Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- οφείλημα
- το, Βασιλ. Κεφάλ. Παραιν. 120· οφέλημαν, Ασσίζ. 38722, 40117‑8.
Το αρχ. ουσ. οφείλημα. Η λ. σε έγγρ. του 12. αι. (Μηνάς, Γλωσσάρ. Ιτ.).
1) (Προκ. για χρήματα) ό,τι οφείλει κανείς, το χρέος: Εάν γίνεται … ότι είς άνθρωπος έχει κλήρας και η συμβίος του ομοίως … και κιντυνεύει … ότι γίνεται χρειοφειλέτης και ουκ έχει απόθεν πλερώσει το οφέλημάν του, το δίκαιον ορίζει και κρίνει ότι εκείνος … ένι κρατούμενος … να πουλήσει τας κλήρας του και να πλερώσει το οφέλημάν του Ασσίζ. 38722, 26. 2) (Στην κυριακή προσευχή) αμάρτημα: άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 401v.
οφ(φ)ίκιον- το, Hist. imp. C 81, Διάτ. Κυπρ. 5026, 5068, 51116, 51210, Ελλην. νόμ. 52611, Χρον. Μορ. H 6755, 7995, 8107, Χρον. Μορ. P 242, 7934, Δούκ. 17912, 23524, Σφρ., Χρον. (Maisano) 726, 1244, 6, 9, 13, 15, 20, 12628, 1288, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 675, κριτ. υπ., Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 326v, Πηγά, Χρυσοπ. 215 (12), 222 (36), Μαρτύρ. αγ. Νικολ. 16122, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 466, Ιερόθ. Αββ. 336, Ψευδο-Σφρ. 36820, 3723, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 46r, v, 53v, 54r, 66r, 67v, 134v, Βακτ. αρχιερ. 169, 172 τετράκις, 189, Νομοκριτ. 104· εφ(φ)ίκ(κ)ιν, Ασσίζ. 11419, 27926, Μαχ. 15222, 61222, 6809· οφ(φ)ίκιο, Χρον. Μορ. P 7377· οφ(φ)ίκιο(ν), Χρον. Μορ. P 8654, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. IV 419, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 360, Βασιλ. Κεφάλ. Παραιν. 119, Σοφιαν., Παιδαγ. 288, Μορεζίν., Λόγ. 470, Ιστ. Βλαχ. 1245, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 142, 183, 426· οφ(φ)ίκ(κ)ιν, Ελλην. νόμ. 55811, Μαχ. 7819, 29627‑8, 31023‑4, 60619, 6085, 68024, Βουστρ. 477· οφ(φ)ίτσιο, Χούμνου, Κοσμογ. 1701, Σουμμ., Ρεμπελ. 171 τετράκις· οφ(φ)ίτσιο(ν), Ευγέν. 441· οφ(φ)ίτσιον, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 5655, Κυπρ. χφ. 160· ’φ(φ)ίκι, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 793· ’φ(φ)ίκι(ν), Ντελλαπ., Ερωτήμ. 539, 949· ’φ(φ)ίκιν, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1226· ’φ(φ)ίκ(κ)ιν, Μαχ. 1029 (πληθ. ’φφικία), 7817, 23, 8825, 31016· ’φ(φ)ίτσιο(ν), Τζάνε, Κρ. πόλ. 25628, 5084· ’φ(φ)ίτσιον, Σαχλ., Αφήγ. 263, 266, 271, 275, 279, 289, 299, 316, 319, 329.
Το μτγν. ουσ. οφ(φ)ίκιον (L‑S Suppl., λ. οφίκιον). Ο τ. οφ(φ)ίκιο στο Somav. (λ. οφίκκιο), σε έγγρ. του 17. και 18. αι. (Βισβίζ.,ΕΑΙΕΔ 7, 1957, 141, Κουρσάρ. 102, 12, 1624, κ.α.) και σήμ. (γρ. οφίκιο). Ο τ. οφ(φ)ίτσιο από το ιταλ. of(f)icio (Battisti-Alessio, Diz. etim., λ. ufficio)· απ. στο Somav., λ. οφίκκιο (γρ. οφίτζιο), σε έγγρ. του 17. αι. (Κρ. συμβόλ. 82, Βαγιακ., ΕΑΙΕΔ 5, 1954, 62, κ.α.) και σήμ. στην Κέρκυρα (Χυτήρης, Κερκυρ. γλωσσάρ. 141, λ. οφίτσιο). Ο τ. οφ(φ)ίτσιον σε έγγρ. του 16. (Μέρτζιος, Κρ. Χρ. 15-16, 1961-62, Β΄ 269, 277, Δετοράκης, Θησαυρ. 19, 1982, 162) και 17. αι. (Καζανάκη, Θησαυρ. 11, 1974, 265) και σήμ. στην Κύπρο (Λουκά, Γλωσσάρ., λ. οφίτσιον) και στη Λευκάδα (Λάζαρης, Λευκαδ. 129, λ. οφίτζιον). Ο τ. ’φ(φ)ίτσιο στο Somav., λ. οφίκκιο (γρ. φίτζιο) και σήμ. στην Κρήτη (Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 403). Ο τ. ’φ(φ)ίτσιον και σήμ. στην Κύπρο (Φαρμακ., Γλωσσάρ. 354, λ. φίτσιον). Τ. θίκι σήμ. στην Ήπειρο (Μηνάς, Δωδώνη 7, 1978, 109). Τ. ’φ(φ)ίκιο στο Somav., λ. οφίκκιο (γρ. φίκκιο) και σήμ. στην Κάρπαθο (Μιχαηλ.-Νουάρ., Λεξ. 399, λ. φίκιο). Η λ. σε έγγρ. του 11. (Act. Lavr. 3159), 12., 14. (Caracausi 427, λ. οφφίκιον), 17. (Γκίνης, ΕΕΒΣ 39-40, 1972-73, 216, Τωμ., Κρητολ. 9, 1979, 12, 14, κ.α.) και 18. αι. (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 27, 1984, 393, 424 κ.α.) και σήμ. στη Λευκάδα (Λάζαρης, Λευκαδ. 129, λ. οφφίκιον).
