πιάνω θανάτου παίδευσιν = τιμωρούμαι με θανατική ποινή: Ας απεθάνει ο ’πίβουλος μοιχός με το σπαθί μου,| που παίρνει αυτείνης την τιμήν, κι εμένα την ζωήν μου.| Μ’ ανέν και τονε σφάξω εδώ, τ’ αίμα του θέλει δώσει| σημάδι εις το πράγμ’ αυτό, και να με φανερώσει.| Μα τι φοβούμαι παίδευσιν θανάτου να μην πιάσω,| ανίσως κι έχω πεθυμιάν στον άδην ν’ απεράσω; Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [1307]. 15) Πιάνω τον θάνατόν (μου) = πεθαίνω: Ο θάνατος άλλο κακόν δεν έχει που να σφάζει,| παρά τον θάνατον κανείς σιμά του να λογιάζει,| κι εκείνος οπού βέβαια μέλλει για ν’ αποθάνει,| όσον το γληγορότερον τον θάνατόν του πιάνει,| τόσον πλια γλήγορα κι αυτός φεύγει από το κακόν του Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [806]· Ώχου και πόσον μού ’κανε γλυκύν τον θάνατόν μου,| αν μοναχόν ’πεθήνισκε το μέρος το θνητό μου;| Κι η κόρη μου μ’ επεθυμιάν δεν έστεκε να πιάσει,| τον θάνατον, και μετά με, στον άδην ν’ απεράσει Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [367]. 16) Πιάνω καλαμάρι/το κονδύλιν = αρχίζω τη συγγραφή: Κι εγώ δεν ήθελα ποτέ να πιάσω καλαμάρι,| ουδέ γραφήν ποτέ τινός να γράψω να ριμάρει Κορων., Μπούας 3· Κι εγώ ποτέ ουκ ήθελα να πιάσω το κονδύλιν,| και όσα με βιάζασιν ο λογισμός κι ο νους μου,| εβάστουν Σαχλ. Β′ (Wagn.) P 6. 17) Πιάνω καρπόν = έχω αποτέλεσμα: τετοιανής λογής τον νουν της είχε βάλει (ενν. η κορασίδα),| οπού καθένας μ’ αύτηνε καρπόν ουδένα πιάνει,| κόπους και παρακάλεσες, κι ό,τι της πει τα χάνει Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [155]. 18) Πιάνω κατούνα, βλ. κατούνα Φρ. 19) Πιάνω με κρίση = αποδίδω δικαιοσύνη: αν ’ξακονίσω τη λάψη του σπαθιού μου και να πιάσει με κρίση το χέρι μου, να στρέψω ξεγδίκωμα τους στεναχωρετάδες μου και τους μισωτές μου να πλερώσων Πεντ. Δευτ. XXXII 41. 20) Πιάνω κάπ. ληστρικώς = βιάζω: Όστις πιάσει χήραν ληστρικώς, ήγουν δυναστεύσει, χρόνον ά ακοινώνητος Κανον. διατ. Α 776. 21) Πιάνω λιβάδι, βλ. λιβάδι(ο)ν (I) 1 Φρ. 22) Πιάνω εκ τον λιμένα = απομακρύνομαι από το λιμάνι, αποπλέω: εις την γην δεν ηπορεί ακόμη διά να εβγούσιν,| ουδέ να πιάσουν οι Έλληνες ποσώς εκ τον λιμένα Θησ. (Foll.) I 54. 23) Πιάνω (τον) λιμένα(ν)/(το) πόρτον = αράζω, ελλιμενίζομαι: εκεί στην Τσάρα ήλθασιν (ενν. οι Φράγκοι), επιάσαν τον λιμέναν Χρον. Μορ. P 436· στον Μποντικόν επίασαν τα κάτεργα λιμένα Χρον. Μορ. P 1190· πολύν εφοβούντησαν (ενν. οι Έλληνες) το πέζεμα των ξύλων,| πώς το πόρτον να πιάσωσι, πώς εις την γην να εξέβουν Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 2929· Πρώτος επίασες πόρτον! Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 3157. 24) Πιάνω λιμνιώνα, βλ. λιμνιών(ας) Φρ. 25) Πιάνω το λόγο ή τα λόγια κάπ., βλ. λόγος (I) Φρ. 22. 26) Πιάνω μάχη, βλ. μάχη Φρ. 3. 27) Πιάνομαι εις μάχη(ν)/εις πόλεμον = διεξάγω ένοπλη σύγκρουση (με κάπ.): εις μάχη επιάστη ο βασιλιός με τση Βλαχιάς το ρήγα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 852· θέλω εις μάχην να πιαστώ μετά τον ρόη Μαφρόι,| να πολεμήσω μετ’ αυτόν εις κάμπον με φουσσάτα Χρον. Μορ. H 6083· Κι αφότου οι Φράγκοι επιάσασιν την χώραν της Κορίνθου,| ο Καμπενέσης όρισεν, διδλαλημόν εποιήσαν,| ότι όσοι εκ τα περίγυρα των χώρων της Κορίνθου| θέλουν να προσκυνήσουσιν, να τον δεχτούν δι’ αφέντην, |να έχουν τιμήν και ευεργεσίαν, αναδοχήν μεγάλην| ειδέ (έκδ. οι δε· διορθώσ.) πιαστούν εις πόλεμον ελεημοσύνη ου μη εύρουν Χρον. Μορ. H 1495. 28) Μη πιάσει και ... = μη τυχόν ..: εκείσε ας τεντώσομεν ενάντιον των κατέργων| τον τόπον να φυλάξομεν μη πιάσει και πεζέψουν (ενν. οι Γενουβήσοι)| και ποιήσουν τίποτε ζημίαν Χρον. Μορ. H 9199. 29) Πιάνω εις το μηνίον, βλ. μηναίο(ν) Φρ. α. 30) Πιάνονται τα νεφρά μου, βλ. νεφρό(ν) Φρ. 1. 31) Πιάνω (το) νίκος, βλ. νίκος Φρ. 1. 32) Πιάνω ξεφάντωση, βλ. ξεφάντωσις –ση Φρ. 2. 33) Πιάνω κάπ. οδόν, βλ. οδός 2ε φρ. (3). 34) Πιάνω την οδό(ν) (μου), βλ. οδός 4 φρ. (1). 35) Πιάνω όργητα, βλ. όργητα Φρ. 7. 36) Πιάνω τον όρκον ή τους όρκους κάπ., βλ. όρκος Φρ. 3. 37) Πιάνω όφελος, βλ. όφελος Φρ. 4. 38) Πιάνω παλαμάρι/πλωρήσιν/τα πλωρήσια = (ναυτ.) αράζω: από εκεί ευρίσκεις νησί και το λέγουν Βουρκοβούνι·| και πιάνεις παλαμάρι Πορτολ. A 1154· υπάς εις το άλλον ακρωτήριν όπου πιάνομεν πλωρήσιν Πορτολ. A 523· πιάνεις τα πλωρήσια εις την εκκλησίαν ομπρός Πορτολ. A 516. 39) Πιάνω πάλεμα με κάπ., βλ. πάλεμα φρ. 40) Πιάνω την πάρτη = αποφασίζω: Και έτσ’ η πάρτη πιάσθηκε, για να την παραδώσουν (ενν. την χώραν)| στα χέρια των ασεβών και να τηνε προδώσουν Διακρούσ. 9124. 41) Πιάνω κάπ. στην πίστη μου, βλ. πίστις Φρ. 3. 42) Πιάνω τα πλατιά μου = συμπεριφέρομαι με τρόπο ιδιόρρυθμο: δε λογιάζει η πελελή (ενν. η θυγατέρα μου) το πως δε βρίσκει άλλο (ενν. παλληκάρι)| να τηνε θέλει σήμερο δίχως προυκιό μεγάλο;| Κι εγώ στην ψη μου, αν ήξευρα να πιάσει τα πλατιά τση,| δυο ζα ’που το κουράδι μου δε δίδω σε προυκιά τση Πανώρ. Έ 233. 43) Πιάνουν κάπ. (οι) πόνοι = (α) (για έγκυο γυναίκα) αρχίζουν οι ωδίνες του τοκετού: επιάσαν την οι πόνοι,| γεννά κοράσιον παρευθύς Απολλών. (Κεχ.) 388· (β) καταλαμβάνεται κάπ. από ανησυχία: Φίλιππον πιάνουν πόνοι·| μαντάτα του ηφέρασι, απίστησε Μοθώνη Αλεξ.2 395· Απής λοιπόν το μάθασιν όλοι του οι γειτόνοι (ενν. του Μιχάλη),| Τούρκοι, Μπογδάνοι, Λέχοι τε, έπιασάν τους οι πόνοι,| γιατί μετρούσαν κι έλεγαν όλοι μέσα στον νουν τως: «(παραλ. 2 στ.) όλους μεγάλους και μικρούς άνω κάτω μας βάλει ...» Παλαμήδ., Βοηβ. 654. 44) Δεν πιάνει πράμα τινά = δεν αξίζει τίποτα: κρίση δίχως του (ενν. του Θεού) πράμα τινά δεν πιάνει Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 186. 45) Πιάνω κ. εισέ πρίκα μου = εκλαμβάνω κ. ως πικρό, οδυνηρό, στενοχωριέμαι πολύ: ωσάν την είδε ο βασιλιός εσφάγηκε εις λιγάκι,| γιατί το πιάσε εισέ πολλή πρίκα του και μεγάλη| πως τση φιλιάς σας τση πιστής κι ακράτης είχε σφάλει Ροδολ. (Αποσκ.) Έ 505. 46) Πιάνω το σκαμνί/το σκήπτρο = ανέρχομαι στην εξουσία: σκαμνιτσαούσην έστειλε (ενν. ο βεζίρης) μαζί με τον ολάκη,| διά να πιάσουν το σκαμνί, όσο που να κινήσει| αφέντης ο Αλέξανδρος στον θρόνον να καθήσει Ιστ. Βλαχ. 783· Χαίρου, γιατί στα χέρια σου το σκήπτρο τώρα πιάνεις Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 289. 47) Πιάνω τα στεφάνια/στεφάνι = παντρεύω κάποιον ως κουμπάρος: τον πατριάρχην φέρνουσιν διά να τους ευλογήσει (ενν. τον Βέλθανδρον και την Φαιδροκάζα) (παραλ. 1 στ.) ο ρήγας του Βελθάνδρου ... έπιασε τα στεφάνια,| Χρυσάντζα πάλιν έπιασε στεφάνι Φαιδροκάζας Βέλθ. 1033, 1034. 48) Πιάνω τον σφυ(γ)μόν κάπ. = μετρώ το σφυγμό κάπ.: ωσάν επέρασαν τρεις ημέρες της ασθενείας του, εμετεκάλεσεν (ενν. ο Ακρίτης) πάλιν τους ιατρούς και ερώτησέν τους, εκείνοι δε επίασαν τον σφυγμόν του και εγνώρισαν πως είναι εις τον θάνατον Διγ. Άνδρ. 40629· επίασεν (ενν. ο ιατρός) τον σφυμόν αυτού (ενν. του γαμπρού) Σπανός (Eideneier) A 82. 49) Πιάνω τάξιν με κάπ. = επιδεικνύω καλή διαγωγή: με σένα δύνομουν τον νόμον να πλερώσω| τσ’ αγάπης, κι εις τα σπλάχνη μου θαράπαψην να δώσω.| Μ’ όλον αυτό δεν το ’καμα, μα τόσην τάξιν επιάσα,| μ’ εσένα, οπού ποθητός, πως ήμουν εξεχάσα Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [265]. 50) Πιάνω το τέλος = πεθαίνω: Το τέλος θεν να πιάσω| γιατί τόσον δεν ήθελα να ζήσω Κυπρ. ερωτ. 942. 51) Πιάνω το τιμόνι = αναλαμβάνω την πλοήγηση, οδηγώ πλοίο: τότες η κυρ’ αλουπού έπιασε το τιμόνι| και τον πτωχόν τον γάδαρον στέκει, ανατιμώνει:| «Γλήγορα, σκυλογάδαρε, πιάσε κουπί να λάμνεις ...» Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 157. 52) Πιάνω τον χαιρετισμόν = ανταποδίδω χαιρετισμό: Αφόντις έφθασεν η βασίλισσα εις την μεγάλην αυλήν του βασιλέως, εχαιρέτησεν τον βασιλέα και εκείνος έπιασε τον χαιρετισμόν με χαράν· και απέκει την έκαμε να καθήσει σιμά του Μπερτόλδος 40. 53) Πιάνω κ. στα χέρια μου = καταλαμβάνω, κυριεύω: χώρες να πάρει (ενν. ο αφέντης) και νησιά στα χέρια του να πιάσει Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 39017. 54) Πιάνω εις (τον) χορόν = συμμετέχω στο χορό, χορεύω: με άνθρωπον μηδέν γελάσεις,| μήδε εις τον χορόν να πιάσεις,| μήδε το συχνό να βγαίνεις| εκ το σπίτι, να έξω μένεις Συναξ. γυν. 938· εις χορόν επιάσασιν όλοι οι εδικοί του (ενν. του Αχιλλέως),| αντάμα και η μάννα του και η ευγενική φεδούλα Αχιλλ. L 1209. 55) Πιάνομαι εις το χώμαν = θάβομαι: Οι τζενιαστάδες ... αντάν πιάννουνται εις το χώμαν στρέφεται το χώμαν και εμπαίννει εις τα’μμάτια τους Ξόμπλιν φ. 128r. 56) Πιάνω ψωμίν = αποδέχομαι τη φιλοξενία κάπ.: Ανδρέας επιλογήθηκε: «Αν θες ψωμίν να πιάσω (παραλ. 1 στ.) ... αυτούνην την Ρεβέκκα| τ’ αφέντη μου του Ισαάκ να δώσεις διά γυναίκα» Χούμνου, Κοσμογ. 1313. Η μτχ. παρκ. ως ουσ. = αιχμάλωτος, όμηρος: Αγάπην εποιήσασιν (ενν. ο δούκας με τον Γιουσουμπέκην), φιλίαν πληρεστάτην·| τους πιασμένους έστρεψεν (ενν. ο δούκας)· εδιέβη το φουσσάτο Χρον. Τόκκων 467.
πινάκιον- το, Metrol.2 578, Ιστ. πολιτ. 4019-20· πινάκι(ο)(ν), Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά 2910, 24· πινάκι, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 9124, Ολόκαλος 3149, Κρασοπ. (Eideneier) V 94, Λεξ. Μακεδ. 129, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1192, 3, Δωρ. Μον. (Βαλ.) 42, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 5017, 13910, 11, 1653, 5, 1993-4, 5, 2007, 8477, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. ιδ́ 8, 11, κϚ́ 23, Μάρκ. Ϛ́ 25, 28, Νικ. Ιερόπ., Εκδ. ιατρ. 51, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 251 δις· πινάκιν, Προδρ. (Eideneier) III 273-2 χφ P κριτ. υπ., IV 116, 381, 594 χφφ VPK κριτ. υπ., Σπανός (Eideneier) B 119, Μαχ. 2161, 43831, Metrol.2 881, 4, Λίβ. (Αγαπητός) παράρτ. 37v.
Το αρχ. ουσ. πινάκιον. Ο τ. πινάκι το 13. αι. (LBG, στη λ.), σε έγγρ. του 16. αι. (Έγγρ. Σύρου 124), στο Somav. και σήμ. (ΛΚΝ). Ο τ. πινάκιν σε έγγρ. του 12. αι. (Miklos.-Müller, Acta 6 245, LBG) και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., Σακ., Κυπρ. Β́ 733). Η λ. στον τ. πινάκιο και σήμ.
1) α) Πιάτο φαγητού (η σημασ. ήδη μτγν.): Έλα εσύ, νεότατε, ομπρός, πού ’σαι παιδάκι,| φάγε από τούτα τα φαγιά οπού ’ναι στο πινάκι Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ελεάζ. 1270· ο μικρολόγος είναι τέτοιος: ... όταν ο δούλος τσακίσει τσουκάλι ή πινάκι, να τον αναγκάζει να το πληρώνει και να το πιάνει εις την ρόγαν του Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 125· β) είδος αγγείου, τάσι (βλ. και Κουκ., Λαογρ. 5, 1915, 332): εκείνοι (ενν. οι ηγούμενοι) πάντα πίνουσιν το χιώτικον εις κόρον,| ημείς δε το βαρνεώτικον, το νεροκοπημένον,| εκείνοι πάντα το γλυκύ μετά των κουτρουβίων, ημείς (ενν. οι καλόγηροι) δε το νερούτσικον μετά του πινακίου Προδρ. (Eideneier) IV 398. 2) Μικρή σκάφη; (πβ. Ξανθιν., Λεξ. δυτικοκρ. ιδιώμ., Άμ., Χιακ. Χρον., λ. πινάκι) (πβ. πίνακας 2): να δου και να στιμάρου τα κατωγεγραμμένα πράματα … Και πρώτον: … μια τάβλα … και ’να πινάκι κυπαρισσέινο παλιό Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 81613· (εδώ προκ. για χρήση σε τελετή λεκανομαντείας): Ο Νεκτεναβός ηπήρεν το χαρτί της αστρονομίας και της λεκανομαντείας και εσέβην εις το κελίν το βασιλικόν και εγέμισεν το οστράκινον πινάκι νερόν και άνοιξε το βιβλίον του και είδεν εις εκείνο το νερόν τα δύο φουσσάτα, οπού έρχουνται να πολεμήσουν Διήγ. Αλ. F (Lolos) 9023. 3) Μονάδα μέτρησης· α) χωρητικότητας για δημητριακά ή γενικ. στερεά προϊόντα (Για το πράγμα βλ. Πετρόπ., ΕΛΑ 7, <1952>, 1953, 66, Bakk.-v. Gem. [Βαρούχ. σ. 842]): πινάκιον, ο εστί μεδίμνου το τέταρτον Metrol.2 13221· β) επιφάνειας αγρών με βάση την ποσότητα του απαιτούμενου για τη σπορά τους καρπού (βλ. και Παπαδάκης, Κρητολ. 4, 1977, 13-4, Πετρόπ., ΕΛΑ 7, <1952>, 1953, 66,): χωράφι πινακίων τριών Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 5012.
