Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- απλός,
- επίθ., Σπαν. (Hanna) V 65, Γλυκά, Στ. Β′ (Ευστρ.) 55, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. (Miller) 125, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1594, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 6603, Λίβ. (Lamb.) Esc. 609, Αχιλλ. (Haag) L 77, Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 70, Φυσιολ. (Zur.) LIII10, Δούκ. (Grecu) 12134, 26122, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 111, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 692, Κώδ. Χρονογρ. (Άμ.) 47, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 1919· απλύς, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1740, 6603, Χρον. Τόκκων 1948· συγκρ. απλούσθερος.
Το αρχ. επίθ. απλόος. Για τη λ. απλός βλ. L‑S, λ. απλόος. Για τον τ. απλύς (κατά το βαθύς κ.τ.ό.) βλ. Χατζιδ., Αθ. 25, 1913, 292.
1) (Προκ. για πρόσ. ή ανθρώπινη ενέργεια) ειλικρινής, τίμιος, ευθύς (Η σημας αρχ., L‑S, λ. απλόος ΙΙb· πβ. και τη σημασ. «δίκαιος» στον Αριστοτέλη· η σημασ. «ειλικρινής», κλπ., και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): Ην γαρ ο Μουσουλμάν τοσούτον αγαθόν και απλούστατος, όσον ο Τζινεΐτ πονηρός και περίεργος Δούκ. 12134· ήτον απλός εις έρωταν, ασύγκριτος εις (έκδ. και· διόρθ. Κριαρ., Αθ. 50, 1940, 184) κάλλος Αχιλλ. O 70. Βλ. και άδολος, ακέραιος 4, αληθής 1· έκφρ. απλό χέρι = γεναιόδωρο χ.: να είν’ απλόν το χέρι σου στην ελεησμοσύνην Ιστ. Βλαχ. 1919. 2) Απλοϊκός, αφελής, ανόητος (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. απλόος ΙΙc· βλ. και Lampe, Lex. λ. απλούς Β1b· και σήμ., ΙΛ στη λ. 1β): αι δε καρδίαι αυτών ώσπερ λύκοι αρπάζοντες τους απλουστέρους απολούσι τας ψυχάς αυτών Φυσιολ. LIII10. Βλ. και απλόψυχος. 3) (Προκ. για γλωσσ. ύφος) ανεπιτήδευτος, απλός στη διατύπωση (Η σημασ. ήδη τον 4. αι., Lampe, Lex., λ. απλούς D· και σήμ., Δημητράκ., λ. απλούς 2): εμετέβαλα εις λέξην απλήν (ενν. παλαιότερα και αρχαϊστικότερα κείμενα) Κώδ. Χρονογρ. 47. 4) Αγράμματος: μηδείς ουν των σοφών καταφρονήσει της αμαθείας μου, ότι διά τους απλούσθερους, τους όντας ως εμέ, έγραψα ούτως, μηδέ τας ορθάς των γραμμών ίδῃ, διά το είναι με αγράμματον Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 297. 5) (Προκ. για χρον. διάστημα) (πιθ.) σύντομος: και ήτον απλόν (χφ Ρ απλώς) το διάστημα εκείνης της ημέρας Λίβ. Esc. 609. 6) Που δεν έχει δεσμεύσεις, απεριόριστος (Πβ. L‑S, λ. απλόος ΙΙΙ2 και σήμ., Δημητράκ., λ. απλούς 5): ο βασιλεύς δε του ’δωκε απλήν την εξουσίαν| να πάγει όπου βούλεται, να δείξει ανδραγαθίαν Κορων., Μπούας 111. Βλ. και απειρόμετρος. 7) Απλωτός, απλόχωρος (πβ. Lampe, Lex., λ. απλούς F· και ΙΛ στη λ. 3): να απέλθουν εις το Νίκλι| ... διά το ένι απλύς ο τόπος| διά να έχουν τα φουσάτα τους ανάπαψην και απλίκιν Χρον. Μορ. H 6603· είδαν (ενν. οι Φράγκοι) τον τόπον έμνοστον, απλύν, χαριτωμένον Χρον. Μορ. H 1740.
αναβολεματερός,- επίθ.
Από το ουσ. αναβόλεμα και την κατάλ. ‑ερός. Πβ. λ. αναβόλεμα, αναβολεύω και ανάβολον, καθώς και ΙΛ, λ. αναβόλεμα.
Ανηφορικός: στράτα δύσκολη και αναβολεματερή Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 2927.
αψευμάτευτος,- επίθ.· αψομάτευτος.
Από το στερ. α‑ και το αρχ. ψευματίζω.
Αληθινός, γνήσιος, πραγματικός: ενθύμησιν αψομάτευτην Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3019.
γραμμή- η, Μακρεμβ., Υσμ. 2674, Μανασσ., Χρον. 6173.
Το αρχ. ουσ. γραμμή. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
1) Φρ. κινώ τόν από γραμμής λίθον = κάνω ύστατη προσπάθεια (Για τη χρ. βλ. L‑S στη λ. III1, L‑S Κων/νίδη στη λ. III1 και Steph., Θησ. 766C): αι δε γε μητέρες ημών και λίθον ... τον από γραμμής κινούσι προς δάκρυον Μακρεμβ., Υσμ. 2674. 2) Έκφρ. από γραμμής πρώτης = εξαρχής, από την πρώτη στιγμή (Βλ. Steph., Θησ. 766 A και L‑S στη λ. II): τους της αρχής προάρχους και προβούλους| βαρβαρικώς εκόλαζε τα παιδογόνα τέμνων (παραλ. 2 στ.)· ούτως ευθύς από γραμμής πρώτης κακός εφάνη Μανασσ., Χρον. 6173. 3) Γράψιμο: διά τους απλουσθέρους, τους όντας ως εμέ, έγραψα ούτως, μηδέ τας ορθάς των γραμμών ίδῃ, διά το είναι με αγράμματον Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 298.
οποίος,- αντων., Διγ. (Trapp) Gr. 3300, Βέλθ. 1251, Χρον. Μορ. P 1132, Διήγ. Αλ. V 41, Ζήνου, Βατραχ. 6, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 88v, 252r, Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 188, Σοφιαν., Παιδαγ. 273, Σοφιαν., Γραμμ. 204, Αιτωλ., Ρίμ. Α. Καντ. 26, Κείμ. αγ. Δημ. 9, Δαρκές, Προσκυν. 161, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 1735, 48615, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3018, Πανώρ. Δ΄ μετά στ. 276, Διαθ. ηγουμ. Μακαρίας 1648, Τσιρίγ., Επιστ. 16821, Σεβήρ., Διαθ. 19021, Μεταξά, Επιστ. 4733, Βελλερ., Επιστ. 623, Παρθεν., Γράμμ. 22713, Διαθ. 17. αι. 122, Καλόανδρ. (Δανέζης) φ. 37v, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 411, 412, Διγ. O 53, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ματθ. κζ΄ 56, Μπερτόλδος 17, Μπερτολδίνος 114, 152, κ.π.α.· οποιός, Ασσίζ. 6913, Πανώρ. Πρόλ. τίτλ., Πιστ. βοσκ. I 1, 97, I 4, 72, 292, IV 6, 6, V 3, 24, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 121, 643, 1413, 2408, Γ΄ 1464, Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 318, Β΄ 397, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 585, Ε΄ 147· πληθ. οποί, Χρον. Μορ. H 1132.
Η αντων. ποίος με το άρθρο ο (Ανδρ., Λεξ.· βλ. και Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 593 κε., Pern., Ét. linguist. II 232 κε.· πβ. Bakker, Pronomen 69 κε.). Ο τ. οποιός σε Κρ. έγγρ. του 13 αι. (Βλ. Κριαρ., ΕΜΑ 1, 1939, 41). Η λ. σε έγγρ. της Κ. Ιταλίας και Σικελίας το 12. και 13. αι. (Caracausi 417) και σήμ.
1) Αναφορ. α) (χωρίς άρθρο) ο οποίος, που: Τρομάσσω κάποιο τίβοτας κακό κι ασβολωμένο,| που μου κρατεί ένας λογισμός στο νου ανακατωμένο,| οποιός τη νύκτα με ξυπνά Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 523· εκείνον τον Ψυχάρπαγα εις το νερό πνιμένον,| οποίον τον εφόνευσε με πονηριά σαν κλέφτης| ο εδικός σας βασιλεύς Φυσίγναθος ο ψεύτης Ζήνου, Βατραχ. 247· να συνάγομεν βιβλία παλαιών και σοφών ανδρών, από οποία θέλομεν διδαχθεί Σοφιαν., Παιδαγ. 278· (εδώ επιθετ. με επανάληψη του ουσ. που προσδιορίζει): επήγεν εις το σπίτιν του Πιέρ Λαζανία του κούντη της Τρίπολης …· οποίος κούντης ήτον υιός του ρε Τζακ Βουστρ. 413· (εδώ το ουδ. επιρρ.) μέσα στο οποίο, όπου (Για τη σημασ. βλ. Holton, [Αλεξ. σ. 215]): τη γραφή που μὄστειλες οι πάντες την γροικήσαν (παραλ. 1 στ.)· και έστειλές μας το λοιπόν χρυσάφι για να φάμε| οποίο και μας έγραφες οπίσω για να πάμε Αλεξ. 746· β) (με άρθρο) ο οποίος, που: Κατά ζουράρη 2, Φορτουν. (Vinc.) Αφ. 23, Ιντ β΄ 101, Διγ. O 143 (εδώ επιθετ. με επανάληψη του ουσ. που προσδιορίζει): Ποτάμι έν’ και τρέχει,| τ’ οποίο ποτάμι ουδεείς αξιώθη να κατέχει Πικατ. 193· (εδώ με αλλαγή αριθμού): φοβούμαι μήπως και είναι Χριστιανός, τους οποίους ο πατήρ σου δεν θέλει να ακούσει το όνομάν τους Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 8025· γ) (με άρθρο) εκείνος που: ακόμη είναι όμορφοι οι οποίοι απέκει έχουνε περίστασες άσχημες Μπερτολδίνος 97. 2) (Αοριστολ.) όποιος, οποιοσδήποτε α) (επιθετ.): οποίος άνθρωπος πλήρην τον πόλεμον να πεζεύσει, να εκδέρνεται Διήγ. Αλ. G 2713· β) (με επόμ. το και αν): Εάν γένηται ότι κανείς ελεύθερος άνθρωπος, οποίος και αν ένι, δέρνει έναν σκλάβον άλλου ανθρώπου Ασσίζ. 21112. 3) (Ερωτ., επιθετ.) ποιος, τι λογής: Τι σοι προσοίσω, δέσποτα, …,| ανταμοιβήν οποίαν δε ή χάριν προσενέγκω Προδρ. (Eideneier) I 2. 4) Το ουδ. με το άρθρο α) πράγμα που: Όλοι τους ήσαν σε βουλή, τ’ οποίον και το ποίκαν Αλεξ. 2755· πώς ημπορεί να φύγει η ανθρωπίνη φύσις τον θάνατον; Το οποίον μηδέ από του παιδός τον νουν δεν έλειψεν Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 4338· β) (αιτ.) για τον οποίο λόγο (για τη χρ. βλ. Holton [Αλεξ. σ. 214-5]): Λέγεις εσύ κι είσαι θεός και σύνθρονος ηλίου,| τ’ οποίον θάνατον χρωστείς κι είσαι του μακελείου Αλεξ. 738· γ) (αντιθ.) ενώ, μολονότι: βλέπω υμάς την αγίαν Κυριακήν έχοντας μεγάλους περισπασμούς και δουλείας αναγκαίας, …, το οποίον ουδέν έχει ο Χριστιανός άδειαν την αγίαν Κυριακήν και του περιπατήσαι Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι IX 5· δ) (πλεοναστικά, για τη σύνδεση του λόγου): Εμείς γυναίκες είμασθεν και, α μάς πολεμήσεις,| τ’ οποίο δεν τ’ ολπίζομε εμάς για να νικήσεις Αλεξ. 2508· ε) (σε θέση δεικτ. αντων.) αυτό (για το οποίο γίνεται λόγος): όρισεν και έταξαν πάσα άνθρωπον να συνπιαστούν εις την αυλήν του ρηγός· και ούτως εγένετον το οποίον Βουστρ. 417. — Βλ. και όποιος και ποίος.
όπου (I),- επίρρ., Σπαν. A 318, 482, Ασσίζ. 45628, Διγ. Z 1808, Βέλθ. 359, Χρον. Μορ. H 110, 4746, Λίβ. Esc. 1156, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 928, κ.π.α.· άπου, Βουστρ. 442· απού, Ασσίζ. 14613, 1541, Μαχ. 8017, 36231, Βουστρ. 414, 493, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 107, 123, Κυπρ. ερωτ. 447, 537, Πανώρ. Γ΄ 440, Ε΄ 76, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφ. 26, Α΄ 386, Β΄ 311, Πιστ. βοσκ. IV 5, 338, Βοσκοπ. 86, Θυσ.2 1129, Στάθ. (Martini) Β΄ 38, Ροδολ. (Αποσκ.) Ε΄ 558, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. Α΄ 107, κ.π.α.· όπο, Συναξ. γυν. 943· οπό, Ασσίζ. 14031, Συναξ. γυν. 726· οπού, Σπαν. A 229, Ασσίζ. 3113, 543, Διγ. Z 181, 2639, Βέλθ. 266, Χρον. Μορ. H 430, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 271, 393, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 955, 986, Φλώρ. 1676, Λίβ. Sc. 2522, Λίβ. Esc. 3769, 3771-2, Ιμπ. 851, Μαχ. 8013, 1124, Απόκοπ.2 81, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 106, 107, Πανώρ. Γ΄ 551, 579, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 334, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 14, 889, 1302, 1782, Θυσ.2 599, 622, κ.π.α.· ουπού, Ασσίζ. 22225· πο, Εκατόλ. M 18· που, Ασσίζ. 31513, Διγ. Z 257, Χρον. Μορ. H 815, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 404, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 437, 524, Κυπρ. ερωτ. 10112, 1106, Πανώρ. Β΄ 437, 455, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) χορ. Α΄ 627, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 922, Β΄ 1676, Δ΄ 1236, κ.π.α.
Το αρχ. επίρρ. όπου. Ο τ. απού και σήμ. ιδιωμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ε΄ 187, Σακ., Κυπρ. Β΄ 466, Μηνάς, Ιδιώμ. Καρπάθου 82, Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ. 74). Οι τ. όπο και οπό από αρχικούς τ. όπου και οπού (κατά το σχ. οπού έτρεχε g οπὄτρεχε g οπό τρέχει). Ο τ. οπού στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ.). Για τον τ. ουπού πβ. τ. ούπου σήμ. στον Πόντο (Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ.). Ο τ. πο < που αναλογ. προς το σχηματ. των τ. όπο και οπό. Ο τ. που στο Somav. και σήμ. (Για την ετυμ. του βλ. Ανδρ., Λεξ., λ. που, όπου και παλαιότ. ετυμ., και Bakker, Pronomen· πβ. και Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 198-215). Η λ. και σήμ.