1) α) Ανώτερο πολιτικό ή στρατιωτικό αξίωμα που έφεραν διάφοροι ευγενείς και άρχοντες: ο βασιλεύς τῳ του μεγάλου δουκός οφφικίῳ τούτον ετίμησε Ψευδο-Σφρ. 17232· Βουλήν απήρασιν ομού οι κεφαλάδες όλοι| το ποίον να ποιήσουν κεφαλήν απάνω εις τα φουσσάτα.| Εν τούτῳ αποδιαλέξασιν τον κόντον της Τσαμπάνιας (παραλ. 3 στ.), το οφφίκιον επαράλαβε, με προθυμίαν το επήρε Χρον. Μορ. H 144· ήλθασι γραφές από την Βενετίαν, αι οποίαι επρόστασσαν να έβγει εκείνος ο τζενεράλης από το οφφίτσιον και να έμπει ο μισέρ Μπαστιάν Βιτέρης Byz. Kleinchron. Α΄ 50520· β) αξίωμα εκκλησιαστικό: Περί βαθμών οφφικίων, οπού αναβαίνουσιν πάντα οι κληρικοί από αναγνώστου έως αρχιερέως Βακτ. αρχιερ. 140· ούτε επισκόπους έχει (ενν. η Αφρική) ούτε κληρικούς ούτε κανονικούς ούτε εκκλησιαστικά άλλα οφφίκια Ροδινός (Βαλ.) 149· το οφφίκιον … των διακόνων Χριστ. διδασκ. 410· γ) (γενικ.) αξίωμα: όποιος δεν είναι χριστιανός να μη πολιτεύεται, ήγουν οφφίκιον μικρόν ή μέγα να μη λαμβάνει, μήτε καμίαν εξουσίαν να έχει Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 142· είτιναν δε εύρω πρόθυμον έμπροσθεν του πολέμου,| ευθύς τιμάς και οφφίκια να τους φιλοτιμήσω| και δωρεάς και χάριτας και αξιώματα μεγάλα Αχιλλ. N 241. 2) (Συνεκδ.) αυτός που φέρει το αξίωμα, αξιωματούχος: ως έλαβε το πριγκιπάτον, ήλλαξε τα οφφίκια όλα, καστελλάνους και ρεγέντες των κάστρων Δωρ. Μον. XLII· αθθυμούμαι τον βισκούντην, τον πράκτοραν και τα δελοιπά ’φίκκια Μαχ. 7828. 3) α) Επάγγελμα· λειτούργημα: διά το πλήρωμα και συ, ωσάν το παίρνουν όλοι,| … ξέτρεχε το ’φίτσιόν σου καθημερνή και σκόλη Σαχλ., Αφήγ. 288· νικιάρην με κατέστεσαν και εποίκαν με αβοκάτον| να φανερώνω πάντοτες το δίκαιον εις την κρίσιν| και ν’ αναφέρνω τον κριτήν τον φράγκικον τον νόμον (παραλ. 4 στ.). Έζησα χρόνους περισσούς, κερά, εις αυτόν το ’φίκιν.| Ποτέ ουκ ευρέθην εις εμέν ασήμιν ή χρυσάφιν Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1226· β) έργο, καθήκον: εσύ έχε έγνοια το οφίτσιόν σου, ήγουν την υπηρεσίαν σου Μπερτόλδος 57· Σεβαστιανέ, τ’ οφίτσιο έχε να σιγανέψεις| όλα μας τα στρατέματα Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 193· οπόταν εγίνηκαν τα κτήνη … καθενός από τ’ εκείνα εδιαμοιράσθηκεν το οφίτσιόν του, ήγουν εις το βόιδιον εδόθη το άλετρον, …, εις τον γάτον να πιάνει τους ποντικούς, εις το μουλάρι το σαμάρι Μπερτολδίνος 107. 4) α) Δημόσια αρχή, θέση, εξουσία: να έχουν (ενν. οι ποπολάροι) … εξουσίαν να κάνουν έναν από τους εδικούς του εις άπασα οφίτσιο περί της κυβερνήσεως της χώρας Σουμμ., Ρεμπελ. 183· να έμπουν και αυτές (ενν. οι γυναίκες) εις τας πραγματείας και οφίτσια τα ίδια οπού έχουν εκείνοι της Γερουσίας Μπερτόλδος 40· β) δημόσια υπηρεσία (δικαστική, υγειονομική, φοροεισπρακτική): να ημπορεί να τηνε τεφεντέρει … εις πάσαν αυτής υπόθεσιν και διαφοράν έμπροσθεν της εκλαμπροτάτης ημών Αυθεντίας, ωσάν και … εις πάσα κρίσιν και οφίκιον της αυτής χώρας Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 306‑7· είδον εν οράματι ότι απεστάλθηκαν από το οφφίκιον της υγείας Σεβήρ., Τελ. Σημειωμ. 12830· εποίκεν χαράγιν από ς΄ καρτσά … και έβαλεν έναν εφφίκιν και επαίρναν δύο καρτσά εις τ’ ονόμισμαν απού πάσα πράμαν που να πουληθεί Μαχ. 62010.
παρεπάνω,- επίρρ., Ροδινός (Βαλ.) 84, 203· παραπάνου, Αλφ. ξεν. Αθ. (Μαυρομ.) 55· παραπάνω, Ερμον. Θ 62, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 301r, Παϊσ., Ιστ. Σινά 131, Προσκυν. Ολυμπ. 177 8913, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 1587.
[Από την πρόθ. παρά και το επίρρ. επάνω. Τ. παρατάνου σήμ. στο τσακων. ιδίωμα (Κωστ., Λεξ. τσακων.). Ο τ. παραπάνω και σήμ.]
1) (Τοπ.) α) πιο πάνω, πιο ψηλά: κείνος που τον ένοιξεν ούτως τον απεκρίθη·| «ήλθες καλώς, κοπίασον, ανάβα παραπάνω ...» Λόγ. παρηγ. O 461· β) (σε θέση πρόθ.· εδώ μεταφ.) σε ιεραρχικά ανώτερη θέση: Επεί ουν συ ουδέν έχεις άλλον τινά παρεπάνω σου να τον αρέσεις διά την ευμορφίαν σου, άρεσε τον Θεόν Βασιλ. Κεφάλ. Παραιν. 121. 2) (Προκ. για κείμενο) σε προηγούμενο σημείο, πιο πριν: κάποιος Αλέξανδρος άλλος, όχι εκείνος οπού ελέγαμεν παραπάνω, ήλθεν κριτής εις την Καππαδοκίαν Ροδινός (Βαλ.) 213. 3) (Ποσ.) περισσότερο, επιπλέον: η μία σου μνα σ’ έκαμε παραπάνω δέκα μνας Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Λουκ. ιθ́ 16. Με άρθρο ως επίθ. = 1) Που στέκεται πιο ψηλά: ο μεν πρώτος έφθασεν εις το σκαλί ν’ ανέβει,| τον παραπάνω σίμωσε και με το χέρι γνεύει Τζαμπλάκ. (Λαμπ.) 32. 2) Παλαιότερος, προηγούμενος: όσα εκακοπάθισες τους παραπάνω χρόνους Λίβ. N 2620.
παρίστημι,- Ελλην. νόμ. 5161, Αχιλλ. (Smith) N 169· προστ. αορ. παράστα.
[Το αρχ. παρίστημι. Η προστ. αορ. ήδη μτγν. (L‑S Suppl., στη λ.)· προστ. παρέστα σήμ. στο κρητ. ιδίωμα (Andr., Lex., στη λ.· βλ. και Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Γ́ 250, λ. παρέστα). Το μέσ. και σήμ. λόγ.]