πλήθιος,- επίθ., Χρον. Μορ. P 5594, Διήγ. Αλ. V 56, Συναξ. γυν. 644, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 85v, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1024, Διήγ. Αλ. Σεμίρ. M 17, Ιστ. Βλαχ. 1460, Σουμμ., Ρεμπελ. 158, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 92· πλήσιος, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1634, Αγν., Ποιήμ. Β́ 20, Ιμπ. (Legr.) 343, Δεφ., Λόγ. 317, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β́ 44, Γ́ 2, Δ́ 172, Πιστ. βοσκ. I 1, 320, III 3, 131, Βοσκοπ.2 133, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [772], Β́ [478], Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 76, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1359, 3049, Τζάνε, Φιλον. 58727, Προσοψάς, Δράμα γενν. Τυφλού 87, 140, Κονταράτος, Στίχ. πολιτ. 268, 404, Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ελεάζ. 496, κ.α.· πλησίος, Αχέλ. 2015, Σουμμ., Ρεμπελ. 157· πλήσος, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 15, 786, 5261, Βεντράμ., Φιλ. 99, Δεφ., Σωσ. 50, Αχέλ. 569, Πανώρ. Πρόλ. 25, Ά 7, Β́ 108, Γ́ 497, Δ́ 103, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφ. 30, Πρόλ. 29, Β́ 136, Γ́ 264, Έ 30, Φαλλίδ. (Παναγ.) 106, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 2259, 2317, Στάθ. (Martini) Ά 60, Γ́ 17, Ροδολ. (Αποσκ.) Αφ. 17, Ά 146, Γ́ 382, Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 139, Ά 312, Δ́ 10, Έ 126, Ιντ. β́ 172, Λεηλ. Παροικ. 330, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1612, 30724, 36913, κ.π.α.
Από το ουσ. πλήθος και την κατάλ. ‑ιος (βλ. ΛΚΝ, στη λ.· για διαφορ. ετυμ. βλ. Γεωργακ., BZ 38, 1938, 99-100, 103, Χατζιδ., Αθ. 29, 1917, 215 και Ανδρ., Λεξ., στη λ.). Ο τ. πλήσιος πιθ. με επίδρ. του επιθ. πλούσιος (βλ. Γεωργακ., BZ 38, 103· για διαφορ. προέλ. βλ. Ανδρ., Λεξ., λ. πλήσιος)· απ. στο Du Cange, στη λ., στον Κατσαΐτ., Ιφ. Αφ. 48, Πρόλ. 66 και σήμ. ιδιωμ. (Ξανθιν., Λεξ. δυτικοκρ. ιδιώμ., Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ., στη λ.). Ο τ. πλήσος στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ. (Πασπ., Γλωσσ., λ. πλείσα, Πασπ., Γλωσσ., λ. πλείσα). Η λ. στο Du Cange, στον Κατσαΐτ., Κλ. Β́ 695, Γ́ 44 και σήμ. λαϊκ. (Κριαρ., Λεξ.) και λογοτ. (ΛΚΝ).
1) α) (Προκ. για ποσότητα, αριθμό) πάρα πολύς, άφθονος, αναρίθμητος: εάν το φλέγμα έναι πλήθιον εις κανέναν άνθρωπον, ... κράζεται φλεγματώδης Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 19r· δουκάτα ’χω αμέτρητα, φουσσάτα έχω πλήθια Αλεξ.2 693· Φαγιά ’χανε (ενν. οι σολντάτοι) πλησιότατα οπού επερισσεύγα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 4423· Εκεί καλά μαλώνασι, μα οι Τούρκοι ήτον πλήσοι,| κι όλοι οι χριστιανοί κι αν ήρθασι, δε θέλα τσι γυρίσει Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 20217· β) πολύ μεγάλος: θόρυβος πλήσος γίνετον και ταραχή μεγάλη Αχέλ. 392· με μιαν ασχόλαστον σπουδήν, με πλήσιαν προθυμίαν,| έμαθε την ιταλικήν γλώσσαν με ευκολίαν Λίμπον. 145· εβάλθηκα το πέλαγος το πλήσο| μ’ έτσι μικρό κι ανήμπορο καράβι ν’ αρμενίσω Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφ. 57. 2) Περισσότερος, μεγαλύτερος: Μη στοχαστείς τα μερτικά να είνιαι όλα ίσα,| αμέ όποιος λείπεται αρετή δώσ’ του την μοίρα πλήσα Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 278. 3) (Προκ. για πρόσωπο) εξαιρετικός, σπουδαίος: Ήτον (ενν. η Παρθένος Μαρία) στη νήστεια πρόθυμη, στο παρακάλιο πλήσα,| κι εις την ελεημοσύνη τση, στην εσπλαχνιά, περίσσα Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 4336.
πλήρωμα- το, Σπαν. (Μαυρ.) P 101, Λόγ. παρηγ. O 27, Καλλίμ. 896, Διγ. Z 1166, Βέλθ. 178, Φλώρ. 1275, Σαχλ. N 280, Σαχλ., Αφήγ. 281, 283, 287, 291, 295, 438, 719, Αχιλλ. L 711, Φαλιέρ., Ιστ.2 153, Χούμνου, Κοσμογ. 2060, Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 365, Διακρούσ., Αφ. 99, Ολόκαλος 2518, Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ελεάζ. 391· πλέρωμα, Ασσίζ. 4421, Πεντ. Δευτ. XXXII 35, Πανώρ. Ά 194, Γ́ 592, Έ 402, 418, Ιντ. κρ. θεάτρ. Ά 186, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 741, Δ́ 886, 896, 951, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [6], [143], Έ [1564], Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 62, Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ελεάζ. 1555· πλέρωμαν, Ασσίζ. 309, 384‑5, 10, 4418‑19, 19, 549, 9224, 10429, 10515‑16, 1894, 23427, 28619, 25‑26, 3245, 35510, 48423, Μαχ. 17835, 18015, 1828‑9, 35415, 38032, 4367, 47619, 49032, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 146· πλήρωμαν, Καλλίμ. 1114, Λίβ. P 108, 1974, Λίβ. (Lamb.) N 127, Ιμπ. 560, 651, Ιμπ. (Legr.) 43, 627, Ολόκαλος 1915· γεν. εν. πλερωμάτου, Ασσίζ. 25022, 23, 28620‑21, Μαχ. 4767.
Το αρχ. ουσ. πλήρωμα, με επίδρ. του ρ. πληρώνω. Ο τ. πλέρωμα στο Βλάχ., στον Κατσαΐτ., Κλ. Β́ 170 και σήμ. ιδιωμ. (Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ., Παπαδ. Α., Λεξ., πλέρωμα(ν), Κωστ., Λεξ. τσακων.). Ο τ. πλέρωμαν στο Meursius (πλέρομαν) και σήμ. ιδιωμ. [Σακ., Κυπρ. Β́ 739, Παπαδ. Α., Λεξ., πλέρωμα(ν)]. Η γεν. πλερωμάτου και σήμ. στο κυπρ. ιδίωμ. (Σακ., Κυπρ., Β́ 739 ). Η λ. και σήμ. (ΛΚΝ).
1) Τέλος, oλοκλήρωση: Έχει και άλλα η φυλακή πολλά κακά και θλίψεις| ανέν και ορέγεται κανείς να γράψει τα κακά της| ποτέ να μην εσχόλαζεν, αν έζει χίλιους χρόνους.| Και ήθελεν φρόνεσιν πολλήν, και ’πείκασιν μεγάλην| διατί έν’ πολλά και αρίφνητα και πλήρωμα ουδέν έχουν Σαχλ., Αφήγ. 438· και προς αργά το δειλινό προς πλήρωμαν ημέρας,| εις δέντρου κλώνον ηύρηκα πουλία τρυγόνια δύο Λίβ. Esc. 107· (σε επιρρ. χρ.): Σαράντα χρόνους είχασιν το ανδρόγυνον εκείνον| άτεκνοι εδιάβησαν τους χρόνους τους τοιούτους (παραλ. 3 στ.). Και πλήρωμαν των ημερών των χρόνων των σαράντα| χάριν ελάβαν εκ Θεού και η κόρη εγγαστρώθη Ιμπ. 46. 2) Τελείωση: διότι πάντων των καλών το πλήρωμα η αγάπη Διακρούσ. 1193. 3) Εκπλήρωση, ικανοποίηση: Τι, βασιλεύ, αγανακτείς; τι, βασιλεύ, στενάζεις;| τι παραιτείσαι την αρχήν της αυτοκρατορίας| και θάνατον επιζητείς εις παρηγόρημάν σου,| ειμή την κόρην την καλήν εις δέσποιναν επάρεις| και πλήρωμαν και θέλημαν ερωτικόν σου λάβεις; Καλλίμ. 1124. 4) Τήρηση: πλέρωμα λοιπόν του νόμου είναι η αγάπη Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Ρωμ. ιγ́ 10. 5) Καταβολή χρημάτων για εξόφληση χρέους, πληρωμή αγαθών κ.λ.π.: Περί εκείνου οπού πουλεί ά άλογον ετέρου ανθρώπου εις καιρόν ποσούμενον εις το να ’σάσουν να έχει το πλέρωμάν του, και έρχοντα ο καιρός δεν έχει να πλερώσει το πλέρωμαν της αγορασίας Ασσίζ. 4412, 13. 6) Μισθός, αμοιβή: Θωρώντα ο λαός της Αταλείας ότι ο ρήγας δεν έπεψεν το πλέρωμάν τους και βιτουάλιαν κατά τον καιρόν είπασιν: «Ο ρήγας ελησμόνησέν μας» Μαχ. 1804· (μεταφ.): Διότι ουδείς λαμβάνει μισθόν χωρίς κόπου. Έκαστος κατά τον κόπον αυτού λαμβάνει και το πλήρωμα Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι II 9. 7) Ανταμοιβή: νίκας εποίησα πολλάς, μεγάλας δουλοσύνας,|και τώρα εχάσα τά έπασχα, όλας τας καλοσύνας·| το πλήρωμά μου εγίνετο και η ανταμοιβή μου| να κάθομαι ως σκοτεινός, να λείπουν οι οφθαλμοί μου Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 647. 8) Τιμωρία: άρχισε και παρέβηκεν (ενν. ο ρήγας) από τον ορισμόν του (ενν. του Κυρίου)| κι ήθελε να πορεύεται με νόμον εδικόν του| αμ’ εβαρέθηκεν πολλά ο Κύριος την ζωήν του,| εις τά ’πραξε, για πλέρωμα, έπεψεν την οργήν του Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 56. Εκφρ. το πλήρωμα του Χριστού = ο κλήρος: ημείς οι κατωγεγραμμένοι του των Γραικών κλήρου προϊσταμένοι, ιδίᾳ και αγαθῄ διαθέσει ως άνδρα άξιον του πληρώματος του Χριστού ομολογούμεν και μαρτυρούμεν και ... διαφαινόμεθα ότι ο ειρηθείς αιδεσιμώτατος Ζένος ... Επιγράμμ. ιερέων 392.
πληρωμή- η, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 209, Χρον. σουλτ. 515, 721, 14010, 14117, Zygomalas, Synopsis 121 Α 5, 134 Α 76, 165 Δ 10, 176 Ε 19, 202 Ι 7, 229 Μ 5, Μ 9, 234 Μ 37, 283 Σ 26, Σουμμ., Ρεμπελ. 191, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 372, Μπερτόλδος 42, 51, Διγ. O 2531, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Ρωμ. ά 27, Παύλ. Κορ. Ά ς́ 20 σημ.· πλερωμή, Κορων., Μπούας 152, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 111r, Λαυρ., Οπτασία Σ. 112, Δωρ. Μον. XXII, Πανώρ. Ά 237, Β́ 316, Γ́ 330, Δ́ 172, Έ 63, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 382, Β́ 260, Έ 84, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Δ́ 28, Πιστ. βοσκ. II 3, 39, III 6, 145, Βοσκοπ.2 70, Παλαμήδ., Βοηβ. 1151, Σουμμ., Ρεμπελ. 188, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 11240, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 2346, Δ́ 1399, Έ 471, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 390, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [674], Γ́ [556], Δ́ [1136], Μπερτόλδος 51, Ροδινός (Βαλ.) 142, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 46, Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ελεάζ. 403, 690, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2807.
Από το πληρώνω και την κατάλ. ‑μή. Ο τ. πλερωμή σε έγγρ. του 17 αι. (Β. Σφυρόερας, ΕΕΚυκλ.Μ 5, 1966, 638) και στο Βλάχ. και σήμ. λαϊκ. Η λ. σε έγγρ. του 16. αι. (Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 4, 1951, 31 και 83), στο Du Cange και σήμ.
1) α) Ανταμοιβή: λέγει του ο Θεός: Αβραάμ, μην φοβείσαι, ότι εγώ σου βοηθώ, η πληρωμή σου θέλει είσταιν πολλή Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 125r·· Και όποιος σας ποτίσει ένα ποτήρι νερόν διά όνομά μου, ότι είστε του Χριστού, βέβαια σας λέγω, δεν θέλει χάσει την πληρωμήν του Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Μάρκ. θ́ 41· (ειρων.): ΕΡΩΦΙΛΗ: Ώφου κανίσκι αλύπητο, κανίσκι πρικαμένο,| και πώς από το νου μου, οϊμέ, θωρώντας το δε βγαίνω!| ΒΑΣΙΛΕΑΣ: Κανίσκιν είν’ αξότατο και πλερωμή τση τόσης| τιμής απ’ αποκότησες τον κύρη σου ν’ αξώσεις Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 391· β) αποζημίωση: Ετούτη η αγάπη η μπιστική με τη χαρά ετελειώθη| και πλερωμή στα βάσανα μεγάλη τως εδόθη (ενν. της Αρετούσας και του Ρωτόκριτου) Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ 1522· γ) αντάλλαγμα: Μα πήγαν το στο Ρέθεμνος, του Χουσεΐν το φέρα (ενν. οι Τούρκοι του γενεράλε το παιδί),| κι εκάμασι πολλές χαρές εκείνη την ημέρα,| πως είναι αιτία το παιδί ετούτο να τως δώσου| το Μέγα Κάστρο πλερωμή, για να το ξεσκλαβώσου Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 24814. 2) Εκπλήρωση, ικανοποίηση: Ποιος είν’ εκείνος ο βοσκός να του ’χω πλήσα χάρη| απού για μέν’ ανάπαψη δεν ημπορεί να πάρει;| Κι ογιάντα την αγάπη ντου φοβάται να μου δείξει| και πλερωμή του τόσου του πόθου να μου ζητήξει; Πανώρ. Γ́ 500. 3) Τιμωρία: κάθε παράβασις και παρακοή έλαβε δικαίαν πληρωμήν Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Εβρ. β́ 2. 4) Μισθός, αμοιβή: Νοτάριον εμίσθωσε ... ένας άνθρωπος, και έταξέ του τόσην πληρωμήν, να τον δουλεύσει τόσον καιρόν Zygomalas, Synopsis 251 Ν 40· Ίδετε τα βασίλεια πόσα εξοδιάζουν| εις ρόγες και εις πληρωμές, πολεμιστάς συνάζουν Ιστ. Βλαχ. 1436· (μεταφ.): έστοντας να ελευθερωθήκετε από την αμαρτίαν και να δουλωθείτε εις τον Θεόν, έχετε τον καρπόν σας εις αγιασμόν· και το τέλος, [έχετε] ζωήν αιώνιον. Διατί η πληρωμή της αμαρτίας είναι θάνατος· αμή το χάρισμα του Θεού είναι ζωή αιώνιος Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Ρωμ. ς́ 23· (εδώ προκ. για δωροδοκία): ο πρεβεδούρος οπού έλεγε να ... τους παιδεύσει κατά πολλά, δεν το έκαμε· διότι γροικώντάς το ο λαός εφοβήθηκε και ελογίαζαν ότι να συντορνευσίσουν όλοι ανάμεσόν τους να μαζώξουν τορνέσια περισσά να δώσουν μια καλή πλερωμή του πρεβεδούρου ομοίως και τση πρεβεδούρας διά ναν την τραβήξουν εις τα θελήματά τους και να καταπραΰνουν την οργήν του εναντίο τους Σουμμ., Ρεμπελ. 167. 5) Καταβολή χρημάτων για εξόφληση χρέους, αγορά αγαθών κ.λ.π.: Άδειαν έχει ο δανειστής, αφού περάσουν δύο χρόνοι από την συμφωνίαν του καιρού της πληρωμής ποὒχε με τον χρεώστην, να πωλήσει το ενέχυρον Zygomalas, Synopsis 193 Ε 113· καθένας (ενν. ασκητής) δίδει του άλλου είτι τον χρειάζεται δωρεάν, χωρίς να πλερωθεί, παίρνοντας και αυτός από τούτον, ομοίως χωρίς πλερωμήν, εκείνο οπού δεν έχει Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 111.
πληρώνω,- Σπαν. (Ζώρ.) V 223, Καλλίμ. 842, Ελλην. νόμ. 5828, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 56, Βέλθ. 278, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 376, Ερμον. Φ 294, Χρον. Μορ. H 122, 180, κ.α., Χρον. Μορ. P 960, 1000, Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 250, Φλώρ. 174, Σαχλ., Αφήγ. 280, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 326, Ερωτοπ. 634, Απολλών. (Κεχ.) 149, Λίβ. P 209, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 734, Αχιλλ. (Smith) N 1058, Αχιλλ. (Smith) O 444, Χρον. Τόκκων 2072, Χρησμ. I 52, Φαλιέρ., Ιστ.2 100, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 9, Θρ. Κων/π. διάλ. 49, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 868, Παρασπ., Βάρν. C 430, Αργυρ., Βάρν. K 434, Διήγ. Βελ. N2 18, Θησ. Γ́ [841], Σκλέντζα, Ποιήμ. 1188, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 522, Διήγ. Αλ. V 27, Αλεξ.2 2547, Κορων., Μπούας 36, Βεντράμ., Γυν. 107, Διήγ. Αλ. G 26640, Μυστ. παθ. 6, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 259v, Λουκάνη, Άλ. Τροίας [631], Ρίμ. θαν. 56, Βυζ. Ιλιάδ. 697, Πτωχολ. α 215, Αχέλ. 2529, Χρον. σουλτ. 2930, Zygomalas, Synopsis 162 Γ 50, Αρσ., Κόπ. διατρ. [427], Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 420, Κρασοπ. (Eideneier) AO 41, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά 633, Βίος Δημ. Μοσχ. 166, Σεβήρ., Διαθ. 19029, Ιστ. Βλαχ. 989, Διγ. Άνδρ. 3617, Μεταξά, Επιστ. 4842‑43, Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 372, Νομοκριτ. 103, Αγαπ., Βίος Ιωάσ. = Αγαπ., Δαμασκ. Βαρλαάμ 14610, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 22212, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Φιλήμ. 19, κ.π.α.· αόρ. επληρώσανσι, Αχιλλ. (Smith) O 707· πγερώννω, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 691· πλερώννω, Μαχ. 836, 837, 2230, 2625, Κυπρ. ερωτ. 8631, Κανον. διατ. Β 516, κ.α. πλερώνω, Ασσίζ. 62, 17329, 1786, Χρον. Μορ. P 6308, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 334, Απολλών. (Κεχ.) 674, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 496, 1251, Χρον. Τόκκων 331, 3175, Διαθ. Ακοτ. 14716, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 249, Μαχ. 15813 δις, 47411, Βουστρ. (Κεχ.) 2809, Αλεξ.2 1444, Διήγ. Αλ. G 27411, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 111v, 381v, Ξόμπλιν φ. 122r, Πεντ. Δευτ. XXIII 22, Αλφ. 108, Στ. Βοεβ. 31, Μηλ., Οδοιπ. 639, Αρσ., Κόπ. διατρ. [81], Άλ. Κύπρ. 1204, Δωρ. Μον. XXVII, Κυπρ. ερωτ. 9341, 12918, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 9, Έ 650, Ιντ. κρ. θεάτρ. Ά 48, Πιστ. βοσκ. III 6, 285, Κανον. διατ. Α 1097 τρις, Βοσκοπ.2 58, Σεβήρ., Διαθ. 19033, Ιστ. Βλαχ. 2162, Σουμμ., Ρεμπελ. 160, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 442, Δ́ 524, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 66, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 1287, Στάθ. (Martini) Γ́ 466, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.) 17319, Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 239, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 13156, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [1625], Λίμπον. 288, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 111, Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 54, Χριστ. διδασκ. 369, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 382, Γ́ 148, Λεηλ. Παροικ. 519, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1732, Hagia Sophia f 58611, Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ελεάζ. 1589, κ.α.