Α´ Επίρρ. 1) Τοπ. αναφορ. αοριστολ. α) σε όποιο μέρος, οπουδήποτε: Διγ. Z 695, Πανώρ. Β΄ 161, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 127· (ενν. θέλω) να στρατεύω μετ’ εσάς όπου και αν υπάμεν Αχιλλ. (Smith) O 159· β) φρ. όπου κ(α)ι αν είναι = «όπου να ’ναι», από στιγμή σε στιγμή: όπου και αν είναι φθάνουν οι ειδικοί Μπερτόλδος 64· Να ’ρθει εδεπά τση μήνυσα κι όπου κι αν εί προβαίνει (ενν. η Ερωφίλη)| τ’ άξο να δει το χάρισμαν απού την ανιμένει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 229. 2) Τοπ. αναφορ. οριστικό α) στο μέρος που: Αλλήλως μέσα εμπαίνουσιν (ενν. ο Αδάμ και η Εύα), κάμνουν την κατοικιάν τως,| ώστε να τσ’ εύρει ο θάνατος, απὄναι η παροικιά τως Χούμνου, Κοσμογ. 152· και μένα ας ακλουθήξει| εκεί απού σε γυρί μικρό περίσσια, (παραλ. 1 στ.) βρίσκεται σφαλισμένο| τ’ άγριον θεριόν ετούτο Πιστ. βοσκ. I 1, 14· Έτσι λοιπόν ο αρχιερεύς και ο κλήρος πάμεν όλοι| στον Άγιον Γεώργιον, και ήτον ημέρα σχόλη,| οπού εδεκεί πολλά θρονιά ήσαν ετοιμασμένα Λίμπον. Επίλ. 49· στο σημείο όπου: Αλλά διά την εξέλευσιν του Κυρίου εις Γαλιλαίαν πολύς είναι ο λόγος περί το πλιας, οπού ο Ιωάννης βάνει και σημασίαν χρόνου, λέγοντας «τῃ επαύριον» Πηγά, Χρυσοπ. 51· β) (προκ. για κατάσταση): αυτού όπου τα κατήφερες και συ να συνηθίσεις Γλυκά, Στ. 307. 3) Σε θέση εμπρόθ. προσδιορ. τόπου α) στον οποίο: Στον τόπον που εγεννήθηκε χρεωστεί περισσοτέρα| αγάπη να ’χει άνθρωπος παρά προς τον πατέρα Λίμπον. 52· (προκ. για κατάσταση): πολλά με κατεδίκαζες στην παιδωμή οπού ’μου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 999· β) από τον οποίο: εβάλθησαν κι εφεύγαν (ενν. οι Ρωμαίοι)| την στράταν όπου ήλθασιν απέκει εκ την Βλαχίαν Χρον. Μορ. H 9023. 4) Σε θέση εμπρόθ. προσδιορ. χρόνου α) κατά τον οποίο: άχρι την ημέραν απού επέθανεν Ασσίζ. 46327· Στους χίλιους εξακόσιους οκτώ και εβδομήντα| που οι Αθηναίοι τα είδασι και εις μνήμη εγράψασίν τα Λίμπον. 338· οπού ’παιρνα αναγάλλιαση όλη την ώρα κείνη| οπού ετραγούδιε (ενν. ο τραγουστής) κι ήλεγε τσ’ αγάπης την οδύνη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 872· β) (προκ. να δηλωθεί χρον. αφετηρία) από τότε που: Τρεις μήνες επεράσασι, τέσσερις πορπατούσι οπού| όσοι σ’ εγνωρίζασι, κλαίσι να σε θωρούσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 804· λίγο ’ναι απού ’ρθε ο λογισμός ετούτος εις το νου μου Πανώρ. Ε΄ 121. 5) (Σε θέση εμπρόθ. προσδιορ. αιτίας) εξαιτίας του οποίου: Τι ήτον οπού ήργησες, αφέντη μου, το τόσον; Αχιλλ. (Smith) O 594· η αφορμή απού έκλεψα τα καρτσά ήτον τούτη Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 116. 6) (Σε θέση εμπρόθ. προσδιορ. αναφοράς) για τον οποίο: Αυτός (ενν. ο Έρωτας) μας έσμιξε τα δυο με το γλυκύ του βλέμμα| και με το τόξο που ρωτάς μας έσφαξεν το πνέμα Φαλιέρ., Ενύπν.2 44. 7) (Σε θέση εμπρόθ. προσδιορ. οργάνου) με τον οποίο: Το γκόλφι της εκκλησίας το μεγάλο οπού ελειτούργουνα … να το δώσετε του γκαστάλδου Σεβήρ., Διαθ. 19192· να περιγράψω τσ’ αρετές οπού ήτον στολισμένος Λίμπον. 98. 8) (Τοπ. ερωτ. σε πλάγια ερώτηση) πού: ας ερευνήσομεν, όπου την κόρην έχει Διγ. (Trapp) Gr. 2817. 9) (Τροπ.-αναφορ., με το τροπ. επίρρ. σαν) όπως: σαν οπού πολλές φορές αυτείνοι οι περισσάροι| κομπώνουνται και πιάνουνται στο δίκτυ σαν το ψάρι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 603. Β´ Αντων. αναφορ. άκλ. 1) α) Ο οποίος (Βλ. Sophocl., στη λ. σημασ. 4 και Bakker, Pronomen 87-95): Όχι οι αθρώποι μοναχά, πὄχου ομιλιά και γνώση,| τρέχουν εις τούτο το δεντρό τσ’ αγάπης, για να τρώσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1271· ούδε να ’σαι διακονιάρης| εκ τα σπίτια ωσάν το φράρη,| όπο υπάγει από τας πόρτας| και γυρεύει τας κουλούρας Συναξ. γυν. 943· Τα γεράκια πὄβλεπες εισίν άρπαγες άνδρες Διγ. A 755· β) (μετά από συσχετική δεικτ. αντων.): εκείνην, οπού αγάπησε, με προθυμιά ξετρέχει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 622· γ) (σε κλητ. προσφών.): Έρωτ’, απού μ’ εδόξεψες και σκλάβο σου έκαμές με Πανώρ. Β΄ 443, δ) (πλεοναστικά): μηδέν αφήσετε τον Τούρκον να ριζώσει| εις την Κωνσταντινούπολιν, ότ’ είναι φόβος μέγας,| το οποίον που ξεύρετε και ουδέν το αναφέρω Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 643· ε) (ως β΄ όρος σύγκρισης) από τον οποίο (Βλ. και σημασ. Β΄ 5): να τους πουλήσω εξαίρετον κοράσιον, ωραιωμένον,| οπού καμιά ουκ εφάνηκεν ευμορφοτέρα εις κόσμον Φλώρ. 928· Σάλο-Φεράντε δ’ έπειτα, που κάλλιον δεν ηυρίσκε,| εις όλον το στρατόπεδον εξουσιαστήν αφήκε Κορων., Μπούας 55· ϛ) (με επόμ. το να, βλ. να III Ζ΄)· ζ) πράγμα που: Εθέλησες τον έρωτα, εσύ, να τονε φύγεις,| που δεν ετόλμησεν τινάς εις τον παρόντα κόσμον Διγ. Z 207· ουδέν είναι καλλιότεροι εις άπασα στρατείαν| παρά τους Φράγκους του Μορέως, όπου το εξεύρει ο κόσμος Χρον. Μορ. H 8931. 2) α) Αυτός που: είπε γαρ οπού το επούλει,| ο πραγματευτής εκείνος Πτωχολ. α 471· ο καιρός κάθε κουρφό είν’ απού φανερώνει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 476· ενθυμίζω οπού τ’ ακούουν Πτωχολ. α 498· β) (βραχυλογ., έπειτα από επιφωνηματική λ.): Χαρά, οπού βάλ’ εις εκκλησιά κι έχει πτωχού να δώσει Απόκοπ.2 216. 3) Όποιος: Οπὄχει χρήματα πολλά και φρόνησιν ουκ έχει,| ουκ ημπορεί να οικονομεί τα πράγματ’ εις τιμήν του Σπαν. A 219· Π’ αφήνει σπίτια πτωχικά κι αρχοντικά γυρεύει,| ο διάβολος στον κώλο του κουκκιά τού μαγερεύει Γαδ. διήγ. (Pochert) 160c. 4) Τέτοιος που: τότε να δεις τον άγουρον, οπού δεν έχει ο κόσμος Διγ. Z 1896. 5) Ως β΄ όρος σύγκρισης, με την πρόθ. παρά α) όσος (Πβ. σημασ. Β΄ 1ε): θε να μου χαρίσει| πλια παρ’ απ’ αποκότησεν η γλώσσα να ζητήσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 346· διδεί περίτου παρά που εμπορεί Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 100· β) (προκ. για κατάσταση ) ό,τι: δεν τους φέρνει ούτε και εις την προτέραν τιμήν, αλλά χειρότερα παρά οπού ήσαν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 349v· γ) (βραχυλογ.): να τον συμβουλέψει το καλλιότερον οπού ηξεύρει Ασσίζ. 22015. 6) (Σε πλάγια ερώτηση) ποιος: Οπού το γνώθει η μοίρα μου μαζί με την Ποθούλα| και θέλομεν ιδεί εκ τους δυο πὄχει διπλήν καρδούλα Φαλιέρ., Ιστ.2 558· ξεύρω γαρ στο μέσον| των αρίστων γαρ Ελλήνων| όπου μέλλει χολωθήναι| όπερ έστιν μέγας πάντων Ερμον. Η 269. Γ´ Σύνδ. 1) Χρον. α) όταν: Ντορίντα μου (παραλ. 4 στ.), τότες εδική μου| δεν ήσουν, οπού μπόρου| ζήσην πολλά γλυκιάν να σου χαρίσω; Πιστ. βοσκ. IV 8, 180· Παιγνίδια αγάπα (ενν. η κόρη) και χορούς διά να παίζει πάντα,| θρονί εκράτει και γυαλί εις το κλουβί οπού ’τον Διγ. A 256· β) με το επίρρ. εκεί β1) τη στιγμή που, ενώ, καθώς: εκεί οπού στρέφετο ο Καπλάν με τσ’ άλλους,| εκείνους τσι πασάδες τσι μεγάλους,| πάγει ομπροστά ευθύς το παλληκάρι Λεηλ. Παροικ. 575· Εμαζωχτήκασι πολλές γυναίκες κι εθωρούσα| τους αντρειωμένους και τους δυο εκεί που πολεμούσα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1822· β2) μόλις: εκεί οπού εκοίταζεν γυναίκα, εδαιμονίζονταν Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 28v· γ) (με τα επιρρ. έπειτα, ύστερα) αφού: Ο αγνώριστος καβαλιέρης, έπειτα όπου αναποδογύρισε όλην την διάταξιν του εχθρού, επέρασε εις το στράτευμα του βασιλέως της Λεχίας Καλόανδρ. (Δανέζης) 72 (44v)· εσύντυχεν ο Κύριος προς τον Μωσέ, ύστερα απού απέθαναν τα δυο παιδιά του Ααρών Πεντ. Λευιτ. XVI 1· δ) (με τα επιρρ. ευθύς, παρευθύς) μόλις: όλον το μερονύκτιον πάντες αναπαυθήκαν,| κι ευθύς που εξημέρωσε εις τ’ άρματα σεβήκαν Κορων., Μπούας 20· Τότ’ ο ρήγας τού μήνυσε (ενν. του Μερκούριου) και εις τον Φράντζα διέβη,| και παρευθύς όπ’ έσωσε στην κάμαράν του σέβη Κορων., Μπούας 64· ε) με το μόρ. έως, το επίρρ. όσον ή το σύνδ. ώστε ε1) εωσότου, μέχρις ότου: Εγώ θέλω να ομώσετε πως να τους κρατήσετε έως οπού να στραφώ Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 133· σκαμνιτσαούσην έστειλε (ενν. ο βεζίρης) μαζί με τον ολάκη,| διά να πιάσουν το σκαμνί, όσο που να κινήσει| αφέντης ο Αλέξανδρος στον θρόνον να καθίσει Ιστ. Βλαχ. 783· Προσέχετέ το (ενν. το βρέφος) τῃ νυκτί και την ημέραν μάλλον,| ώστ’ απού να το φέρητε της ηλικιάς μεγάλον Ιμπ. (Legr.) 62· (πλεοναστικά με το έως ότου): απ’ εκείνην την ημέραν οπού απέθανεν ο Σολομών και έως ότου οπού εχάλασε ο ναός, ήσαν τετρακόσιοι ένδεκα χρόνοι και έξι μήνες και ένδεκα ημέρες Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 216v. ε2) όσο, ενόσω: τα τέκνα ουδέν ημπορούν να χωρίσουν το μερτικόν τους απέ το μερτικόν του πατρός τους έως όπου ο πατήρ τους ζει Ασσίζ. 38317· να με έχει ευλογητικήν του γυναίκα όσον οπού να ζει και να είναι εις τον κόσμον Διγ. Άνδρ. 36915· Δεν ξεύρεις πως η φύση μας θνητήν επήρε κρίση| και ουκ έναι πλιο μπορούμενον για ’δώ να την αφήσει| και ώστε που ζούμε μετά μας τον θάνατον βαστούμε Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 37· ϛ) (με το κάθε ως χρον. σύνδ., βλ. κάθε 3). 2) Χρον.-υποθ. α) αν, όταν: μη βουληθείς, ω αμιρά, να έβγεις κρυφώς απ’ ώδε,| και όπου σε καταφθάσομεν, άλλον Συρίαν ου βλέπεις Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 349· β) (με το τροπ. επίρρ. ωσάν): ωσάν όπου εις τέτοιον άνθρωπος λιβάδιν κατουνέψει| και ζήσει εις τέτοιας χάριτας ζωής του τας ημέρας,| και χρήζει τον παράδεισον, λοιπόν ουκ έν’ στρατιώτης Λίβ. (Lamb.) N 199. 3) (Χρον.-αιτ.) αφού: πώς μπορεί άλλο δεντρόν, άλλοι βλαστοί κι άλλα άθη| μέσα της πλιο να ριζωθούν, που το κλειδίν εχάθη; Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1422. 4) Αιτ. α) επειδή, γιατί: όταν ο Λωτ έμεινεν έτσι με τες δύο του θυγατέρες, ήτον πολλά λυπημένος και δεν ήξευρε τι να κάμει, οπού δεν είχεν τόπον Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 131v· Δεν εγροίκησα, μόν’ τη δική μου ζάλη,| οπὀπλακώθη το παιδί, το κανακάρικό μου Σκλάβ. 74· Ελέγουντον και Διγενής, όχι που τ’ όνομά του| να λέγουντον τέτοιας λογής γή το ’πιτήδευμά του,| μα επειδή εκ δύο φυλές και γένη γεννημένος,| εκ Χριστιανών και Αγαρηνών ήτονε κυημένος Διγ. O 1239· β) (με προηγ. το επίρρ. ως + ουσ. ή επίθ.): Όρισέν την ότι: «Εκδύσου»,| και εκδύθη η κόρη,| ουκ εντράπηκεν καν όλως,| ως παρθένος τάχα οπού ήτον Πτωχολ. (Κεχ.) P 232· έχω και χείλη κόκκινα και ομμάτια πλουμισμένα,| και πρέπουν με οι κάλτσες μου, ως πέρδικα οπού είμαι Πουλολ. (Τσαβαρή)2 190· γ) (με το τροπ. επίρρ. ωσάν, σαν): Είχεν αγάπην στον λαόν και εις τον Θεόν φόβον,| ωσάν που ήξευρεν καλά πως θε να δώσει λόγον Διγ. O 10· με αφοβιά επήγαινε σαν που ’τον παλληκάρι Διγ. O 1428· δ) αφού: Πώς να μη σε καταλάβω| πως φουρνάρη γιος υπάρχεις,| που, αντίς να μου χαρίσεις| δώρα και χωριά και άλλα (παραλ. 8 στ.), συ με έκαμες ταΐνι,| έν’ αφράτο παξιμάδι Πτωχολ. B 370· Πώς να κάμω, πώς να διάξω| και ποια στράτα έχω να πιάσω,| που ’μου καλομαθημένος,| ο φαλλίδος ο καημένος … Φαλλίδ. (Παναγ.) 258· ε) (βραχυλογ.) γι’ αυτό το λόγο: το παιδί μου| δεν είν’ τόσον πολλά μικρόν, …,| να μην της κάνει ό,τι πει και ό,τι και ορίσει,| οπού παρακαλώ τον Θεόν πολλούς χρόνους να ζήσει Ευγέν. 210· ϛ) έκφρ. έσοντας όπου = εξαιτίας του ότι, επειδή: όταν δέρνονται οι δύο και αποκάμουν και αποσταθούν από τον δαρμόν, όταν έλθει άλλος τρίτος απάνω εις αυτούς, γίνεται πρώτος, έσοντας οπού τους ευρίσκει και τους δύο αποκαμωμένους από τον δαρμόν Ιστ. πατρ. 10714. 5) Αποτελεσματικός α) ώστε: είχεν (ενν. το άλογο) την σέλαν την χρυσήν, οπὄλαμπεν ο τόπος Διγ. A 2233· τραγουδεί (ενν. η σερένα) ίτσου γλυκιά, οπού πολομά ν’ αποκοιμηθούν οι λας Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 108· Ανίσως, ω κυρά μου, κι όμορφη ’σαι| τόσον, οπού τινάς δε να μπορήσει| τα κάλλη σου ποτέ να τα μετρήσει Κυπρ. ερωτ. 8712· επήρεν απάνω του (ενν. ο Ψιχίδης) να βλεπίσει τον κοντοστάβλην εις μόδον όπου να μεν πάγει Μαχ. 37638· β) (πλεοναστικά με το επίρρ. όσον και τους συνδ. ότι, ώστε): τόσον τον εστίλβωσαν τες πέτρες οι τεχνίτες, όσον οπού εφαίνετον πως είναι εκ μακρόθεν ότι έχει μάλαγμα (ενν. το οσπίτιον) Διγ. Άνδρ. 39832· ωσάν ήπεσε (ενν. η θυγατέρα του), στένεται και δίδει τση ξυλιές, ότι οπού την εφήκε μισαποθαμένη Κατά ζουράρη 76· τοσούτον δε εστίλβωσαν τους λίθους οι τεχνίται,| ώστε οπού εφαίνουντο πορφύρα τε και βύσσον Διγ. A 3949. 6) (Εναντιωματικός) ενώ, αν και, μολονότι (Για τη σημασ. βλ. Αλεξίου Στ. [Ερωτόκρ. σ. 419]): εσύ μιλείς κομπώματα τη σημερνήν ημέρα,| που ο κύρης σου την μαρτυριάν εβάσταν εις τη χέρα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 880· Μετά τρομάρας δε πολλής εις την Μουρτάρα πήγαν| κι εκ τον θυμόν του Μερκουρίου, που δεν ελπίζαν, φύγαν Κορων., Μπούας 43· έκφρ. μ’ όλον οπού, βλ. μετά Α΄ 19β. 7) Ειδικός α) ότι: τούτο το ξύλον ήτονε εκείνο το δένδρον οπού είπαμεν οπού ο Λέρικος το έβγαλεν από το στόμα του Αδάμ Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 172r· β) (με προηγ. τις εκφρ. έ-με, έν-τηνε, κ.τ.ό., καθώς και το επιφ. έδε): Έν-τηνε που τη φέρνουσι Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 81· Έδε που με λυπάσαι! Φαλιέρ., Ιστ.2 71· Έδε νιος οπού ’ναι ετούτος Φαλλίδ. (Παναγ.) 90· γ) (σε επεξήγηση) ότι δηλαδή: τούτα τα ξηλώματα, που ο κύρης σου αμποδίζει| και το Ρωτόκριτο ’πεψε στα ξένα να γυρίζει,| κάτεχε πως τελειώνουσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 161· δ) έκφρ. έξω οπού = εκτός του ότι: αν συνέβη κανένα κακόν ενάντιο, πρέπει ότι αυτός να πληρώνει με την παίδεψίν του, έξω οπού χάνει και την τιμήν του και πλέον κυβέρνηση δεν του δίδουν Σουμμ., Ρεμπελ. 161. 8) (Μτβ., σε διήγηση) και: Οπού εις ολίγον καιρόν όλος ο λαός οπού ήτον αποκατωθιό της εξουσίας του … Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 13629· απού ’ρχουμου στον Αβραάμ να πω να το κατέχει| πως είν’ στην ύστερη αναπνιάν και γλυτωμό δεν έχει Θυσ.2 1071. 9) (Τελικός) για (να): είχασιν δε και μετ’ αυτούς, οπού να τους δουλεύει,| καμήλαν την κυμπόραχην και μακροσφονδυλάτην Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 83· η μάννα τους όταν ήτονε σιμά οπού να τα γεννήσει Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 135v. Δ´ Μόρ. 1) Επιφωνηματικό α) (μετά από ουσ. ή επίθ.): ω λωλός οπού είσαι Μπερτολδίνος 144· ώφου κακόν οπού ’καμε, ώφου αδικιά που εγίνη! Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 702· β) (μετά από ποσοτικό επίρρ.): Του πόθου ο Σίλβιος είν’ εχθρός; Ω πόσον που γελάσαι Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [723]. 2) (Ευχετικό, σε ευχή ή κατάρα) μακάρι: Και που ’δα να μετάνωνε, να μου ’λεγε: «Έλα, να τη,| την κοπελιά οπού εύρηκες, αφέντη κυνηγάρη» Ευγέν. 856· γιαύτος περίσσα σ’ αγαπώ, απού να ’χεις την ευκή μου Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 266· Αφήτε μ’ οπού να ’μουνε σήμερ’ απόθαμένη Θυσ.2 311.
όρδενε- το, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 125, 516, 524, Ξόμπλιν φ. 129v, 136r, 137v, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3834, 4319, 4423, 14517· όρντενε.
Το βενετ. ordene. Τ. όρδινε (<ιταλ. ordine) στο Βλάχ. και σε έγγρ. του 16. και 17. αι. (Δετοράκης, Κρητολ. 16-19, 1983-4, 121, 136, Ξανθ., Χρ. Κρ. 1, 1912, 47, κ.α.). Η λ. σε έγγρ. του 17. αι. (Μαυροειδή, Δωδώνη 7, 1978, 149, Αμάλθ. 10, 1979, 162) και σήμ. στην Κύπρο στον τ. όρτινος (Χατζ., Λεξ., λ. όρτινος).