I. Ενεργ. 1) Στήνω, τοποθετώ κ. (κοντά, δίπλα): Δούκ. 30930. 2) Αποδίδω κ. λεκτικά· περιγράφω: Την παρθενίαν δ’ ο δεινός, την αγνείαν ο χοίρος| και βορβορώδης βάτραχος πώς δήλην παραστήσω; Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 167· Ά δε πανθάνει παρ’ αυτής εις τον καιρόν εκείνον| αισθανομένη δύναται καρδία ζωγραφήσαι·| φωνή γαρ λόγου και γραφή ου παραστήσει φύσιν Καλλίμ. 1829· πολλούς λόγους ειπών και παραστήσας πώς το φρούριον εκτίσθη εν ταις ημέραις του Ατήν διά αναλωμάτων της Ρόδου ... Δούκ. 1455. 3) Παρουσιάζω κάπ.· (εδώ δημόσια για επισημοποίηση της ιδιότητάς του): Όπου επάρει γυναίκα εις το οσπίτιν του παρκάτω παρού ουδέν έναι εκείνος, ας την παραστήσει εις την εκκλησίαν Ελλην. νόμ. 55523. 4) (Νομ.) παρουσιάζω κάπ. στο δικαστήριο, υποβάλλω κάπ. σε κρίση δικαστηρίου· (προκ. για τη μέλλουσα κρίση): Τι να ποιήσεις, ω ψυχή, όταν φωνιάξει η σάλπιγξ| εκείνον, ..., τον ηχόν τον φοβερόν ... (παραλ. 2 στ.) και πάντας εις το έντρομον και φοβερόν εκείνον,| ... δικαστήριον τους πάντας παραστήσει,| εκάστου επιφερόμενου ων έπραξεν εν βίῳ; Ντελλαπ., Υπομν. 23· Ει ... πάντα κερδήσωμεν, ψυχήν ζημιωθώμεν,| ... ουδέν το όφελος εν εκείνῃ τῃ ώρᾳ,| όταν Θεός εξ ουρανού έλθῃ κρίναι τον κόσμον| και παραστήσῃ άπαντας αποδώσοντας λόγον Διγ. (Trapp) Gr. 815· φρ. (1) παρίστημι μάρτυρα = παρουσιάζω, επικαλούμαι κάπ. ως μάρτυρα στο δικαστήριο: Έχεις μάρτυρας παραστήσαι εις ταύτα; Πωρικ. (Winterwerb) III 51· τούτο γαρ μη άπιστον εξ υμών λογισθείη,| μάρτυρα γαρ επαινετόν υμίν γε παραστήσω Διγ. Z 1272· (2) παρίστημι τον έλεγχον = διεξάγω έρευνα, ανάκριση: συ δε ως δίκαιος κριτής, ...| παράστησον τον έλεγχον άντικρυς του ετέρου,| όπως φανεί το δίκαιον του επιζητουμένου Ελλην. νόμ. 51426. ΙΙ. Μέσ. Α´ Μτβ. 1) Στέκομαι δίπλα, κοντά σε κάπ.· (μεταφ.) είμαι ισάξιος κάπ.: Η ευμορφία του σώματος ποιεί άνθρωπον άξιον να παρίσταται βασιλέα Βασιλ. Κεφάλ. Παραιν. 121. 2) (Προκ. για τόπο) φθάνω: πρώτῃ φυλακῄ της νυκτός παρέστη τῃ Υψηλῄ Δούκ. 24320· Διαβάντες τοίνυν το στόμα του λιμένος και παραστάντες την τάφρον ... Δούκ. 1071. 3) Παρουσιάζομαι σε κάπ.: υπήρχον ... ευνουχόπουλοι, οί παρασταθέντες τῳ βασιλεί είπον ... Δούκ. 30520· ος Αλεξάνδρῳ παραστάς λέγει προς τούτον ούτος ... Βίος Αλ. 3130. 4) α) Κάνω κάπ. να αποκτήσει μια ιδιότητα, αποδίδω σε κάπ. μια συγκεκριμένη ιδιότητα: Ιδών δε ο αυτής ανήρ αυτής την ατεκνίαν| εκ βάθους της αυτού ψυχής Θεόν εξιλεούτο| και πρέσβυν παρεστήσατο μύστην του τηλικούτου| Ιάκωβον Φλώρ. 12· β) επικαλούμαι κάπ. ως: τάχατα ... έθελα εγώ τον βασιλέα| δολίως μετά μηχανής εκείνον φαρμακώσει,| άπερ κριτήν παρίσταμαι τον πάντων Βασιλέα·| ουκ οίδα γαρ το φάρμακον, τίποτε ου γινώσκω Φλώρ. 563. 5) α) Παραστέκομαι σε κάπ., στέκομαι κοντά σε κάπ. για να βοηθήσω: ύπαγε, λούσε σύντομα τον μέγαν οικονόμον,| λούσε και τον ηγούμενον, παράστα και τους δύο Προδρ. (Eideneier) IV 124· β) προσφέρω υπηρεσίες σε κάπ.: παρίσταται (ενν. ο μισθαργός) τους βασιλείς, ως δούλος παραμένει Καλλίμ. 2167. Β́ Αμτβ. 1) Στέκομαι (κοντά, δίπλα): Βίος Αλ. 3420. 2) Παρίσταμαι, παρευρίσκομαι: αυτών δε πάντων παρισταμένων παρέστη και η Στάφυλος Πωρικ. (Winterwerb) I 18· Ορίζει φέρνουν τον υιόν παρισταμένων πάντων Αχιλλ. (Smith) O 104· ρηξοί τε πάσης τάξεως κύκλῳ παρισταμένοι Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1236. 3) Παρουσιάζομαι, εμφανίζομαι: παρευθύς παρέστησα τα Χερουβείμ Αποκ. Θεοτ. I 59. 4) (Προκ. για χρόνο) φθάνω: ου παρέστηκε καιρός της θηριομαχίας Διγ. (Trapp) Gr. 1034· αλλά κατέλαβε καιρός, αλλά παρέστη χρόνος Γλυκά, Στ. 26. 5) (Προκ. για καρπό) ωριμάζω: αναβαίνει (ενν. ο εχίνος) επί τον βότρυν της αμπέλου και καταβάλλει τας ρώγας χαμαί, όταν παρασταθεί ο βότρυς Φυσιολ. (Kaim.) 47a9. 6) (Νομ.) παρουσιάζομαι στο δικαστήριο: Παρίστανται οι πενθεροί, ήτοι οι γονείς των παίδων, καν μήτηρ, καν πατήρ, έμπροσθεν του κριτού Ελλην. νόμ. 5719· Έρχεται ο συνήγορος και παρίσταται έμπροσθεν του κριτού ή και του αρχιερέως Ελλην. νόμ. 51524· ω δέσποτα, ...| ... βλέπε την επίδειξιν του σου εγκαλουμένου,| ως γαρ αδικούμενος παρίσταται εγκαλών σε,| ωσαύτως και τας άντικρυς απολογίας πάσας| τας του ετέρου μέρους εκδικών μη παροράσεις Ελλην. νόμ. 51414· (εδώ προκ. για τη μέλλουσα κρίση): εκεί παραστησόμεθα και πλούσιος και πένης| και λόγους αποδώσομεν των πεπλημμελημένων Γλυκά, Στ. 401.
παρό,- σύνδ., Σπαν. P 169, Προδρ. (Eideneier) IV 503, Λίβ. P 59, 2568, Βασιλ. Κεφάλ. Παραιν. 110, 111, 121, 122, 123, Λουκάνη, Άλ. Τροίας 917, Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 247, Σοφιαν., Παιδαγ. 102, Σοφιαν., Γραμμ. 82.
[Η λ. στον Αριστοτέλη.]
1) Σύνδ. συγκρ. (εισάγει β́ όρο σύγκρισης έπειτα από επίθ. ή επίρρ. συγκρ. βαθμού) α) (ομοιόπτωτα): δια τούτο προκρίνουσι μάλλον την τρυφήν και τας άλλας ηδονάς παρό τον ορθόν και σώφρονα βίον Σοφιαν., Παιδαγ. 106· Πλέον αγάπα τους ξένους παρό τους συγγενείς σου Βασιλ. Κεφάλ. Παραιν. 112· πλέα έναι η βλάβη της αμαρτίας παρό η βλάβη των εχθρών Βασιλ. Κεφάλ. Παραιν. 118· Κρείττον μοι βρώσις, έλεγεν, να γένω των θηρίων| και της ζωής να στερηθώ παρό της κόρης ταύτης Καλλίμ. 1002· β1) (με βουλητική πρόταση): οι τοιούτοι πατέρες ποιούσιν όμοιον ωσάν εκείνος όπου είχε περισσοτέραν φροντίδα να φυλάσσει γερόν το υπόδημά του, παρό να προσέχει την υγείαν του ποδαρίου του Σοφιαν., Παιδαγ. 102· κάλλιον ηγούμαι ίνα απατώμαι, παρό ίνα προσκρούσω τῳ Θεῴ και παραβώ τους αυτού θείους νόμους Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 389· β2) (με παράλ. του επιθ. ή του επιρρ.): θέλω ν’ αποθάνω| μετά σεν ομάδι τώρα| παρό και να μείνω δούλη,| ύστερον και κακομοίρα Λουκάνη, Άλ. Τροίας 781· ο Θεός να μη το δώσει| παρό εγώ του να πράξω| τό ου θέλει αυτή η κόρη Λουκάνη, Άλ. Τροίας 116· γ) (με αναφορ. πρόταση): πλέον αγαπούμεν ημείς να θεραπεύσομεν πάντας, αν ενδυνάμεθα παρό οπού αγαπά είς έκαστος να θεραπευθεί Βησσ., Επιστ. 3525· είδον θέαμα ανέλπιστον και ξένον| όπου τους δύο μου οφθαλμούς ήθελα τους εκβάλλει.| Κάλλιον παρό που είδον πράγμα κακόν και μέγα Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 348· δ) (με χρον. πρόταση): πρέπει μάλιστα το εναντίον να έχουν περισσοτέραν ευλάβειαν και φύλαξιν εις αυτά (ενν. τα μειράκια), παρό ότε ήσαν παιδία Σοφιαν., Παιδαγ. 119. 2) (Σε θέση πρόθ.) εκτός: φαίνεταί μοι κάλλιον και ωφέλιμον εις πολλά το εκείνης, αν το εύρεις, να το πράξεις παρό από τα ενταύθα. Τέσσαρα γαρ και μόνον ευρίσκω τα προσιστάμενα ... Σφρ., Χρον. (Maisano) 1105. — Βλ. και παρά, παρού.