Από αρχ. πληρώ και την κατάλ. -ώνω (ΛΚΝ). Ο τ. πγερώννω από πλερώννω με αποβολή του -λ- και ανάπτυξη ημιφώνου j (βλ. Χατζ., Γραμμ. κυπρ. διαλ. 191· πβ. αυτ. και σ. 41). Ο τ. πλερώννω από πλερώνω (Για το σχηματ. βλ. Χατζ., Λεξ. 13) σε έγγρ. του 15. αι. (Τσοπ., Συμβολές Β́ 414) και σήμ. ιδιωμ. στην Κύπρο (Λουκά, Γλωσσάρ., λ. πκερώννω και πλερώννω) και σε ιδιώμ. της Κάτω Ιταλίας (Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ. Δ́ 216). Ο τ. πλερώνω από πληρώνω με τροπή του άτονου i σε e από επίδρ. του γειτονικού υγρού συμφώνου (Kahane, Zeitschr. f. rom. Philol. 97, 1981, 110). Κατά Συμεων., Ιστ. κυπρ. διαλ. 189 πρόκειται επιπλέον για διατήρηση της αρχ. προφοράς του η ως e (βλ. και Γλωσσ. πραγμ. Κύπρ. 103). Ο τ. σε επιγραφή του 6. αι. (PHI 7), σε έγγρ. του 13. (LBG) και του 16.-18. αι. (Έγγρ. Σαντορ. 518, Βαρζελιώτη, Θησαυρ. 30, 2000, 330, Τραπεζούντιος, Νομοκ. 535 κ.α.), στο Βλάχ. και σήμ. (λαϊκ.)· για πιθ. πρώτη μνεία βλ. Rohlfs, Et. Wört., λ. πληρόω και Kretschmer, Glotta 12, 1923, 192. Τ. πκερώννω σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Λουκά, Γλωσσάρ., λ. πκερώννω και πλερώννω), πκιερώννω και πκιορώννω (Χατζ., Λεξ., λ. πκιερώννω). H μτχ. πληρωμένος μτγν. (TLG). Η λ. σε σχόλ. (TLG, LBG), σε έγγρ. του 13.-17. αι. [Συνθήκ. Καλλ. (Μέρτζ.) 268, Γράμματα Μετεώρ. 5415 κ.α.], στο Du Cange και σήμ.
I. Ενεργ. Ά Μτβ. 1) Γεμίζω: εκλεκτούς γαρ μαργαρίτας| και πολύτιμους γαρ λίθους| και παμπλείστους θησαυρούς τε| επληρώσασιν (ενν. οι Έλληνες) τας νήας Ερμον. Ψ 61· ουδέ συμφθάνει ο ταπεινός ειπείν το «Κύριε ελέησον»| ή καν το κρασοβόλιν του οξίδιν να πληρώσῃ Προδρ. (Eideneier) IV 253. 2) (Προκ. για επιθυμία) εκπληρώνω, ικανοποιώ: νους αληθής ουκ αστοχεί, τόλμης επιτυγχάνει,| και τό ορεχθεί πληρώνει το, πότε ου δειλογνωμεί το Λίβ. Esc. 961· Ο Πτολεμαίος είπε του (ενν. του Κανδάλη)· «Πληρώνω τη βουλή σου,| έπαρε τον Αντίγονα και σύρε στη μητρί σου» Αλεξ.2 2271· (προκ. για ερωτική πράξη) ικανοποιώ τον έρωτά μου, ολοκληρώνω: να εσμίγαμεν τα δυο μας,| να επληρώναμεν αγάπην| των πολλών χρονών τον πόθον Ch. pop. 136· ολόγυμνην την έκδυσεν μετά λινού και μόνου,| το δε λινόν εις το εκ παντός ήτον ως άχνη μόνον·| και μετά πόθου του πολλού επλήρωσαν τον έρων Αχιλλ. (Smith) N 1334. 3) (Προκ. για ορισμένο χρον. διάστημα) συμπληρώνω: εκείνος έχει εις την μονήν καν δεκαπέντε χρόνους,| κι εσύ ακόμη ουκ επλήρωσες εξάμηνον ότ’ ήλθες Προδρ. (Eideneier) IV 73· ούτε γίνεται νόμιμος γυναίκα του ανθρώπου, ειμή ότε πληρώσει μετά του ανδρός αυτής τα ιβ́ έτη Ελλην. νόμ. 54110. 4) Ολοκληρώνω, τελειώνω, αποπερατώνω κ.: Ως είδον λοιπόν οι τέσσαρες τούτον παθόντα ούτως,| εστρέψασι και έτρεχον, έφευγον κατά κράτος,| και πλέως δεν εγύρισαν, πληρώνοντας τον δρόμον Διγ. A 3658· ατός του εστάθηκεν εκεί τότε ο Μέγας Κύρης| έως ου επληρώθηκεν το κάστρο της Δημάτρας Χρον. Μορ. P 8000· Ει δε και ου μη το δέξεται, πάλι να δευτερώσω| και να πλερώσω δώδεκα γραφάς και πάλε ως ιδούμε Λίβ. Esc. 1247· (σε μεταφ.): Είδα απ’ αύτου την Στοργήν και είχεν γραμμένα τούτα:| «Στέργετε εις την ασχόλησιν, ποσώς μη αποδημείτε,| η αναμονή καλόν έναι, πληρώνει ακέραιον πράγμα» Λίβ. Sc. 2· (προκ. για αφήγηση): Με θλίψες και με κλάηματα την διδαχήν πληρώνει (ενν. ο πατέρας του Ιμπέριου) Ιμπ. 216· (προκ. για το θάνατο) φέρνω στο τέλος κάπ.: πάγω κάτω εις Άδην| και σήμερον πληρώνει με ο θάνατος και υπάγω Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1776. 5) Εκτελώ, πραγματοποιώ κ.: οπού πληρώνει ορισμόν και του πτωχού δανείζει| εκείνος έναι φίλος του (ενν. του Θεού) και εκείνον τον χαρίζει| την άμετρον γλυκύτητα, τρυφήν του Παραδείσου Νεκρ. βασιλ. 111· αν έν’ το πράγμα δίκαιον, αν έναι και τυγχάνει,| πληρώνω, πράττω, οικονομώ, θέλω το, δέχομαί το Φλώρ. 169· α) (προκ. για συμφωνία, όρκο ή νόμο) τηρώ, σέβομαι: τες συμφωνίες κι ομόλογα, κρατώ τα αφυρωμένα·| στέργω να τα πληρώσομε άνευ κανενός δόλου Χρον. Μορ. P 690· ει μεν εύρω το ερώτημα και λόγον σου διαλύσω,| το στοίχημά μου η αυθεντία σου, εκείνον να πληρώσεις Διήγ. Αλ. Σεμίρ. B 320· επλήρωσαν τον όρκον τους και την υπόσχεσίν τους Χρον. Μορ. P 440· δόλος να μηδέν φανεί μέσον Αδάμ και Εύας| και να τεκνολογήσουσιν με θέλημα Κυρίου| και με τον τρόπον, τόν ακούεις, τον νόμον να πληρώσουν Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1571· β) (προκ. για μυστήριο) τελώ: εμείς να σε έχομεν γαπρόν και να σε προσκυνούμεν.| Ο Θεός γαρ σ’ εδόξασεν από του νυν να είσαι| και γάμους να πληρώσομε εις την πολλήν σου αδρεία Αχιλλ. (Smith) O 584· αφήκασιν την ταραχήν, επαύσασιν τας ύβρεις,| ειρηνικά, ανόχλητα επλήρωσαν τον γάμον Πουλολ. (Τσαβαρή)2 666· γ) (προκ. για προφητεία ή ρητό) εκπληρώνω, επαληθεύω: αφών το κιόνι έχετε κι αυτόν τον δημηγέρτην, |την προφητεία πληρώσετε του φιλοσόφου εκείνου Χρον. Μορ. P 894· φύλαττε την καθαρότητα του νοός ως πλούτον πολύτιμον αναβιβάζων αυτόν προς υψηλοτέραν εργασίαν και θεωρίαν ημέραν παρ’ ημέραν, διά να πληρώσεις τον λόγον του Χριστού Αγαπ., Βίος Ιωάσ. = Αγαπ., Δαμασκ. Βαρλαάμ 2344. 6) Αποφασίζω: όσον επλήρωσε η βουλή ότι να έχουν φύγει,| ο κατά είς εδιάβηκεν εις την κατούνα όπου είχεν Χρον. Μορ. H 3854. 7) Καταβάλλω χρήματα α) ως αντίτιμο, ως αντάλλαγμα για κ. (σε κάπ.): Εάν επήρες πράγματα εκ τους πραγματευτάδες,| καν τσόχες και ατλάζια καν λέχικους ταφτάδες,| κάμε καλήν διάκρισιν και πλέρωσέ τα όλα Ιστ. Βλαχ. 2153· Τούτο το γέρο πα να βρώ λοιπό να τον πλερώσω| για να μου δώσει ν’ αλειφτώ να ξανακαινουργιώσω Πανώρ. Ά 277· β) σε κάπ. ως αμοιβή για τις υπηρεσίες του: κάλεσ’ έναν ιατρόν (ενν. η γραία) για να την ιατρεύσει,| να τον πληρώσει ύστερα, ωσάν την θεραπεύσει Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 204· γ) ως εξόφληση μιας οφειλής, ενός χρέους: Δεν πληρώνει ο διδάσκαλός σας το χαράτσι των διδράχμων; Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. ιζ́ 24· Περί χρεώστου, αν αποθάνει και αφήσει διαθήκην κληρονόμον, τις πληρώνει το χρέος του Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 202192· αν ουδέν έχει απού πόθε να πλερώσει τούτα, ορίζει το δίκαιον να κόψουν το τρίτον της γλώσσας του Ασσίζ. 2103· δ) ως αποζημίωση για κ.: Προτεστιάζομέν σε να μας πλερώσεις όλες τες ζημίες όπου να μας γενούν Μαχ. 52822· Αυτού λέγει περί εκείνου του καβαλλάρη ... οπού στέλλει το κτηνόν του να το μαρετζασιάσει, τουτέστιν να το γιατρέψουν, και λαβώνει το ού ψοφά, πώς ο καλλικάς εντέχεται να το καλλιοτερίσει, ήγουν να τον πλερώσει Ασσίζ. 43231· ε) ως οικονομική βοήθεια: ειδέ αν δεν τα πάρει (ενν. τα βιβλία), τότες οι επίτροποί μου ας κάμουσι το μεγαλύτερο μόδο, διά να πλερωθούσι οι πτωχοί Σεβήρ., Διαθ. 19183· στ) ως δωροδοκία: οι κάκιστοι Εβραίοι επλέρωσαν τους στρατιώτας διά να ειπούν ότι ήλθαν οι μαθητάδες Του και εκλέψαν Τον Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 301r. 8) (Προκ. για δικαστική απόφαση ή ποινή) πληρώνω τα έξοδα της δικαστικής απόφασης ή χρηματική ποινή: Εάν γένηται ότι εγκάλεμαν γίνεται εις την αυλήν ... εντέχεται ο νικώμενος εκείνου του εγκλήματος να πλερώσει το δίκαιον της αυλής Ασσίζ. 12713· αμέ (ενν. ένι κρατημένος) να πλερώσει και την τιμωρίαν τήν εβάλασιν εκείνοι οπού ήτον το έγκλημαν εις την κρίσιν τους εκείνους, διά το ποίον να μείνει το δίκαιον, τουτέστιν να μηδέν εβγεί απέ την εξουσίαν τους και απέ τό να πούσιν Ασσίζ. 17620· και ένι ακόμη κρατούμενος να πλερώσει την τιμωρίαν, λεγόμενη πέναν ... εκείνος οπού ένι να πλερώσει το έγκλημαν εκείνον απού μένει το δίκαιον, τουτέστιν οπού να εβγεί απέ την εξουσίαν του και απ’ εκείνον τό να πουν Ασσίζ. 42910· το δίκαιον κρίνει ότι η αυλή θέλει να πάρει απέ τον Συριάνον ν́ πέρπυρα και ο Φράγκος ο δαρμένος ν́ σόρδια, διότι ο Συριάνος ουδέν πλερώνει δικαίωμαν παρά τον ήμισον νόμον, με το κείμενον και την ασσίζαν Ασσίζ. 48019. 9) α) (Μεταφ.) α1) Ανταποδίδω ένα καλό, ξεπληρώνω: Φιλοδωρίες, χαρίσματα είχαν από τον δούκα.| Και τότε ήλθεν ο καιρός όλοι να τα πλερώσουν Χρον. Τόκκων 1415· ουδέ την καλοσύνη σου την τόση| ο λόγος μου μπορεί να την πλερώσει Βοσκοπ.2 60· α2) ανταμείβω: α λάχει| κιανείς εκ τους στρατιώτες σου δύναμη τόση να ’χει,| την κεφαλή του (ενν. του Ρινάλδου) χάρισμα κομμένη να μου δώσει,| με μεγαλότατο ’ξασμό θέλω τονε πλερώσει Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Γ́ 34· Ο Θεός ο άγιος θέλει σου το πληρώσει,| και εις την μέλλουσαν ζωήν να το ανταποδώσει Ιστ. Βλαχ. 1853· β1) ανταποδίδω ένα κακό, τιμωρώ: διατί εγώ δεν ηθέλησα να κάμω το θέλημα αυτηνού του δικαίου βασιλέως, διά τούτο με επλέρωσε πρικά και φαρμακερά Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 161v· όσοι σε εκατάκριναν, Θεός να τους πληρώσει,| και σένα εις τας χείρας σου, γοργά να σου τους δώσει Σταυριν. 831· «Δε θέλω λείψει», έλεγε, «ανταμοιβή να δώσω| κι ό,τι κακό εκάμανε για να τωνε πλερώσω» Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1659· β2) τιμωρούμαι: τούτο (ενν. το δοξάρι) ας τσακισθεί, τούτ’ ας πλερώσει| τον θάνατο οπού μόνιο μου ’χει δώσει Πιστ. βοσκ. IV 8, 280· μια κόρη απού δεν έφταιξε, να θέλεις να πλερώσει| τση μάνας της το φταίσιμο με μια απονιάν ετόση; Ανέκδ. ιντ. κρητ. θεάτρ. Β́ 27. B́ Αμτβ. 1) α) (Με μέση σημασ.) τελειώνω, σταματώ: Το ψωμί των επλέρωσε. Ο τόπος μακρύς. Το πού ν’ αγοράσει ουδέν έχει Gesprächb. 213‑4· αφόντις επέρασεν καιρός ολίγος και επλήρωσεν η σύγχυσις του γάμου, εσμίχθησαν ... και εγγαστρώθη η κόρη Διγ. Άνδρ. 32619· επλέρωσαν τα νερά από το φλασκί Πεντ. Γέν. XXI 15· β) (τοπ.) τελειώνει ο τόπος, στο άκρο της επικράτειας (Για τη σημασ. βλ. Ξανθ., B-NJ 2, 1921, 201): Αφού πληρώσει, δέσποτα, ο τόπος τόν δεσπόζεις,| έν’ τις δυνάστης βασιλεύς άλλας κατέχων χώρας Αχιλλ. (Smith) N 203· γ) (προκ. για ορισμένο χρον. διάστημα) φτάνω στο τέλος, συμπληρώνομαι, τελειώνω: Ο καιρός επλέρωσε και η βασιλεία του Θεού εσίμωσε· μετανοήσετε και πιστεύετε εις το ευαγγέλιον Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Μάρκ. ά 15· Επλήρωσαν οι χρόνοι σου, ω Αχιλλεύ, και συ τώρ’ αποθαίνεις Αχιλλ. L 1338· την ημέραν οπού επλήρωναν οι πενήντα ημέρες της Πεντηκοστής, ήσαν όλοι αντάμα εις εκείνον τον τόπον Σανκταμαύρας, Πράξ. Αποστόλ. (Κακ.-Πάνου) φ. 42v. 2) (Με μέση σημασ.) α) εκπνέω, πεθαίνω: Και τούτα είπε Δάρειος κι εδιάβη η ζωή του| και μετά ταύτα πλήρωσε, κι εβγήκε η ψυχή του Αλεξ.2 1394· (σε μεταφ.): και τα παιδιά σας να είναι, βόσκουν εις την έρημο σαράντα χρόνια και να σηκώνουν τις πορνιές σας ως να πλερώσουν τα κορμιά σας εις την έρημο Πεντ. Αρ. XIV 33· β) (εξ)αφανίζομαι, εξολοθρεύομαι: οργίστην ο θυμός του Κύριου εις το Ισραέλ και μετακούνησέ τους εις την έρημο σαράντα χρόνια ως να πλερώσει όλη η γενεά οπού έκαμεν το κακό εις τα μάτια του Κύριου Πεντ. Αρ. XXXII 13· και απατά δαρμός του Κύριου ήτον εις αυτουνούς να τους αφανιάσει από μεσοθιό το φουσσάτο, ως να πλερώσουν Πεντ. Δευτ. II 15. 3) (Με μέση σημασ.) συντελούμαι, ολοκληρώνομαι: Αύτη λοιπόν η χαρά η εδική μου επλέρωσεν Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ιω. γ́ 29· και γένος τέταρτο να στραφούν εδώ, ότι δεν επλέρωσεν το κρίμα του Αμορι ως εδώ Πεντ. Γέν. XV 16. 