1) Διαταγή· φρ. δίδω/κάνω όρδενε = διατάζω: έδιδεν όρδενε (ενν. ο βασιλέας) εκεινών οπού ήσαν αμάδι με του λόγου του (ενν. του υιού του) να μην του φανερώσουσι καθόλου κανένα τίποτες από τα βάσανα του κόσμου Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 4333· Ο δε βασιλεύς … έκαμεν όρδενε να αναγκάζουσιν όλους τους χριστιανούς να αρνούνται τον Χριστόν Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3223. 2) Συν. στον πληθ. α) κανονισμοί, νόμοι: να κάμει το τζουδεγάδο του προυκίου τση εις το όνομά τση με όλες τσι στράτες οπού κοντενίρου τα όρδενε τσ’ Αφεντίας τση βενέτικης Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 308· β) συνήθειες, παραδόσεις, έθιμα: Ήκουσα πως είναι μία χώρα μεγάλη, εις την οποίαν εκείνοι απού κατοικούσιν εκεί έχουσι μίαν συνήθειαν παλαιάν, να αρπούσιν έναν ξένον άνθρωπον και αγνώριστον, οπού να μην κατέχει τα όρδενε της χώρας τως, να τον κάνουσι βασιλέαν τως Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 6628· έκφρ. ιν όρντενε (<in ordene) = όπως πρέπει, σύμφωνα με τις παραδόσεις: να είναι οπλεγάδοι να ξοδιάζου να κάμνου τα μνημόσυνά του ιν όρντενε, να τονε μνημονεύγου κατά την τάξιν των χριστιανών Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 76415. — Βλ. και όρδινας, ορδινιά, όρδινον, όρδινος.
ορδινιά- η, Θησ. ΙΑ΄ [546], Χούμνου, Κοσμογ. 2198, Γαδ. διήγ. (Pochert) 289a, Αλεξ. 2712, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1360], [1439], Κορων., Μπούας 149, Βεντράμ., Γυν. 242, Πεντ. Έξ. XXXIX 37, Αχέλ. 161, 559, 1661, 1955, Άλ. Κύπρ. 913, Κατζ. Δ΄ 70, 279, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 4424, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1282, Β΄ 1181, Δ΄ 1126, 1532, Θυσ.2 24, 561, Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 167, Γ΄ 113, Δ΄ 493, Ε΄ 389, Διακρούσ. 8810, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1517, 30524, 50025, 53222· ορδίνια, Ντακορώνιας, Νησιωτ. Επετ. 1, 1918, 131, Κορων., Μπούας 26, Αρσ., Κόπ. διατρ. 636, Σουμμ., Ρεμπελ. 183· ορδινία, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 127, Θησ. IB΄ [471], Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 38, 68, Αλεξ. 2571, Διαθ. Πασχαλίγ. 79, Ριμ. Απολλων. 370, Κορων., Μπούας 26, 59, 131, Βεντράμ., Φιλ. 100, Ζήνου, Βατραχ. 216, Αχέλ. 594, 862, 1198, 1228, Χρον. σουλτ. 13720, Αρσ., Κόπ. διατρ. 449, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 148, Ιστ. Βλαχ. 1258, Σουμμ., Ρεμπελ. 160, 176, Ιερόθ. Αββ. 334, Χριστ. διδασκ. 139, Μαρκάδ. 708, Διγ. O 1178· ορδουνία, Θησ. Ϛ΄ [116]· ορδουνιά, Χούμνου, Κοσμογ. 1234, 1746.
Από το ορδινιάζω ή, πιο πιθ., από το ουσ. όρδινος ή ορδίνιον (Βλ. Kahane Η.-R., BZ 66, 1973, 12). Ο τ. ορδίνια σε έγγρ. του 16. αι. κε. (Παπαδ. Στ., Απελευθ. αγώνες κείμ. Α′ 44, 49, Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 24, 1981, 457, 525, Βισβίζ., ΕΚΕΙΕΔ 12, 1965, 87, Βαγιακ., ΕΑΙΕΔ 6, 1955, 56). Ο τ. ορδινία σε έγγρ. του 12. αι. (Kahane Η.-R., BZ 66, 1973, 12), πολλ. σε έγγρ. του 16. αι. κε. (Μανούσ., Κρ. Χρ. 22, 1970, 297, Μπρούσκαρη, Θησαυρ. 18, 1981, 315, Κόλιος, Θησαυρ. 18, 1981, 146, κ.α.), στο Meursius και σήμ. στο ιδίωμα της Καρπάθου (Μηνάς, Γλωσσάρ. Ιτ. 313). Τ. ορδονία σε κώδ. του 18. αι. (Διήγ. Αγ. Σοφ. (Μουζ.) 2). Διάφ. τ. της λ. σήμ. ιδιωμ. (Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ., Dieterich, BZ 10, 1901, 591, Τσοπ., Δωδεκαν. Αρχ. Ε΄, 1970, 76). Η λ. στο Βλάχ., σε έγγρ. του 16. αι. κε. (Μέρτζιος, Κρ. Χρ. 15-16 Β΄, 1961-2, 301, Μαυρομάτης, Θησαυρ. 16, 1979, 219, 234, Καζανάκη, Θησαυρ. 11, 1974, 270, Σιγάλας, Ελλην. 2, 1929, 28) και σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Δ΄ 482, Ϛ΄ 183, Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ.).
1) Σειρά πραγμάτων τοποθετημένων το ένα δίπλα στο άλλο, στοίχος, αράδα: να βάλεις αυτά (ενν. τις πίτες) δυο ορδινιές· έξι η ορδινιά Πεντ. Λευιτ. XXIV 6. 2) α) Κανονική σειρά, αλληλουχία, τάξη· διευθέτηση: Ούτε ορδινία είχασι, μόνον ετρέχαν όλοι Θησ. Η΄ [207]· οποίον άστρο βγει ’κ την ορδινιάν σβένει, χαλά τη βρότη Κορων., Μπούας 152· έκφρ. εις ορδινιάν = στη σειρά, με τη σειρά: εις ορδινιάν τις κορασιές καθίζει Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [169]· όλαι καλά εστέκονταν (ενν. οι αρχόντισσες) εις εύμορφην ορδίνιαν| όλαι κατά την τάξιν τους Αρσ., Κόπ. διατρ. [965]· όταν κλωθογυριστώ και ιδώ σε περιστέριν,| να κάθεσαι εις ορδινίαν μετά παντός ορνέου Πουλολ. (Τσαβαρή)2 522· β) (συνεκδ.) ακολουθία προσώπων, συνοδεία: ήσαν και αι βάιες μου και όλη μου η ορδινία και να ερχόμεσθεν με μεγάλην φήμην Διγ. Άνδρ. 36022. 3) α) (Προκ. για στράτευμα) παράταξη· στην έκφρ. με ορδινιά: Δύο χιλιάδες ήβαλεν ομπρός του Αραβίτες| χρυσόζωνους με ορδινιά και πήγαιναν οδίτες Διγ. O 1180· Έπειτα καβαλίκευσαν, ήλθαν στην Ρωμανίαν,| μέσα στην χώρα ήμπασιν μ’ όμορφην ορδινίαν Διγ. O 2092· β) (συνεκδ.) στρατιωτικό σώμα: στους σταυρωμένους τους πιστούς τώρα γοργόν ας δράμω,| καθώς και όταν εκίνησα τον τούρκικον τον στόλον| κι έστειλα τόσες ορδινιές και τον λαόν τους όλον Αχέλ. 1275· Ετότες εμισεύσαμε μ’ όλην την ορδινία,| ήλθαμε κι εγυρίσαμε εις την Βαβυλωνία Αλεξ. 2656. 4) Προκ. για αφήγηση α) συνοχή, ειρμός· στις εκφρ. κατά ορδινίαν, σ’ ορδινίαν = με τη σειρά· διεξοδικά, λεπτομερειακά: αράδ’ αράδα, καταλεπτώς = κατά ορδινίαν Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Λουκ. α΄ 3 σχόλ.· ουδεποσώς δεν είχεν την αδείαν| μέσα στες ανακάτωσες να γράφει σ’ ορδινίαν| στον Δον Καρτσία τα πικρά γενόμενα εκείνα Αχέλ. 1129· β) λεπτομέρεια: να δηγηθώ τα άθλα του και τες ανδραγαθίες,| τες νίκες οπού έκαμεν μ’ όλες τες ορδινίες Διγ. O 4. 5) α) Ετοιμασία, προετοιμασία: Εις δέκα μέρες ήκαμεν όλην την ορδινία,| την ενδεκάτη έβγηκεν από την Ρωμανία| με δόξαν και παράταξιν Διγ. O 951· κάμνει και την ορδινιά ως για να ταξιδεύσει Αλεξ. 320· της μάχης πάσα ορδινιάν εκεί οι Τούρκοι ετοιμάζαν Παλαμήδ., Βοηβ. 122· β) (συνεκδ.) εφόδια, χρειώδη: πάπλωμα ένα άραφο με πάσα του λογής ορδινία Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 62612· γ) (προκ. για άλογο) ιπποσκευή: εδώ κι εκεί εγύρευαν να δούσι τ’ άλογά τους,| αμή αυτά ελείπασιν μ’ όλην την ορδινιά τους Μαρκάδ. 556· δ) (προκ. για στρατό) εξοπλισμός: ελάβανε τ’ άρματα εις το χέρι και έτερες ορδινιές του πολέμου και εδυναμώθησαν Σουμμ., Ρεμπελ. 177. 6) Μέθοδος, τρόπος: Με πάσα μόδον και ορδινιά κάμε να την σκοτώσεις Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1223]· ’πόθεν να μπει ο Θησέας| και με τι τέχνην κι ορδινιά και με τι τρόπον πάλιν Θησ. (Foll.) I 40· εκφρ. με ορδινιά = με μεθοδικό τρόπο· τακτικά: στον στάβλον του τον έβαλεν, να βλέπει τ’ άλογά του| και να λατρεύει μ’ ορδινιά εκείνα τα φαριά του Ιμπ. (Legr.) 702· με ορδινιά ότι = με τέτοιον τρόπο, έτσι ώστε: ο Θεός εξολόθρεψε και όλους τους κουμέσους με ορδινιά ότι τα σπίτια τα χαλασμένα να μην ημπορούν ποτέ τον καιρόν να φτιαστούν Σουμμ., Ρεμπελ. 191· φρ. κάμνω τρόπον κι ορδινιά, ευρίσκω μόδο κι ορδινιά = βρίσκω τρόπο, καταφέρνω: Το δειν τον (ενν. τον Χάρον), εφοβήθηκα κι είπα: «Ας διαγείρω πίσω| και ας κάμω τρόπον και ορδινιά την στράταν να γυρίσω» Πικατ. 73· αποφασίζουνε κι οι δυο τσ’ άρχοντες να μαζώξουν,| να εύρουν μόδο κι ορδινιά τον εχθρόν να διώξουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 17322. 7) α) (Προκ. για στρατιωτική επιχείρηση) πολεμική τακτική, στρατηγική: εσκούσαν από την χολήν, δεν είχαν τι να κάμουν,| με είντα τρόπον και ορδινιάν στην νίκην τους να δράμουν Αχέλ. 765· τους πολέμους πὄκαμεν και όλες τες ορδινιές του,| με Ούγγρους, με Τατάριδες, με Τούρκους, με Μπογδάνους Σταυριν. 6· β) (συνεκδ.) σκέψη· μυαλό (Βλ. Bakker-v. Gemert [Φαλιέρ., Λόγ. σ. 132]): Μην κάθεσαι άνεργος ποτέ κατά την πολιτειά σου,| ενέργα ή με το κορμί ή με την ορδινιά σου Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 78. 8) Συνήθεια, τάξη· στη φρ. κρατώ ορδινιά = έχω τη συνήθεια: Του ύπνου τες ανάπαψες, την ορδινιά που ’κράτει,| που ύστερη να σηκωθεί ήτον απ’ το κρεβάτι,| ήφηκε Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 451. 9) α) Παραγγελία· εντολή, διαταγή: να τονε συντροφιάσουσιν είναι ορδινιά του ρήγα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 2451· να λαβαίνει ορδινία εισέ ποίον τόπον έχει να υπάγει Σουμμ., Ρεμπελ. 158· ήλθε η ορδινιά από το υψηλότατο Σενάτο της Βενετίας Σουμμ., Ρεμπελ. 186· φρ. δίδω, έχω, ποιώ, στήνω ορδινιά = εκδίδω διαταγή, διατάσσω: Ο κόντες Μάρκος ορδινιά δίδει να μαζωκτούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 3205· θέλει εύρει (ενν. η Ρήγισσα) τους δούλους της πολλά να τσ’ ερμηνέψει,| με την Ευγένα συντροφιά στο δάσος να τους πέψει| και να τους έχει ορδινιάν να πα να την σκοτώσουν Ευγέν. 107· τότε ο Θησέας| όρισε και εγύρευσαν όλους τους λαβωμένους.| Και ορδινία γαρ έποισε όλους να ιατρεύουν Θησ. Β΄ [833]· τότε ορδινία στήκασι να πα να προσκυνήσει Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1631]· ορίζω μ’ ορδινία = διοικώ κατόπιν εντολής, επιτροπεύω: Αφήνω στην πατρίδα μου, εις την Μακεδονία,| Ιδαίος να ’ναι αρχηγός, να ’ρίζει μ’ ορδινία Αλεξ. 2828· Όταν αυτός (ενν. ο Αλέξανδρος) εξέβηκε εκ την Μακεδονία,| φίλον του άφηκε εκεί να ’ρίζει μ’ ορδινία Αλεξ. 2684· β) (θεία) εντολή: Ό,τι μ’ ορίζεις σήμερα κι ως είναι η ορδινιά σου| θέλει γενεί, άξε θεέ, κατά το θέλημά σου Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. α΄ 179· (εδώ) ιερός κανόνας ζωής (Βλ. Bakker-van Gemert [Φαλιέρ., Ρίμ. σ. 132, 141, 183]): έν’ καλό να ζούμε| κατά την ίδιαν ορδινιά την άγιαν τή χρωστούμε Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 80. 10) Συμβουλή· νουθεσία, διδασκαλία: Λέγει και ο Σολομών μέσα στις παροιμιές του,| γέρος που να ’ναι πελελός, δεν ’ξίζουν οι ορδινιές του Αλεξ. 394 κριτ. υπ.· οι γαβροί με τα παιδιά τους·| λέγουν τόν καλόν πατέρα:| «Φώτισε και ερμήνευσέ μας,| δο μας ορδινία να ζούμεν» Πτωχολ. (Κεχ.) P 51. 11) Διαθήκη: ήκραξα εσένα τον παρών νοτάριον …, οδιά να γράψεις … το παρόν μου τεσταμέντο και υστεράν μου ορδινιάν και θέλησιν Διαθ. 17. αι. 312· το μήνα τον Απρίλη … ήκαμα τούτη μου την ορδινιά και τούτη θέλω να στέκει και να ’ναι φέρμη και να ’ναι η γύστερή μου θέληση Διαθ. 17. αι. 62· είμεθα κρατημένοι εγώ και ο Ιωάννης να το πλερώνομεν, εγώ τας δύο μοίρας και ο Ιωάννης την μίαν, ωσάν το έφηκεν ορδινίαν ο κύρης μας Διαθ. Ακοτ. 14717. 12) α) Κανονισμός· νόμος: με τσι συνηθικές ορδινίες να καταστιχάρουν εις τ’ όνομαν και κορμίν τως το άνωθεν αμπέλι και δενδρά Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 13127· β) νόμος (της φύσης): αν ημπορείς, να μελετάς τις ορδινιές της φύσης Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 263. 13) Διακανονισμός, συμφωνία: να γίνει μία κοινή κατάστασις και ορδινία διαμέσου των εξουσιαστάδων Χριστ. διδασκ. 493. Φρ. 1) α) Βάζω εις ορδινία, βλ. βάζω, (II) 28· βάνω εις ή σε ορδινιά, βλ. βάνω 27 α· β) βάνω κάπ. σ’ ορδινιά(ν) = (α) υποδεικνύω, καθοδηγώ: να μ’ ορμηνέψεις,| … σε στράτα να με πέψεις| και να με βάλεις σ’ ορδινιάν τι στράτα έχω να πιάσω| να με ’γαπήσει ο Ρήγας μου Ευγέν. 317· Άγγελος εκ τον ουρανόν νερόν τής ετοιμάζει| και βάνει την εις ορδινιάν και τον υιόν της κράζει,| να πα να πιει εκ το νερόν Χούμνου, Κοσμογ. 1234· (β) διοικώ: Τούρκοι Χριστιανοί επέσανε ετότες κι αποθάνα,| που το λαό ορίζανε και σ’ ορδινιά εβάνα Τζάνε, Κρ. πόλ. 48610· γ) βά(λ)νομαι εις ή σ’ ορδινία(ν) = (α) ετοιμάζομαι: Ο ρήγας δ’ αφού το ’κουσεν εβάλθη σ’ ορδινίαν| και εκ την Φράντζα μίσευσε μετά καλήν καρδίαν Κορων., Μπούας 129· εβάλθη σ’ ορδινιάν τό ’ταξε να πλερώσει,| την κεφαλήν του στον ναόν νά ’ρθει ν’ αφιερώσει Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [287]· (β) παρατάσσομαι, παίρνω θέση μάχης, βλ. βάνω Β΄ 5β φρ. 2) Βάνω ορδινιά = α) βάζω τάξη, οργανώνω: Μ’ αν έν κι εβάλαν ορδινιά το λοιπονίς οι τρόποι,| δεν πρέπει ώσπερ τα κτήματα να ζούσιν οι ανθρώποι Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 29· β) αποφασίζω, βλ. βάνω 28 φρ. 3) Είμαι, ευρίσκομαι, στέκω εις ή σ’ ορδινιά = είμαι έτοιμος, σε ετοιμότητα, (συνήθως για πολεμιστή) σε θέση μάχης: όντας πάντα εις ορδινιά διά να πολεμήσει| και των εχθρών του ανδρικά τα αίματα να χύσει Μαρκάδ. 627· ευθύς ορισμόν έποικεν εις όλην την στρατείαν,| πάντες ευθύς να ευρεθούν καλά εις ορδινίαν Κορων., Μπούας 125· Ούτως ο Μέγας Μάστορας έστεκεν σ’ ορδινίαν,| την μάχην εκαρτέριε με λέοντος καρδίαν Αχέλ. 183. 4) Έχω κ. σ’ ορδινιά = έχω έτοιμο, τακτοποιημένο: μα έρχοντας με τον καιρόν έχε τα πλωρήσιά σου εις ορδινία ότι ο τόπος έναι στενός Πορτολ. A 2491· είχανε βάρκες σ’ ορδινιά Τζάνε, Κρ. πόλ. 55016. 5) Κάμνω ορδινιά = ετοιμάζω, προετοιμάζω: έδειξε ο Θεός σ’ εσέν το πράγμαν οπού μέλλει,| διά να κάμεις ορδινιά στο πράγμαν οπού θέλει Χούμνου, Κοσμογ. 1746· πέμπουν στην Ρωμανία| ανθρώπους για να κάμουσιν εισόδου ορδινία Διγ. O 502. 6) Μπαίνω εις ή σ’ ορδινιά, βλ. μπαίνω Φρ. 39. 7) Ορθώνω εις ορδινιάν = οργανώνω, τακτοποιώ· παρατάσσω: καπετάνιον έβαλεν εκείνον που γηράσε| στην τέχνην της στρατηγικής, που ’χ’ ανδρειάν και γνώση,| το τάγμα εις ορδινιάν να ξέρει να τ’ ορθώσει Κορων., Μπούας 55. — Βλ. και όρδενε, όρδινας, όρδινο, όρδινος.