περιπατώ,- Σπαν. O 7, Λόγ. παρηγ. L 251, Προδρ. (Eideneier) II 90 χφ H κριτ. υπ., Καλλίμ. 880, 977, 1214, 1467, 1755, Ασσίζ. 286, Διγ. (Trapp) Gr. 1785, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 297, 911, 1086, Βέλθ. 269, 318, 1135, Χρον. Μορ. P 2469, 3041, 6794, Λίβ. P 1091, 2069, 2547, 2600, Λίβ. Sc. 45, Λίβ. (Lamb.) N 508, Λίβ. Esc. 2728, Λίβ. N 2726, 3654, Αχιλλ. (Smith) N 414, Αχέλ. 1511, Διγ. Άνδρ. 32118, 36221, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 718, Ροδινός (Βαλ.) 122, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά 3922, κ.π.α.· παρπατώ, Μαχ. 1922, 59034, 64812, Κυπρ. ερωτ. 9523, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 177, 194, 250, 365, 406, 698· περβατώ, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά μετά στ. 120 χφ Χ κριτ. υπ., Μπερτόλδος 46, Μπερτολδίνος 101, 105 (τετράκις), 141· περπατώ, Γλυκά, Στ. 155, Λόγ. παρηγ. L 625, Λόγ. παρηγ. O 485, Καλλίμ. 1471, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 821, Χρον. Μορ. H 1051, Χρον. Μορ. P 1051, 5816, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 304, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 175, Λίβ. P 20, 1723, 2592, Φλώρ. 1127, Σαχλ., Αφήγ. 97, Ερωτοπ. 663, Λίβ. Sc. 2354, Λίβ. Esc. 22, 790, Λίβ. (Lamb.) N 667, Λίβ. N 2827, Αχιλλ. L 283, Αχιλλ. (Smith) O 191, Ιμπ. 521, Χούμνου, Κοσμογ. 2531, Πικατ. 206, Κορων., Μπούας 90, Διήγ. Αλ. F (Konst.) 163, Ιστ. πατρ. 1151, Ιστ. Βλαχ. 1990, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 30v, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [97], Διγ. O 2428, κ.π.α.· προστ. αορ. περπάτηξε, Πεντ. Γέν. XVII 1· πορπατώ, Ερωτοπ. 380, 384, 422, Ανακάλ. 27, Απόκοπ. (Παναγ.) 532, Πεντ. Γέν. XXX 14, Αχέλ. 895, Πανώρ. Ά 439, B́ 48, 151, Γ́ 644, Έ 57, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 632, Β́ 215, Δ́ 18, Έ 356, Κατζ. Β́ 213, Βοσκοπ.2 315, 454, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 184, 1738, 1916, Β́ 1414, 1915, Γ́ 938, Δ́ 769, Έ 97, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 740, Ροδολ. (Αποσκ.) Β́ 97, Έ 172, Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. δ́ [16], Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 101, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 156, Γ́ 348, Διγ. O 930, 1164, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 25927, 57024· κ.π.α.· αόρ. επορπάτηξα, Πεντ. Γέν. XXXV 3, Δευτ. I 31, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 1719, Δ́ 1099· μτχ. μέσ. ενεστ. (πληθ. ουδ.) πορπατούμενα, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 5896· προβατώ, Σοφιαν., Παιδαγ. 109, Ερωτόκρ. Ά 1738 χφ Χ κριτ. υπ.· υποτ. αορ. (να) προβατήξω, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά μετά στ. 1574 χφ Χ κριτ. υπ.· προπατώ, Χρον. Τόκκων 1092, Rechenb. 7815, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 75, 78, Πιστ. βοσκ. I 5 236, III 6 257, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 1512, 1547, 2142, Β́ 1977, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 605, Στάθ. (Martini) Β́ 144, Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 132, Δ́ 570, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 20422, 4978, Τζάνε, Κατάν. 110.
Το αρχ. περιπατέω. Ο τ. παρπατώ (με συγκ. του ‑ι‑ και παρετυμ. επίδρ. της παρά (Hatzid., Einleit. 154) ή τροπή του ‑ε‑ σε ‑α‑ με αφομ. (Μενάρδ., Αθ. 6, 1894, 147, Dawkins [Μαχ. ΙΙ σ. 32]) (βλ. και Φαρμακ., Γλωσσάρ. 195, λ. παρπατητός)) στο Meursius (‑είν) και σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. Β́ 719, Λουκά, Γλωσσάρ. 360, Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ. Δ́ 258, λ. πορπατώ). Ο τ. περβατώ (με συγκ. του ‑ι‑ και πιθ. επίδρ. των ρ. βαίνω, βαδίζω (Λορεντζ., Αθ. 16, 1904, 219, Φιλ., Γλωσσογν. 2, 214· βλ. και Καψ., ΛΔ 3, 1941, 100, βλ. όμως και Hatzid., Einleit. 158)) και σήμ. λογοτ. (ΑΛΝΕ). Ο τ. περπατώ (με συγκ. του ‑ι‑ (Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 257, Hatzid., Einleit. 154, Κοραή, Άτ. Ά 313, Λορεντζ., Αθ. 16, 1904, 219)) στο Du Cange (‑είν) και σήμ. Ο τ. πορπατώ (με επίδρ. του ρ. πορεύομαι (Ανδρ., Λεξ., Φιλ., Γλωσσογν. 2, 214) ή με (συγκ. του ‑ι‑ και) παρετυμ. επίδρ. της πρόθ. προ (Hatzid., Einleit. 154, 158, Ξανθουδίδης [Ερωτόκρ. σ. 674], Θαβώρ., Δωδώνη 9, 1980, 407) (βλ. και Hesseling [Πεντ. Εισαγ. σ. xxviii-xxx]) στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., Μιχαηλ.-Νουάρ., Λεξ., Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., Κόμης, Κυθηρ. Λεξ., Κουσαθανάς, Λεξ. Μυκόν., λ. πορπαταριά, προπατώ, Ξανθιν., Λεξ. δυτικοκρ. ιδιώμ., Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ., Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ., λ. περπατώ, Δράκου, Ιδίωμ. Κάλυμν.) καθώς και στο ΑΛΝΕ. Η μτχ. παρκ. πορπατούμενα (ως ουσ.) και σήμ. ιδιωμ. (Κουσαθανάς, Λεξ. Μυκόν., λ. πορπαταριά· πβ. και Πλατάκης, Κρητολ. 9, 1976, 111). Ο τ. προβατώ (πιθ. με επίδρ. ρ. όπως (προ)βαίνω, βαδίζω (Λορεντζ., Αθ. 16, 1904, 219, Φιλ., Γλωσσογν. 2, 214· βλ. και Καψ., ΛΔ 3, 1941, 100 , βλ. όμως και Hatzid., Einleit., 158)) και σήμ. ιδιωμ. (Ζώη, Λεξ. Ζακ.2 Β′, Χυτήρης, Κερκυρ. γλωσσάρ.) καθώς και λογοτ. (ΑΛΝΕ)· πβ. και προστ. προβάτα σήμ. ιδιωμ. (Δομένικος, [Ραντεβού] (Γλωσσ.) σ. 123). Ο τ. προπατώ (με παρετυμ. προς την προ (Hatzid., Einleit., 154, Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Α′ 514, Χαραλαμπάκης (Προμηθεύς Πυρφόρος 25, 1981, 266)), Ξανθουδίδης, [Ερωτόκρ. σ. 674]) στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ. (Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ., Ξανθιν., Λεξ. δυτικοκρ. ιδιώμ., Κουσαθανάς, Λεξ. Μυκόν., Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ.), καθώς και λογοτ. (ΑΛΝΕ). Τ. πουρπατώ στο Somav. και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. περπατώ, Δημητρίου, Λεξ. Σάμ., λ. πιρπατώ, Ζαφειρίου, Ιδίωμ. Σάμ.). Τ. πιρβατάου, προυβατάου, πραουτώ, πρατώ κ.ά. τ. σήμ. ιδιωμ. (Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Ά 300, Πασχαλούδης, Τερπν. Νιγριτ., λ. πιρπατάου, Δημητρίου, Λεξ. Σάμ., λ. πιρπατώ, Γεωργίου Χρ., Γλωσσ. ιδ. Καστορ., πιρπατώ, Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ.). Η λ. και σήμ. λόγ.