4) (Με μέση σημασ.· προκ. για προφητεία) εκπληρώνομαι, επαληθεύομαι: φιλόσοφος ευρίσκετον και προφητείες εποίκεν,| πολλά πράγματα έποικεν απέσω εις την Πόλιν·| άλλα επληρώσαν τον καιρόν οπὄμελλε να έλθουν,| και άλλα πάλιν μέλλασιν να έλθει ο καιρός τους Χρον. Μορ. P 885. 5) καταβάλλω ένα χρηματικό ποσό α) ως αντίτιμο για κ.: Και ύστερα οι χριστιανοί το έκαμαν εκκλησίαν, αμή τώρα τα κρατούν όλα οι Τούρκοι και πλερώνεις και εμπαίνεις και προσκυνάς Προσκυν. Κουτλ. 390 1396· β) ως εξόφληση μιας οφειλής, ενός χρέους: και αν ουκ έχει απόθεν να πλερώσει, κελεύει το δίκαιον να του κόψουν το τρίτον της γλώττας του διά να μηδέν εμπορήσει την αυλήν να κράξει ψεματαρία Ασσίζ. 46131· θέλω ξεκαθαρίσει για χίλια δουκάτα απού θέλω και να έχει το πολλά αγαπημένο μου παιδί ο Νικολάκης, ... και να πλερώσει ογιά λόγου μου, ωσάν ακόμη και ογιά κείνα απού μου ’δωκε εμένα Διαθ. 17. αι. 125. 6) (Μεταφ.) α) Ξεπληρώνω: αυτός επιθυμά εις το να πλερώσει διά τον αποστάτην και αχάριστον υιόν του, τον άνθρωπον Ροδινός (Βαλ.) 136· ο Θεός ηθέλησε να πλερώσει (ενν. διά το αμάρτημα του Αδάμ), διά να κερδέσει τον άνθρωπον Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 225r· β) τιμωρούμαι: αν συνέβη κανένα κακόν ενάντιο,| πρέπει ότι αυτός να πληρώνει με την παίδεψίν του Σουμμ., Ρεμπελ. 161· αν ’ξακονίσω τη λάψη του σπαθιού μου και να πιάσει με κρίση το χέρι μου, να στρέψω ξεγδίκωμα τους στεναχωρετάδες μου και τους μισωτές μου να πλερώσουν Πεντ. Δευτ. XXXII 41. II. Μέσ. Αμτβ. 1) Ικανοποιούμαι: αφήνω σας και πασαείς το τι χρωστεί κατέχει| και πληρωθείτε μέσα σας με της φιλιάς τα έχει Φαλιέρ., Ιστ.2 438· Τώρα, που νιες και τρυφερές είμαστε, ας πλερωθούμε| για τους καιρούς των γερατειών, οπὄχουν να μας βρούνε Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [697]. 2) (Προκ. για χρον. διάστημα) τελειώνω, ολοκληρώνομαι, συμπληρώνομαι: σαν εβγήκε ήλιος, τα δένδρη εμιλήσαν:| «Οι χρόνοι σου ’πληρώθησαν», είπαν και δεν αργήσαν Αλεξ.2 2134· Λόγιασε πως ο δρόμος σου ζυγώνει στο κονάκι,| η ζωή σου πληρώνεται, ζαρώνει το κορμάκι Γεωργίου ρήτορος, Στίχ. β́ 16· εμπρός παρά να πληρωθούν οι ογδοήκοντα ημέρες,| εγίνετον θανατικόν μέγα εις το φουσσάτον Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 5394. 3) α) (προκ. για αναμενόμενη ενέργεια ή γεγονός) πραγματοποιούμαι, ολοκληρώνομαι: επεί με λέγει ο λογισμός κι ο νους μου με το δίδει,| ότι εάν το ποθήσετε, ως φρόνιμοι όπου είστε,| το πράγμα θέλει πληρωθεί Χρον. Μορ. H 8541· τώρα ας κατέβει μετά μέ στον Άδην η ψυχή σου,| να ’χει κι εκεί τσι παιδωμές πάντα, καθώς τυχαίνει,| τόση μεγάλη σου ατυχιά να μείνει πλερωμένη Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 648· β) (προκ. για προφητεία ή ρήση) εκπληρώνομαι, επαληθεύομαι: και τότε επληρώθηκεν η προφητειά εκείνη· «ο είς μετακινήσεται και διώξει χιλιάδας» Παρασπ., Βάρν. C 252· όλοι μας θέλομεν ιδεί πίστευσε πλερωμένες,| τσ’ απόκρισες τ’ Απόλλωνος οπού ’χομε ακουσμένες Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [911]· Ιδού γαρ και πληρώνονται οι λόγοι των φρονίμων:| «Μυστήριον την γυναίκαν σου ποτέ σου μη την είπεις| πρόσεχε την γυναίκαν σου· άλλον εχθρόν ουκ έχεις» Σπαν. (Ζώρ.) V 223. 4) Πεθαίνω (Για τη σημασ. βλ. Αλεξ. Στ., Ακριτ. 49): σήμερον πλερώνεται (ενν. ο θαυμαστός Ακρίτης) και χάνεται εκ τον κόσμον,| εις νόσον γαρ θανάσιμον έπεσεν και αποθνήσκει Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1705. Φρ. 1) Πληρώνω την οδόν, βλ. οδός 2 φρ. (4). 2) Πληρώνω το χρέος = πεθαίνω: στο χέριν είχεν (ενν. ο Σγούρος Μπούας) κονταριά απάνω εις το οψάριν.| Και απ’ αυτήν απόθανεν, επλέρωσεν το χρέος Χρον. Τόκκων 1116. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = 1) (Προκ.για χρόνο) καθορισμένος, συγκεκριμενος: όσον να δράμει άλογον καλόν, πεπυρωμένον,| ούτως να κτίσεις και αυτός (ενν. την Κωνσταντίνου πόλιν) εις χρόνον πληρωμένον Διήγ. Βελ. N2 18. 2) α) Γεμάτος από κ.: αριστερόθεν πρόκεινται περβόλια πληρωμένα| φοινίκων περικύκλωθεν με πλίνθους πεφραγμένα Παϊσ., Ιστ. Σινά 1877· β) (Προκ. για φυτά) πλήρης, γεμάτος, ώριμος (Για τη σημασ. βλ. Χατζιδ., Πρακτ. Ακ. Αθ. 6, 1931, 403 και Αθ. 38, 1926, 22): εκατάπνιξαν τούτα τα επτά (ενν. αστάχια) τα καλά και τα πλερωμένα (ενν. αστάχια) Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 374r. — Βλ. και πληρώ.
ποδίζω,- Πορτολ. A 11518 (έκδ. αναποδίσεις· διορθώσ.), Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 34624, 43513.
Από το ουσ. πόδι και την κατάλ. ‑ίζω. Άσχ. το αρχ. ποδίζω (πβ. ΛΚΝ). Η λ. και σήμ. ναυτ.
1) α) Βαδίζω, προχωρώ: Καλώς ήλθες, τό πόδισε και ανέβα παραπάνω,| και ιδέ τον Χρόνον και αν ποτέ να τον ευρείς εις ώραν| και να σε ποίσει τίποτες να σε παρηγορήσει Λόγ. παρηγ. L 447· β) (εδώ) ξεκινώ: ει βούλει μερικώς να την περιτραλίσεις (ενν. τη γυναίκα σου),| πιάσε ραβδίν, βάλε φωνήν, ρίψον το καμελαύχιν,| ’πόλυσον πέτραν κατ’ αυτής, πλην βλέπε μη την δώσεις,| και πόδισον, κατάδραμε τάχα να την κρατήσεις Προδρ. (Eideneier) I 167. 2) α) (Προκ. για πλοία) προσορμίζομαι κάπου λόγω κακοκαιρίας: έρχοντας εμπορούσανε (ενν. οι άρχοντες) στην Πέρσια να ποδίσου,| να που πως τσ’ έριξε ο καιρός κι ώστε να του μηνύσου| να πάει να την αποδεχτεί Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 185· β) (μεταφ.) καταφεύγω κάπου για ησυχία, ησυχάζω: οι Καλομάτες όλπιζαν να μπουν και να ποδίσου,| κι όχι να γδύνου τους φτωχούς και ζόρκους να τσ’ αφήσου Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 40916. 3) Εμποδίζω: Μέλλοντας ν’ αποδείξομεν λόγους φιλοσοφίας,| ανίσως κι είναι κύριος ο λογισμός παιδείας,| και αν κρατεί καθολικά τα πάθη και ποδίζει| το σώμα αφ’ τες ηδονές και αν το ξεχωρίζει Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ελεάζ. 3.
ποιώ,- Ελλην. νόμ. 527, 556, Ασσίζ. 967, 1454, 8, 1876, 25, κ.π.α., Διγ. (Trapp) Gr. 1460, 1882, Διγ. Z 394, 1908, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 828, Βέλθ. 204, 277, Σπανός (Eideneier) Α 444, Χρον. Μορ. H 579, 921, 2418, κ.π.α., Χρον. Μορ. P 921, 2418, κ.π.α., Βίος Αλ. 612, 3001, 4494, Απολλών. (Κεχ.) 4, Λίβ. P 2753, Λίβ. Sc. 58, Αχιλλ. (Smith) N 44, 920, 1329, Αχιλλ. (Smith) O 11, Ιμπ. 646, 711, Χρον. Τόκκων 707, 939, Φυσιολ. (Zur.) VIII10, XII 2b3, Φυσιολ. B 109, Διαθ. Αλ. 25613, Δούκ. 3523, Σφρ., Χρον. (Maisano) 5017, 6023, Αλεξ.2 1451, Λίβ. Va 89, 103, 636, κ.α., Έκθ. χρον. 275, 281, 354, Κορων., Μπούας 135, Διήγ. Αλ. G 26618, Διήγ. Αλ. E (Konst.) 154, Διήγ. Αλ. F (Lolos) 25620, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 39r, Βυζ. Ιλιάδ. 8, Ιστ. πολιτ. 5619, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1594, 1902, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3513, 4734, κ.π.α.· ποιγώ, Ασσίζ. 27021· γ́ εν. ενεστ. ποίει, Ερμον. Β 211· γ́ εν. παρατ. έποι’, Gesprächb. 727, Απολλών. (Κεχ.) 588· αόρ. εποίγησα, Ασσίζ. 26429, 2653, 26924-25, 33419-20, 40720, 4811, Κυπρ. ερωτ. 14216· εποίηκα, Τρωικά 5208, Sprachlehre 168· (έ)ποικα, Σπαν. O 93, Διδ. Σολ. Ρ 80, 148, Λόγ. παρηγ. L 8, 337, Προδρ. (Eideneier) III 89 χφ G κριτ. υπ., Καλλίμ. 1098, 2389, 2581, Ιων. I9, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 94, 1621, Βέλθ. 789, 1304, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 322, 657, 838, Ερμον. Α 223, Χρον. Μορ. H 257, 566, 620, κ.π.α., Χρον. Μορ. P 50, 82, 257, κ.π.α., Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 317, Φλώρ. 1723, Ερωτοπ. 484, Λίβ. P 644, 1059, 1973, Λίβ. Sc. 1806, 2764, Λίβ. Esc. 400, 1107, 3988, Λίβ. N 1780, 2443, 2457, Αχιλλ. (Smith) N 994, Αχιλλ. (Smith) O 206, Ιμπ. 146, 451, Χρον. Τόκκων 932, Φαλιέρ., Ιστ.2 741, 258, Διήγ. Βελ. χ 205, Διήγ. Βελ. N2 126, 136, 162, Θησ. (Foll.) I Υπόθ. 12, I 98, Θησ. Πρόλ. [120], Ά Υπόθ. [12], Β́ [294], Λίβ. Va 2548, 2640, 2668, κ.α., Απόκοπ.2 358, 417,κ.π.α.· (ε)ποίκα, Κομν., Διδασκ. Δ 198, 353, Γλυκά, Στ. 262, Καλλίμ. 714, 1165, 2481, Ασσίζ. 34, 246‑7, 599, 4622 κ.α., Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 100, 565, 727, Βέλθ. 652, Χρον. Μορ. H 638, 883 1915 κ.π.α., Χρον. Μορ. P 49, 1209, 2430 κ.π.α., Φλώρ. 404, 417, Ερωτοπ. 484, Λίβ. P 2495, 2504, Λίβ. Sc. 2483, 2764, 3077, Λίβ. Esc. 2268, 4080, Λίβ. (Lamb.) N 194, Λίβ. N 1576, 2194, 2638, Ιμπ. 779, Μαχ. 85, 168, 1611 κ.π.α., Γεωργηλ., Θαν. 447, Βουστρ. (Κεχ.) 2045, Λίβ. Va 1066, 1170, 1821, κ.α., Απόκοπ.2 358, Κορων., Μπούας 14, 20, 21, 49 κ.α., Αχέλ. 164, 559, 1076, 1547, Κυπρ. ερωτ. 7541, Διγ. O 583· (έ)ποισα, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 448, Λίβ. P 160, Λίβ. Esc. 2967, 3523, Λίβ. (Lamb.) N 793, Ch. pop. 44, 45, 539 Βεντράμ., Φιλ. 34, 171, 311, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 736· (ε)ποίσα, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 7300, Θησ. Β́ Υπόθ. [4], Ch. pop. 493, Κορων., Μπούας 127, Πένθ. θαν.2 158 κριτ. υπ., Πτωχολ. α 736, Ιστ. Βλαχ. 503, Ψευδο-Σφρ. 53613· γ́ εν. ορ. αορ. ’μποίκε, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) N 892· υποτ. αορ. (ε)ποίσω, Κομν., Διδασκ. Δ 83, Σπαν. O 50, Καλλίμ. 653, 1188, 2409, Ασσίζ. 38, 11, 47, 2515 κ.π.α., Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1000, 1265, 1343, Βέλθ. 1171, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 351, 372, 395, κ.α., Χρον. Μορ. H 303, 669, Χρον. Μορ. P 206, 4611, 4738 κ.π.α., Φλώρ. 797, 893, 942, Ερωτοπ. 17, 483, Λίβ. Sc. 2287, 2475, Λίβ. (Lamb.) N 576, Ιμπ. 246, 283, 324, Μαχ. 434, 820, 2022 κ.α., Θησ. Πρόλ. [90], [153], Ζ́ [82], Λίβ. Va 777, 1102, 1413, κ.α., Κορων., Μπούας 24, 27, 35, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 673, 691, 1037, Κυπρ. ερωτ. 478, 10048, 10614, 11917, κ.π.α.· προστ. αορ. ποίσε, Λόγ. παρηγ. L 460, Καλλίμ. 1692, Βέλθ. 765, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 587, Χρον. Μορ. H 2516, Χρον. Μορ. P 2516, Φλώρ. 352, Λίβ. Esc. 1192, Λίβ. N 1041, Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 400, Αχιλλ. (Smith) N 1124, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 541, Μαχ. 83, 41026, 6462, κ.α., Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 52, Βουστρ. (Κεχ.) B 6314, Λίβ. Va 1048, 2702, 3106, 3109, Συναξ. γυν. 997, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Β́ 5416, Αγν., Ποιήμ. Β́ 56, Βεντράμ., Φιλ. 150, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1297· ποίσον, Ερμον. Η 262, Φλώρ. 222, Ιμπ. 202· απαρέμφ. αορ. ποίσαι, Ερμον. Χ 170· ποίσει, Ασσίζ. 11410, 3179, 3225, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1172, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 3160, Χρον. Μορ. H 8873, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 39, Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 101, Ερωτοπ. 548, Θρ. Κων/π. (Mich.) 16, Κορων., Μπούας 45, 65, Αχέλ. 2091, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1810, 618, 1251· ποίσειν, Ασσίζ. 4169, Μαχ. 1903, 30615, 47625, 48010, 57031, Βουστρ. (Κεχ.) 527· μτχ. ενεστ. (άκλ.) ποιών, Κανον. διατ. Β 744· μτχ. αορ. (άκλ.) ποιήσοντα, Χρον. Μορ. H 2421, 3409· μτχ. παρκ. ποιμένος, Μορεζίν., Λόγ. 467.