ορδινιάζω,- Ασσίζ. 9412, Συναξ. γαδ. (Pochert) 305, Αχιλλ. L 222, Μαχ. 2623, 9220, 10637, Θησ. Ζ΄ [1014], IB΄ [803], Χούμνου, Κοσμογ. 685, 1236, Βουστρ. 418, 427, Αλεξ. 461, Κορων., Μπούας 27, 141, Πεντ. Γέν. XIV 8, Λευιτ. I 7, Αχέλ. 49, 119, Κατζ. Β΄ 131, Ε΄ 250 Βοσκοπ.2 195, Σταυριν. 705, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 2282, Δ΄ 1943, Θυσ.2 515, 764, Ευγέν. 1474, Στάθ. (Martini) Α΄ 51, Γ΄ 86, Ιντ. κρ. θεάτρ. Γ΄ 51, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [1167], Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 535, 776, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 119, Ε΄ 33, 61, Λεηλ. Παροικ. 161, Διγ. O 213, 949, Τζάνε, Κρ. πόλ. 21523, 23723, 53416, κ.π.α.· αρδινιάζω, Φαλιέρ., Ιστ.2 132 κριτ. υπ., Χούμνου, Κοσμογ. 2311, Αλεξ. 16, 1703, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1205], Κορων., Μπούας 87, Ευγέν. 1032, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 120, Ε΄ 209, Διγ. O 478, 785, Τζάνε, Κρ. πόλ. 19019, 45321, 4774, κ.α.· αρδουνιάζω, Χούμνου, Κοσμογ. 461 κριτ, υπ., 1295 κριτ. υπ., 1777 κριτ. υπ., 2311 κριτ. υπ.· ορδενιάζω, Byz. Kleinchron. A΄ 21110· ορδουνιάζω, Χούμνου, Κοσμογ. 685 κριτ. υπ., 738 κριτ. υπ., 795 κριτ. υπ., 948 κριτ. υπ., 1224 κριτ. υπ., 1236 κριτ. υπ., 1244 κριτ. υπ., 2447 κριτ. υπ.· οροδινιάζω, Άλ. Κύπρ. 390· παρατ. ερδίνιαζα, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 435· αόρ. ερδίνιασα / ερδινιάστηκα, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 399, 401, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.) 4620, Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 390.
Από το ουσ. όρδινος (<λατ. ordo, ‑inis) και την κατάλ. ‑ιάζω· βλ. όμως και Triand., Lehnw. 123. Ο τ. ορδενιάζω σε έγγρ. του 17. αι. (Vincent, Θησαυρ. 4, 1967, 64). Τ. (ε)ρdινιάζω σήμ. στη Ρόδο και τη Χάλκη (Τσοπ., Ροδιακά 149), όπου και τ. ορτινιάζω (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ. 455). Τ. ορντινιάζω σε ελληνο-εβραϊκά τραγούδια των Ιωαννίνων (Schwartz-Athanassakis, MGSY 3, 1987, 198). Η λ. στο Meursius (λ. —ειν), σε έγγρ. του 16.-17. αι. (Manouss., Θησαυρ. 13, 1976, 37, Μαυρομάτης, Θησαυρ. 16, 1979, 252, Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 26, 1983, 445, κ.α.) και σήμ. ιδιωμ. (Γιαννουλέλλης, Ιδιωμ. λ. δάν. 82, Κουκ., Ευστ. Γραμμ. 79, Meyer, NS III 50, Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ΄ 183, λ. ‑ομαι).
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) α) Τοποθετώ στη σειρά, στοιχίζω, αραδιάζω: Στάρια πολλά περμάζωξεν, αλώνευτα ορδινιάζει| και μαγατζάδες έκτισε, σ’ αυτούνους τα σοδιάζει Χούμνου, Κοσμογ. 1777· έχτισεν εκεί ο Αβραάμ το θεσιαστήρι και ορδίνιασεν τα ξύλα Πεντ. Γέν. XXII 9· β) φέρνω στο ίδιο επίπεδο, εξισώνω: αδειάζουν τάβλες και βουτσά κι όλη τη γη εσιάσαν| και με τα παραχάντακα τρίγυρα τ’ αρδινιάσαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 30314. 2) α) Τακτοποιώ, συγυρίζω, ευτρεπίζω: ορδινιάζει το οσπίτιν της και το κραβάτι στρώνει Σπαν. (Ζώρ.) V 594· να βάλω ν’ αρδινιάσουσι εκείνο το παλάτι Σταυριν. 1072· επίασε τότε να τα σιάζει,| τους τόπους, τα μελίσσια να τα ορδινιάζει Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 856· β) διαμορφώνω, διευθετώ (ένα χώρο): έναν όμορφο περβόλι ν’ ορδινιάσω Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Α΄ 52· τάφον ορδίνιασ’ έμορφον, μέσα να μ’ αναπάψεις Αλεξ. 1388· γ) στολίζω, διακοσμώ: όλη η αυλή να είναι στολισμένη και ορδινιασμένη με μεταξωτά και χρυσά ρούχα Μπερτόλδος 30· ήτον η γη με το ψηφίν εύμορφ’ ορδινιασμένη Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 443. 3) Κάνω (κάπ. ή κ.) έτοιμο (για κ.), ετοιμάζω, προετοιμάζω: Ορδίνιασέ το γλήγορα, ντύσε το να κινήσει Θυσ.2 405· τα ξύλα τσ’ ολοκάρπωσης, την ’στίαν ορδινιάζει Χούμνου, Κοσμογ. 1244· ο μάστορας οπού ’ξερε τη μίνα ν’ αρδινιάσει| και να τρυπήσει το τειχιό κι όλο να το χαλάσει Τζάνε, Κρ. πόλ. 48825. 4) α) Εφοδιάζω, εξοπλίζω· οργανώνω: Πριν να μισεύσει ορδίνιασε τόσα πολλά σπιτάλια| να κυβερνούν τους ασθενείς σαν πρέπ’ αγάλι’ αγάλια Άλ. Κύπρ. 1568· οι Τούρκοι απού τα Χανιά βγαίνουσι κι ορδινιάζουν| ένα φορτί αντίπερα και σέρνου κι ανεβάζου| λουμπάρδες και του βάνουσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 4899· δεν ημπόρεσεν να τους νικήσει, διότι ήτον το ταμπόρι τους υπέρκαλα ορδινιασμένο Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 23r· β) συγκροτώ (στρατιωτικό σώμα): ήλθα στην αυθεντία σου φουσσάτο ν’ αρδινιάσω,| χιλιάδες δέκα στρατηγούς, να πα να τονε πιάσω Αλεξ. 983. 5) Ετοιμάζω, παρασκευάζω· παραθέτω (γεύμα): Κάνομεν μην να την ορδινιάσουν (ενν. την γιατρείαν) τώρα τώρα Μπερτόλδος 65· ο δείπνος απού ερδίνιασα, πότε θα τονε φάμε; Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 390· τράπεζα ορδίνιασεν βασιλική Διγ. O 2163· (με σύστ. αντικ.): να φέρεις το τραπέζι και να ορδινιάσεις το ορδίνιασμά του Πεντ. Έξ. XL 4. 6) α) Κατασκευάζω, φτιάχνω: τον αλιφιέρη τού Μαντζά γή εκείνο του Γιλντάσου| θα βρω, δυο φελλοπάπουτσα να πα να μ’ ορδινιάσου Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 46· τα ρούχα τση να πιάσει,| να πάτε στση μαστόρισσας, να δει να τα ορδινιάσει| καθώς τα ζάρου και φορού τη σήμερον ημέρα Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 500· β) επινοώ, εφευρίσκω: ορδίνιαζε (ενν. ο βασιλεύς) καινούργιους μόδους να τους βασανίζει και να τους θανατώνει (ενν. τους χριστιανούς) Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3224. 7) α) Τακτοποιώ, διευθετώ (υποθέσεις): εζήτησεν γράσαν τάρμε οκτώ μέρες διά να πάγει έσσω του να ορδινιάσει τα καμώματά του Άνθ. χαρ. 29630· Παρεκαλώ σε, Χάρο, κάμε μου μία χάρη: έλα να πάμε εις το σπίτι μου, να σταθείς ν’ αρδινιάσω τα παιδιά μου, το σπίτι μου, καταπώς έναι η τάξη, κι απεκεί με έπαρε Μικρ. διηγ. (Zimbone) II 30· Εισέ καιρόν μιας βδομαδός όλα τα ορδινιάσαν| και παλληκάρια δυνατά ’κοσπέντε ετοιμάσαν Μαρκάδ. 275· β) (με διαθήκη): όπως διά της τούτου γραφής διαθήσομαι και ορδινιάσω είτι άρα έχω και εξουσιάζω Διαθ. Πασχαλίγ. 78· τυχαίνει καθαένας να το λογιάζει διά να ορδινιάζει την ψυχήν και το πράμαν του διά αποθάνοντός του καθώς είναι η γιόρεξίν του Διαθ. 17. αι. 15. 8) Κανονίζω, ρυθμίζω: Ο λέων τον γαΐδαρον είπε να τους μοιράσει,| του καθενού το μερτικόν εκείνος ν’ αρδινιάσει Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 378· τα πράγματα δεν γίνονται καθώς ημείς θέλομεν, αλλά καθώς τα ορδινιάζει η πρόνοια Χίκα, Μονωδ. 174. 9) α) Σχεδιάζω, οργανώνω, κανονίζω: να βρει μόδο κιανένα| να ’χε ξηλώσει τη δουλειά ετούτη π’ ορδινιάζου Κατζ. Β΄ 413· ό,τι κι αν μου είπες, παρευθύς όλα εκουρμάσθηκά τα| κι ας πα να τα ορδινιάσομεν, να βάλομεν σε στράτα,| να παν να την σκοτώσουνε οι δούλοι οι εδικοί μου Ευγέν. 376· γύρω τση χώρας τα τειχιά τσι φύλαξες κοιτάζει| και τέχνες περισσότερες αρχίζει κι ορδινιάζει Τζάνε, Κρ. πόλ. 47024· β) (προκ. για τελετή, γιορτή) διοργανώνω: τους γάμους ορδινιάζουν,| μικροί, μεγάλοι άρχοντες εις την χαράν κοπιάζουν Διγ. O 543· εσύ Άρτεμη άθλια … (παραλ. 1 στ.), μη τράπεζαν να καρτερείς, μηδέ φωτιά εξ εμένα (παραλ. 1 στ.), ουδέ παιγνίδια τίποτες διά σένα μη ορδινιάσω| να γίνονται διά την τιμήν της υψηλότητάς σου Θησ. (Foll.) I 61. 10) Φροντίζω, ενεργώ (ώστε να γίνει κ.): Πάλι και λάχει και έρθει μου θάνατος εις την Στίαν θέλω και ο έγγονάς μου … να ορδινιάσει να με βάλει εισέ ντεπόζιτο εις την εκκλησίαν του Αγίου Νικολάου Διαθ. 17. αι. 355· πηγαίνω εις το ναό να κάμω ν’ αρδινιάσου| ’ς τόπο ψηλό και ξανοιχτό αυτόνο ν’ ανεβάσου Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. δ΄ 143. 11) Εκτελώ, πραγματοποιώ: τ’ άλλα τά ορδίνιασε και τις να τα θυμάται| και τα καλά τά έκαμε και τις να τα ξηγάται; Γεωργηλ., Θαν. 320· Φαίνεται ο Μύρτζας άνδρας μου να είχε καμωμένα| στον κόσμον αμαρτήματα, κακά ορδινιασμένα,| να ’καμε φόνους περισσούς, πολλές παρανομίες Αιτωλ., Βοηβ. 267. 12) α) Δίνω εντολή, προστάζω (κάπ. να κάνει κ.): Ο κύρης εκατέβηκεν στο στάβλος· ορδινιάζει| τρία άλογα να στρώσουσιν Βεντράμ., Φιλ. 287· έναν της δούλον έκραξε για να τον ορδινιάσει Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1214]· Ο γενεράλες κάτεργα ορδίνιασε να βγούσι| γεμάτα ανθρώπους, μπόλμπερες κι εις τα Χανιά να μπούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 1597· β) ορίζω, παραγγέλλω: θέλω να σου δώσω μίαν ιατρείαν, την οποίαν ορδίνιασεν ο ιατρός να σου δώσω Μπερτολδίνος 149· γ) (σε διαθήκη) αφήνω εντολή, παραγγελία, ορίζω: να ’ναι κρατημένοι οι κομεσάριοί μου … οι οποίοι θέλω να έχου εξά να κάνου και να τελειώσου ό,τι εδώ θέλω ορδινιάσει Διαθ. 17. αι. 140· δ) συμβουλεύω, καθοδηγώ: τότε, όταν εγνώρισε ’τι έναι ώρα να σκολάσει,| αρχίνησε η ερωτική για να τον ορδινιάσει.| Και λέγει του: «Με την γνώση σου σέβα στο περιβόλι,| ’πιδέξια και φρόνιμα γιατί κοιμούνται όλοι» Τριβ., Ρε 264· τούτο ορδινιάζω σας, όλοι, μικροί μεγάλοι,| οποίος ακούσει φυλακήν, κανείς μηδέν γελάσει Σαχλ., Αφήγ. 428· ε) αποφασίζω: Θεωρώντα οι καβαλάρηδες τον θάνατον του ρε Πιερ, ορδινιάσα να βάλουν ρήγα τον σινεσκάρδον Μαχ. 5942. 13) α) Έχω (κάπ.) στις διαταγές μου· διευθύνω, ηγούμαι: τους φαμέγιους του σπιτιού εσύ τους ορδινιάζε| κι αν έναι φταίσιμον σ’ αυτούς συγκεραστά τους σάζε Δεφ., Λόγ. 321· αξαπολύθησαν και δεν είχαν καπετάνον να τους ορδινιάζει Μαχ. 19025· είπε του ο Φίλιππος: «Στρατιά καλά την σιάζεις| και όλον το φουσσάτο μου εσύ να τ’ ορδινιάζεις» Αλεξ. 252· β) διοικώ, κυβερνώ: το βασίλειο ορδίνιασε (ενν. ο Θησέας), ως επρεπε με τάξη Θησ. Β΄ [87]· του Κορνάρο έδωκε την εξουσίαν δικήν του,| για ν’ αρδινιάζει το λαό, να ’ναι στη δούλευσίν του Τζάνε, Κρ. πόλ. 49224· ελπίδαν έχω στον Θεόν, τα πάντα που κοιτάζει| και με την θείαν πρόνοιαν τον κόσμον ορδινιάζει Παλαμήδ., Βοηβ. 94· (εδώ προκ. για συναισθήματα) ελέγχω: Έχεις τον κόσμον το λοιπόν καθάρια να ’ξεικάζεις| και μετ’ αυτά τα πάθη σου με γνώση ν’ αρδινιάζεις Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 122· γ) επιβλέπω· φροντίζω, περιποιούμαι: το οποίον αμπέλι θέλει απού την σήμερον και ομπρός να το κρατεί ο ευλαβέστατος αφέντης πατέρας ο Χαλκιόπουλος … και να τ’ ορδινιάζει κάθα χρόνο, να το γοβερνάρει Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 1086· δεν έδιδε των ομματίων του ύπνον … διά να ορδινιάζει τόπους του Κυρίου και κατοικήσεις του Θεού Χίκα, Μονωδ. 71. 14) α) Διορίζω: διά τούτον εφάνην μας όλους αντάμα και ορδινιάσαμεν κουβερνούρην τον αδελφόν του ρηγός Μαχ. 4814· την αυτήν ημέραν ορδινιάσαν τον Νικολό τε Μοραπίτον διά βισκούντην Βουστρ. 484· β) χειροτονώ: ήρτεν ο βαχλιώτης του πάπα και έφερεν το σκιάδιν τού γαρδενάλλη και τες βούλλες διά να ορδινιάσουν τον πρωτονοτάρην γαρδενάλλην Μαχ. 67424. Β´ Αμτβ. 1) Δίνω, αφήνω εντολή: Ο αυτός ρε Πιερ ορδινίασεν και έδωκεν τα ’φίκκια του ρηγάτου τα χηράτα Μαχ. 8824· θέλει ο άνωθεν κυρ Φίμις να ορδινιάσει πρώτον διά το πράμαν του και δεύτερον διά την ψυχήν του Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 608. 2) Ορίζω, καθορίζω: εμέν επαρακάλεσεν ίνα επιγράψω και να τελειώσω την παρούσαν τση και ύστερον διαθήκην, καθώς αυτείνη ορδινιάζει Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 156· οπόταν πιστοί άνδρες θέλουσι καταστένεσθαι εις την κυβέρνησιν, καθώς ο άγιος Παύλος εις την προς Τιμόθεον επιστολήν ορδίνιασε Χριστ. διδασκ. 133. 3) Διοικώ, κυβερνώ: εκάθισε ο Ρωτόκριτος εις το θρονί και ορίζει.| Με φρόνεψη πορεύγεται, με γνώσην ορδινιάζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 1505· όλοι γοι αφέντες ήτον ’κεί στον τόπο πασαένας| κι εκείνοι κι ορδινιάζανε, δεν ήλειπε κανένας Τζάνε, Κρ. πόλ. 4816. 4) Ενεργώ: καταπώς τον όρισεν, αυτούνος ορδινιάζει Χούμνου, Κοσμογ. 795. IΙ. Μέσ. 1) α) Ετοιμάζομαι, προετοιμάζομαι (για κ.): ν’ αρδινιαστεί η γυναίκα του κι οι υιοί του κι οι νυφάδες,| να μπούσιν εις την κιβωτόν Χούμνου, Κοσμογ. 461· τους ελάφους έβλεπα απέσω εις το άλσος| και ορδινιαζόμουν να εμπώ ίνα τα πολεμήσω Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1370· ας πάμε τώρα, άρχοντες, όλοι ν’ αρδινιαστούμεν| κι εις το κυνήγι την αυγή όλοι μας να βρεθούμεν Ευγέν. 277· Έλα, Μπερτολδίνο, ορδινιάσου, διατί εσύ κάνει χρεία να ’λθεις μαζί μας Μπερτολδίνος 101· β) (προκ. για στρατιωτικό σώμα) ετοιμάζομαι για μάχη, συντάσσομαι, παρατάσσομαι: έκαμεν και ορδινιάστησαν ως εξακόσοι τότε,| οπού ’σαν όλοι διαλεκτοί και άξοι στρατιώται Αχέλ. 583· ο γενεράλες … όρισε να εμπούσι| στα κάτεργα τα τσούρματα κι όλοι ν’ αρδινιαστούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 33712· Ορδινιαστείτε το λοιπόν να πάμε στους εχθρούς μας,| για να τους καταλάβομεν Αλεξ. 465· γ) Παίρνω, μέτρα, μεριμνώ, φροντίζω: Πώς η βασίλισσα Ιππόλυτα γροικώντας πως έρχεται ο Θησεύς απάνου της, ορδινιάσθη διά τον αποκλεισμόν Θησ. (Foll.) I πριν στ. 86· πάσα γνωστικός άνθρωπος δε κατέχοντας πότες έχει να του έλθει αυτός ο θάνατος, πρέπει και τυχαίνει να ορδινιαστεί πρώτον διά την ψυχήν του και δεύτερον διά το πράμαν του Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 146· δ) Φροντίζω, ενεργώ (ώστε να γίνει κ.): Τριάντα αργύρια σού δίδομεν και να τα και ορδινιάσου| γοργόν με δίχως κόμπωσιν τον Ιησούν να πιάσου Μυστ. παθ. 13· ωσάν αποθάνω η άνωθέ μου θυγατέρα και κομμισσάρια να ορδινιαστεί να με θάψουσι στο μοναστήρι Διαθ. 17. αι. 536. 2) (Απρόσ.) δίνεται εντολή: τότε ορδινιάστηκεν όλοι τους να μισεύσουν Διακρούσ. 722. Η μτχ. παθητ. παρκ. ως επίθ. = προετοιμασμένος, έτοιμος: σαν άνδρα πεινασμένον,| οπού να τρώγει μ’ όρεξιν φαγίν ορδινιασμένον Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 644· τ’ άλογά τους πήρασιν ως ήσαν στολισμένα,| με σέλες και με άρματα για στράτ’ ορδινιασμένα Μαρκάδ. 552.