Ά Αμτβ. 1) α) Βαδίζω, προχωρώ, πορεύομαι, περπατώ· (πεζός): Αχιλλ. (Smith) N 653, το να δει ο αμιράλλης την φούσταν ..., εφοβήθην και απεζεύσαν τον εις την γην, και από τον φόβον του επαρπάτησεν τόσον ότι εποστάθην Μαχ. 2721· Δεν ημπορώ τα πόδια μου καλά να τα πατήσω| μ’ αγάλια αγάλια προπατώ και κάνω ό,τι θελήσω Ζήν. Πρόλ. 152· έτυχεν τα Σάββατα και επέρναν μέσα από τα σπαρτά, και άρχισαν οι μαθηταί του (ενν. του Ιησού) περιπατώντας εις την στράταν να μαδούσι στάχυα Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Μάρκ. β́ 23· (εδώ με το επίθ. πεζός για να δηλωθεί φτώχεια): βλέπεις τον δείνα, τέκνον μου, πεζός περιεπάτει,| και τώρα έν’ διπλοεντέλινος και παχυμουλαράτος Προδρ. (Eideneier) III 58· (με το εμπρόθ. στην στράτα): λιοντάρια άγρια να με κατασπαράσσουν,| στην στράτα οπού πορπατώ θεριά να με μοιράσουν Διγ. O 930· (με το επίρρ. κλιτά ως ένδειξη υποταγής, παράδοσης): Δυο Τούρκους πέμπουν τ’ αφεντός, κι οι Φράγκοι να τους δούσι| φλάμπουρο άσπρο να βαστού, κλιτά να πορπατούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 38912· (σε παροιμ. φρ.): βλ. λ. παπούτσι· (έφιππος): ο καθείς ανέβηκαν στ’ άλογον το δικόν του (παραλ. 2 στ.). Εκείθεν δ’ εξέβηκαν κι ολονυκτί περπάτουν,| κι εις τα βουνά τα άβατα τ’ άλογά τους επάτουν Κορων., Μπούας 77· πηδούν, καβαλικεύουσιν ώσπερ γοργούς πετρίτες| ... οι θαυμαστοί αγούροι ... (παραλ. 3 στ.). Εκίνησαν, περιπατούν, εφθάσασιν συντόμως Αχιλλ. (Smith) O 515· όρισε ... (ενν. ο αυθέντης) και δέδωκαν ίππον εκ των εκλεκτών, και εκαθέσθη (ενν. ο δεσπότης Δημήτριος) περιπατών έμπροσθεν αυτού Έκθ. χρον. 256· β1) αρχίζω την πορεία, ξεκινώ: Σκορπάται η ορδινιά απάνω κάτω| να αρχίσει να μαρκιάρει τo φουσσάτο (παραλ. 1 στ.) και όλοι να περπατούσι αρματωμένοι Λεηλ. Παροικ. 44· Προστάσσει τότ’ ο καππικής όλοι να ’ρδινιαστούσιν,| τ’ άλογα και τα ρούχα τους, γιατ’ έν’ να (για τη γρ. αυτή βλ. Συμεων., Ιστ. κυπρ. διαλ. 240) παρπατούσιν Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 698· β2) συνεχίζω την πορεία: Εκεί γουν επεδιάβασαν την άπασαν ημέραν,| το καύμα γαρ ουκ ίσχυνεν διά να περπατούσιν Αχιλλ. (Smith) O 191· γ) (με τις προθ. εις, προς και αιτιατ.) πηγαίνω, κατευθύνομαι προς συγκεκριμένη κατεύθυνση: Επαίρνουν οι πραγματευθαί τον Ιωσήφ ετότες| στην στράταν οπού εις Αίγυπτον εκείνοι επερπατούσαν Ντελλαπ., Ερωτήμ. 459· ο Μιχαήλ, πως είν’ θνητός διατί ήξευρε και εκράτιε,| στον ιατρόν του πνεύματος χαρούμενα επερπάτιε Λίμπον. 346· Μέραν και νύκτα πορπατεί προς της Εδέμ τον τόπον| και σώνει στην παράδεισον μετά μεγάλον κόπον Χούμνου, Κοσμογ. 313· (εδώ σε προστ. ως προτροπή) εμπρός πήγαινε: καν ας με εγεμίζασιν το εμποτόπουλόν μου,| αμή λαλώ, και λέγουν με «περιπάτει εις το πηγάδιν» Προδρ. (Eideneier) IV 301· δ) (με τις προθ. διά και αιτιατ. ή με τελική πρόταση) προχωρώ, πορεύομαι για κάπ. συγκεκριμένο σκοπό: Λέγει (ενν. η αρχόντισσα) «Δεν είναι εδώ στο σπίτι μέσα, αμ’ όξω περπατεί διά τα τορνέσα Λεηλ. Παροικ. 386· Ημέρας τρεις περιπατούν να εύρουν ξενοδοχείον Φλώρ. 1230· ε) φρ. (1) περπατώ/πορπατώ διά να πολεμώ = πηγαίνω στον πόλεμο, εκστρατεύω: να κάθονται (ενν. οι γυναίκες) στο σπίτι τους, να γνέθουν, να κεντούσι·| και οι άνδρες τους ας περπατούν διά να πολεμούσι Ιστ. Βλαχ. 708· Διότι δεν εδόθηκεν των γυναικών στρατεία,| ... ότ’ είναι αταξία| να διαγέρνουν πόλεμο ...|, αλλά ...| να κάθουνταιν στα σπίτια τους να κλώθουν, να κεντούσι| κι οι άνδρες των να πορπατούν διά να πολεμούσι Διγ. O 2910· (2) περιπατώ εις τον πόλεμον/εν πολέμοις = εκστρατεύω: Τούτος ήτον εις τον καιρόν Αλεξάνδρου του βασιλέως, με τον οποίον επεριπάτιεν εις τον πόλεμον, και ήτον από τους ονομαστούς του φίλους Ροδινός (Βαλ.) 170· εποίησαν βουλήν οι γενίτσαροι, όπως αιτήσονται τον σουλτάν Σελίμην αρχηγόν του στρατεύειν και περιπατείν εν πολέμοις, λέγοντες γαρ ότι ο αυθέντης εστί γέρων και ασθενής και ου δύναται στρατεύειν μεθ’ υμών Έκθ. χρον. 5219· στ) φεύγω (από κάπ. μέρος): απήτις μ’ έναι του φτωχού γραμμένο| να πορπατώ από δω, μακρά να πηαίνω,| παραγγελιά σ’ αφήνω να θυμάσαι·| και πάντα ο νους σου μετά μένα να ’σαι Βοσκοπ.2 298· ζ) (με το επιρρ. γλήγορα) επισπεύδω την πορεία μου: πόδια μου, δυναμώσετε, γλήγορα πορπατείτε Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 1049 κριτ. υπ.· φρ. περιπατώ σπουδαίως = επισπεύδω, βιάζομαι: επήρεν το πιττάκιν κι εβάλθην εις τον δρόμον·| σπουδαίως επεριπάτησεν εις τον Δεσπότην ήλθεν Χρον. Μορ. P 3738· η) πατώ στη γη, περπατώ: από το ερωτοκίνημα και το χάδιον δεν εφαίνετον (ενν. η κόρη) ποτέ πως περπατεί, μόνον εφαίνετον ως ότι τάχατες πως παίζει και γελά Διγ. Άνδρ. 3155· κατακαημένα| πρόβατα, εκεί απού πορπατώ χόρτο μη φάτε ουδ’ ένα,| γιατί τα φαρμακεύγουσι τα δάκρυα τα δικά μου Πανώρ. Ά 10· (σε μεταφ.): ψυχή γαρ ερωτότρωτος, όσα αν ψυχοπονέσει,| χάνει τους πόνους αν γλυκύν μάθει του πόθου λόγον.| Έλεγα εις γην ου περιπατώ, τον ουρανόν διαβαίνω Λίβ. Esc. 2038· θ) βαδίζω, περπατώ πηδώντας και χορεύοντας: Βαρδαριώται έμπροσθεν αυτών περιπατούντες τραγῴδιον γελοίον ετραγῴδουν αρμόδιον προς την πομπήν αυτών Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 235· Εδόκουν γαρ, ως και η γη, εν ῃ περιεπάτουν,| και αυτή συνετέρπετο περιπατούντων πάντων,| και πας, όστις ετύγχανεν εις την χαράν εκείνην,| άλλος εξ άλλου γέγονεν από της θυμηδίας Διγ. (Trapp) Gr. 1786· ι) (συν. με τα επιρρ. αποπίσω, εξοπίσω κ.