Το αρχ. ποιέω. Ο τ. ποιγώ σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Andr., Lex. στη λ.· πβ. και τ. ποίγω σήμ. στο ποντ. ιδίωμα, Andr., Lex., Παπαδ. Α., Λεξ. λ. ποίω). Ο τ. γ́ εν. ενεστ. ποίει από μετρ. αν.· πβ. όμως και τ. ποίω στο ποντ. ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ., Andr., Lex.) και τ. ποίου τσακων. (Andr., Lex., Κωστ., Λεξ. τσακων.). Για τον τ. γ́ εν. παρατ. έποι’ βλ. Κεχαγιόγλου [Απολλών. σ. 667]. Για τον τ. αορ. εποίγησα πβ. προστ. αορ. ποίγησε (17. αι., Κουκ., ΒΒΠ ΣΤ́ 231) και τ. ποιγήσω σήμ. στη Λευκάδα (Κοντομίχης, Λεξ. λευκ. ιδιώμ. 411). Οι τ. αορ. με κατάλ. ‑κα με επίδρ. του παρκ. (Jannaris, Hist. Gramm. 440· βλ. και Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 547, 548). Ο τ. αορ. εποίηκα και σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Σακ., Κυπρ. Β́ 746 στη λ.). Ο τ. έποικα <εποίκα (Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 156· μάλλον από τον πληθ. εποίκετε Hatzid., Einleit. 438)· πβ. αορ. έπ’κα <έποικα σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex., Δεληγιάννης, Ιδίωμ. Κουβουκλ. Προύσας 7). Ο τ. αορ. εποίκα (<εποίηκα, Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 156) και σήμ. στο ποντ. (Andr., Lex., Παπαδ. Α., Λεξ.) και στο κυπρ. ιδίωμα (Σακ., Κυπρ. Β́ 746 στη λ.). Ο τ. αορ. ’μποικα στην Καππαδοκία (Andr., Lex.)· τ. εμποίκα στο τσακων. ιδίωμα (Κωστ., Λεξ. τσακων. λ. ποίου). Ο τ. αορ. ’ποίκα σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex., Λουκά, Γλωσσάρ. λ. ποίσω, Κωστ., Λεξ. τσακων. λ. ποίου)· πβ. και ενεστ. ποίκω (από αόρ. με κατάλ. ‑κα, Krawczynski [Πουλολόγος σ. 104], Οικονομ., Γραμμ. Πόντ. 261 κε.) σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ. λ. ποίω, Andr., Lex., Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 278). Ο αόρ. έποισα (<εποίσα, Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 156) και σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Σακ., Κυπρ. Β́ 746 στη λ.)· πβ. και τ. αορ. έπ’σα στη Θράκη (Andr., Lex.). Ο αόρ. εποίσα (<εποίησα, Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 278, Β́ 156) σε έγγρ. του 11. αι. (Caracausi, εποίσαν, στη λ.) και σε κυπρ. δημ. τραγ. (Eideneier, Πρακτ. Β′ Κυπρ. Σ 3, 418). Η υποτ. αορ. ποίσω (<ποιήσω) και σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. Β́ 746 στη λ., Λουκά, Γλωσσάρ., Γλωσσάρ. Λέσβ.)· πβ. και τ. μέλλ. ποίσου (Andr., Lex., Κοσμάς, Ιδίωμ. Ιωανν., Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Ά 313, Μηνάς, Πρακτ. Β′ Κυπρ. Σ 3, 261) σήμ. ιδιωμ. και bοίσω στη Βιθυνία (Andr., Lex.). Η προστ. αορ. ποίσε και σήμ. στο ποντ. (Andr., Lex., Παπαδ. Α., Λεξ.) και το ιδίωμα της Προύσας (Δεληγιάννης, Ιδίωμ. Κουβουκλ. Προύσας 83, 93). Η προστ. αορ. ποίσον (<ποίησον, Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 209) σε παπυρ. (Hatzid., Einleit. 309) και σήμ. ποντ. (Andr., Lex., Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. του απαρέμφ. αορ. ποίσαι από ποιήσαι (Jannaris, Hist. Gramm. 84). Για τον τ. της άκλ. μτχ. αορ. ποιήσοντα βλ. Jannaris, Hist. Gramm. 207. Η λ. και σήμ. στα ιδιώμ. της Προύσας και της Κύπρου (Andr., Lex.), καθώς και σε λόγ. φρ. και χρ.
Ά Μτβ. 1) α) Κατασκευάζω, φτιάχνω : Και το θρονίν το φοβερόν, τις να το εξετιμήσει;| (παραλ. 1. στ.) οι βασιλείς της Σπάνιας και της Αλαμανίας| με όλην τους την δύναμιν τέτοιoν ου μη το εποίσαν Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 7300· Είδες το τι παράξενα έποικεν ο τεχνίτης! Λίβ. Va 961· Πώς ο χιούχας κι η ξυφτέρα| μιαν φουλιάν θέλουν ποιγήσειν; Κυπρ. ερωτ. 14216· (με σύστ. αντ.): ο Θεός ο δυνατός οποὔδωκε την γνώσιν,| να με φωτίσει και εμέ εις τας πλοκάς του στίχου,| και να ποιήσω και εγώ ποιημάτι τοιούτον,| να μη το βαρεθεί τινάς, αμή ολωνών ν’ αρέσει Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 10· (μεταφ.): χέρια ζωγράφου το έποικαν, να είπες, το λιβάδιν| και εποίκεν το χιλιόμορφον, μυριοχαριτωμένον Λίβ. Va 202, 203· (μέσ.): Καναν. (Pinto) 121· Ιερακοσ. 33726· β) στήνω, εγκαθιστώ, ιδρύω: βούλομαι ... ξενοδοχείον να ποίσω| να ’χει πλησίον και λουτρόν να λούγονταιν οι ξένοι Λίβ. Va 3111· στο μέτωπόσ σου ηθέλησεν να ποίσει| ο Πόθος το θρονίν του Κυπρ. ερωτ. 89. 2) α) Παράγω: Μηλ., Οδοιπ. 635· προκ. για ζώα και φυτά: εάν τα μελίσσιά μου ποίσουν μέλιν εις άλλον δένδρον Ασσίζ. 19826· Σταφ., Ιατροσ. 12· (μέσ.): Διγ. Z 3791· εδώ μεταφ. (πβ. ΚΔ Λουκ. 3, 8 ποιήσατε ουν καρπούς αξίους της μετανοίας): με πολέμους και με πείνες δεν εποιούμαν καρπούς μετανοίας Διήγ. πανωφ. 55· β) γεννώ, φέρνω στον κόσμο: Εποίκαν παίδας ευειδείς, ωραίους και ανδρείους| και μετά ταύτα εποίκασιν και εμέν την παναθλίαν Λίβ. Va 2920· γ) επινοώ: εάν ποιήσῃς τρόπον και αποκτείνῃς αυτόν, έξεις ... δωρεάς και τιμήν Έκθ. χρον. 7611. 3) α) Αναπτύσσω, αποκτώ: έκτοτε γαρ και μέχρι νυν ουκ έποικες μαλλία Πουλολ. (Τσαβαρή)2 247· Εάν την ανορεξίαν ο ιέραξ υπό μόχθου κέκτηται ... ούτω ποιήσει όρεξιν ταχέως Ιερακοσ. 45119· β) (προκ. για ασθένεια) εμφανίζω (σύμπτωμα): Εάν ο ιέραξ σκωλήκια ποιήσῃ εν τοις πτεροίς Ορνεοσ. αγρ. 56623· οι οφθαλμοί αυτού αφρόν ποιούσιν Ορνεοσ. αγρ. 55017. 4) (Προκ. για χρήματα) βγάζω, κερδίζω: το πρωί γαρ έλαβεν τα χρήματα τά έποι’ Απολλών. (Κεχ.) 588· οι πένητες και οι φτωχοί πολύ λογάρι εποίκαν Χρον. Μορ. P 8471. 5) Συντάσσω, εκδίδω έγγραφο: Ορκωμοτικόν του εποίσε| με τας ίδιας του τας χείρας ο τοπάρχης παραυτίκα Πτωχολ. α 736. 6) α) Πράττω, κάνω: Διά πολλές και περισσές δουλείες και εμπιστιοσύνες οπού εποίκεν εις το ρηγάτον, τον ακριβόν μας κούντην τε Ρουχάς ορδινιάσαμέν τον διά βιζόρρε Βουστρ. (Κεχ.) 2241· Προσκύνημα να δώσουσιν, δουλείαν των αρμάτων,| ώσπερ το εποιούσασιν μετά τον βασιλέα Χρον. Μορ. P 3029· γυρίζω εις την τέντα μου και πέφτω εις το κλινάριν| με κόπον και με λογισμόν το τι πάλε να ποίσω Λίβ. Va 1413· (με είδος σύστ. αντ.): δεν είν’ δίκιον να θρηνίσεις| ’δέ για μέναν να ’χεις κλάμαν| αφόν δεν εποίκα πράμαν| ζώντα να καλοκαρδίσεις Κυπρ. ερωτ. 12931· (μέσ.): Καναν. (Pinto) 409· Διγ. (Trapp) Gr. 3483· β) εκτελώ, πραγματοποιώ, υλοποιώ: άννοιξε το χαρτίν το βουλλωμένον και ό,τι λαλεί ποίσε ότοιμα Μαχ. 1436· Αυτείνος του μαστόρου του τον ορισμόν εποίκε Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 1007· Το ανυπόληπτον κανείς ουκ επαινεί ποτέ του,| αλλ’ επαινεί τους Έρωτας οπού ποιούν τό τάξουν Λίβ. Va 971· (με είδος σύστ. αντ.): Τι έν’ τό μας λέγεις, δέσποτα, τι μας κατονειδίζεις;| ’ς ποίον πόλεμον μας έβαλες κι ουδέν εποιήσαμε έργον; Χρον. Μορ. H 5119· γ) επιτυγχάνω κ.: Τι να σε λέγω τα πολλά ...| τα όσα εποίησε ο πρίγκιπας εις την Μονοβασίαν Χρον. Μορ. H 2924· αν καλλωπισθεί ευειδές γύναιον ... διά του μεθοδικού καλλωπισμού ποιεί φαντασίαν υπερβάλλουσαν Μάρκ., Βουλκ. 3487. 7) Με αντικ. διάφ. ουσ. αποδίδει κάθε φορά περιφραστικά τη σημασ. του ομόρριζου με το ουσ. ρ.: αν ου ποιήσεις παίδευσιν εις αύτα, ως τους πρέπει,| βγάνουν σε εκ το βασίλειον, παίρνουν την αυθεντία σου Πουλολ. (Τσαβαρή)2 AZ 116· εποίκαν κλεψίαν ενθάδιαν εις την τζάμπραν του ρηγός Ασσίζ. 22029· απήγαν να σφαγούν και να καταφθαρώσιν,|να ποίσουν και αφανισμόν και θλίψιν των ορνέων Πουλολ. (Τσαβαρή)2 652 κριτ. υπ. χφ E· από τους πολέμους όλους οπού εποίσετε, εις ετούτον τον πόλεμον να ποιήσητε κάλλιον ανδραγαθίαν Διήγ. Αλ. G 26937, 38· ευεργεσίαν τους έποικεν άλογα και φαρία Χρον. Μορ. H 2953· (μέσ.): τοσούτον λόγον εποιήσαντο υπέρ βοηθείας, όσον εποιήσατο ο σουλτάνος του Κάρεος Σφρ., Χρον. (Maisano) 13825 Ην δ’ έστειλά σοι κιβωτόν έχουσαν το χρυσίον| κελεύω σοι μερίσασθαι τούτον τοις συλλησταίς σου, (παραλ. 2 στ.) πρόνοιαν σου ποιούμενος, μήπως ουκ έχων δούναι (παραλ. 1 στ.) σφαγιασθείς συ παρ’ αυτών Βίος Αλ. 1727· καν τους γειτνιώντας εις μαρτυρίαν καλέσει ο επίσκοπος, φροντίδα ποιούμενος του αποδείξαι τῃ συνόδῳ πάσας τας συμβάσας τῃ εκκλησίᾳ αυτού περιστάσεις Ιστ. πατρ. 18220. 8) Προξενώ, προκαλώ: Γέγονε δε κατά πολύ φοβερός ο Ακρίτης,| ώστε η θεωρία του εποίει την δειλίαν Διγ. Z 2284· του εποίκεν πληγήν φανερήν Ασσίζ. 739· εάν εύρω από τας βάιας μου ...| να δέχεται πιττάκια ...,| τούτο ας ηξεύρει απ’ εμέν, κακόν την θέλω ποιήσειν| και θάνατον μετά εντροπής, πληροφορώ τας όλας Λίβ. Va 1297. 9) α) Διαπράττω (σφάλμα): ηύρα την παράξενον κόρην την Πλάτζια-Φλώρα| ένδον του πύργου, εκείτετον μέσον εις το κλινάριν| με άγουρον πανεξαίρετον ... (παραλ. 2 στ.) κείνη μ’ εκατεφρόνησεν κι έποικεν τέτοιον πράγμαν Φλώρ. 1723· λέγει, ο βαριόμοιρος: «Είντά ’τονε τό ’ποίκα;| Και, πάλι, από τον ορισμόν τίποτες δεν εβγήκα» Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 225· εσύ, πουλίν κακότυχον και ψοφοζαρωμένον,| όλως εμέ περιγελάς, ειπέ και πώς το εποίκες; Πουλολ. (Τσαβαρή)2 365· β) κάνω σε κάπ. κ. κακό, βλάπτω: Τι σ’ έποικα και υβρίζεις με; Λόγ. παρηγ. L 607· ου θέλω το, κακόν να πάθει ο Θόας.| Ευγενικός ένι πολλά, πολλοί τον αγαπούσι| και εξ ων να του εποίσαμεν, ομοίως να μας το εκάμαν Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 4921· εις τα αμπελίτσια βόσκομαι, ποτέ ζημίαν ου κάμνω| να ποίσω τον αμπελικόν εις κλήμα ή εις σταφύλιν Πουλολ. (Τσαβαρή)2 514· (ως απειλή): Αν ου ’γερθείς εις το γοργόν ..., (παραλ. 1 στ.) τώρα να ιδείς το πλεότερον το τι σε θέλω ποίσει Πουλολ. (Τσαβαρή)2 39· υβριστ., σε έκφρ. περιφρόνησης (βλ. όμως και Τσαβαρή [Πουλολ. σ. 362, 403]): να ποίσω την υπόληψιν και την απαιδευσίαν σου Πουλολ. (Τσαβαρή)2 317· να έποικα την υπόληψιν και την θωρίαν σου, λούπη Πουλολ. (Τσαβαρή)2 415· να ποίσω και το πρόσωπον και την υπόληψίν σου,| να ποίσω την κουδούπαν σου αυτήν την μαδισμένην Προδρ. (Eideneier) I 153, 154· γ) προκ. για σεξουαλική πράξη (υποτιμ.): Ειδέ αν ορμείς να πορνευθείς, εγώ να σου το ποίσω Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1574· τό επεθύμα η Μαξιμού γοργόν της το εποίκα Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1576· και ο Δαυΐδ ηθέλησε αυτείνην ν’ αγαπήσει (ενν. τη Βερσαβέ)| και τό ’χε αυτούνου η όρεξη με δαύτην να ποιήσει Δεφ., Λόγ. 636. 10) α) Φροντίζω να γίνει κ.: ποίησον αυτόν ησυχάσαι ημέρας επτά Ορνεοσ. αγρ. 570· το χαρτίν είναι της κυράς, της ρήγαινας. Και ποίσετε να ποίσετε τον ορισμόν της Βουστρ. (Κεχ.) B 2618· ποίσε με καλόν κι άγιον ψιχάδιν| το πνεύμα προς εσέν να βρει την στράταν Κυπρ. ερωτ. 10735· β) τα φέρνω ώστε: η τύχη εποίκεν, Χρυσταλλένη,| να ’ναι τόση σκλεριά σ’ αυτός σου σέναν Κυπρ. ερωτ. 10014· Ο δαίμονας εζήλεψε θωρώντας τ’ ανθρωπάρι,| να το ποιήσει ο καιρός τους τόπους του να πάρει.| Όφις εγίνηκε ζιμιό και αγάλια αγάλια εσέβη| απόξω στην Παράδεισο Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1077. 11) α) Γίνομαι αιτία να, αναγκάζω: τούτο σου το πιττάκιν| εποίκεν την καρδίαν μου να κακωθεί εις εσένα Λίβ. Va 1793· Ήλθες κι εσύ, ...| ... ιέραξ, εις τον γάμον,| να ποίσεις και την πέρδικαν, ... (παραλ. 1 στ.) και τα μικρά στρουθόπουλα τα όλα να μισεύσουν Πουλολ. (Τσαβαρή)2 372· β) πείθω, καταφέρνω κάπ. να κάνει κ.: έχτισεν το κάστρον του Αβαρίνου| ... εις σκοπόν να ποιήσει προς τον ρήγαν,| να το έχει δώσει εις κληρονομίαν εκεινού και του ανεψίου του Χρον. Μορ. H 8097· Ανάθεμά σε, λογισμέ, πού μ’ έποισες και μπήκα; Γεωργηλ., Θαν. (Wagn.) 446· Εποίησα τον Λίβιστρον, επέρριψεν τον φόβον,| και ευθύς καβαλικεύομεν την στράταν να υπάμεν Λίβ. Va 2798· γ) διατάζω, ορίζω: ανίσως ο κύρης ή η κυρά ... να ποίσουν να τον δέρουσιν άμετρα τον σεργέντην Ασσίζ. 738. 