ορεξάτος,- επίθ.
Από το ουσ. όρεξις και την κατάλ. ‑άτος. Η λ. και σήμ.
Πρόθυμος: Δε λες πως ορεξάτη| σε τούτον (ενν. το γάμο) έναι η μάννα τση και πεθυμιά γεμάτη; Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 379· εφοβούνταν οι νεωκόροι θεωρώντες τον βασιλέα πως δεν ήτον τόσα ορεξάτος εις το σέβας αυτών Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 1159.
όρεξις ‑ξη- η, Ασσίζ. 9226, Χρον. Μορ. H 7705, Χρον. Μορ. P 2100, Σαχλ., Αφήγ. 14, Αχιλλ. N 521, Χρον. Τόκκων 1389, Μαχ. 67825, Γεωργηλ., Θαν. 303, Ιμπ. (Legr.) 206, Κορων., Μπούας 86, Απόκοπ. Επίλ. I 542, Πεντ. Γέν. III 6, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 2914, Αχέλ. 936, Χρον. σουλτ. 14131, Κυπρ. ερωτ. 12629, Πανώρ. Ε΄ 330, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 102, Ιστ. Βλαχ. 2382 [= Γέν. Ρωμ. 24], Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 746, Θυσ.2 888, Στάθ. (Martini) Γ΄ 291, Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 130, Τζάνε, Κρ. πόλ. 58015, κ.π.α.· όριξις ‑ξη, Χρον. Τόκκων 2684, Πεντ. Γέν. III 16, IV 7, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 63r.
Το αρχ. ουσ. όρεξις. Για το σχηματ. του τ. βλ. Hesseling [Πεντ. σ. XXVI-XXVII]. Διάφ. τ. της λ. σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ., Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. όροξη, Χατζιδ., Αθ. 24, 1912, 16-17 και Κωστ., Λεξ. τσακων., στη λ.). Η λ. (στον τ. όρεξη) και σήμ.
1) α) Βούληση, θέληση· επιθυμία: Φαλιέρ., Ιστ.2 600, Καλλίμ. 842, Διγ. Άνδρ. 34314· β) κλίση, ροπή: Συναξ. γυν. 473· γ) ερωτική, σαρκική επιθυμία: άλλον δεν έναι η έγνοια της (ενν. της πόρνης) είμη ν’ αναντρανίζει| τον άνδρα εις το πρόσωπον, συχνά να του κανύζει,| πώς να τον βάλει εις όρεξιν να την αναγυρέψει Βεντράμ., Γυν. 187· ολόγυμνην την έγδυσεν μετά του πουκαμίσου| και μετά πόθου έκαμεν όλην την όρεξίν του Αχιλλ. L 936· εφυλάχθηκα έως τώρα παρθένος και έφυγα τας ορέξεις της σαρκός μου Διγ. Άνδρ. 39525· Οι γέροντες κατέχω το πως όρεξη τσι σέρνει,| μα τίβετας η μπόρεση να κάμου δε τσι φέρνει Πανώρ. Γ΄ 321· (ως προσφών. αγαπημένου προσώπου): όρεξη, τείντα ’σαι λοιπόν πεθυμημένη| ανίσως κι έχω ό,τι νοιαστώ κι ό,τι μιλήσω; Κυπρ. ερωτ. 1025· δ) επιθυμία φαγητού, όρεξη: Οι γλυκόμνοστες τροφές … σύρνουσιν εις όρεξιν φαγιού όχι μόνον τους πεινασμένους, αλλά και καμιάν φοράν και τους τελείως χορτασμένους προσερεθίζοσιν Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.) 238· φαγών τούτο ωφεληθήσεται ου μικρώς, ώστε το χωνεύσαι και την όρεξιν διεγείραι Ιερακοσ. 50130· ε) επιθυμία ύπνου, νύστα: όρεξιν είχεν πάμπολλην απέ την αγρυπνίαν·| έπεσεν εκοιμήθηκεν, έφθασεν τρίτο ημέρας Πόλ. Τρωάδ. 138· στ) παράξενη επιθυμία, ιδιοτροπία: Ω φύση, πού ’βρες τέτοιαν αφεντίαν| κι αππόθθεν τίτοιες όρεξες σου μπαίννουν| και καταλυείς τά φτιάννεις δίχα αιτίαν; Κυπρ. ερωτ. 2610· ζ) προτίμηση: θε να βλογηθείς έναν της όρεξής σου| και αυτείνος να ’ναι φρόνιμος Δεφ., Λόγ. 445· σου τάσσω και μιαν αλλαξά ρούχα της όρεξής σου Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 133. 2) α) Διάθεση: Άσπλαχνη κι άπονη πολλά καρδιά είναι η γεδική τση| και πλια παρά του λιονταριού άγριά ’ναι η γιόρεξή τση Πανώρ. Γ΄ 458· Μιλώντα τση καθημερνό μπορεί να τσ’ απαλύνει| η γιόρεξη και προς εσέ να κάμει ελεημοσύνη Πανώρ. Α΄ 142· με καλήν όρεξιν ηθέλησεν (ενν. ο Αβραάμ) να κάμει τον ορισμόν του Θεού Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 128r· β) προθυμία· ζήλος: θυγατέρα σας ’ς τούτα όρεξη δεν έχει| και μηδέ θε να παντρευτεί, α δεν περάσου χρόνοι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 356· σπούδαξε στην χάριν του (ενν. του Θεού), κάμε την προσευκή σου| και σύγκλινε την κεφαλή μ’ όλη την όρεξή σου Θυσ.2 848· μόν’ σαν ακούσεις τον παπά που θέλει να σημάνει,| ευθύς σηκώσου, πάγαινε με όρεξιν μεγάλη Ιστ. Βλαχ. 1628· αν είν’ οι στίχοι χαμηλοί, πλεισιά ’ναι η όρεξή μου| κι έγραψα σ’ όλα που ’λαχα κατά την μπόρεσίν μου Τζάνε, Κρ. πόλ. 1359· γ) αφοσίωση· πίστη· εμπιστοσύνη: Αβράμ, μεγάλ’ η πίστις σου, μεγάλ’ η όρεξή σου Θυσ.2 945· εγνώρισεν ο Κύριος κι είδε την όρεξή σου·| ευλογημένος να ’σαι εσύ, το τέκνο κι η γυνή σου Θυσ.2 953· δ) χαρακτήρας: Πολλοί πριν τους γνωρίσουσιν φαίνονται γλυκολόγοι,| μάλλον καλοϋπόληπτοι, δείχνουν καλές ορέξες,| και αφού ποιήσουσιν γνωριμιάν, και ωσάν ακροθαρρέσουν,| τότε γαρ δείχνει ο καθεείς και την υπόληψίν του Σπαν. (Ζώρ.) V 301· ε) σκληρότητα, απονιά: περνάς στην όρεξη πάσα θεριό του δάσου,| και πλια άγρια παρά λιονταριού μου ’δειξες την καρδιά σου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 437. 3) Συναίσθημα, «καρδιά»: ο Θεός με βιάζει,| να κάμει ο νους κι η όρεξη εκείνα τά λογιάζει Θυσ.2 240· ο λογισμός κι η όρεξη πάντα ’ναι μετά κείνη| οπού μας επρωτόβαλε ’ς τσ’ αγάπης την οδύνη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1263. 4) Πρόθεση, σκοπός: τόσον εσύντυχεν ο αμιράς, ότι έκοψεν τον σουλτάνον από την κακήν όρεξιν όπου είχεν εις τον μαντατοφόρον Μαχ. 1849· τινάς εκίνησεν δόλιος για να δώσει| Τουρκών μαντάτα και αυτούς ούτως να παραδώσει (παραλ. 8 στ.) Αρχάγγελος ο Μιχαήλ είδεν την όρεξίν του| και να τον κάμει θέλησε να χάσει τη ζωήν του Αχέλ. 1430· είναι εχθροί σου φανεροί και να μη τους ακούσεις,| διότι έχουν όρεξιν ατοί τους να μεθύσουν| και σένα εις την γνώμην τους να σε παρακινήσουν Ιστ. Βλαχ. 2111. 5) Απόφαση: Τούτα τα μάτια οπού θωρείς και τρέχου σαν ποτάμι (παραλ. 1 στ.) δεν έχουν τόση δύναμη σήμερα να σε ποίσου| να με γνωρίσεις για παιδί, ν’ αλλάξει η όρεξή σου Θυσ.2 802. 6) Ασυγκράτητη ορμή: η όρεξις τους ενίκησεν, επήρεν τους το θάρρος| και πάλιν επιλάλησαν εικοσιπέντε μόνον·| σκότωμαν μέγαν έκαμαν εις όλον το φουσσάτον Αχιλλ. L 404. 7) Δύναμη· θάρρος: Τότες όσοι ’χαν την αντρειά όρεξιν βάνου λίγη| και πασαείς εγύρευγε όπου μπορεί να φύγει Τζάνε, Κρ. πόλ. 3893· πρεπό ’ναι πασαείς μ’ όλη την όρεξίν του| να πολεμήσει Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Γ΄ 79· Μη μου δειλιάς την όρεξη, να μη γιαγείρω οπίσω,| πιάσω μαχαίρι και σφαγώ και κακοθανατίσω Θυσ.2 363. 8) Συνεννόηση, συμφωνία: ανίσως ότι αγκαλέσει, ένι κρατημένος να ποίσει με τον αυθέντην του τοίχου καλήν όρεξιν διά να το αφήσει το βολίκιν του εις τον τοίχον του Ασσίζ. 1105. 9) Διασκέδαση: μέλλει διά να ’βγει| η θυγατέρα ’δώ κι εκεί για όρεξη να πάγει,| εις παραδιάβαση να βγει να πα παραδιαβάσει Διγ. O 50. 10) Υγεία: Πίστεψε και αγαπώ πολλά να ’χεις την όρεξή σου,| γιατί έχω ακριβότατη φιλότριαν τη ζωή σου Φαλιέρ., Ιστ.2 47. Εκφρ. 1) Εις όρεξιν κάπ. = σύμφωνα με την επιθυμία κάπ.: ο ίππος κατέπαιζεν εις όρεξιν του νέου Διγ. Z 1529. 2) Σ’ όλην την όρεξίν (μου) = όσο θέλω: Αφού αναπαύθη ο Θησεύς σ’ όλην την όρεξίν του,| και μετά ταύτα όρισε κι ηφέραν έμπροσθέν του| τον Παλαμόνε τον Θηβιόν Θησ. Β΄ [961]. Φρ. 1) Είμαι εις όρεξη να …, βλ. είμαι Γ΄ Φρ. 7. 2) Είμαι στην όρεξη κάπ. = ανταποδίδω την αγάπη κάπ.: Μα πε μου, ξεύρει κιαουλιάς τούτη η αγαφτική σου| το πως ποθείς για λόγου τση κι είναι στην όρεξή σου; Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 254. 3) Έρχεταί μου εις όρεξη να … = αποφασίζω να …: Εις όρεξ’ ήλθε μου λοιπόν διά στίχου για να γράψω| πολλά παραπονετική ιστοριά παλαία Θησ. (Foll.) I 2. 4) Έρχομαι εις όρεξιν = αποφασίζω: ει μεν ελθούν εις όρεξίν του να έχουσιν μαδίσει,| ο πρίγκηπας ελόγιαζεν εις τα φουσσάτα όπου έχει Χρον. Μορ. H 6607. 5) Έχω (σ’) όρεξίν (να) … = θέλω, επιθυμώ· έχω σκοπό να …: αν έχει σ’ όρεξιν ν’ ακολουθά τη μάχη,| φουσσάτα και άλλα φαγητά τού κάμνουν χρεία να ’χει Αχέλ. 1518· δεν είπες εκείνα οπού είχεν όρεξιν (ενν. ο βασιλιάς) Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 11139. 6) Ζητά κ. η όρεξή (μου) = επιθυμώ να φάω κ., λιγουρεύομαι: ανεβαίνει να κόψει ένα απίδι να το φάγει, διατί εβλάφτεντονε και εζήτηξέν το η όρεξή τση Κατά ζουράρη 73-4. 7) Θέλει η όρεξή (μου) = επιθυμώ, θέλω: ο ρήγας έχει την εξά κι είναι η δουλειά δική του| και μ’ απονιά γδικιώνεται, σα θέλει η όρεξή του,| ετούτη την αποκοτιάν οπού ’βαλεν ο νους σου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 244. 8) Κάνει μου όρεξη να … = θέλω, επιθυμώ, έχω διάθεση να …: πάλιν κάνει μου όρεξη να πα να κυνηγήσω Ευγέν. 845. 9) Λέγει (το) η όρεξή μου, βλ. λέγω (I) Φρ. 3. 10) (Με) βαστά η όρεξή (μου)/(με) παίρνει η όρεξη/με φέρνει η όρεξις = επιθυμώ, θέλω: Απόψε κάνει χρεία| να δείξομε τη δύναμη κι όλη μας την αντρεία,| η όρεξή σου α σε βαστά, να μη μασε γνωρίσου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 531· καν όσοι με αποπέφτουσι, βλέπε να μη φωνάξεις (παραλ. 2 στ.) και πάρει τους η όρεξη και έλθουν προς εσέναν Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1481· με ήφερεν η όρεξις κι επίασα το βιβλίον| εκείνο όπου γράφουσιν του τόπου τα συνήθεια Χρον. Μορ. H 7638. 11) Πέφτω εις όρεξιν να … = συμφωνώ να …: διά του λεγάτου τη διδαχήν, διά την ευχήν του Πάπα,| επέσαν οι άλλοι εις όρεξιν να απέλθουν εις την Πόλιν Χρον. Μορ. H 516. 12) Το κάνει η όρεξή (μου) = θέλω, επιθυμώ: θαυμάζομαι, μά το Χριστό,| πώς το κάμνει η όρεξή σου| κι η γιαγάπη η εδική σου Αγν., Ποιήμ. Α΄ 49.
ορφανία- η.
Το αρχ. ουσ. ορφανία. Τ. ορφανιά στο Βλάχ. και ορφάνια σήμ. Η λ. και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.).
1) Το να μείνει κανείς χωρίς γονείς, ορφάνεμα: Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. III 70. 2) Στέρηση, απώλεια αγαπημένου προσώπου: όλοι εκεί συνάγονται τον Έκτορα να κλάψουν,| κόπτονται πάντες και θρηνούν, την ορφανίαν φωνάζουν Πόλ. Τρωάδ. 610· (εδώ μεταφ.) έπεσε εις αυτούς μέγας θόρυβος και ανακάτωσις, κλαίοντες πάντες … την ορφανίαν. Και … έκαμναν και όρκους να μην τον αφήσουν (ενν. το βασιλέα) να μισεύσει Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 14633.
οσπίτιον- το, Λίβ. P 2721, Notizb. 15067, Rechenb. 61 Βησσ., Επιστ. 285, Σφρ., Χρον. (Maisano) 3820, Byz. Kleinchron. A΄ 829, 2066, Διήγ. Αγ. Σοφ. 15416, Ιστ. πατρ. 8212, Δωρ. Μον. (Hopf) 239, Διγ. Άνδρ. 33914, 4028, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 7232, Hagia Sophia ω 51214, 5146, κ.α.· εσπίτιν, Ασσίζ. 1010, 10829, 23329, 2435, Μαχ. 38611, 61014, κ.α.· ισπίτι, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1640, 2280· ισπίτιν, Διάλ. Ευθυμ. 131β400, 401 κριτ. υπ., Λίβ. Esc. 224, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1647, 3135, Απαρν. 14· οσπίτι, Χρον. Μορ. H 1419, 2060, 6039, Χρον. Μορ. P 2922, 5663, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 11913, Ιστ. πατρ. 13713, Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 124, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 38v, 82v, κ.α.· οσπίτι(ν), Αχιλλ. N 657, Χρον. Τόκκων 302 (γεν. εν. οσπίτι), μετά στ. 640, 642, 2797, 2801, Επιστ. Μωάμ. 674, Αρμούρ. (Αλεξ. Στ.) 177, Δωρ. Μον. XXIX, Βακτ. αρχιερ. 162· οσπίτιν, Σπαν. (Ζώρ.) V 337, 505, Προδρ. (Eideneier) I 28, 75,152, II 42 χφ Η κριτ. υπ., Διάλ. Ευθυμ. 131β400, 401, 404, Ελλην. νόμ. 52914, Ασσίζ. 39416, 47322, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 127, Πτωχολ. α 550, κ.α.· οσπίτι(ο)ν, Σπανός (Eideneier) Α 183, D 1752, Πανάρ. 6924, Χειλά, Χρον. 351, Σφρ., Χρον. (Maisano) 1584, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 339r, Κώδ. Χρονογρ. 617, Χρον. σουλτ. 9224, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 5416, Lettres 1453 876, κ.α.· σπίτι, Βησσ., Επιστ. 262, Διγ. Z 3422, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 220, Απαρν. 16, Θησ. Β΄ [875], Χούμνου, Κοσμογ. 608, Αλεξ. 2268, Συναξ. γυν. 632, Κορων., Μπούας 48, Βεντράμ., Γυν. 142, Πεντ. Γέν. VIΙ 1, Έξ. I 21, Αρ. III 24, Δευτ. XIX 1, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 195v, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1049, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 7121, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 55, Μεταξά, Επιστ. 4733, 35, Στάθ. (Martini) Β΄ 97, Ιντ. α΄ 39, Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 100, Βακτ. αρχιερ. 140, Λίμπον. 486, Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 382, Διακρούσ. 7812, 11615, Τζάνε, Κρ. πόλ. 16315, 17914, 40822, Hagia Sophia v 54310, f 5858, κ.π.α.· σπίτι (ν), Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2602, Αχιλλ. L 1036, Χρον. Τόκκων 1310, Byz. Kleinchron. A΄ 21017, 5084, Βεντράμ., Φιλ. 341, Δωρ. Μον. (Hopf) 239, Σεβήρ., Διαθ. 192, κ.α.· σπίτιν, Προδρ. (Eideneier) III 273-72 χφφ ΡΚ κριτ. υπ., Ασσίζ. 64, 7320, 23221, 48129 (έκδ. ‑ις), Ιατροσ. 23162, 165, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 601, Σπανός (Eideneier) Α 28, Χρον. Μορ. P 5094, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 215, 217, Σαχλ., Αφήγ. 230, Απολλών. 483, Χρον. Τόκκων 1174, Μαχ. 18411, 36214, Θησ. Ζ΄ [353], Άσμα σεισμ. 24, Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 251, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 348 (πληθ. σπίδια), Πηγά, Χρυσοπ. 233 (6), Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 448, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 14v, Ροδολ. (Αποσκ.) Δ΄ 563, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 696, κ.π.α.· σπίτι(ο)ν, Σπαν. O 101, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 400, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 945, Εκλογής χειρόγρ. 24710, Αιτωλ., Βοηβ. 122, Ανων., Ιστ. σημ. ρμα΄, Σουμμ., Ρεμπελ. 16923, Βακτ. αρχιερ. 26· σπίτιον, Αρσ., Κόπ. διατρ. [747], Διγ. Άνδρ. 34722, 35716, 36014, Διαθ. Νίκωνος 226, Βακτ. αρχιερ. 159, 167, 170, Μπερτόλδος 8, 15.
