Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- βομβύκινος,
- επίθ.· βαβύκινος, Διαθ. Αγ. Γεωργ. Μαγγ. (REB 6, 1948, 46, 47δις), Ασσίζ. 2441 (έκδ. βιβήκια, πιθ. εσφαλμ. γρ. αντί βαβύκινα)· βαμβάκινος, Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 520· βαμβύκινος, Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 513, 520, 524, Act. Xér. 9A12, 9B16, Βίος Αλ. 5628, Βεν. κείμ. 3, βαμπύκινος, Σεβήρ., Σημειώμ. 100· παμπύκινος, Βεν. κείμ. 3.
Από το ουσ. βόμβυξ.
1) Μεταξωτός (Βλ. L‑S): σινδόνιον βαμβύκινον Βίος Αλ. 5628. 2) (Προκ. για βιβλία) (Βλ. Δημητράκ. και Atsalos, Term. A΄ 140): βιβλιδόπουλον βαμβύκινον Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 524. Το ουδ. στον πληθ. ως ουσ. = μεταξωτά υφάσματα: Απέ τα βαβύκινα και απέ τα βαμπακερά κελεύει το δίκαιον να λάβουν εις τα μάρκα ρ΄ Ασσίζ. 2441.
διαπαντός,- επίρρ., Διγ. Z 3300, 3352, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 852, Βεν. κείμ. 2, Χειλά, Χρον. 353, Δούκ. 11510.
Από τη συνεκφ. της πρόθ. διά και της γεν. του επιθ. πας. Η έκφρ. αρχ. (L‑S, λ. διά AII1). Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
α) Για πάντα, παντοτινά (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. διά AII1 και σήμ., Δημητράκ.): οξούγγιν το ημέτερον διαπαντός το χρώνται| εις ρεύματα Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 852· β) συνέχεια, διαρκώς: διαπαντός έγραφεν εν τῃ Θράκῃ προς τον Μουσουλμάν Δούκ. 11510.
ειλητόν- το, Βεν. κείμ. 2.
Το ουδ. του επιθ. ειλητός ως ουσ. Η λ. τον 4. αι. (Lampe, Lex., λ. ειλητός).
Το ύφασμα που τοποθετούν οι κληρικοί επάνω στην Αγία Τράπεζα κατά την τέλεση της θείας ευχαριστίας (Η σημασ. τον 4. αι., Lampe, Lex., λ. ειλητός A1): Τετράγωνον θήκην διά το ειλητόν Βεν. κείμ. 2.
καντηλέρι- το, Ιατροσ. κώδ. χα΄, Διήγ. ωραιότ. 683.
Το βενετ. candelier. Λ. καντηλιέρι σε έγγρ. του 17. αι. (Βισβίζ., ΕΚΕΙΕΔ 12, 1965, 78, 80). Λ. καdηλλιέρης και σήμ. στο κρητ. ιδίωμα (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Β΄).
Λυχνία: Δύο καντηλέρια πρόντζινα της τραπέζης Βεν. κείμ. 3.
κομμάτιον- το, Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 513· κομμάδιν, Θρ. Κύπρ. M 756· κομμάτι, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 634, Χρον. Τόκκων 3237, 3242, Καραβ. 50325, Γαδ. διήγ. 332, Πικατ. 252, Κορων., Μπούας 62, Τριβ., Ρε 74, Πεντ. Γέν. XV 10, XVIII 5, Αιτωλ., Μύθ. 1431, Χρον. σουλτ. 6026, Ιστ. πατρ. 1106, Πανώρ. Γ΄ 550, Ερωφ. Α΄ 493, Δ΄ 201, Κατζ. Α΄ 129, Βοσκοπ.2 18, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1078, 1507, 1883, Στάθ. (Martini) Γ΄ 211, Ιντ. κρ. θεάτρ. Γ΄ 58, Λίμπον. 310, Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 53, 55, Λεηλ. Παροικ. 500, Διγ. O 370, 1824, Διακρούσ. 6953, 849, Τζάνε, Κρ. πόλ. 14310, 16214, 25118, 2617, 31014, κ.π.α.· κομμάτι(ν), Χρησμ. VI 28, VII 14, Θησ. Δ΄ [438], Θ΄ [366], Ch. pop. 375, Καραβ. 4943, Θρ. Κύπρ. M 684, Διγ. Άνδρ. 32222, Διήγ. πανωφ. 57· κομμάτιν Προδρ. I 267, III 103, 104, 159, 206 χφ C, κριτ. υπ., IV 31, Καλλίμ. 1926, Λίβ. Sc. 1281, Λίβ. Esc. 2415, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 168, Βησσ., Επιστ. 3610, Μαχ. 67, 22430, 61231, Καραβ. 49426, 4955, 49815‑6, Βουστρ. 456 κριτ. υπ., 478· κομμάτι(ο)ν, Ιατροσ. 23171, Διγ. Z 293, Χρησμ. (Βέης) 1325, Rechenb. (Vog.) 67, Βεν. κείμ. 225.