12) (Μαθημ.) α) πολλαπλασιάζω: ποίησον β́γ́́ ́επί ιβ́, γίνονται κή Rechenb. (Vog.) 865· β) διαιρώ: τα ιά κεράτια ποίησον εις τα κδ́, γίνονται γ́ ́ή ́ Rechenb. (Vog.) 795· φρ. ποιώ τον μερισμόν επί των ... / την μοιρασίαν = διαιρώ: επειδή γ́ ́ και δ́ ́ ο λόγος έχει, τα γ́ επί τα δ́ γίνονται ιβ́, εξ ων δέον ελέσθαι μονάδα. Επί γαρ τούτων ποιήσειν έχεις τον μερισμόν. Rechenb. (Vog.) 76· ποιούμεν εν αυτοίς τοις έ την μοιρασίαν των ζ́ Rechenb. (Vog.) 337. 13) α) (Για θρησκ. τελετή) τελώ: δι’ αίγων και αρνίων| ουκ εποίσαμεν θυσίας,| κι ένεκεν τούτου βαρείται (ενν. ο Απόλλων) Ερμον. Η 240· Ουδέν γαρ άργησαν ποσώς τον γάμον να ποιήσουν Χρον. Μορ. H 3131· β) διεξάγω: τον εκατέριξα πολλά εντροπιαμένα,| στην τζούστριαν οπού εποίκαμεν ομπρός στον βασιλέα Λίβ. Va 2373· γ) οργανώνω: Άρα διά τείντα εποίκεν το συμπόσιον, εδήγησεν την τράπεζαν, παρού διά να προσδεκτεί τους φίλους του και να τους κανακίσει; Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 442. 14) (Προκ. για ομάδα) συγκροτώ: έξι χιλιάδες ευρέθησαν όπου ήσαν καβαλλάροι· | αλλάγια εποίησαν δεκαοχτώ, προς τρία είχε η χιλιάδα Χρον. Μορ. H 4659. 15) (Με κατηγ. του αντικ.) α) καθιστώ, καταντώ κάπ.: η όποια φλόγα, ομμάτια μου, και η εμορφία σου η τόση| εξεστηκόν με έποικε κι επήρε με την γνώση Θησ. Πρόλ. (Κακλ.) 62· Ερίξασί με την γραφήν, απλώνω, εκράτησά την|και τα μεν πρώτα λόγια ολόχαρον με εποίκαν Λίβ. Va 1643· Ζει, τόν εποίκεν άψυχον ο φθόνος ο εδικός μου;| Ζει, τόν εποίκεν άψυχον η τέχνη της μαγείας; Λίβ. Va 3363, 3364· εδώ με ειδική πρόταση: Δέσποτα, παρίσταται η δείνα ... έμπροσθεν της αγιοσύνης σου και ποιεί την αγιοσύνην σου ότι να το εγνωρίσεις, ότι ο πατήρ αυτής ... εμνηστεύσατο εαυτήν μετά του δείνα Ελλην. νόμ. 55723· (σε μεταφ.): ο σταλαγμός του πόθου μου την πέτραν της ψυχής μου| χάρβαλο να την έποικεν, αφού την καταδέρνει Λίβ. Esc. 1638· (μέσ., συχνά για ωφέλεια του υποκ.): Διγ. Z 3300· β) προσδίνω μια ιδιότητα ή ένα χαρακτηριστικό: είναι προφητευμένον| για τούτον τον Αντίοχον τον τύραννον γραμμένον (παραλ. 2 στίχ.) ... εμάς να φέρει ομπροστά και να μας τιμωρήσει,| για να μιαροφαγήσωμεν, Έλληνας να μας ποίσει Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ελεάζ. 130· Εδάρε και τα γράμματα, αν με έποισαν τεχνίτην Προδρ. (Eideneier) ΙΙΙ 89· (προκ. για φιλική, ερωτική ή συγγενική σχέση): είμαι απεδά παρέτοιμος του να τον ποίσω φίλον Λίβ. N 1035· Τον Λίβιστρον βουλεύεται πάλιν ο εδικός του| το πώς τον ευνουχόπουλον ως φίλον τον εποίκεν Λίβ. Va 1038· κόρη,| ποίσε με και μένα φίλον Ch. pop. 5· ενίκησαν τον αμηράν και γαμβρόν τον εποίσαν Διγ. Άνδρ. 31727· γ) αποδεικνύω ότι κάπ. έχει μια ιδιότητα· φρ. ψεύστην να με ποιήσεις! = μακάρι να διαψευστώ: επουράνιε Θεέ, ψεύστην να με ποιήσεις! Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 983· δ) αποδίδω σε κάπ. ή κ. μια αρνητική ιδιότητα, που δεν έχει, με ιδιοτελείς σκοπούς: ορίζει το δίκαιον να κόψουν το τρίτον της γλώσσας του, ίνα μη ποτές τορμήσει να ποίσει την αυλήν άδικην Ασσίζ. 2105· αγάπα την αλήθειαν, θεός γαρ τούτο θέλει·| λόγον αν ξεύρεις αληθή, μη τον ποιήσεις ψέμαν Σπαν. A 555· (εδώ με δευτερεύουσα πρόταση): Εάν ο ανήρ ποιήσει τον εμαυτόν του ότι υπάρχει δαιμονιάριος ως αφορμής ότι έχει ασθένειον ... Ελλην. νόμ. 5386. 16) Μεταβάλλω, μετατρέπω: και του παμφάγου δράκοντος εκφόρησον το σώμα (παραλ. 1 στ.) άψον πυράν, κατάκαψον, στάκτην λεπτήν το ποίσε Καλλίμ. 635· έγραψα, φίλε, την γραφήν, εποίκα την πιττάκιν Λίβ. Va 1821· τα δάκρυα μου να τα ’ποισα μελάνη για να γράψω| και τ’ ακριοδακτυλίτσα μου να ’ποισα το κοντύλι Ch. pop. 44, 45· την κλίνην έποισα ληνόν και την ανάπλαν σκάφην Κρασοπ. (Eideneier) ΑΟ 105. 17) Διαμορφώνω, αναδεικνύω: εν τῃ μήτρᾳ τους εννέα| μήνας τε τους πληρεστάτους,| εμετέστρεψέν το η φύσις,| έποικέν το (ενν. το κοράσιον) ρωμανάτον| ωραιότατον εις όψιν Πτωχολ. α 688· εις τον λαόν του Ισραήλ πρώτον τους έποικά σε Χούμνου, Κοσμογ. 2172. 18) α) Ορίζω: εκάτσαν εις βουλήν, διά να ποίσουν άλλον μαντατοφόρον Βουστρ. (Κεχ.) Μ 7318· κράζει τον μισίρ Φλοράν και ερρεβέστισέ τον| ως αβουέρην, τον έποικεν ομοίως και κληρονόμον Χρον. Μορ. H 8604· β) χρίζω, δίνω αξίωμα, διορίζω: καβαλιέρους έποικαν έξι ανδρειωμένους Κορων., Μπούας 146· βουλήν επήραν οι αρχηγοί ποίον να ποίσουν ρήγαν Χρον. Μορ. P 100· κόντε τον Πιτιλιανόν ...| γουβερναδούρον έποικε (ενν. της Βενετιάς η αυθεντιά) Κορων., Μπούας 25· (μέσ., συχνά για ωφέλεια του υποκ.): Ιστ. πολιτ. 109· γ) χειροτονώ: Περί μοναχών ότι, όταν τους ποιούν καλογήρους, να μην τους παίρνουν δώρα Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 12277. 19) (Σε ερωτ. πρόταση για κ. που δε φαίνεται χρήσιμο) χρησιμοποιώ ως, χρειάζομαι για κάπ. σκοπό: ω κακιωμένη της φιλιάς και φύσης,| λοιπόν την ομορφιάν τείντα να ποίσεις; Κυπρ. ερωτ. 478. 20) Υποθέτω, θεωρώ: ποίσε ότι πλέρωσε τούτα τα πέρπυρα διά τον δείνα απέ τους εγγυτάδες μου Ασσίζ. 6118. Β́ Αμτβ. 1) Κάνω, ενεργώ, πράττω: σου το μηνύει καθαρά κι αλλέως να μην ποίσεις Κορων., Μπούας 54· ποίσε ως θέλεις Μαχ. 15811· ωσάν ορίζεις, πατέρα, ούτως να ποιήσομεν Διήγ. Αλ. G 2675. 2) (Μαθημ.) υπολογίζω: ποιήσομεν ούτως: πολλαπλασιάσομεν τας έ λίτρας του μέλιτος επί τα ζ́, γίνονται λέ Rechenb. (Vog.) 116· έρχομαι γουν επί το ευρείν, πόσα είχεν ο πρώτος, και ποιώ ούτως Rechenb. (Vog.) 5718. 3) Γράφω ποιήματα, στιχουργώ: Ποιος κάλαμος να ημπορεί να γράψει, να ποιήσει| τα άνθη των χαρίτων τως στον κόσμον να τα αφήσει Τζάνε, Κατάν. Αφ. 27. 4) (Σε παρομοίωση) συμπεριφέρομαι ως, κάνω σαν: Εσύ ποσώς δεν έποικες ωσάν καλός στρατιώτης,| οπού με όμοιον του ποθεί δικαίως μάχην ν’ αρχίσει,| αμμή ...| κατά της ώρας άρχισες τες χώρες μου να βλάπτεις Θησ. (Foll.) I 105· Διατί ’ς τούτον τον πόλεμον καθένα παλληκάρι| ανδρείαν μεγάλην έδειξε, και ’ποίκεν ως λεοντάρι Κορων., Μπούας 117. 5) (Με κατηγ.) είμαι κατάλληλος για: ο γέρων ο Φιλοπαππούς ούτως τον απεκρίθην (ενν. τον Διγενή):| «Θεωρώ σε, κύρκα, υπόλυγνον και ως αχαμνά ζωσμένον| και χαμηλά η ποδέα σου και ου ποιείς εσύ απελάτης» Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 658. 6) α) Διανύω, περνώ κάπ. χρονικό διάστημα (με χρον. προσδ.): χωρίς οδύνης και κλαυθμού ώραν αν ποίσεις μίαν Καλλίμ. 2029· εκ της πικρίας της πολλής και του δεινού μαντάτου| ημέρας τρεις εποίησεν να πα τινάς κοντά του Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 130· Μετά της κόρης ο Αχιλλεύς εξάχρονον εποίκεν| τερπόμενος Αχιλλ. (Smith) N 1642· β) καταναλώνω χρονικό διάστημα για να κάνω κ.: Οι μαντατοφόροι … εποίκαν ς́ ημέρες να σάζουνται και να ξηλώννουνται Μαχ. 49014· ημέρες δύο έποικαν να θάψουν τους νεκρούς τους Χρον. Μορ. P 4194· γ) παραμένω κάπου (με χρον. προσδ.): Βάλε ψαρόγαλον εις το οξίδιν και ας ποιήσει ημέρας γ́ Ιατροσόφ. (Oikonomu) 882· εποίησαν εις φυλακήν την εβδομάδα εκείνην Χρον. Μορ. H 4217· εποίκεν (ενν. ο ρήγας) έναν χρόνον εις το κρεβάτιν πιασμένος χέρια και πόδια Μαχ. 67818· Καιρόν εποίησεν (ενν. του Πέτρου η γυναίκα) αυτού εις την Αγίαν Μαύραν Χρον. Τόκκων 939· (σε αξίωμα): Ποιήσας ουν (ενν. ο κύρης Διονύσιος) εν τῃ πατριαρχίᾳ έτη δύο και μήνας εξ ... Έκθ. χρον. 481. 7) Διατελώ, είμαι, μένω· (με κατηγ.): εις το Σπιτάλιν έποικες φρέρης καν έξι χρόνους Πουλολ. (Τσαβαρή)2 242· πλέον να ποίσω μοναχός και να ’μαι τιμημένος,|περί με τέτοιαν συντροφιάν, διά να ’μαι εντροπιασμένος Θησ. (Foll.) I 65· (μέσ.) οίκησις τούτων μήκοθεν υπήρχεν εκ της τέντας,| ουχί δε άπαντες ομού, αλλ’ άνδρες μεν ιδίως,| αι δε γυναίκες άποθεν εις μέρος εποιούντο Διγ. Z 3626 κριτ. υπ. χφ. T. Φρ. 1) Ποιώ αγανάκτησιν = (α) πειράζω, ερεθίζω κάπ. με εχθρικές ενέργειες: ανισώς και η μεγάλη σου βασιλεία πας να τους ποίσεις αγανάκτησιν, κρατούν εκείνοι το εδικόν μας, και θέλομεν γινείν έρημοι εις τον κόσμον τούτον Μαχ. 1586· (β) ενεργώ αγανακτισμένος (εναντίον κάπ.), εκδικούμαι: εκείνοι όπου σου το είπαν ..., είπαν το ... διά να το μάθει ο υιός μου, να ποίσει αγανάκτησιν του μισέρ Αντρία, και θέλειν τραβενιάσειν μέγα κακόν! Βουστρ. (Κεχ.) 443. 2) Ποιώ αγάπην = (α) αγαπιέμαι (με κάπ.): έλα, κυρά, ας ποιήσομεν πολλών χρονών αγάπην Ερωτοπ. 316· (β) συνθηκολογώ, κάνω ειρήνη· συμφιλιώνομαι: αγάπην εμηνύσασι μετ’ έμας να ποιήσουν| μήνας ή τρεις ή πλεότερον, τους νεκρούς διά να θάψουν Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 5475· τον πόλεμον κατάλειψον και ποίησον αγάπην Διγ. Z 3125· Στα γόνατά του έπεσαν, όλοι παρακαλούν τον (ενν. τον πρίγκιπαν),| να συμπαθήσει τό έποικεν ετότε ο Μέγας Κύρης, (παραλ. 3 στ.) κι ενταύτα γαρ του έποικεν το ομάντζιον που εχρεώστει,| στο στόμα τον εφίλησεν κι εποιήσασιν αγάπην Χρον. Μορ. H 3341· (εδώ) συμφιλιώνω: θωρώντα το πράμαν πως ήτον να γινεί χοντρόν, εποίκαν στράταν και εποίκαν τους αγάπη Βουστρ. (Κεχ.) 2441. 3) Ποιώ ακρατισμόν, βλ. Επιτομή, ά. ακρατισμός Φρ. 4) Ποιώ αναλογίας = αντικρούω, διαψεύδω: αν ένει ότι ο Ρενάτ έχει β́ μάρτυρας ... πως τον είδασι να δώσει το ζωνάρι κλειδωμένον, και ήκουσάν τον να πει ότι εις το ζωνάρι είχεν ρ́ πέρπυρα, άνευ αναλογίας να ποίσει ο χανιέρης των περπύρων, εντέχεται να ικανώσει τα παρκάτω των περπύρων, με το δίκαιον και με την ασσίζαν Ασσίζ. 33025. 5) Να ποίσει άνεμον, βλ. Επιτομή, ά. άνεμος 1 φρ. 6) Ποιώ απογραφάς, βλ. Επιτομή, ά. απογραφή φρ. 7) Ποιώ απόφα, βλ. Επιτομή, ά. απόφα φρ. 8) Ποιώ άργητα, βλ. Επιτομή, ά. άργητα 1 φρ. 9) Ποιώ αργίαν, βλ. Επιτομή, ά. αργία 2 φρ. 10) Ποιώ άρμενα, βλ. Επιτομή, ά. άρμενο(ν) 1 φρ. 11) Ποιώ άρνησιν, βλ. Επιτομή, ά. άρνησις ‑ση 1 φρ. 12) Ποιώ (την) αρμάδα(ν) = εκστρατεύω: η ρήγαινα της Κύπρου εμήνυσέν τους να ποίσουν αρμάδα να έλθουν εις την Κύπρον, από το αίμαν του ρε Πιερ του αντρός της να πάρουν βεντέτταν Μαχ. 3343· πολλά τον εβίασεν να σμικτεί με τους Γενουβήσους να ποίσουν την αρμάδαν διά την Κύπρον Μαχ. 33429. 13) Ποιώ (την) αρχήν, βλ. Επιτομή, ά. αρχή Ά 1α φρ. 14) Ποιώ την ασσίζαν, βλ. Επιτομή, ά. ασσίζα 3 φρ. 15) Ποιώ ατάκτως, βλ. Επιτομή, ά. ατάκτως φρ. 16) Ποιώ όλην μου την αφεντίαν = μαζεύω/χρησιμοποιώ όλη μου τη δύναμη, «βάζω τα δυνατά μου»: προυμουτιάζω του εις τον Θεόν, να ποίσω όλην μου την αφεντίαν να δω αν ημπορίσω να βγω εις την άκραν του Μαχ. 64014. 17) Ποιώ αφορμήν, βλ. Επιτομή, ά. αφορμή 1β φρ. 18) Ποιώ κάπ. αφροντισίαν, βλ. Επιτομή, ά. αφροντισία 2 φρ. 19) Ποιώ βεντέττα = εκδικούμαι: επρουμουτίασέν τους, ότι, αν τους βάλει στο χέριν του, να ποίσει του ρηγός βεντέτταν από τα κρίατά τους Μαχ. 9212. 20) Ποιώ βίγλα ή (καλές) βίγλες, βλ. Επιτομή, ά. βίγλα 3 Φρ. α. 21) Ποιώ βουλήν = συγκαλώ το συμβούλιο, συνεδριάζω, αποφασίζω: εσωρεύτησαν ούλοι εις το σπίτιν του κουδουνά και εποίκαν βουλήν Βουστρ. (Κεχ.) 21012. 22) Ποιώ διαταγήν, βλ. Επιτομή, ά. διαταγή 1 Φρ. 23) Ποιώ δίκαιον απέ κάπ.= δίνω δίκιο (σε κάπ.), απονέμω δικαιοσύνη (τιμωρώντας άλλον): μαθάνοντα πως ο ρήγας εσκότωσεν τον αδελφόν της και τους Σαρακηνούς, επήγεν ομπρός του σουρτάνου. Και εζήτησεν να της ποίσει δικαίον απέ τον ρε Τζακ Βουστρ. (Κεχ.) Β 13711. 24) Ποιώ δοκιμήν, βλ. Επιτομή, ά. δοκιμή 4 Φρ. 25) Ποιώ, ποιούμαι εκδίκησιν, βλ. Επιτομή, ά. εκδίκησις ‑ση 1β φρ. 26) Ποιώ επιμέλεια, βλ. Επιτομή, ά. επιμέλεια 1β φρ. 27) Ποιώ την ζήτησιν προς κάπ. = υποβάλλω ερώτημα: τότε προς Απολλώνιον την ζήτησιν εποίει:| Ηξεύρεις ποιος έν’ τόν ζητεί, ποιος έναι ο τσακισμένος; Απολλών. (Κεχ.) 324. 28) Ποιώ κάπ. θαρρούμενον, βλ. Επιτομή, ά. θαρρώ Ά 4β φρ. 29) Ποιώ θαύμα/θαύματα = θαυματουργώ: ο Σαν Τζουάνης τε Μουφόρτε ... ποιεί άξια θαύματα εις τους αστενείς και εις πύρεξες Μαχ. Ο 3213 (βλ. Dawkins [Μαχ. ΙΙ σ. 263])· ποιεί μεγάλα θαύματα εις ούλον τον κόσμον (ενν. ο άγιος Μάμας) Μαχ. Ο 3230 (βλ. Dawkins [Μαχ. ΙΙ σ. 263])· (εδώ σκωπτ.): Εάν σε βάλω εις τα χέρια μου, μέγα θαύμα θέλω ποιήσει απάνω σου Διήγ. Αλ. G 26321‑22. 