Από το λατ. hospitium. Ο τ. εσπίτιν και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 545 και 794, λ. σπίτιν). Ο τ. ισπίτι σε βυζ. παροιμ. (Πολ. Ν., Επετ. Παρνασσ. 2, 1898, 118) και σε έγγρ. του 16. αι. (Bakk.-v. Gem., Κρητολ. 6, 1973, 35) και ισπίτιν σε έγγρ. του 16. αι. (Bakk.-v. Gem., Κρητολ. 6, 1973, 53, Μανούσ., Μεσ. Ν. Ελλ. Δ΄, 1992, 19). Ο τ. οσπίτι σε έγγρ. (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 27, 1984, 372) και σε γράμμα (Κυρίλλ., Επιστ. 1413) του 17. αι. Ο τ. οσπίτιν σε παπυρ. του 6.-7. αι. (Kaps., Vorunters. 98 και Ανδρ., ΕΕΒΣ 14, 1938, 533) και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. οσπίτιν). Ο τ. οσπίτι(ο)ν στο Lampe, Lex., λ. οσπίτι(ον), οσπήτιον. Ο πληθ. σπίδια σε κυπρ. ποιήμ. (Παπαδ. Θ., Κυπρ. Σπ. 36, 1972, 10866, 41, 1977, 20553) όπου και άλλοι τ. της λ. Ο τ. σπίτι από τον 5. αι. (Τριαντ., Άπ. 1, 25 σημ. 1), τον 8.-9. αι. (Lampe, Lex., λ. σπίτι) και σήμ. Ο τ. σπίτι(ν) και σήμ. στη Ρόδο (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. σπίτι(ν)). Ο τ. σπίτιν στο Meursius (λ. σπήτιον) και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. οσπίτιν, Σακ., Κυπρ. Β΄ 545 και 794, λ. σπίτιν). Ο τ. σπίτιον στο Meursius, λ. σπήτιον. Πληθ. χωσπίτια σε επιστ. του 17. αι. (Μαυροειδής, Δωδώνη 7, 1978, 15079) και σπίθια σε ποιήμ. (Τραγ. Αληδ. 112, 217, 299, 364, 368, Κρ. δημ. τραγ. XVI). Διάφ. τ. της λ. σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. οσπίτιν, Ανδρ., Ελλην. 29, 1976, 232). Η λ. σε παπυρ. του 4.-5. αι., σε Σχόλ. και στη Σούδα (L‑S Suppl.)· βλ. και Lampe, Lex., λ. σπίτι και Τριαντ., Άπ. 1, 25 σημ. 1.
1) α) Σπίτι, κατοικία κάθε είδους: τους βγάνουν απ’ τα σπίτια τους (ενν. οι Τούρκοι τους χριστιανούς) κι εκείνοι κατοικούσιν Διακρούσ. 10921· το τέτοιον και παράξενον του Έρωτος το σπίτιν Λίβ. Esc. 285· Πρεπό ’τονε να στρέψομε σπίτι συντροφιασμένες,| καθώς κι αποδεκεί ’μεστα κι οι δυο μας μισεμένες Πανώρ. Β΄ 423· (στον πληθ. αντί εν.): αν γεννήσει (ενν. η γυναίκα μου) παιδίν αρσενικόν και ζήσει και πανδρευθεί, αφήνω τα οσπίτια μου του υιού μου, εις το οποίον σπίτιν εγώ κατοικώ Διαθ. Ακοτ. 146· Ήξευρε, πατέρα, ότι ήμαθα και ήλεγες να εβγάλεις την νύφην σου από τα σπίτια της, α μου έρθει τίβοτας Γράμμα κρ. διαλ. 7· εκφρ. (1) έξω σπίτια, βλ. έξω 4β· (2) σπίτι ανοιχτό, βλ. ανοιχτός 1α1 εκφρ.· β) (συνεκδ.) πρόχειρο κατάλυμα, (εδώ) στρατιωτικό κατάλυμα: πριν τότε δε αυγερινού ’κ το σπίτι του εξέβη Κορων., Μπούας 60· εγώ ήλθα εις την ντέντα μου, εκείνη (ενν. η Μαξιμώ) δε πάλιν υπήγεν εις το οσπήτιόν της Διγ. Άνδρ. 3948. 2) (Στον εν. και τον πληθ.) παλάτι, αρχοντικό: μετ’ αυτόν επέζεψαν εις του ρηγός το σπίτι Χρον. Μορ. H 6434· τες νύκτες εβλέπαν τες πόρτες του σπιτίου τού κοντοστάβλη Μαχ. 37421· ο ρήγας επήγε ν’ αλλάξει τα φορήματά του εις τα σπίτια του σιρ Τεμένζ Πετρέ, πουρζέζης της Αμοχούστου Μαχ. 31213· έκφρ. οσπίτια της αφεντίας = παλάτι: όρισεν (ενν. ο μισίρ Ντζεφρές, ο μπάιλος του Μορέως) κι αππλικέψαν τον στης αφεντίας τα οσπίτια Χρον. Μορ. H 2317. 3) Κατάλυμα ζώου, φωλιά: εις ένα σπίτιν όμορφον να πα να κοιμηθούμε (ενν. ο λύκος και η αλουπού) Γαδ. διήγ. (Pochert) 15e· στρέφουνται (ενν. πάσα πτηνόν) ποιον στο σπίτιν ποιον στο δάσος Κυπρ. ερωτ. 1065. 4) Τμήμα σπιτιού α) δωμάτιο (Για τη σημασ. βλ. Dawkins [Μαχ. Β΄ σ. 92]): εφέραν μίαν μεγάλην σανία … γεμάτην μαργαριτάριν χοντρόν και πέτρες ατίμητες … και εχένωσεν εις την γωνίαν του σπιτίου Μαχ. 8218· β) υπνοδωμάτιο: το οσπίτιον δε τούτο, όπερ ανεπαύοντο οι βασιλείς, κείται κατά την αριστεράν πλευράν του ναού Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 224· γ) κεντρική αίθουσα θρόνου σε παλάτι: Ο Δάρειος εκάθισεν εις ένα θρονίν υψηλόν … Ήσαν στύλοι εις τες τέσσερεις κόχες του σπιτίου Διήγ. Αλ. G 2762· δ) βασιλικά διαμερίσματα: συνηθείας και τάξεως ούσης εις τα των βασιλέων οσπίτια ότι του πατρός οι κελιώται να χωρώσι και εις τα κελία των υιών αυτού Σφρ., Χρον. (Maisano) 348· ε) πάτωμα σπιτιού: γράψον τούς … ψαλμούς με το αίμαν του μαύρου πετεινού και χώσε το εις το σπίτιν να περιπατούν απάνω Σταφ., Ιατροσ. 23. 5) Οικογένεια, φαμελιά: είναι (ενν. οι πραγματευτάδες) άνθρωποι ξένοι … και τρέφουσι τα σπίτια τους με μόχθους και με κόπους Ιστ. Βλαχ. 2156· ο Ιωάννης να δίδει κάθα χρόνον … υπέρπυρα δώδεκα εις έξι οσπίτια καλών ανθρώπων Διαθ. Ακοτ. 147· Εξ εμού του γράψαντος Αλεξάνδρου του υιού σου,| να σ’ εύρει η γραφή καλά με όλους του σπιτιού σου Αλεξ. 2680· έκφρ. (άνθρωπος) του σπιτιού = αυτός που ανήκει στην υπηρεσία κάπ.: Ακόμη εδώσανε άλλα εκατό ρεάλια ενού ανθρώπου του σπιτιού τού άνωθεν πρεβεδούρου Σουμμ., Ρεμπελ. 16728· Γυναίκα είχε κάποιος κακόγνωμην στους τρόπους,| κι εμίσα του σπιτίου της τους άλλους τους ανθρώπους Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 932· είπεν ο Αβραάμ προς το σκλάβο του, πρωτόγερος του σπιτιού του οπού ’ξουσιάζει εις όλο ος αυτουνού Πεντ. Γέν. XXIV 2· εκφρ. (1) γέννημα του σπιτιού, βλ. γέννημα(ν) 1β· (2) σπίτι γονεού ή γονεών, σπίτι … πατρικόν = η οικογένεια στην οποία γεννιέται κάπ., η πατρική οικογένεια: σηκώσετε το λογαριασμό όλης της συναγωγής παιδιά του Ισραέλ από υιόν είκοσι χρόνος και απάνου εις σπίτι των γονεών τους Πεντ. Αρ. XXVI 2· μεγαλωσιάνος σπίτι γονεού τού Γερσονι Ελιασερ υιός τού Λαέλ Πεντ. Αρ. III 24· βουτάς … και τρώγεις την (ενν. την αθερίνα) ολώμην| ως έμαθες στο σπίτιν σου, πτωχή, εις το πατρικόν σου Πουλολ. (Τσαβαρή)2 349· (3) υιός του σπιτιού = οικογενής, αυτός που γεννήθηκε από γονείς στην υπηρεσία κάπ.: ιδού εμέν δεν έδωσες σπορά, και ιδού ο υιός του σπιτιού μου κλερονομάει εμέν Πεντ. Γέν. XV 3· (4) ψυχές του σπιτιού = υπηρέτες: επήρεν ο Εσαύ τις γεναίκες του και τους υιούς του και τις θεγατέρες του και όλες τις ψυχές του σπιτιού του και το ζωντόβολό του Πεντ. Γέν. XXXVI 6. 6) Το αφεντικό, ο κύριος του σπιτιού: τοιούτον άνθρωπον ακόμη| άλλο οσπίτι μη τον έχει Πτωχολ. α 281· ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Η ομορφιά με σκλάβωσε η τόση της κεράς σου| κι ήθελα να την ήκαμες …| δυο λόγια να μ’ αφουκραστεί, … (παραλ. 13 στ.) ΦΟΛΑΣ: Πού τό ’βρηκες το τόλαρο; ΠΕΤΡΟΥΤΣΟΣ: Λόγο να πω στο σπίτι| μου το ’δωσε ο Δάσκαλος, κι επιάσε με μεσίτη Στάθ. (Martini) Β΄ 193· έκφρ. κυρά του οσπιτίου, βλ. κυρά 6 έκφρ· 7) (Με τα επίθ. καλός, μεγάλος) επιφανής οικογένεια ή καταγωγή: ήτον (ενν. ο σερ Τζονάν Αρόνιος) απού καλόν σπίτιν, Κατελάνος, και ο ρήγας εποίκεν του πολλά καλά Βουστρ. 479· άλλοι είναι από τα Χανιά, από μεγάλο σπίτι·| και αρχόντισσες ευγενικές εις διακονιάν γυρίζουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 2336. 8) α) Βασιλικός «οίκος», δυναστεία: Ο δε μακαρίτης και αυθέντης μου ο βασιλεύς τι ουκ έπραξε κρυφίως και φανερώς προς βοήθειαν του οσπιτίου αυτού και των Χριστιανών ή της ζωής αυτού; Σφρ., Χρον. (Maisano) 14021· β) βασιλική «αυλή»: εν Κερκύρᾳ μετά της βασιλίσσης μείνω, άρχων του οσπιτίου αυτής Ψευδο-Σφρ. 5507· εγώ από τε του ελέους τού … Θεού, από τε της λύπης …, από τε της αταξίας πάντων των του οσπιτίου αυτού ανήκοος εγενόμην Σφρ., Χρον. (Maisano) 16824· γ) βασίλειο: επλήγωσεν ο Κύριος το Φαρώ πληγές μεγάλες και το σπίτι του ιπί αφορμή της Σαραί, γεναίκα του Αβράμ Πεντ. Γέν. XII 17· από της λύπης ήθελεν γενείν και ασθενέστερος και ολιγοχρονιότερος (ενν. ο αμιράς)· και μέσον τούτου ήθελεν αναρρωσθήναι και το οσπίτιον εκείνο Σφρ., Χρον. (Maisano) 1084. 9) α) Έθνος, φυλή: τα πρόβατα τα χαμένα του σπιτίου του Ισραήλ Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ματθ. ι΄ 6· ανήρ από το σπίτι του Ισραέλ Πεντ. Λευιτ. XVII 8· (εδώ προκ. για μια από τις 12 φυλές του Ισραήλ): εδιάβην ανήρ από το σπίτι του Λεβί και επήρεν τη θυγατέρα του Λεβί Πεντ. Έξ. II 1· β) (συνεκδ.) ο λαός, οι πολίτες ενός έθνους: έκραξαν το σπίτι του Ισραέλ το όνομά του Μαν Πεντ. Έξ. XVII 31· έκφρ. τα σπίτια τούς λας, βλ. λαός 3γ έκφρ. γ. 10) Πατρίδα: εστράφην εις το σπίτιν του, στων Αθηνών την χώρα Βεντράμ., Φιλ. 26· επίστρεψαν όλοι οι Ιουδαίοι εις τα σπίτια τους εις την Ιερουσαλήμ Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 212r. 11) Σπιτικό, νοικοκυριό: Ταύτα δε πάντα (αναφ. σε φαγητά) χρήζουσι κατ’ έτος εις το οσπίτιν| και πλούσιοι και πένητες … Προδρ. (Eideneier) II 73· Εγώ κρατώ το οσπίτιν σου και την υποταγήν σου Προδρ. (Eideneier) I 90. 12) Περιουσία: Ορίζει ο νόμος και η ασσίζα ότι ο αυθέντης ένι κρατημένος να πλερώσει όλα, και ας βλέπεται ο καθές καλά ποταπού ανθρώπου δίδει το εσπίτιν του Ασσίζ. 1601· ας βλέπεται καλά πάσα άνθρωπος ποταπού ανθρώπου παραδίδει την εμπαλίαν του εσπιτιού του Ασσίζ. 41117. 13) Κτήριο, οικοδόμημα, οίκημα: έλεγε (ενν. η γυναίκα που ταυτίζεται με την πατρίδα): «να βουλίζανε κι εις τ’ άκταφα να πάσι| τα σπίτια και το πέλαγος εμένα να σκεπάσει …» Τζάνε, Κρ. πόλ. 17811· την χώραν την αφάνισεν που κάτω που τον πάτο,| τα σπίτια και τα τείχη της έβαλεν άνω κάτω Παλαμήδ., Βοηβ. 198· έβαλε (ενν. ο ρε Λέουν) να πλερώννουν δέκατον το ρέντον τούς καβαλλάρηδες και παροίκους και ελευθέρους, και όλα τα σπίτια της Λευκωσίας, φούρνους, μύλους, λουτρά Μαχ. 60633. 14) α) Μοναστήρι: ημείς, αυθέντα, οι καλόγηροι, oπ’ ευρισκόμεσθεν εις αυτό το μοναστήριον, ήλθομεν να σε προσκυνήσομεν … να γλυτώσεις με την ευσπλαγχνίαν σου τούτο το σπίτι, όπου λέγεται και είναι οίκος Θεού Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 194· πάντες (ενν. οι μοναχοί) εσηκώθησαν, εφύγασιν αυτίκα,| ελπίζοντες ότι χαλά το σπίτιν να τους πνίξει Προδρ. (Eideneier) III 253 χφ Ρ κριτ. υπ.· β) οίκημα στη δικαιοδοσία μοναστηριού: Εάν γένηται ότι είς άνθρωπος κανονισμένος οπού ένι αρχηγός ή οικονόμος ή οριστής και διδοί, ήγουν νοικιάζει σπίτια ή εις έφυτα και έρχεται και αγκαλεί εις την αυλήν Ασσίζ. 9322‑3· ο μέγας μάστορος να ορδινιάσει τοιούτον αδελφόν εμπαλήν επάνω εις τα σπίτια Ασσίζ. 9413· Εάν γίνεται οτι είς άνθρωπος οπού ένι της ευσεβείας, οπού ένι μαΐστορος ού κουμεντούρης ενού εσπιτίου Ασσίζ. 34317· γ) έκφρ. σπίτι ασκητικό = ασκητήριο, σκήτη: Έδωκε και τους κληρικούς κελλία τριγύρου από την εκκλησίαν κατά την τάξιν τους. Έδωκε και τες ψάλτριες σπίτια ασκητικά Hagia Sophia f 59728. 15) α) Λατρευτικός χώρος, οικοδόμημα αφιερωμένο στη λατρεία του Θεού: λεγόντων ημών των χριστιανών προς υμάς: «Πόθεν απέρχεσθε και προσκυνείτε;» Λέγετε δε υμείς ότι «Εις του Θεού το οσπίτι» Διάλ. Ευθυμ. 131α399, 403· (εδώ προκ. για το ναό της Αγ. Σοφίας): να σε δοξάζουν (ενν. Θεέ) ασεβείς στο άγιόν σου σπίτιν,| απέσω στην Αγιάν Σοφιάν, στα άγια των αγίων; Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 154· (εδώ προκ. για το όρος Χωρήβ, στη χερσόνησο του Σινά): Ο δε των πάντων Βασιλεύς Θεός … εδιάλεξε τούτο το αγιότατον όρος· το οποίον έκαμε σπίτι και παλάτιόν του με το να φανεί εις αυτό και να δώσει … τον Νόμον, λέγω, των δέκα εντολών Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 48· β) (προκ. για εβραϊκή συναγωγή): μη φέρεις δώσμα κούρβας και τιμή σκυλιού σπίτι του Κυρίου του Θεού σου εις παν τάγμα Πεντ. Δευτ. XXIII 19· γ) (προκ. για τον τάφο του Μωάμεθ στη Μέκκα): ει μεν επαναπαύεται ο Θεός εν τῳ οσπιτίῳ εκείνῳ και μόνῳ, εξ ανάγκης ην και φοβερόν μυστήριον εν τῳ τόπῳ Διάλ. Ευθυμ. 131407. 16) α) Ξενοδοχείο: FILOCRATE: Πού στέκει ο Δημόφιλος ο μέγας ξενοδόχος; (παραλ. 32 στ.) CALONIDE: (παραλ. 1 στ.) … μ’ ερωτάς διά τον πενθερόν μου.| Ημείς έναι καιρός πολύς όπου κανένα ξένον| εδέχθημαν στο σπίτιν μας Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 50· Έχω και φόβον ου μικρόν να πάγω εις άλλο σπίτιν,| ότι βαστώ πολύτιμα λιθάρια και χρυσάφιν Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 71· β) ξενώνας φιλοξενίας (Για το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ 2, 135): ευθύς επρόσταξε (ενν. ο αυθέντης του Μπουκουρέστι) σπίτια να ετοιμάσουν| σ’ αυτά να τους πεζεύσουσι και να τους αναπαύσουν Μαρκάδ. 695· γ) ξενώνας φιλανθρωπικός (Για το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ 2, 130 κε.): σπίτιν και απαντοχή να καλυβιστούν, να πέσουν| ξένοι τινές αιχμάλωτοι … Γεωργηλ., Θαν. 610. 17) (Εδώ) η κιβωτός του Νώε (Για τη σημασ. βλ. Τσαβαρή [Πουλολ.2 σ. 405]): Ηξεύρεις, όταν ήμεθεν εις ένα σπίτι οι δύο| έναν αυθέντην είχαμεν (ενν. το Νώε) Πουλολ. (Τσαβαρή)2 535. 18) Αποθήκη: έχεις (ενν. ασβέστην) ένα σπίτιον γεμάτο Διαθ. Νίκων. 22623· έκφρ. του σιταριού το σπίτι = αποθήκη σιταριού: Ήσωσεν ο Ρωτόκριτος στου σιταριού το σπίτι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 573. 19) Μαγαζί, (εδώ) φούρνος, αρτοποιείο: Ως γαρ εδιέβαινα προχθές πλησίον μαγκιπείου,| και βλέπω την μαγκίπισσαν έσωθεν ισταμένην (παραλ. 2 στ.). Εσέβηκα στο σπίτιν της και προσεκύνησά την Προδρ. (Eideneier) III 171 χφ Ρ κριτ. υπ. 20) Κακόφημο σπίτι, πορνείο: έβαλε (ενν. ο Χέοψ) την θυγατέρα του εις ένα σπίτιον, όποιος θέλει να παγαίνει εις ταύτην με μισθόν αισχρού έργου Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 239· εάν θέλει (ενν. κανείς άνθρωπος) να λάβει εκείνο τό έδωκεν της γυναίκας της αμαρτωλής, εντέχεται να ποιήσουν να έλθει είς Σαρακηνός εις ένα σπίτιν να πέσει μετά του με α΄ παλούκιν ξυλένον Ασσίζ. 4154. 21) Τόπος, επικράτεια: εγώ ήρτα εις τα χέρια σας ως γοιον απελπισμένος εις το σπίτιν σας, και εμόσετέ μου να με συντροφιάσετε ως την Βενετίαν εις τον έξοδόν μου Μαχ. 53222· ουδέν ουν εφάνη πρέπον εχθρούς … ημών να τους φήσομεν να επάρωσι τοιούτον κάστρον εις την μέσην του τόπου μας … Και εξετάσαντες το πράγμα εστήσαμεν να μηδέν γένηται και … ήλθομεν εις το οσπίτιον ημών Σφρ., Χρον. (Maisano) 5813. 22) Διοικητική έδρα (Για τη σημασ. βλ. Βρανούσης, ΕΜΑ 12, 1962, 61, 72): ήτον (ενν. ο Σπάτας) αυθέντης μέγας και εξουσιαστής εις το Δέλβινον, Φοινίκι και όλην την Αλβανίαν … υποκείμενος τῳ των Ρωμαίων βασιλεί, και το οσπίτιόν του ήτον εις το Φοινίκι Ιστορ. δεσποτών Ηπείρ. 1728‑29. 23) Πόλη, (εδώ) η Κωνσταντινούπολη: αυτό το σπίτιν το άπειρον, η Κωνσταντίνου πόλις Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 644· τον αγριόπιστον να εβγάλετ’ εκ το σπίτι,| εκ την Κωνσταντινούπολιν, τη νέα Ρώμη λέγω Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 610· Εχάσασιν (ενν. οι Ρωμαίοι) το σπίτιν τους την Πόλιν την αγία Ανακάλ. 3. Εκφρ. 1) Σπίτι σκλαβιών ή σκλάβων = τόπος, γη δουλείας: σε έβγαλεν από την ηγή την Αίγυφτο από σπίτι σκλαβιών Πεντ. Δευτ. XIII 11· είπεν ο Μοσέ προς τον λαό: «Θυμού την ημέρα ετούτη ος εβγήκετε από την Αίγυφτο, από σπίτι σκλάβων …» Πεντ. Έξ. XIII 3. 2) Του Πλούτωνος σπίτια = Άδης: εις σκοτεινά του Πλούτωνος σπίτια ουδέν εσέβη Κορων., Μπούας 62. 3) Σπίτι της φυλακής ή της φύλαξης = φυλακή: επήρεν ο αφέντης του Ιοσέφ αυτόν και έδωσέ τον προς σπίτι της φυλακής, τόπος ος οι φυλακωμένοι του βασιλεά Πεντ. Γέν. XXXIX 20· αδερφός σας ένας να φυλακωθεί εις σπίτι της φύλαξής σας Πεντ. Γέν. XLII 19. Η λ. και σε τοπων.: Πορτολ. A 2464, 6, 7· έκφρ. σπίτι του Πεόρ = (πιθ.) το βουνό Φογώρ (Για τη σημασ. βλ. ΠΔ, Δευτ. 34, 6): Πεντ. Δευτ. XXXIV 6.