τ.ό.) ακολουθώ (κάπ.): το λαμπρό σου πρόσωπο μου δίδει την ημέρα (παραλ. 1 στ.). Για τούτον από λόγου του δεν ημπορά μακρύνω,| μα πορπατώ αποπίσω σου και βλέπω σε κλεφτάτα Πανώρ. Γ́ 565· Υιέ μου, βλέπε από πτωχόν δάνειον μηδέν επάρεις·| ότι αν ου το στρέψεις σύντομα, γοργόν να του το δώσεις,| και περπατεί εξοπίσω σου και τρέχει και φωνάζει Διδ. Σολ. Ρ 145· ια) (συν. με τα επιρρ. έμπροσθεν, εμπροστά, ομπρός) προπορεύομαι: διεχώρισεν χιλίους Αραβίτας| ολολουρίκους και καλούς, χρυσοκλιβανιασμένους,| ως διά να περιπατούσιν έμπροσθεν του αγούρου Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 580· επεριπάτιεν (ενν. ο Δαβίδ) ... εμπροστά της κιβωτού χαρούμενος Ροδινός (Βαλ.) 96· Εγώ παγαίνω· φίλοι μου, ομπρός μου πορπατείτε,| το βασιλιά οπού εκάμετε σήμερο να χαρείτε Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 207· ιβ) (με τα επιρρ. αντάμα, μαζί, ομάδι) συμπορεύομαι: Τότε οι δυο (ενν. ο λύκος με την αλουπού) συβάστησαν και συντροφίαν εκάμαν| και μέρα νύχτα ’μόσασι να περπατούν αντάμα Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 36· Σύντροφοι κάπου γίνησαν μαζί να περπατήσουν| μι’ αλεπού και γάδαρος, να παν να κυνηγήσουν Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1151· Ομάδι συνοδεύγομε, ομάδι πορπατούμε| και τα καλά και τα ’μορφα ομάδι πα να βρούμε Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 569· ιγ) (προκ. για ζώο) βαδίζω, περπατώ (με τον τρόπο που χαρακτηρίζει το κάθε ζώο): το λιοντάριν, τσακίζοντας τες πόρτες του θεάτρου, εβγήκεν έξω και επήγεν εις το όρος ωσάν να επερπάτιεν ένα πρόβατον Ροδινός (Βαλ.) 233· είχασι (ενν. οι καρκίνοι) και τα μάτια τους στα στήθη που θωρούσαν,| οκτώ ποδάρια έχανε, στραβά επερπατούσαν Ζήνου, Βατραχ. 452· η γαρίδα τότες επερβάτουνε εμπροσθινά, σαν κάνουν και τα άλλα ζα Μπερτόλδος 45· ιδ) (εδώ σε αντιδιαστολή με τα ρ. κάθομαι, κοιμάμαι, τρέχω): Αν πορπατεί γή αν κάθεται γή αν είναι κοιμισμένη| βρίσκεται με τον έρωτα πάντα συντροφιασμένη Πανώρ. Ά 453· Αν περπατεί, αν κάθηται και νύκτα όντα κοιμάται,| άλλο ουδέν συλλογίζεται, μόνον χρυσόν θυμάται Πένθ. θαν.2 541· Νύκτας ημέρας, άνθρωπε, αν περιπατείς και τρέχεις,| και καβαλάρης και απεζός τον κόσμον ανατρέχεις,| την καλλονήν την άμετρον του κόσμου και εάν την έχεις,| ώραν στιγμήν εχάσες την και τίποτε ουκ έχεις Αλφ. (Μπουμπ.) I 49· ιε) (εδώ προκ. να δηλωθεί κ. το ασυνήθιστο, αδιανόητο, αδύνατο): τις είδε και τις ήκουσε στην θάλασσαν γιοφύρι,| να περπατούν τα κάτεργα στου Γαλατά τους κάμπους| αγνάντια εις το Σκούταρι, στον Άγιον Κωνσταντίνον; Θρ. Κων/π. B 101· με την ανδρείαν την περισσήν, τήν ο Θεός μού εδώκεν,| στον ουρανόν και αν ανεβεί, εις τα νέφη κι αν δράμει,| στην θάλασσαν και αν περπατεί, η κόρη ουκ εξεγλεί μου Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1398· Όντεν ιδείς εις το βουνί να περπατεί το ψάρι (παραλ. 7 στ.), τότες εμέν και σεν, κυρά, θέλουσιν ευλογήσει Ριμ. κόρ. 587· ιστ) (συν. με προηγ. τα επιρρ. όθεν, όπου, οπού) πηγαίνω, βρίσκομαι: βάσανα να ’χει ωσάν κι εμέ στον κόσμο δεν εκράτου| άλλος κιανείς κι έτσι ήμνογα όθεν κι αν επορπάτου Πανώρ. Ά 42· Η Πίστις ήτον απ’ αυτήν και είχεν το σχήμαν τούτο,| το σχήμαν τό σύρνουν οι ευγενείς όπου και αν περιπατούσι Λίβ. (Αγαπητός) 23· θυμούμαι ... | ... την αγάπη και φιλιά που μετά μένα εκράτιε (ενν. ο φίλος)| με πίστη πάντ’ ατσάκιστη, όπου κι αν επορπάτιε Ροδολ. (Αποσκ.) Ά 312· Εσάς πάλιν παρακαλώ, ώστε οπού να ζείτε,| κάμνετε διά τον Χριστόν αυτού οπού πορπατείτε Απόκοπ. Επίλ. Ι 532· ιζ) (μεταφ.): Παιδάκι μου, ας εγνώριζες πού πορπατείς και πηαίνεις| και σ’ είντα πέλαγος βαθύ και θυμωμένο μπαίνεις Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 155· κερά μου, πορπατείς σε μπερδεμένη στράτα,| κι έχεις πολέμους κι όχθρητες τα λογικά γεμάτα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 181· (σε προσωποπ.): με τση τιμής περιντυμένη (ενν. η Περηφανειά)| τ’ όνομα, πορπατεί και βασανίζει| πλια από θανατικό την οικουμένη Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 507· Με τι ρούχα περβατεί ενδυμένον τούτο το καλόν ριζικόν, διά να ημπορέσω εγώ να το γνωρίσω ...; Μπερτολδίνος 101· ιη) (προκ. για άρρωστο ή τραυματία) περπατώ ως ένδειξη του ότι είμαι πια υγιής: Ωσάν εκαλυτέρεψε κι εντύθη κι επορπάτει,| ο βασιλιός αγκαλιαστό με σπλάχνος τον εκράτει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ 151· έδερεν ανήρ τον σύντροφό του ... και να μην απεθάνει και να πέσει εις πλάγιασμα. Αν σηκωθεί και να πορπατήξει όξω ιπί το ανακουμπιστήρι του και να καθεριστεί ο δάρτης Πεντ. Έξ. XXI 19· ιθ) σέρνομαι, έρπω: Αλήθεια τόσο στους εχθρούς, τόσο σιμά οπού ’σαν,| με την κοιλίαν χαμηλά πάντοτε περπατούσαν,| και διατί ’χαν μπούλμπερη, λουμπάρδες, βόλια, βρώσιν,| στην μάχην αντιστέκουνταν μόν’ να ’χουνε να τρώσιν Διακρούσ. 10726· (εδώ προκ. για τον όφη, το διάβολο): επικατάρατον εσέν τον όφην να λαλούσιν.| Στο στήθος σου να πορπατείς, να τρίβεις την κοιλιάν σου Πικατ. 516· κ) (προκ. για σχοινοβάτες) σχοινοβατώ: κάστρη άλλοι στένου ξύλινα κι άλλοι τα σγουραφίζου (παραλ. 