30) Ποιώ το ικανόν, βλ. Επιτομή, ά. ικανός Το ουδ. ως ουσ. 2 Φρ. 31) Ποιώ ιστία = αποπλέω: απήλθον εν τοις πλοίοις, και, ποιήσαντες ιστία, απέδρασαν Έκθ. χρον. 1329. 32) Ποιώ εις καλλύτερον = κάνω κάτι καλύτερα: αν είχεν το ποίσειν, εγινίσκετον μέγα σκάνταλον. Αμμέ ως φρόνιμος, διά να ποίσει το πράμαν εις καλλύτερον, εμήνυσεν του σιρ Αντωνή Σουλουάνη, του αβικάρη Βουστρ. (Κεχ.) 527. 33) Ποιώ κατάκλειστον, βλ. Επιτομή, ά. κατάκλειστος Φρ. 34) Ποιώ δ́ κομμάτια = εκτελώ κάπ. με διαμελισμό: τῃ ιά Αυγούστου τον άνωθεν Βαλιαντήν εκόψαν την κεφαλήν του και εποίκαν τον δ́ κομμάτια Βουστρ. (Κεχ.) 1588. 35) Ποιώ κούρτην = συγκαλώ συνέλευση: να ελθούν οι άπαντες λίζιοι του Μορέως,| οι αρχιερείς κι οι φρόνιμοι όλου του πριγκιπάτου,| να ποιήσει (ενν. ο ρήγας) κούρτην δυνατήν Χρον. Μορ. H 8141. 36) Ποιώ το κρεβάτι μου = στρώνω, τακτοποιώ το κρεβάτι μου: εδώκαν του την τσάμπραν,| εποίησαν το κρεβάτι του κι εκοίτετον εκείσε Χρον. Μορ. H 8242. 37) Ποιώ κρίσιν, βλ. Επιτομή, ά. κρίσις ‑ση Φρ. 5. 38) Ποιώ λιθάρι κάπ., βλ. Επιτομή, ά. λιθάριον Φρ. 2. 39) Ποιώ λύπην, βλ. Επιτομή, ά. λύπη Φρ. 3. 40) Ποιώ μάθησιν, βλ. Επιτομή, ά. μάθησις ‑ση 1δ φρ. 41) Ποιώ (την) μαντατοφορίαν, βλ. Επιτομή, ά. μαντατοφορία 1α φρ. 42) Ποιώ ως (πιστός) μάρτυρας ότι/πως ... = καταθέτω (αξιόπιστη) μαρτυρία στο δικαστήριο ότι/πως ...: αν εκείνος (ενν. ο λαβωμένος) επέθανεν, και ο έτερος έχει τους μάρτυρας οπού να ποίσουν ως πιστούς μάρτυρας ότι εσκότωσέν τον διαφεντεύγοντα το κορμίν του, το δίκαιον κελεύει ότι αυτός να μείνει κίτες περί εκείνου του φόνου Ασσίζ. 45717· αν ένι ότι ο Ρενάτ έχει β́ μάρτυρας, οπού να ποίσουν ως μάρτυρες, πως τον είδασι να δώσει το ζωνάρι κλειδωμένον και ήκουσάν του να πει ότι εις το ζωνάρι είχεν ρ́ πέρπυρα ... Ασσίζ. 33023. 43) Ποιώ μαρτυρίαν, βλ. Επιτομή, ά. μαρτυρία Φρ. 6. 44) Ποιώ ’μάτζε = υποβάλλω τα σέβη μου, διακηρύσσω την (φεουδαρχική) υποταγή μου, εκφράζω την αφοσίωσή μου: Και εφίλησεν το χέριν της (ενν. της ρήγαινας) κι εποίκεν ’μάτζε διά τον υιόν του, τον Γιάκουμον. Και εδώκεν του και το βισκουντάτον, εις όλην του την ζωήν Βουστρ. (Κεχ.) 20418. 45) Ποιώ μέλη (και μέλη) κάπ. = κόβω σε κομμάτια, διαμελίζω κάπ., βλ. και φρ. μέλη και μέλη ποιώ ή κόβω κάπ., ά. μέλος (I) Φρ. 1: Και μέλη αν σε ποιήσουσιν, βλέπε εντροπήν μη ποιήσεις Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 4. 46) Ποιώ από το μέλος μου = πράττω ο ίδιος ή μέσω του απογόνου μου: Βλέπεις αυτά (ενν. τα δένδρη) πώς δίδουσι εκείνον τό ’χου φύση,| και πούρι από το μέλος των έναι του χρειά να ποίσει;| Κάμε κι εσύ το λοιπονίς σ’ αυτείνον τό μετέχεις,| και μη γυρεύεις να θωρείς εκείνον τό δεν έχεις! Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 36. 47) Ποιώ μετάνοια(ν), βλ. Επιτομή, ά. μετάνοια 4 φρ. 48) Ποιώ μηνίον, βλ. Επιτομή, ά. μηναίο(ν) Φρ. 2. 49) Ποιώ κάπ. στο (εις τον) μόδο(ν) μου, βλ. Επιτομή, ά. μόδος Φρ. 8. 50) Ποιώ μοιρασία(ν), βλ. Επιτομή, ά. μοιρασιά 1 φρ. 51) Ποιώ μονέδαν, βλ. Επιτομή, ά. μονέδα α φρ. 52) Ποιώ μονήν, βλ. Επιτομή, ά. μονή Φρ. 2. 53) Ποιώ νίκην, βλ. Επιτομή, ά. νίκη Φρ. 5. 54) Ποιώ (το) νίκος, βλ. Επιτομή, ά. νίκος 1α φρ. 55) Ποιούμαι νομήν, βλ. Επιτομή, ά. νομή 1α φρ. 56) Ποιώ νώσιν, βλ. Επιτομή, ά. γνώσις ‑ση 6 Φρ. α. 57) Ποιώ ξένον εκ, από …, βλ. Επιτομή, ά. ξένος Φρ. 4. 58) Ποιώ ξηροφαγία, βλ. Επιτομή, ά. ξηροφαγία φρ. 59) Ποιώ την οδό(ν) (μου), βλ. Επιτομή, ά. οδός 4 φρ. (1). 60) Ποιούμαι την οίκησιν, βλ. Επιτομή, ά. οίκησις 1 φρ. (2). 61) Ποιώ την οίκησιν, βλ. Επιτομή, ά. οίκησις 1 φρ. (3). 62) Ποιώ οικονομίαν, βλ. Επιτομή, ά. οικονομία 3 φρ. 63) Ποιώ ομάδα, βλ. Επιτομή, ά. ομάς ‑δα Φρ. 2. 64) Ποιώ ορδινιά, βλ. Επιτομή, ά. ορδινιά 9α φρ. (1). 65) Ποιώ προς κάπ. την όρεξίν μου = ικανοποιώ την επιθυμία μου: Εκείνου που εστέκετον απάνω στο κορμί του,|για να του δώσει θάνατον, να πάρει την ζωή του,| λέγει του «ποίσε προς εμέν όλην την όρεξίν σου| κι ας αποθάνω γλήγορα ...» Θησ. Β́ [631]. 66) Ποιώ ορισμόν, βλ. Επιτομή, ά. ορισμός Φρ. 6. 67) Ποιώ (κάπ. ή προς κάπ. ή μετά κάπ.) όρκο(ν) ή όρκους να, ποιώ τον όρκον ότι, βλ. Επιτομή, ά. όρκος (Ι) Φρ. 1α. 68) Ποιούμαι (την) ορμήν (άπασαν), βλ. Επιτομή, ά. ορμή Φρ. 2. 69) Ποιώ όφελον, βλ. Επιτομή, ά. όφελος Φρ. 5. 70) Ποιώ παιδί, βλ. Επιτομή, ά. παιδίον 1α φρ. 3. 71) Ποιώ την παντιέραν = υψώνω τη σημαία, το έμβλημα: εποίκαν την παντιέραν της ρήγαινας Βουστρ. (Κεχ.) 21014. 72) Ποιώ παραβουλίαν = προδίδω: από τό μου λαλείτε, πως επήγα ... διά να την σκοτώσω, δε θέλειν το προβιάσειν ποττέ τινας και εγύρεψα να ποίσω ... τίτοιαν παραβουλίαν Βουστρ. (Κεχ.) 6019. 73) Ποιώ παραίτησιν, βλ. ά. παραίτησις φρ. β. 74) Ποιώ παρακάλεσιν, βλ. ά. παρακάλεσις ‑ση Φρ. 75) Ποιώ παράμερα, βλ. ά. παράμερα φρ. 76) Ποιώ παρκάτου = ελαχιστοποιώ, λιγοστεύω: Ο πόθος, ουρανός κι άστρη ας χιονίσουν,| δέομαι να βαλθούν με σπουδοσύνην| παρκάτου την σκλεριάν σ’ εσέν να ποίσου,| αφόν δεν θέλουν να ’χεις ’λεμοσύνην Κυπρ. ερωτ. 10048. 77) Ποιώ πείραν, βλ. ά. πείρα Φρ. 3 (η φρ. ποιούμαι πείραν ήδη αρχ.). 78) Ποιώ πήξιν, βλ. ά. πήξις Φρ. 79) Ποιώ πιλάλημα, βλ. ά. πιλάλημα 1β φρ. 80) Ποιώ κάπ. εις πόλεμον = προκαλώ κάπ. σε δικαστική μονομαχία: να ποίσουν τον έναν απέ τους μάρτυρας εις πόλεμον και ο νικητής εντέχεται να κάμει το ζητούμενον με δίκαιον Ασσίζ. 13019. 81) Ποιώ πόρον = διακορεύω: Ο προς ελευθέραν κόρην ποιήσας επ’ αυτής πόρον, ήγουν εξηπαρθενέψει αυτήν, απ’ αυτήν την ημέραν εστίν γυναίκα του Ελλην. νόμ. 55615. 82) Ποιώ ποσχάδα, βλ. Επιτομή, ά. μποσκάδα φρ. 83) Ποιώ καλόν/κακόν πρόσωπον = δείχνω εύνοια/δυσαρέσκεια προς κάπ., ότι είμαι ευχαριστημένος/δυσαρεστημένος με κάπ.: ο σουλτάνος εποίκεν τους καλόν πρόσωπον Βουστρ. (Κεχ.) 7212· θωρώντα τον ο ρήγας, άρχεψεν να του μαλλώσει και εποίκεν του κακόν πρόσωπον Βουστρ. (Κεχ.) 266. 84) Ποιώ στράταν = ακολουθώ μια μέθοδο, ενεργώ κατάλληλα, βρίσκω τρόπο: στράταν χαράς εποίσαμεν και ου πρέπει τώρα να στενάζεις Λίβ. Esc. 4153· θωρώντα το πράμαν πως ήτον να γινεί χοντρόν, εποίκαν στράταν και εποίκαν τους αγάπην Βουστρ. (Κεχ.) 2441· Θωρώντα και ρεμέδα δεν ήτον να ’χει την αρχιεπισκοπήν, εφάνην του να ποίσει την καλλύτερην στράταν διά την ζωήν του και διά την τιμήν του Βουστρ. (Κεχ.) Μ 137. 85) Ποιώ στρέμμα(ν) (οπίσω) = επιστρέφω, ξαναγυρίζω, υποχωρώ (βλ. Επιτομή, οπίσω Ά Φρ. 5): ξυπνώντα ποίκα στρέμμα στην κυράν μου Κυπρ. ερωτ. 116· κι ανίσως κι εις εμέναν ποίσω στρέμμαν| ποτέ, θέλω να γράψω ν’ αγροικάται:| ο πόθος, ποθητέ, μπορεί καμπόσα Κυπρ. ερωτ. 675· εσκοτώσαν πολλούς Σαρακηνούς, και οι Σαρακηνοί εποίκασιν στρέμμα Μαχ. 66036. 86) Ποιώ συντροφίαν/συντροφιάν = συντροφεύω, κάνω παρέα (σε κάπ.): εκαβαλλίκευσεν και ο αποστολές ... και ο παλίος εποίκεν του συντροφία, και επήγαν ως την Αγίαν Παρασκευήν Βουστρ. (Κεχ.) 2616· τ’ αδόνιν κλαίγει πάσα μέραν· | στο κλάμαν συντροφιάν θεν να του ποίσω,| δίχως να πάψω ’δέ πωρνόν ’δέ σπέραν Κυπρ. ερωτ. 343. 87) Ποιώ σχήμα(ν) = (εκκλ.) υποκλίνομαι: Και σχήμα τότες έκαμεν ο μέγας πατριάρχης| προς βασιλέα μέγιστον ο πρώτος αρχιθύτης Αρσ., Κόπ. διατρ. [1497]· Εποίκεν σχήμαν ο παπάς, υπάγει προς τον όρθρον Πουλολ. (Τσαβαρή)2 491 (βλ. όμως και Τσαβαρή [Πουλολ. σ. 371]). 88) Ποιώ σχήμα(ν) εντροπής = δείχνω συστολή: εξέβην, είδα την, και εκείνη μ’ εντρανίζει·| εποίκεν σχήμαν εντροπής, πεζεύει εκ τον δάον Λίβ. P 1799. 89) Ποιώ σχήμα σιωπής = παίρνω σιωπηλή έκφραση, στέκομαι σιωπηλός: ως ήκουσεν ο βασιλεύς αυτούνον, εφοβήθη,| έποικε σχήμα σιωπής, μικρόν επιλογήθην Χούμνου, Κοσμογ. 722· απείτις τους εσύντυχα και αυτοί αποκριθήκαν,| έποικαν σχήμα σιωπής και το ρωτάν αφήκαν Απόκοπ.2 238. 90) Ποιώ σχήμαν (χαιρετίσματος) = κάνω χειρονομία χαιρετισμού: επρόσκυπτεν εκείνος εκ το κάστρον, (παραλ. 1 στ.) και σχήμαν χαιρετίσματος έποικεν προς εμέναν Λίβ. Esc. 1207· εσηκωθήκασιν οι νέοι εκ το τραπέζι (παραλ. 1 στ.). Εποίκαν σχήμαν κι έγνεψαν στα μέρη των Σοδόμων Χούμνου, Κοσμογ. 1047. 91) Ποιώ τέλειωσιν = βάζω τέλος: με τον χάρον τέλειωσιν εποίκασιν| στες έννοιες, πλήξες και λαμπρά, που φράγησα Κυπρ. ερωτ. 9747. 92) Ποιώ τίποτα/τίποτε(ς)/τίβοτες (εις κάπ.) = (α) αντιμετωπίζω κτ. ενεργητικά, καταβάλλω προσπάθειες για να πετύχω κτ.: Ποίσε τίποτα, φόβον μη δειλιάζεις,| μόνον την κόρην σύδραμε εις το να την ιδούμεν Λίβ. Va 2702· ποίσε τίποτες να επάρομεν την κόρην Λίβ. Esc. 2922· (β) βοηθώ κάπ. έστω και λίγο: Ξένον μ’ εποίκαν τα κακά, Τύχη, τα εδικά μου| και ποίησον τίποτε εις εμέ, ψυχοπονέθησέ με Λόγ. παρηγ. O 621· ποίσετε τίβοτες εις εμέν, Αγάπη μου και Πόθε,| συντύχετε τον Έρωταν, παρακαλέσετέ τον Λίβ. Esc. 343· να σε ποιήσει τίποτες να σε παρηγορήσει Λόγ. παρηγ. O 463. 93) Ποιώ το εκ κοιλίας = προκαλώ έκτρωση: Εάν γυνή ποιήσει φοράς το εκ κοιλίας, χρόνους ιέ ακοινώνητη Κανον. διατ. B́ 748. 94) Ποιούμαι τινά υφ’ εαυτόν/υπό την εαυτού (ενν. εξουσίαν) = υποτάσσω κάπ. (το αρχ. υφ’ εαυτῴ): επιδημεί τῃ εν Ελλάδι Βλαχίᾳ εκ της βασιλίδος των πόλεων ο ... Νικηφόρος ο δεσπότης, και ταύτην υφ’ εαυτόν ποιησάμενος ... πάσαν περιζώννυται την αρχήν της εν Ελλάδι λέγω Βλαχίας και αυτής της Αιτωλίας Ιστ. Ηπείρ. ΙΙΙ5· έσπευδε γαρ κἀκείνην υφ’ εαυτόν ποιήσασθαι Ιστ. Ηπείρ. V6· πάσαν πόλιν και χώραν την υπό την βασιλικήν εξουσίαν εν μιᾴ καιρού ροπῄ υπό την εαυτών εποιήσαντο (ενν. οι Μουσουλμάνοι) Καναν. (Pinto) 33. 95) Ποιώ (εις την) φιλίαν (κάποιου) = γίνομαι φίλος με κάπ.: πουλλίν, που ποίκες την φιλιάν μου Κυπρ. ερωτ. 7541· ήλθεν ο άνθρωπος εκείνος ο εδικός μου,| οπού εις φιλίαν ήρκεψεν να ποιήσει του ευνούχου Λίβ. Va 1165. 96) Ποιώ φόνον εις κάπ. = σκοτώνω κάπ.: εποίκαν άδικον φόνον εις τον πτωχόν τον ρήγαν Μαχ. 29634. 97) Ποιώ χαράν = (α) χαίρομαι από ένα γεγονός: Χαράν μεγάλην έποικαν το ιδεί τον τον μαρκέσην Χρον. Μορ. H 257· (β) κάνω, οργανώνω γιορτή, ξεφαντώνω: Ο ρήγας εκείνος της Φραγκιάς ορέχτη να ποιήσει| χαράν και κάλεσμα λαμπρόν μετά τους εδικούς του Χρον. Μορ. H 6012· (γ) τελώ γάμο, παντρεύομαι: εσυγκατέβηκεν κι εγένετον ο γάμος·| κι αφότου ευλογήθησαν κι εποίησαν την χαράν τους,| τα κάτεργα του βασιλέως εστράφησαν στην Πόλιν Χρον. Μορ. H 2527. 98) Ποιώ ψήφους = διεξάγω ψηφοφορία: Εποίησαν ουν ψήφους και έπεσον οι ψήφοι εις τον Θεσσαλονίκης και εποίησαν αυτόν πατριάρχην Έκθ. χρον. 4516· και ποιήσαντες ψήφους εκκλησιαστικώς ανεβιβάσθη εις τον θρόνον πατριαρχείου ο Θεσσαλονίκης Ιστ. πολιτ. 5812. 99) Ποιώ ψυχικόν = κάνω ένα καλό σε κάπ., κάνω ψυχικό σε κάπ.: Πολλά επαρακάλεσεν (ενν. το πουλάκι) να το ελευθερώσει (ενν. η κάτα),| να ποίσει λίγο ψυχικό, να μην το θανατώσει Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1086. —Βλ. και κάμνω, πολεμώ.
πολιά- η, Σπαν. A 15, Κομν., Διδασκ. Δ 23, Ερμον. Υ 350, Ιστ. πολιτ. 3820, Λίμπον. Επίλ. 77.
Η λ. στον Αριστοτέλη και σήμ. ιδιωμ. στη Ρόδο ως όν. ζώων (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. πολιός, Βρόντης, Λαογρ. 12, 1938/48, 219).
Γκρίζα ή λευκά μαλλιά (συν. σημάδι μεγάλης ηλικίας ή χαρακτηριστικό ηλικιωμένου σεβάσμιου προσώπου, βλ. και Lampe, Lex., στη λ. 2): Εν δε τοις καιροίς εκείνοις εξεβλήθη εκ του πατριαρχικού θρόνου ο Ιωάσαφ. Απέκοψε γαρ ο αυθέντης την αυτού πολιάν ... ένεκεν του πρωτοβεστιαρίου Έκθ. χρον. 2716· αιδούμαι γαρ σου το βαθύ γήρας και πολιάν σου,| σχήμα το φιλοσοφικόν και αυτήν την γεροντζιάν σου Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ελεάζ. 535.