οσπιτόπουλο(ν)- το, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 15110· σπιτόπουλλον· σπιτόπουλο, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 10316· σπιτόπουλον, Διήγ. Αλ. V 26 δις, Hagia Sophia ω 51521.
Από το ουσ. οσπίτιον και την κατάλ. ‑πουλο(ν). Ο τ. σπιτόπουλο σε έγγρ. του 16. αι. (Μέρτζιου, Κρ. Χρ. 15-16, 1961/62 τεύχ. β΄, 280). Ο τ. σπιτόπουλον σε έγγρ. του 17. αι. (Δετοράκης, Κρ. Εστ. 1, περ. δ’, 1987, 122). Τ. (ο)σπιτόπ’λλον σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.).
1) Μικρό οίκημα, κτίσμα για διάφ. χρήσεις: τους έβαλε (ενν. ο αφέντης ο Τζιρβάν) εις ένα σπιτόπουλο οπού ήταν εις την αυλήν του μέσα κτισμένο με πηλόν, οπού με πάσα παραμικρό σύνεργο το έσπαγαν Σουμμ., Ρεμπελ. 187· υποκάτωθεν (ενν. του δένδρου) ήτον ωσάν σπιτόπουλον και δεν ήτον βολετόν ότι να φαίνεται από πούποτες Διγ. Άνδρ. 38920· εκουβανούσαν άσπρα και τα ήφερναν εις το σπιτόπουλον οπού εφτίασεν ο βασιλεύς σιμά εις το ρολόγιον Διήγ. Αγ. Σοφ. 15120· όρισεν (ενν. ο Φίλιππος) και εποίησαν σπιτόπουλον, κουβούκλιν σιδερένιο, και έβαλεν το (ενν. το πουλάριν) απέσω Διήγ. Αλ. V 31· (προκ. για κατοικία· εδώ με το επίθ. μικρός πλεοναστικά): κείνου η αρχόντισσα έσσω ’τον σφαλισμένη,| σ’ έναν σπιτόπουλλον μικρόν ήτον εκεί κρυμμένη Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 478. 2) Μικρός, περιορισμένος χώρος· χώρος όπου ασκητεύει μοναχός, (εδώ) σπηλιά: εσυνέβηκε να σέβει η … μητέρα του Νεοφύτου μέσα εις το σπιτόπουλον, οπού εστέκετον μοναχός του και ασκήτευεν ο υιός της και εστοχάζετον με τον νουν του τον Θεόν Ροδινός (Βαλ.) 224.
οστράκινος,- επίθ., Ιατροσόφ. (Oikonomu) 434, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 9124, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 12726, Διήγ. Αλ. Yal. 220, Διακρούσ. 11015.
Το αρχ. επίθ. οστράκινος. Η λ. και σήμ.
Πήλινος: εγέμισεν τον οστράκινον πίνακαν νερόν Διήγ. Αλ. V 22· (σε μεταφ.) (πβ. Lampe, Lex., στη λ.): πιστεύω δε πως εις ολίγον καιρόν να με έχεις και εμένα εκεί να με γηροκομήσεις, οπόταν τούτο το οστράκινον σκεύος του σώματός μου θέλει ραγίσει Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 127.
όταν,- σύνδ., Χρον. Μορ. P 3456, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 222, 378, 437, Περί ξεν. A 187, Περί ξεν. V 30, Αχιλλ. L 515, Διήγ. Αλ. G 26724, 26821, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 135, Λίμπον. 19, Τζάνε, Κατάν. Αφ. 16, 316· άνδα, Εβρ. ελεγ. 172· άντα, Ασσίζ. 162, Χρον. Τόκκων 2688, Μαχ. 2433, 9438, 3526, 3547, 43228, 51227, Κανον. διατ. 394· αντά, Ασσίζ. 11028, Κυπρ. ερωτ. 431, 612, 7544, 814, 9537, κ.α.· άνταν, Μαχ. 1023, 1032, 2615, 4426, 10014, 1907, 2629, 40014, 6068, Βουστρ. 426, 449, 461, 471, 509, 537, 542, Κανον. διατ. 380, κ.α.· αντάν, Μαχ. 2144, 5506, Κυπρ. ερωτ. 2414, 495, 506, 528, 10515, κ.α.· ’νταν, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 2657 όνδες, Εβρ. ελεγ. 160· όντα, Ασσίζ. 4029, 5210, 3054, 33322, 45321, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 676, Σαχλ. N 308, Σαχλ., Αφήγ. 121, 844, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2271, Φαλιέρ., Λόγ. 294, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 321, Μαχ. 45815, 58632, 65436, Θησ. (Foll.) I 34, 68, Γαδ. διήγ. (Pochert) 30e, 294f, Διήγ. Αλ. V 56, Απόκοπ.2 386, Αγν., Ποιήμ. Γ΄ 15, Ριμ. Απολλων. 22, Σκλάβ. 251, Πένθ. θαν.2 535, Βεντράμ., Γυν. 56, 174, Δεφ., Λόγ. 452, Πεντ. Δευτ. VI 7, Κυπρ. ερωτ. 51, 795, 1074, Πανώρ. Α΄ 157, 362, Γ΄ 415, 594, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 447, Β΄ 300, Γ΄ 113, Δ΄ 751, Ε΄ 169, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Α΄ 101, Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 56, Πιστ. βοσκ. V 6, 57, Βοσκοπ.2 326, Θυσ.2 134, 340, Στάθ. (Martini) Α΄ 2, 97, Ροδολ. (Αποσκ.) Ε΄ 626, Διήγ. ωραιότ. 956, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 362, κ.α.· οντά, Αλεξ. 2682, Συναξ. γυν. 971, Ροδολ. (Αποσκ.) Ε΄ 578, Τζάνε, Κρ. πόλ. 27516· όνταν, Κομν., Διδασκ. Δ 56, Προδρ. (Eideneier) III 60 χφ Ρ κριτ. υπ., 70 χφ Ρ κριτ. υπ., Ασσίζ. 2207, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 484, Χρον. Μορ. P 348, Σαχλ., Αφήγ. 704, Φαλιέρ., Ιστ.2 15, Μαχ. 1433, 20418, 42016, 59225, Ch. pop. 229, Βουστρ. 534, Γαδ. διήγ. (Pochert) 90Β, Πεντ. Λευιτ. XXVI 44, Δευτ. IV 46, Κυπρ. ερωτ. 10524, Πανώρ. Β΄ 357, Γ΄ 99, Θυσ.2 388, κ.α.· οντάν, Προδρ. (Eideneier) III 60 χφ Ρ κριτ. υπ., 70 χφ Ρ κριτ. υπ.· όντας, Θρ. Κύπρ. M 625, Πανώρ. Β΄ 12, 32, Δ΄ 382, Φαλλίδ. 35, 52, Θυσ.2 346, 826, 829, Στάθ. (Martini) Α΄ 121, Β΄ 80, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 302, Ε΄ 53, 334, κ.α.· όντε, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1711, Σαχλ., Αφήγ. 448, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1601, Φαλιέρ., Ιστ.2 633, Καραβ. 4965, Απόκοπ.2 104, Πανώρ. Α΄ 376, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 240, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 118, 153, Β΄ 648, Γ΄ 1389, Δ΄ 962, Ε΄ 381, Θυσ.2 828, Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 393, Β΄ 59, Ε΄ 605, Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 535, Τζάνε, Κρ. πόλ. 57215, κ.α.· οντέ, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ' 664· όντεν, Σαχλ. N 396, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 823, Φαλιέρ., Ιστ.2 245, Ch. pop. 118, Ριμ. κόρ. 584, Πεντ. Γέν. XXV 6, Δευτ. XXXI 27, Πανώρ. Α΄ 163, Δ΄ 1, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 340, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 857, Δ΄ 1013, Λεηλ. Παροικ. 621, κ.α.· οντέν, Τσιρίγ., Επιστ. 1694, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 6612, 769, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 707· όνυενε, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. δ΄ μετά στ. 78· όντες, Πανώρ. Γ· 181, Δ΄ 311, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1810, Β΄ 332, Στάθ. (Martini) Α΄ 240, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 280· ότα, Σπαν. (Ζώρ.) V 90, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2620· ότεν, Βουστρ. 469.
Ο αρχ. σύνδ. όταν. Ο τ. άντα σε έγγρ. του 17. αι. (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 26, 1983, 442) και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ., Pern., Ét. littér. gr. II 383, Σακ., Κυπρ. Β΄ 454)· για τον τ. βλ. και Χριστοδούλου, Γλωσσ. πραγμ. Κύπρ. 104. Ο τ. αντά σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. άνταν και σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. Β΄ 454, Pern., Ét. littér. gr. II 383)· για τον τ. βλ. και Χριστοδούλου, Γλωσσ. πραγμ. Κύπρ. 104. Ο τ. αντάν και σήμ. στην Κύπρο (Λουκά, Γλωσσάρ. 47). Ο τ. όντα στο Κατσαΐτ., Θυ. Δ΄ 98 και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.)· για τον τ. βλ. και Χριστοδούλου, Γλωσσ. πραγμ. Κύπρ. 104. Ο τ. όνταν στο Somav. (στη λ.), σε έγγρ. του 17. αι. (Βισβίζ., ΕΚΕΙΕΔ 12, 1965, 7831) και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., Σακ., Κυπρ. Β΄ 454, Λουκά, Γλωσσάρ. 47, Pern., Ét. littér. gr. II 383)· για τον τ. βλ. και Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 505, Psich., Qu. tr. ΙΑ΄, 115. Ο τ. οντάν στο Meursius και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. όντας στο Κατσαΐτ., Ιφ. Πρόλ. 31, Β΄ 559, Γ΄ 470, Κλ. Α΄ 551 και σήμ. ιδιωμ. (Λουκά, Γλωσσάρ. 347, λ. όνταν, Παπαδ. Α., Λεξ., Pern., Ét. littér. gr. II 383, Πασπ., Γλωσσ. 265, Κουκ., Αθ. 49, 1939, 103)· για τον τ. βλ. και Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 505. Ο τ. όντε και σήμ. ιδιωμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ΄ 176, Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ., Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. όντες και σήμ. ιδιωμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ΄ 176, Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ., Παπαδ. Α., Λεξ., Λουκά, Γλωσσάρ. 47)· για τον τ. βλ. και Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 505. Ο τ. ότα και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ., όπου και άλλοι τ. της λ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Η λ. και σήμ.