1 στ.)· ψηλά ξαπλώνου άλλοι σκοινιά κι απάνω πορπατούσι,| σαν εις τη γη χορεύγουσι κι ωσάν αετοί πετούσι Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 303· κα) (προκ. για κάτεργο, αρμάδα) πλέω, αρμενίζω: Αλήθεια το δεύτερον (ενν. κάτεργον) ήθελεν πορπατεί ώρες ί και το τρίτον ήθελεν προπατεί ώρες ή Rechenb. 7815· Διεμηνύσατο δε άμα πρωί ο Χαϊρατίνης τον αυθέντην, ότι γνωστόν έστω σοι ως η αρμάδα των Βενετίκων η εις ημάς μη φαινομένη περιπατούσα νυκτός εγύρευε πού αν εύρει την του Τόρια αρμάδα Έκθ. χρον. 809· κβ) (προκ. για ουράνιο σώμα): ταύτην την στήλην άνεμοι πνεύσαντες λίβαι εξανέσπασαν ... και εις την γην έρριψαν του ηλίου τότε εν τῳ ζωδίῳ τῳ ταύρῳ περιπατούντος Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 197· να κοκκινίζει ο ουρανός και ο ήλιος να μαυρίζει,| στην στράταν του να προπατεί και να μηδέν φωτίζει Τζάνε, Κατάν. Ποίημα 110· κγ) συνεχίζω, «προχωρώ» τη διήγησή μου: Ας έρτομεν στον λογισμόν, εμείς να παρπατούμεν,| το πώς επήρεν θέλημαν και τούτον να το πούμεν Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 177· κδ) (προκ. για το Θεό) «κατοικώ» στον άνθρωπο, τον γεμίζω με τη θεία χάρη (πβ. ΚΔ, Παύλ. Κορ. Β́ 6, 16): Θέλω κατοικήσει μέσα εις αυτούς· και θέλω περιπατήσει μέσα εις αυτούς Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2, Παύλ. Κορ. Β́ Ϛ́ 16· κε) (με υποκ. το ανάβλεμμα) = διατρέχω: Στο πρόσωπό τως ολωνώ τ’ ανάβλεμμα επορπάτει| με τη ρηγατικήν εξά που ’τρεμε το παλάτι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 1311· κστ) (προκ. για τα δάκρυα) κυλώ, τρέχω: στα ρόδα, στα τριαντάφυλλα τα δάκρυα επορπατούσα,| στα στήθη εκατεβαίνασι, στα μάρμαρα εκτυπούσα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 649· κζ1) (προκ. για χρόνο, διάστημα χρόνου, ηλικία)· (1) διανύομαι, περνώ: Τρεις μήνες επεράσασι, τέσσερις πορπατούσι| οπού όσοι σ’ εγνωρίσασι, κλαίσι να σε θωρούσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 803· πληρουμένης της ενδίκτου| περπατούσης της ογδόης,| αρχομένης της ενάτης Λέοντ., Αίν. I 52· με τη φούστα το παιδί επήρα κι ήρθα απάνω-| δεκάξι χρόνοι σήμερο θα προπατού, α δε σφάνω Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 570· (2) διανύω: Είχεν τάχα μελετημένα ο πατήρ γάμους και χαρές της θυγατρός επειδή δώδεκα χρονών επερπάτει το κορίτσι Πηγά, Χρυσοπ. 233 (7)· φρ. πορπατεί/προπατεί ο καιρός/οι μέρες = περνάει ο χρόνος: Ζύγωσε τά βαραίνουσι, διώξε την τόση πρίκα| κι άφς τον καιρό να πορπατεί, σαν κι άλλες τον αφήκα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 1626· πούρι ο καιρός ας προπατεί, ας πηαίνει κι ας περάσει,| μήπως και ξελησμονηθεί ο πόθος, σα γεράσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 1711· ας πορπατούνε οι μέρες σας κι ο κύκλος θέλει αλλάξει·| με τον καιρό όλα τα νικά η φρόνεψη κι η τάξη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 1323· κζ2) (εδώ προκ. για την αιωνιότητα κατά τη μεταθανάτια ζωή): χρόνοι εδώ δεν περπατούν, μήνες ουδέν θυμούνται,| ουδέ στου Χάρου την αυλήν ώρες ουδέν μετρούνται Πικατ. 148· κη) (μεταφ.) προκ. για υποθέσεις, καταστάσεις· φρ. πορπατεί η δουλειά/το πράμα ή τα πράματα = οι καταστάσεις, τα πράγματα εξελίσσονται: να πορπατεί η δουλειά κουρφά, κιανείς να μη γροικήσει,| ώστε να πάνε στου ρηγός, να τωσε συμπαθήσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ 877· αν ...| προπατεί το πράμα ομπρός κι έτοιας λογής τ’ αφήσω,| τούτο ’χει να μαθητευτεί, ό,τι καιρός γυρίσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 1706· με τον καιρόν τως πορπατού τα πράματα και πάσι,| του Έρωτα μόνο η δύναμη συχνιά τα μεταλλάσσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 331. 2) Διανύω μια απόσταση· (συν. με την προθ. εκ και γεν. ή αιτιατ. (που δηλώνει αφετηρία) και με επόμ. τα εις, σε και αιτιατ. (που δηλώνουν πρόσωπο ή τόπο τέρματος) μεταβαίνω από ένα τόπο ή πορεύομαι διαμέσου ενός τόπου και πηγαίνω σε κάπ. άλλο τόπο ή πρόσωπο: εκείνος (ενν. ο φαμιλίτης του δουκός) επερπάτησεν απέ την χώραν όλην| εις άρχοντες όπου ήξευρεν ο λόγος του να αξιάζει Χρον. Τόκκων 1355· ούτως εκαβαλίκευεν μετά την φαμελίαν του| και επερπάτει εκ τα χωρία του μέρου της Μονοβασίας| στο Έλεος κι εις τον Πασσαβάν κι εις τους εκείσε τόπους Χρον. Μορ. H 2982· όταν εκ τόπου εις έτερον θέλεις περιπατήσαι,| αγάπην άφηνε παντού, μη σε ακλουθήσει φθόνος Φλώρ. 1155. 3) Πηγαίνω από τόπο σε τόπο, τριγυρίζω, περιφέρομαι, περιπλανώμαι: εκυρίευσε και εδούλωσεν όλον τον τόπον του Μωρέως και τότε επερπάτει από τόπον εις τόπον ως αφέντης και πρίγκηπος οπού ήτον Δωρ. Μον. XXXI· εφοβήθην ο Ξάνθος τον Αίσωπον να μηδέν το ειπεί των ανθρώπων πορπατώντας εδώ και εκεί Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Γ́ 8019· εις τα βουνά να περιπατεί, σαν λέοντας να φωνάζει,| και διά τα παιδία του κλαίγει και αναστενάζει Θρ. Κύπρ. M 529· απόσταν τση καρδιάς μου| εκάμασινε την πληγή τα μάτια τση κεράς μου,| μέρα και νύχτα πορπατώ σε κάμπους, σε λιβάδια,| σε δάσητα κι εισέ γκρεμνά, σε όρη, σε λαγκάδια Πανώρ. Β́ 157. 4) Ταξιδεύω, επισκέπτομαι διάφορους τόπους: πολλά μεν έμαθα από ανθρώπους πολυμαθείς ... εισέ διαφόρους χώρας και κάστρη όπου επεριπάτησα, και άλλα πάλιν από βιβλία Ιταλών και Ελλήνων φιλοσόφων Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 131. 