Το αρχ. ουσ. κομμάτιον. Ο τ. κομμάτι και σήμ. Ο τ. κομμάτιν στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.) και στην Κύπρο όπου και ο τ. κομμάδιν (Σακ., Κυπρ. Β΄ 601, λ. κομμάδιν και κομμάτιν).
1) α) Τμήμα, μέρος, τεμάχιο: το λαγούτο εσκόρπισεν εις εκατό κομμάτια Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 527· σχίσε το χαρτί κομμάτια και ρίξε το εις το βυθός Ιατροσ. 22139‑40· κόψε αυτήν (ενν. την προσφορά) κομμάτια και να χύσεις απάνου της λάδι Πεντ. Λευιτ. II 6· β) κομμάτι (από διαμελισμένο ανθρώπινο σώμα): Πήαιννε, γιε μου, στο καλόν, Θεός να σε βοηθήσει| κι ισσίαλλα τα κομμάτια σου τους σκύλους να ταΐσει Άσμα Μάλτ. 19· να μείνουν τα κομμάτια του (ενν. του ρουφιάνου) στη χώρα γύρου γύρου Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1614]· γ) κάτι, κατιτί· λίγο: αλίμονον, Αθούσα μου, δείξε κι εσύ κομμάτι Φαλιέρ., Ιστ.2 680· παρέξω έχει (ενν. το ατυπίν) κόκκινον και κίτρινον κομμάτιν Πουλολ. (Τσαβαρή) 273. 2) Τμήμα γης, κτήμα, τιμάριο: δεν μ’ έδιδες κομμάτι| ή χωρίον διά τιμάρι Πτωχολ. A 307. 3) (Προκ. για ποσότητα): ο μποντικός ...| επήγεν κι ηύρε συντροφιά αρίφνητον κομμάτι Κάτης 56· πόσα εξάγια οφείλομεν αφελέσθαι εκ του αορίστου κομματίου Rechenb. (Vog.) 15. 4) Ψωμί, φαγητό: Ποθές ηύρηκε κουμπαριά κι εκάτσε στο σοπάτι| και δε μισσεύγει αποδεκεί ν’ αφήσει το κομμάτι Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 134· τούτες δεν τως λείπεται ποτέ τως το κομμάτι Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 330. 5) Σύνεργα μαντικής: ο άλλος (ενν. μάντης) έχει κάποια κομμάτια Πηγά, Χρυσοπ. 328(5). 6) (Προκ. για πυροβολικό) μοίρα, τμήμα, μονάδα: επτά κομμάτια αρτελαριά έστειλε για να φέρουν Κορων., Μπούας 99· ποτέ δεν αναπεύετον αλτελαρία κείνη (παραλ. 2 στ.). Εις τόπους δεκατέσσερεις ’βδομήκοντα κομμάτια| τ’ ανθρώπου κωφοτύφλαιναν ωτία και τα μάτια Αχέλ. 1528. Φρ. 1) Άγωμε στα κομμάτια = φύγε, χάσου από μπροστά μου: αφέντη, ’δέ πώς σου μιλεί. [Δάσκ.] —Άγωμε στα κομμάτια,| γιατί με τον αφέντη σου θέλω να ντισκορέρω Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 184. 2) Κάνω κομμάτια: βλ. ά. κάμνω, φρ. κάνω κομμάτια· (μεταφ.): τα γλυκά μου μάτια| που την καρδίαν σου ένα καιρόν εκάνασι κομμάτια Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [1196]. Ως επίρρ. = λίγο, κάπως: Τα κάρβουνα σκεπασμένα κρατούσιν κομμάτι ζεστήν την στάχτην Μπερτόλδος 52.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- επίθ.· βαβύκινος, Διαθ. Αγ. Γεωργ. Μαγγ. (REB 6, 1948, 46, 47δις), Ασσίζ. 2441 (έκδ. βιβήκια, πιθ. εσφαλμ. γρ. αντί βαβύκινα)· βαμβάκινος, Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 520· βαμβύκινος, Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 513, 520, 524, Act. Xér. 9A12, 9B16, Βίος Αλ. 5628, Βεν. κείμ. 3, βαμπύκινος, Σεβήρ., Σημειώμ. 100· παμπύκινος, Βεν. κείμ. 3.