Α´ (Με υποτ.) 1) (Με υποτ. αορ. προκ. για πράξη προσδοκώμενη) α) όταν: υμείς δε, όταν έλθει ο Ατάπακας …, μη ομολογήσετέ με Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 8· ν’ αργήσει να ’ρτει ο χάρος εις αυτόν σου| κι αντά γεράσεις να ’σαι δίχα βάρη Κυπρ. ερωτ. 10448· β) μόλις, τη στιγμή που: Μοναύτα ο ρήγας όρισεν όλους τους καβαλλάρηδες να είναι δηγημένοι, αντάν τους τάξου, να μπου εις τα κάτεργα να παν διά τους εχθρούς τους Μαχ. 10220· επήρεν (ενν. ο Αποστολές) και τους δύο Τζιτζιλιάνους και επαρήγγειλέν τους πως, άντα να τους ορίσειν, να τον σκοτώσου τον τζαμπερλάνο Βουστρ. 416. 2) α) (Με υποτ. ενεστ. ή αορ. προκ. για πράξη αορίστως επαναλαμβανόμενη) κάθε φορά που, όσο χρόνο: Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 341· Κακά γνωρίζει την καρδιάν κανένας,| αντάν το πρόσωπον τινός βιγλίζει Κυπρ. ερωτ. 492· Όνταν την ευγιένειά σου να βιγλίσω| χάννεται ο λογισμός μου Κυπρ. ερωτ. 9115· β) (εδώ με προηγ. την αντων. πάσα ή το σύνδ. κάθα· βλ. και κάθε 3): Κάτεχε, Αλεξάντρα μου, και πάσα όντας λογιάσω| την ευτηνιά τω γυναικώ, μὄρχεται να κτικιάσω Στάθ. (Martini) Α΄ 69· κάθα όντας με δούσι (ενν. οι φίλοι), φεύγου Φαλλίδ. (Παναγ.) 114. 3) Για εισαγωγή παρομοίωσης με προηγ. τα γιον, σαν (Πβ. και L‑S, λ. όταν II 1): Πάθος δεν έν’ σ’ εκείνους που ποθούσιν,| γιον αντάν δουν και λείψει τους το θάρρος| κι αντάν την πεθυμιάν τους πιντωθούσιν Κυπρ. ερωτ. 532· ως άγνωστη εκομπώθηκα κι επιάστηκα στο βρόχι,| σαν όντε στένει ο κυνηγός και την ελπίδα τὄχει| να ’βρει πουλίν ακάτεχο κι άγνωστο να γελάσει,| κι όντε πετά και κιλαδεί, με πλάνος να το πιάσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 952. 4) (Σε ιδιάζ. χρ.) τότε, στην περίπτωση που: οι ανθρώποι οπού παν της θαλάσσου, εάν γίνεται ότι έχουν καμιά δυσκεψίαν με τους ναύτες τους … το δίκαιον ορίζει ότι άντα να κριθούν με την αυλήν της θαλάσσου Ασσίζ. 29418. Β´ (Με οριστ.) 1) (Με οριστ., για να εκφραστεί ένα πραγματικό γεγονός προτερόχρονο, σύγχρονο ή υστερόχρονο με εκείνο της προσδιοριζόμενης πρότασης) όταν: να φερθούν οι λοστοί σου εις τα κρικέλλια, και να είναι οι λοστοί ιπί τα δύο πλάγια του θεσιαστηριού όνταν σηκώνουν αυτό Πεντ. Έξ. XXVII 7· Ω! καλορίζικοι καιροί αλλότες που ’σαν κείνοι,| όντα προυκιό τση κορασάς ήταν η προκοσύνη Πανώρ. Ε΄ 246· όντας απέθανε ο πατέρας του, ό,τι του ηύρε, το έπαιξε στα χαρτία Σουμμ., Ρεμπελ. 171· ταχυτέρου, όντε ξημερώνει, άμε ομπροστάς του βασιλέως Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 425· όλ’ η αρμάτα ν’ ακλουθά, όντα θα πολεμήσει Τζάνε, Κρ. πόλ. 4178. 2) (Με το σχήμα ήθελα + απαρέμφ. ή υποτ. για να εκφραστεί κάτι το δυνατό ή ενδεχόμενο στο παρελθόν): Όντε γυρέψειν ήθελα να πάρω την τιμή σου| η γης ας ήθελε σκιστεί ζιμιό να με ρουφήξει Πανώρ. Β΄ 325· λιγοθυμνιές μού δίδουσι και πόνοι του θανάτου,| οντά ’θελα συλλογισθεί το τέλος του πραγμάτου.| Τι ’γίνης, το παιδάκι μου, η φρόνιμή μου κόρη Μαρκάδ. 380· εγνώριζε πάσα χριστιανός το πατριαρχείον, όταν ήθελεν ιδεί τον σταυρόν Ιστ. πατρ. 17815. 3) α) (Για να δηλωθεί επανάληψη) κάθε φορά που, όσες φορές: Ώχου, τ’ αδέρφια όνδες μαζώνονδαι, Θε μου, χαρά οπού ’ναι Εβρ. ελεγ. 162· πρίκα δεν είναι πάλι,| σαν όντε δυο χωρίζουνται πὄχου φιλιά μεγάλη Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 258· (εδώ με οριστ. αορ. και το να πλεοναστικά): όντα νἄππεσεν ο ρήγας να κοιμηθεί, αγγάλιζεν το αυτόν αποκάμισον και εκοιμάτον Μαχ. 11419· άντα νάρταν τα ξύλα της Βενετίας, της Γενούβας, της Φλουρέντζας, της Πίζας, της Καταλωνίας, και ούλης της Δύσης, εύρισκαν τας σπετζίας Μαχ. 8026· άντα να χωρίστησαν ο υιός ή κόρη να αρμαστείν, επλέρωννεν πασαείς το μερτικόν του Μαχ. 836· β) (εδώ με προηγ. την αντων. πάσα ή το σύνδ. κάθα· βλ. και κάθε 3): Πάσα όντας είναι αρχιμενιά, τέσσερις λίτρες παίρνεις| και φαίνεταί μου αληθινά και το πετσί μου γδέρνεις Στάθ. (Martini) Α΄ 179· άλλα πολλά εκάνασι (ενν. οι Ρωμιοί) κάθα όταν είχαν έβγει Τζάνε, Κρ. πόλ. 5323· όποιος τιμά την αγία Κυριακή, τον Κύριον τιμά, ωσάν και τση Παναγίας Θεοτόκου να τιμά, κάθα όντεν είναι και σκολάξει την εορτήν της, τιμά την Θεοτόκον Αποκ. Θεοτ. II 146. 4) (Σε διηγήσεις για να δηλωθεί κ. το αιφνίδιο και απροσδόκητο) και τότε, τότε όμως (Βλ. και Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 282, ΙΙΖ΄): δεν ξεύρει πού να δώσει (ενν. η Αρετούσα)| και κλαίγοντας παρακαλεί, κοιμώντας, να γλυτώσει,| όντες θωρεί πως ήλαψε στου ποταμού την πλάτη| μια λαμπυρότατη φωτιά κι άθρωπος την εκράτει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 65· θέλου να μπούνε σ’ ορδινιά (ενν. οι αφεντόπουλοι), γιατί άλλοι δεν ελείπα,| όντε γροικούν από μακρά σα βούκινο κι εκτύπα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 582. ΄Εκφρ. Απάνω όταν, όνταν, όντε, όντεν, βλ. επάνω (I) Β΄.
ουδεποσώς,- επίρρ., Ασσίζ. 19230, Διγ. Z 2637, 2962, 3182, Χρον. Μορ. H 7492, Ρ 2552, Χούμνου, Κοσμογ. 144, 2624, Συναξ. γυν. 95, Κορων., Μπούας 151, Πανώρ. Β΄ 348, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 445, Δ΄ 84, Διγ. Άνδρ. 38817, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 468, Στάθ. (Martini) Ιντ. α΄ 27, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 86r, Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 189, Γ΄ 583, Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 216, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 121, Διακρούσ. 7828, κ.α.
Από το σύνδ. ουδέ και το επίρρ. ποσώς. Η λ. στο Βλάχ.
α) Καθόλου: από ενός δε μόνου (ενν. φυτού) να μην γευθεί ουδεποσώς Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 501· εγώ ουδεποσώς αυτούς δεν εφοβήθην Διγ. Z 2962· ουκ ηύρεσκεν ουδεποσώς γυναίκα να επάρει Χρον. Μορ. P 2552· β) καθόλου δεν: όσοι τονε ζήτησαν να τον μονομαχήσουν| ουδεποσώς δυνήθηκαν διά να τον πολεμήσουν Αχιλλ. (Smith) O 91· τας σπαθέας μας αυτός ουδεποσώς φοβάται Διγ. Z 2637· γ) καθόλου να μην: Ημείς και όλα τα τέκνα μας μ’ εσένα να κρατούμεν| κι εις είτι μας ήθες ειπείν ουδεποσώς να βγούμεν Χούμνου, Κοσμογ. 144. — Πβ. και μηδεποσώς.
ουράνιος,- επίθ., Φυσιολ. M 1019, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 625, 755, Φυσιολ. 3461, Σκλέντζα, Ποιήμ. 713, Απόκοπ.2 254, Χριστ. διδασκ. 88.
Το αρχ. επίθ. ουράνιος. Για σημερ. ιδιωμ. χρ. του θηλ. ως ουσ. βλ. Andr., Lex., λ. ουρανία. Η λ. και σήμ.
1) Που κατοικεί ή βρίσκεται στον ουρανό· που προέρχεται από τον ουρανό: Διήγ. Αλ. G 26313, Ρίμ. θαν. 140, Βέλθ. 453, Θησ. Γ΄ [398], Παϊσ., Ιστ. Σινά 1446. 2) α) Θεϊκός: Είναι μιλιές ουράνιες, οπού μ’ αυτές λαλούσι| οι παντοδύναμοι θεοί Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [983]· Ο Θεός να μας δώσει τα ουράνια αυτού αγαθά Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 88· διά του νόμου του ουρανίου Ασσίζ. 36314· β) άγιος, ενάρετος: πόσοι αιδούνταν τον άγιον εκείνον αρχιερέαν, εκείνον τον ουράνιον άνθρωπον Χίκα, Μονωδ. 131· τον είχανε … άνθρωπον ουράνιον και αθάνατον, διατί αυτός ήτονε εναντίος του Μουάμεθ Χρον. σουλτ. 12820. 3) (Μεταφ.) εξαίσιος, υπέροχος: αυτήνη η ουράνια κόρη η χαριτωμένη Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [355]. Εκφρ. 1) Ουράνιαι στρατιαί. βλ. στρατιά Εκφρ. 2) Ουράνιος άρτος, βλ. άρτος Φρ. 3) Ουράνιος βασιλεία, βλ. βασιλεία 1γ. Φρ. 1) Απέρχομαι εις τας ουρανίους μονάς = πεθαίνω (πβ. μονή Φρ. 1): τούτος ο πατριάρχης … πατριαρχεύσας χρόνους έξι απήλθε προς Κύριον, εις τας ουρανίους μονάς Ιστ. πατρ. 1279. 2) Ντύνω κάπ. το ουράνιον ρούχο, βλ. ρούχο Φρ. Το ουδ. στον πληθ. ως ουσ. = ο ουρανός, τα επουράνια: όστις (ενν. ο Ιησούς Χριστός), αφού ’νεστάθηκεν, στα ουράνι’ ανέβη| και πάλιν εις τους ύστερους καιρούς θε να κατέβει Διγ. O 1081· ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ο μόνος Βασιλεύς, τον οποίον προσκυνούσιν άπαντα τα ουράνια και τα επίγεια και τα καταχθόνια Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 984.
όφελος- το, Διγ. A 2640, Χρον. Μορ. H 5312 (έκδ. όφελες), Αχέλ. 1984, 2156, Πανώρ. Β΄ 566 κριτ. υπ., Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 96, Χορ. γ΄ 438, Δ΄ 652, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Γ΄ 74, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 478, Γ΄ 382, 506, Θυσ.2 392, Σοφιαν., Γραμμ. 214, κ.α.· αιτιατ. εν. όφελον, Σπαν. A 50, 678, Σπαν. B 118, Σαχλ., Αφήγ. 273, Χειλά, Χρον. 353, Θησ. (Foll.) I 90, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 661· έφελος, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2231, Πανώρ. Β΄ 566, 573, Γ΄ 232, Ε΄ 144, 174, 282, Πιστ. βοσκ. I 2, 223, 251, Ροδολ. (Αποσκ.) Ε΄ 383· οφέλος, Ευγέν. 154· ’φέλος, Φαλιέρ., Ιστ.2 430.
Το αρχ. ουσ. όφελος. Για την αιτιατ. εν. όφελον βλ. Χατζιδ., Βυζαντίς 2, 1911-12, 513. Ο τ. έφελος σε επιστ. του 17. αι. (Ξανθ., Χρ. Κρ. 1, 1912, 175) και σήμ. στην Κρήτη (Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 228) και στην Κάρπαθο (Μιχαηλ.-Νουάρ., Λεξ.)· για το σχηματ. του βλ. Ξανθ., Χρ. Κρ. 1, 1912, 327 και Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 228 και Β΄ 40, Ο τ. οφέλος από μετρ. αν. Τ. έφελο σε έγγρ. του 16. αι. (Έγγρ. Σύρου 187), όφελε σήμ. ιδιωμ. (Κωστ., Λεξ. τσακων.), όφελο στο Κατσαΐτ., Ιφ. Β΄ 493, 642 και πληθ. όφελα σε έγγρ. του 17. αι. (Τωμ., Κρητολ. 9, 1979, 13). Η λ. και σήμ.
1) α) Ωφέλεια, κέρδος: Διγ. Z 1104· πάντα εγώ μαθαίνω σε και πάντα παραγγέλλω,| μη τα εξαφήκεις … και μη τα αλησμονήσεις,| να είναι πάντα εις όφελον και εις καλόν σου μέγα Σπαν. (Ζώρ.) V 422· αν ήξευρα κι ο θάνατος εις έφελός σου να ’το,| να σκοτωθείς, κακότυχε, κι εγώ αποφάσιζά το Πανώρ. Β΄ 571· (προκ. για πνευματική ωφέλεια): Μην βαρεθείτε το ζιμιό ώστε να ιδείτε τέλος,| και ύστερα με τον λόγον σας πέτε αν έχει οφέλος (ενν. η κωμεδιά) Ευγέν. 154· β) συμφέρον: Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 24· ως το έχουν οι διάταξες κι όλα τα δικαστήρια| και λέγουσιν ο καθεείς τό ξεύρει εις όφελόν του Χρον. Μορ. P 7565. 2) α) Βοήθεια· ασφάλεια: επροσέρχοντο γαρ λύκοι| εις τε τας σκηνάς Ελλήνων,| ήρπαζον εκ μέσου πάντων| τους ανθρώπους τε και κτήνη.| Θέλων δε Δυσσεύς ερίζειν| τον σοφόν τον Παλαμήδην| τα προς όφελον Ελλήνων,| περισσούς λαβών τοξότας| προς εκείνους γαρ εχώρει,| ίνα προς φθοράν τοξεύουν| την γενέαν γουν των λύκων Ερμον. Ζ 141· εδιόρθωναν είτι αν έκαμνεν χρεία| διά όφελον του κάστρου τους και του λαού της όλου Θησ. (Foll.) I 91· β) (προκ. για ασθένεια) ίαση: Ένας πτωχός ασθένησε ασθένειαν μεγάλη| και τον θεόν εδέετον …| να τον γλυτώσει, κι εκατόν βόδια ευθύς να σφάξει (παραλ. 1 στ.). Λέγει τον η γυναίκα του: «… (παραλ. 1 στ.) Εσύ αυτά που έταξες ποσώς και δεν τα έχεις,| και πλέον από τον θεόν τι όφελος παντέχεις;» Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 158. 3) Ευεργεσία: ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ: Μεγάλη χάρη τη θεά είδα να σασε κάμει,| να ’ρθει στη γης για λόγου σας …· (παραλ. 43 στ.) ΓΥΠΑΡΗΣ: Αλέξη, ας πάμ’ ογλήγορα τσι λυγερές να βρούμε| και το έφελος απ’ έκαμε τούτ’ η θεά να δούμε Πανώρ. Δ΄ 442. 4) Χαρά, ευτυχία: Χίλια καλώς επιάσασι η χέρα μου την χέρα (παραλ. 4 στ.). Μα μ’ όλα αυτά χαιράμενος δεν ημπορώ να στέκω| έχοντα ν’ ακριβεύγεσαι πλια δοξασμένο μέλος| οπού σ’ εμείς κι εις εσέν ήθελε δώσει ’φέλος Φαλιέρ., Ιστ.2 430. Φρ. 1) Βρίσκω όφελος = ωφελούμαι: ν’ αφηκρασθείς τους λόγους μου, ν’ ακούσεις την βουλήν μου,| διά να εύρεις όφελος από την συμβουλήν μου Ιστ. Βλαχ. 1354. 2) Δίδεται όφελος, βλ. δίδω I Α΄ 15α φρ. 3) Κάνω όφελος, βλ. κάμνω Φρ. 4) Πιάνω όφελος = φέρνω αποτέλεσμα: εκάναν (ενν. πασάδες και ραΐσηδες) ό,τι δύνουνταν σαν σκύλοι λυσσασμένοι·| καλά και εις τον κόπον τους όφελος δεν επιάναν … Αχέλ. 1992. 5) Ποιώ όφελον … = ωφελώ, φέρνω θετικό αποτέλεσμα, βοηθώ: Αφέντη, μέγα πρίγκιπα, ολπίζω η δούλεψή μου| όφελον σε εποίησεν και διάφορον ομοίως Χρον. Μορ. P 5721.
οψέ,- επίρρ., Καλλίμ. 2019· εψές, Περί ξεν. V 311, Ch. pop. 382, Αρμούρ. (Αλεξ. Στ.) 62, Αλεξ. 283, Ριμ. κόρ. 628, Πεντ. Γέν. XXXI 28, 42, Πιστ. βοσκ. IV 2, 16, Θυσ.2 419 κριτ. υπ. Καλόανδρ. (Δανέζης) 48 (24v), Μπερτόλδος 13· οψές, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 443 κριτ. υπ., Πανώρ. Α΄ 308 κριτ. υπ., Κατζ. Α΄ 269, Βοσκοπ.2 381, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 428, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1842, Δ΄ 1333, 1360, 1480, Στάθ. (Martini) Α΄ 278, Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 94, Δ΄ 406· ψες, Φαλιέρ., Ενύπν.2 67, Πιστ. βοσκ. IV 2, 15.
Το αρχ. επίρρ. οψέ. Ο τ. εψές από το (ο)ψές αναλογ. με το εχθές (Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 231-2)· απ. στο Βλάχ. και σήμ. Ο τ. οψές από το οψέ με επίδρ. επιρρ. σε ‑ς (Ανδρ., Λεξ., λ. ‑ς)· απ. στο Meursius, σε έγγρ. του 18. αι. (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 27, 1984, 441) και σήμ. ιδιωμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ΄ 187, Μιχαηλ.-Νουάρ., Λεξ., Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ.). Ο τ. ψες με αφαίρεση πιθ. με επίδρ. του χθες (Ανδρ., Λεξ., λ. ψες)· απ. και σήμ. Διάφ. τ. της λ. σήμ. ιδιωμ. (Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Α΄ 439, λ, ψες ή ηψές ή ηψέ, Κωστ., Λεξ. τσακων., στη λ., Θαβώρ., Προσδιορ. ημερον. 82). Η λ. και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ., Κωστ., Λεξ. τσακων., στη λ.).
1) Χθες βράδι: ήτον ιπί της αύριου, και είπεν η πρωτόκοκη προς τη μικρή· ιδού, επλάγιασα εψές με το πατέρα μου Πεντ. Γέν. XIX 34· Αφέντη μου, κυρ σύντεκνε, καλά να το γνωρίσεις,| ότι αποχωριζόμεθα την σήμερον ημέραν,| ως το ’δα εψές στον ύπνον μου, βλέπω το και εξύπνου Συναξ. γαδ. (Pochert) 99· έκφρ. εψές αργά και οψές αργάς (πβ. και οψαργάς) = χθες βράδι: αν ήσφαλες εψές αργά στα συντυχέματά σου,| δύνεται τώρα η γνώμη σου ν’ αλλάξει την καρδιά σου Ριμ. κόρ. 628· Γλήγορα σε παντρεύγω εγώ με ρήγα, θυγατέρα,| κι οψές αργάς την προξενιά τη νύχτα μάς εφέρα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1036· Ολόχαρον οψές αργάς σ’ ήθεκα, καλογιέ μου,| και με χαρούμενην καρδιά ήμουν παρά ποτέ μου Θυσ.2 419. 2) α) Χθες: Καλά που μου ’λεγεν οψές ένας βοσκός το βράδι| πως αίγα μια σκουληκιαρά χαλά όλο το κουράδι Πανώρ. Δ΄ 51· β) (συνεκδ.) πριν από λίγες μέρες, πρόσφατα: αν έζησεν ο άνθρωπος χίλιων χρονών να γίνει,| ωσάν εψές του φάνησαν ήσαν οι χρόνοι εκείνοι Πικατ. 223· ό,τι κι αν τσ’ άρεσεν οψές, το σήμερο τ’ οχθρεύγει| και να ξοδιάζει τον καιρό μόν’ εύκαιρα γυρεύγει Ροδολ. (Αποσκ.) Β΄ 21· οψές τον ’γάπα περισσά (ενν. η Δαλιδά το Σαμψών), σήμερον τον εμίσαν Βεντράμ., Γυν. 123· γ) (με ουδ. άρθρο) ως ουσ. = η χθεσινή μέρα· (συνεκδ.) το πρόσφατο παρελθόν: Τ’ οψές εδιάβη, το προχθές πλιο δεν ανιστοράται,| σπίθα μικρή το σήμερο στα σκοτεινά λογάται Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 75.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- επίθ., Σπαν. (Hanna) V 65, Γλυκά, Στ. Β′ (Ευστρ.) 55, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. (Miller) 125, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1594, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 6603, Λίβ. (Lamb.) Esc. 609, Αχιλλ. (Haag) L 77, Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 70, Φυσιολ. (Zur.) LIII10, Δούκ. (Grecu) 12134, 26122, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 111, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 692, Κώδ. Χρονογρ. (Άμ.) 47, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 1919· απλύς, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1740, 6603, Χρον. Τόκκων 1948· συγκρ. απλούσθερος.