πολυαγάπητος,- επίθ., Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ελεάζ. 1292.
Το μτγν. επίθ. πολυαγάπητος (Lampe, Lex.). Η λ. και σήμ. (Κριαρ., Λεξ.).
Πολυαγαπημένος, πολύ προσφιλής: ήτον πολυαγάπητη η κόρη εις τον νέον Αχιλλ. L 941· (προσφών. αγαπημένου προσώπου): υιέ μου πολυαγάπητε Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ελεάζ. 730.
πολυλογία- η, Σπαν. (Μαυρ.) P 266, Χρον. Μορ. H 7033, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 812, Κορων., Μπούας 4, Σοφιαν., Παιδαγ. 106, Δεφ., Λόγ. 507, Ιστ. Βλαχ. 2773, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. στ́ 7, Κρασοπ. (Eideneier) I 100· πολυλογιά, Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ελεάζ. 541.
Το αρχ. ουσ. πολυλογία. Η λ. και σήμ.
Το να λέει κανείς πολλά (συν. ανούσια ή περιττά)· φλυαρία: Θεολ., Τζίρ. 3594, Βησσ., Επιστ. 274. Φρ. έρχομαι εις πολυλογιά = μιλάω πολύ· φλυαρώ: Ακόμη λόγους θε να πω κι όλοι γροικήσετέ μου,| κι αν έρχομαι εις πολυλογιά, μα συμπαθήσετέ μου Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 20620.
ποσά,- επίρρ.
Από το επίρρ. ποσώς κατά τα επιρρ. σε –ά.
Ποσώς, καθόλου: επτά θανάτους έλαβες στα τέκνα τα δικά σου,| όταν εθανατώνουνταν αυτά τα έκγονά σου.| Όμως ποσά δεν έκλινεν αυτόν λογισμόν σου| τα μητρικά τα σπλάχνα σου μαρτύρω των υιών σου Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ελεάζ. 1425.
πουγγί(ον)- το, Μαρκάδ. 481, 525· μπουκί, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 462· μπουκί(ν), Διήγ. ωραιότ. 678· μπουκίν, Λίβ. Sc. 1417 πογγί· πούγγι, Πεντ. Δευτ. XXV 13· πουγγί, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 104 κριτ. υπ., Rechenb. 112, Πηγά, Χρυσοπ. 161 (35), Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 132, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 52v, Ροδινός (Βαλ.) 71, Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ανάστ. 288, Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ελεάζ. 1591, 1594, 1599, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Λουκ. ί 4, κβ́ 35, Ιω. ιβ́ 6· πουγγί(ν), Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2600, Παλαμήδ., Βοηβ. 1145· πουγγίν, Σπανός (Eideneier) A 499, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 352, Λίβ. N 2258, Γεωργηλ., Θαν. 568, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 7522, Ξόμπλιν φ. 129r, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Γ́ 6711· πουκίν, Ξόμπλιν φ. 129v.
Από το ουσ. πούγγα (Andr., Lex.· βλ. όμως και Kahane, Sprache 387-8, 453, Meyer-Lübke, Rom. Etym. Wört., λ. punga, καθώς και Battaglia, λ. punga2) και την υποκορ. κατάλ. ‑ίον. Τ. μπουγγί σε έγγρ. του 18. αι. (Κουρσάρ. 2139) και στο Στεφανόπ., Βιβλ. Στεφανοπ. 17. Για το σχηματ. του τ. μπουκί(ν) βλ. Georgac., B-NJ 14, 1938, 147. Ο τ. πουγγίν σε έγγρ. του 18. αι. (Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 1, 1948, 125, 141) και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., Μηνάς, Λεξ. ιδιωμ. Καρπάθου, Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. πουγγί(ν), Λουκά, Γλωσσάρ., λ. πούγγα). Η λ. τον 6.-10. αι. (TLG), στο Meursius και σήμ.· βλ. και LBG.
1) α) Σακούλι, συν. από ύφασμα ή δέρμα: όταν εμπάσεις το κρασίν εις το πιθάριν από τον ληνόν, έμπασον εις πουγγίν σινάπιν ή χάλδαλον φούκταν μίαν και πλέον και έμπασον αυτό εις το πιθάριν Ιατροσόφ. (Oikonomu) 7520· Εμέτρησαν τας πενήντα χιλιάδες τα φλωρία και τες έβαλαν εισέν πουγγία (έκδ. εις έν πουγγία· διορθώσ.) και τα εβούλωσαν Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 19· β) (ειδικ.) σακουλάκι για τη φύλαξη μικρών αντικειμένων και χρημάτων· πορτοφόλι: απλώνω εις το περσίκιν μου, γυρεύω το πουγγίν μου,| διά στάμενον το ψηλαφώ, και αυτό γέμει χαρτία Προδρ. (Eideneier) III 101· πιάνουσιν το χέριν μου (ενν. οι ψυχές), βλέπουν το δακτυλίδιν.| Βγάνουν τάχα να το δούν και ευθύς ανεψυχώθην.| Το δακτυλίδιν δε ζητώ, βάνω το εις το πουγγίν μου| και πάλι εις αναζήτησιν εξέβηκα της κόρης Λίβ. P 1110· Μπαίνει ο γενεραλίσσιμος στο κάστρο και ξανοίγει| τρίγυρα τόσες κεφαλές, και το πουγγί του ανοίγει| και των σολντάδων έδωκε διπλά και τους πληρώνει Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 32820· (μεταφ.): αυτήν την Πάτραν την πτωχήν είχες παρηγοριάν σου,| πουγγίν σου και σακούλιν σου εις όλες τες δουλειές σου Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 89· (σε παροιμ.): Όποιος παίρνει γυναίκα διά το πράγμα, το πουγγί πάγει στον άνδρα Μπερτόλδος 79. 2) (Συνεκδ.) νομισματική μονάδα διαφορετικής αξίας από εποχή σε εποχή (για το πράγμα βλ. Δημητριάδη, Εβλ. Τσελ. 78): ιερομόναχοι και μητροπολιτάδες (παραλ. 1 στ.) ... τον γέροντα κοιτάζουν (παραλ. 1 στ.)· ηύραν πολλά εγκλήματα, είπαν να τον καθήρουν,| ύστερα συμβουλεύθησαν με άσπρα να τον δείρουν·| δέκα χιλιάδες ασλανιά είπαν τον να τους δώσει (παραλ. 1 στ.).| Τρέχει και πάγει στο Γιωργήν για να τον αγιδιάσει,| να μπει μεσίτης λέγει του, να τα παρκατεβάσει.| Αυτός μεσίτης έγινεν κι επαρκατέβασέν τα,| επτά πουγγία τα ’καμεν και τ’ άλλα χάρισέν τα Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 446· Έτσι του ομιλήσασιν (ενν. οι καλαράσηδες και πεζέταιροι του Αλέξανδρου βοεβόδα), έπειτα προσκυνούσιν,| ένα πουγγί τους έριξε να διαμοιρασθούσιν Ιστ. Βλαχ. 1030. 3) Χρηματικό απόθεμα· περιουσία: Και εγώ επήγα εις τον βοϊβότα και έδωσα από το πογγί μου ένα πρόβατον Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 42v· φρ. κάνω πουγγί = μαζεύω χρήματα, κάνω περιουσία (πβ. νεοελλ. φρ.: κάνω κομπόδεμα): Ετρέχανε (ενν. οι Τούρκοι) στ’ αρχοντικά να βρούσινε να κλέψου,| και τες γυναίκες που ’ταν κει να έμπου να πομπέψου,| κι ηύραν τον τόπον εύκαιρον οπού δεν το θαρρούσα,| το πως δεν κάνουσι πουγγί ετρώγουντα κι εσκούσα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 56322.
πριχού,- επίρρ., Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 250, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 594, Σαχλ., Αφήγ. 797, Φαλιέρ., Ιστ.2 240, 688, Φαλιέρ., Θρ. (Bakk.-v. Gem.) 53, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 869, Χούμνου, Κοσμογ. 2527, Γεωργηλ., Θαν. 481, Αγν., Ποιήμ. Ά 85, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 396, Πικατ. (Bakk.-v. Gem.) 24, Βεντράμ., Φιλ. 196, Μαλαξός, Νομοκ. 130, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 869, Θρ. Κύπρ. M 506, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 407, Κυπρ. ερωτ. 776, 907, Πανώρ.2 Πρόλ. 78, Β́ 342, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 355, Πιστ. βοσκ. III 3, 126, Κανον. διατ. Α 1480, 1481 δις, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 728, Έ 643, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) Πρόλ. 63, Ροδολ. (Αποσκ.) Β́ 106, 496, Μπερτόλδος 16, Μπερτολδίνος 102, Ροδινός (Βαλ.) 71, 123, Λεηλ. Παροικ. 380, Διγ. O 1801, Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ελεάζ. 1492, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 17312, 21219, κ.α.· πίρχου, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 25514, 78513· πρίχου, Νεκρ. βασιλ. 118, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1183, 2208, Αχέλ. 2125, Πανώρ.2 Πρόλ. Απόλλ. 98, Ά 236, Β́ 100, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφ. 14, Β́ 94, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Β́ 24, Ιντ. κρ. θεάτρ. Ά 184, δ́ 67, Φαλλίδ. (Παναγ.) 279, Βοσκοπ.2 314, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 5822, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 670, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 235, 555, Στάθ. (Martini) Πρόλ. 13, Β́ 273, Ροδολ. (Αποσκ.) Πρόλ. Μελλ. 95 δις, Έ 403, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [939], Έ [1213], Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 552, Έ 4, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 399, Λεηλ. Παροικ. 221, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 17523, 26021, 3182, 5335 δις, κ.α.· πριχούν, Θρ. Κύπρ. M 428, Κυπρ. ερωτ. 10826.
Αβέβ. ετυμ. Kατά Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 152 σημ., από το αρχ. πρι(ν) ή (>*πριjή>*πριjού, κατά το προτού). Κατά Κοραή, Άτ. Β́ 311, Δ́ 417, πιθ. από το αρχ. πριν ού ή από το πριν αναλογ. με τα επιρρ. σε ‑χού (>πρινχού >πριγχού >πριχού). Κατά Φιλ., Γλωσσογν. Ά 184 και Jannaris, Hist. Gramm. 1789, από συμφ. του πριν με το λατ. prius. Βλ. όμως και Pern., Ét. linguist. II 395. Ο τ. πίρχου, με αντιμετάθ. των ι και ρ, στο ποντ. ιδίωμα, όπου και ο τ. πριχούν (Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ.). Ο τ. πρίχου, με αναβιβ. τόνου (Χατζιδ., ΜΝΕ Β́, 152), σήμ. ιδιωμ. (Ξανθιν., Λεξ. δυτικοκρ. ιδιώμ., Μηνάς, Λεξ. ιδιωμ. Καρπάθου, στη λ.). Η λ. στο Meursius και σήμ. ιδιωμ.
Ά (Επίρρ.) προτού, πριν: είδη (ενν. επιρρήματος) μεν δύο· πρωτότυπον, πριν· παράγωγον, πριχού Σοφιαν., Γραμμ. 80. Β́ (Ως σύνδ.· εισάγει δευτερεύουσες χρον. προτάσεις) προτού, νωρίτερα: και πράγμα τι οπού νοείς και χρήζοντ’ από σένα,| εμπρόδραμε και δος τους το, πριχού σε το ζητήσουν Σπαν. (Μαυρ.) P 367· ειδέ αποθάνει πρίχου πανδρευθεί το θηλυκόν (ενν. παιδίν), να παγαίνει (ενν. το οσπίτι) εις τον αδελφόν μου τον Ιωάννην Διαθ. Ακοτ. 147· Ωγούι που εις ώρα κρίσεως δε βρίσκεται σωσμένος,| πριχού αποθάνει, τσι αμαρτιές να ’ναι μετανιωμένος Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 4969· Με φρόνεψη πορεύγεται, με γνώσην ορδινιάζει,| πριχού ’ρθουσι τα πράγματα προβλέπει και λογιάζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Έ 1506· (σε παροιμ. φρ.): όποιος εγέλα το ταχύ, κλαίγει πριχού βραδιάσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 4· (με επόμ. το σύνδ. να πλεοναστικά· βλ. και Επιτομή, ά. να (Ι) IIIϚ́β): Σήμερον εσηκώθηκε (ενν. η Πανώρια) πρίχου να ξημερώσει| κι εις το κυνήγι εδιάβηκε δίχως κιανείς να γνώσει Πανώρ.2 Β́ 50· Πριχού να γένει, λέγει, το χάος, πριχού να γένει η άβυσσος, εγώ ήμουν εις την θείαν ιδέαν του Θεού Ροδινός (Βαλ.) 55 δις. Γ́ (Ως πρόθ.) πρωτύτερα, νωρίτερα: μη βιαστείς να κάμεις Πάσχα πρίχου της σταυρώσεως και συ Πηγά, Χρυσοπ. 100 (24)· επήγα το ταχύ σύναυγα, πρίχου τ’ άστρο,| με την μητέρα του Χριστού ήβγαμεν αφ’ το κάστρο Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ανάστ. 131. — Βλ. και πριν.
προδώνω,- Ασσίζ. 18819, 4404· προδώννω, Μαχ. 1422.
Από τον αόρ. του προδίδω (βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 272, 290). Πβ. τ. προυδώνου σήμ. ιδιωμ. (Δουγά-Παπαδ.-Τζιτζιλής, Γλωσσ. ιδίωμ. ορ. Πιερίας, Δελιόπουλος, Ρουμλουκ.). Η λ. στο Κατσαΐτ., Κλ. Β́ 539 και στο ΑΛΝΕ· βλ. και Δημητράκ., λ. προδίδωμι.
1) α) Κατηγορώ, καταγγέλλω κάπ. για τέλεση αξιόποινης πράξης: εκείνον τόν προδώνουν εις κανένα παράπτωμαν, εάν θέλει να προδώσει ετέρους, ουδέν πρέπει να του ακούσουν, ουδέ να του πιστεύσου Ασσίζ. 44631‑4471· β) διατυπώνω κατηγορία για τέλεση αξιόποινης πράξης: Και πολλούς αντρειωμένους ερίψαν εις την θάλασσαν, και άλλους εφούρκιζαν, κατά κείνον τό επροδώνναν ... οι άπιστοι Γενουβήσοι Μαχ. 4049. 2) Αθετώ, παραβαίνω υποχρέωση, δέσμευση κ.τ.ό.: Και μην θελήσετεν τινάς τον νόμον να προδώκει| του Μωυσή και του Θεού μικρόψυχος και δώκει| χαράν τούτου του τύραννου, τ’ ανόμου βασιλέως Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ελεάζ. 900. — Βλ. και προδίδωμι.
προμυθεύω,- Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ελεάζ. 74, 240 (έκδ. προμη‑· διορθώσ.), Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 49r (έκδ. προμη‑· διορθώσ.).
Από το ουσ. προμύθιον (απ. τον 4.-5. αι.· πβ. ιδιωμ. ουσ. προυμύθια η, Αντιχάρ. Ανδρ. 125) και την κατάλ. ‑εύω. Τ. προυμυθεύου (Andr., Lex., λ. προμύθιον, Αποστόλου, Λεξ. Νάουσας) και προυμ’θεύου (Δουγά-Παπαδ.-Τζιτζιλής, Γλωσσ. ιδίωμ. ορ. Πιερίας, Τάσιος, Γλωσσ. Πολυγ.) σήμ. ιδιωμ.
Συμβουλεύω, καθοδηγώ: έβαλεν εις τον νουν της (ενν. η κόρη)| να πα να το συμβουλευτεί του πρώτου αδελφού της,| να το ειπεί και των λοιπών για να την συμβουλεύσουν,| εις τούτην την υπόθεσιν να τηνε προμυθέψουν Διγ. O 696 κριτ. υπ.
προστατεύω·- γ́ εν. παρατ. επροστάτει.
Το αρχ. προστατεύω που απ. στο Somav. και σήμ. Ο τ. από μετρ. αν. Λιγότερο πιθ. να πρόκ. για το αρχ. προστατέω.
Προστατεύω: προσκύνουν τον Θεόν με καθαράν καρδίαν (παραλ. 1 στ.) κι είχαν τσ’ ελπίδες τους σ’ αυτόν και όλην τους την αγάπην,| για τούτο και ο Σαβαώθ αυτούνους επροστάτει Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ελεάζ. 144.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- Σπαν. B 36, Διγ. Z 4068, Σπανός (Eideneier) A 503, 176, D 963, Φλώρ. 925, Σαχλ., Αφήγ. 120, Ιμπ. (Legr.) 94, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 584, Χρον. σουλτ. 8234, 12832, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Β́ 5412, Μαργουν., Βίοι2 273, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 410, Μαρτύρ. αγ. Νικολ. 16377, 166204, Αγαπ., Εκλόγ. 336, Εγκ. αγ. Δημ. 106 31, 52, 62, 108111, 111237, Αγαπ., Βίος Ιωάσ. = Αγαπ., Δαμασκ. Βαρλαάμ 22836, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. ιγ́ 12, Παυλ. Φιλ. δ́ 12, 17, Ιστ. Βλαχ. 1460, 2010, 2621, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 722, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 1330 οά 2, Λίμπον. 154, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ., 214, 327, 358, 430, Ροδινός (Βαλ.) 93, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 638, 10112, 10213, κ.α.· περισσεύγω, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 151, Πεντ. Γέν. XLIX 4, Πεντ. Λευϊτ. II 3, III 3, Πεντ. Δευτ. XXVIII 55, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 2035, Γ́ 374, Ροδολ. (Αποσκ.) Πρόλ. 37, Β́ 44, 139, 141, 509, Γ́ 41, 426, 559, Έ 104, Φορτουν. (Vinc.) Αφ. 27, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 32915, 4423· περιττεύω, Rechenb. (Vog.) 204· περσεύγω, Πεντ. Έξ. XII 10, XVI 18, 19, 20, XXII 30, XXVI 12, XXIX 34, XXXVI 7, Λευϊτ. II 10, VI 9, X 12, XIX 6, XXII 30, Αρ. III 46, IX 12, XXXIII 55, Δευτ. XXVIII 54, XXX 9· περσεύω, Χρον. Μορ. H 411, 434, Χρον. Μορ. P 434.