5) Κάνω περίπατο, σεργιανίζω: Η δέσποινα περιπατεί περί τον κήπον μόνη| και περιτρέχει τα φυτά, παραβιβάζει τάχα Καλλίμ. 2037· Ο βασιλέας των μηνών ο Μας λογιάζω είναι (παραλ. 3 στ.), στολίζει δένδρα με ανθούς, κάμνει τα περιβόλια| να είναι ωριοστόλιστα, γυναίκες και κοπέλια| μέσα σ’ αυτά να πορπατούν και να περιδιαβάζουν Διγ. O 2401· αγάλι αγάλι επήγαινα, σιγά σιγά επερπάτουν| τον κόσμον εξενίζουμου, τ’ άνθη και τα καλά του Απόκοπ.2 17. 6) (Μεταφ.) α) ζω, υπάρχω: Άνθρωπος όταν περπατεί κόσμος μικρός υπάρχει Σπαν. O 141· φρ. (1) περπατώ/προπατώ στον κόσμον/στον δίσκον του κόσμου/εις γην = ζω στη γη: οπὄχει φρόνεσιν και περπατεί στον κόσμον| ας ενθυμείται θάνατον Περί ξεν. (Μαυρομ.) 473· φαίνεταί μου, δύσκολον και αδύνατον υπάρχει| οπού εις τον κόσμον περπατούν να φεύγουν τέτοια πάθη Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1537· Ας μάθει ο νιος οπ’ αγαπά σ’ εκείνο τό γυρεύει,| στον κόσμον όπου περπατεί, με τι τρόπο να οδεύει Φαλιέρ., Ενύπν.2 126· « ... όσοι στο δίσκον», έλεγε, «του κόσμου προπατούσι,| όλοι για μένα ας κλάψουσι κι όλοι ας με λυπηθούσι ...» Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1793· (εδώ προκ. για τη διάρκεια της επίγειας ζωής του Χριστού): όταν ήτον ο Χριστός και εις γην περιπάτει Χρον. Μορ. H 809· (2) περβατώ ημέραν από ημέραν = ζω, περνώ τη ζωή μου: ημέραν από ημέραν περβατούν (ενν. οι κουρούνες) ακαρτερώντας να των δοθεί πάλιν η χάρις να μιλούν Μπερτολδίνος 113· β) (με το ρ. ζω για να τονιστεί η σημασ. του) είμαι ζωντανός και κινούμαι: ήδη ζω και περιπατώ και τον αέρα πνέω Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 114· Εμένα ο χρόνος είπε με ποτέ να μη ευτυχήσω| ως πότε ζω και περπατώ και κοσμοαναγυρεύω Λόγ. παρηγ. O 283· δι’ εκείνην (ενν. την Πλάτζια-Φλώρην) ζω και πορπατώ, άλλην χαράν ου θέλω Φλώρ. 785. 7) (Μεταφ.) α) ζω, διάγω, συμπεριφέρομαι: ο πατέρας ο καλός υπομονήν ουκ είχεν,| σκοπώντα πώς να πορπατεί στα ξένα το παιδί του,| μη μάθει στράτες άτακτες και τον Θεόν αφήσει Σπαν. V Suppl. 7· να χαίρω τούτον βλέπουσα εις έτη της ζωή μου,| να περπατεί αφρόντιστος, να χαίρει εις τον κόσμον Διγ. Z 1797· Ίδε, μεταμελήθησε και τήρησε την κρίσιν.| Φέρε τον νουν σου, πρόσεξε, πώς περπατείς, πώς πράττεις Αλφ. (Μπουμπ.) I 81· πρωτύτερα επεθύμει να χορτάσει ψωμί, και τώρα εντύθη εύμορφα και περιπατεί ωσάν ένας από τους πλουσίους Θαύμα αγ. Νικ. 264· Εξέπεσαν οι άνθρωποι, σαν ζώα περπατούσι,| γράμματα δεν ηξεύρουσι και πώς να φωτισθούσι; Ιστ. Βλαχ. 2225· φρ. (1) περπατώ άτυχα = ζω άσχημα, δυστυχώ: όποιος σμίγεται μ’ αυτές (ενν. τες πολιτικές) χρειά κάμνει να ψωριάσει,| κι αν έχει πράγμα τίποτες, όλον να το ξοδιάσει.| Και μερικοί ιατρεύουνται ...| και περπατούσιν άτυχα πάντα καθήν ημέραν Σαχλ. Α′ (Wagn.) M 345· (2) προπατώ εις/σε οδόν = ζω με ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής, κάνοντας συγκεκριμένες πράξεις: όλους τους ψευδομάρτυρας οπού ’χασι ’φιορκήσει| για δώσια ή για έχθρητα και ανθρώπους καταλύσει,| να ’ταν τυφλοί και ολόβουβοι τον κόσμον να μη δούσι,| παρά σ’ εκείνην την οδόν πάλιν να προπατούσι Τζάνε, Κατάν. 364· (3) περιπατώ εις την ασέβειαν = ζω μακριά από το Θεό: μεγάλα και θαυμάσια είναι των χριστιανών τα μυστήρια ότι δεν λέγουσι λόγια ανθρώπων αλλά τα του Θεού. Τα δε λοιπά έθνη πλανώνται και πλανώσιν ένα το άλλο περιπατούντες εις την ασέβειαν Αγαπ., Βίος Ιωάσ. = Αγαπ., Δαμασκ. Βαρλαάμ 1741· (4) περιπατώ εις ασελγείες = ζω ακόλαστα, διάγω έκλυτο βίο: φθάνει μας ο απερασμένος καιρός της ζωής να εκάμαμεν το θέλημα των εθνών περιπατώντες εις ασελγείες, επιθυμίες, μέθες ... Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πέτρ. Καθ. Επ. ά Δ́ 3· (5) περιπατώ εις καλήν βουλήν = ακολουθώ την καλύτερη γνώμη, συμβουλή: απ’ όλους έπαιρνε βουλήν και την δικήν σου κράτει,| όποια σου φανεί καλή σ’ εκείνην περιπάτει Ιστ. Βλαχ. 1468· (6) περιπατώ/πορπατώ όμορφα/ορθά = διάγω, συμπεριφέρομαι σωστά, δίκαια: Ήφηκες τσ’ έγνοιες του σπιτιού και τα νοικοκεράτα,| πολλά επορπάτιες όμορφα, μα εδά άλλαξες τη στράτα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 806· το φίδι πάντα δίδασκε (ενν. ο κάβουρας) να ’χει δικαιοσύνη| και να περιπατεί ορθά, χωρίς ατυχοσύνη Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 694· (7) περιπατώ λοξά = ακολουθώ λάθος δρόμο ζωής: Επεί λοιπόν γνωρίζομεν λοξά περιπατούμεν,| πρέπει να την αφήσομεν την στράταν που κρατούμεν Πένθ. θαν.2 569· (8) πορπατώ ευγενικά = διάγω, συμπεριφέρομαι όπως ταιριάζει σε άρχοντα: Δίδει του στάμενα πολλά ... (παραλ. 2 στ.), να πορπατεί ευγενικά εκεί στην ξενιτεία Τριβ., Ρε 96· (προκ. για τη ζωή σύμφωνα με τις θεϊκές εντολές, τους θεϊκούς νόμους και κανόνες): εις τα περισσότερα να κάμνει ως θέλει, αν έχει την γνώμην του να περιπατήσει ως λέγουν οι θείοι νόμοι Zygomalas, Synopsis 298 Φ 1· να γνωρίσουν όλοι ότι εκείνα οπού άκουσαν διά λόγου σου δεν είναι τίποτες, αλλά περιπατείς και εσύ φυλάττοντας τον Νόμον Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πράξ. κά 24· Όσοι περιπατούσι με το πνεύμα του Θεού, ετούτοι είναι υιοί του Θεού, λέγει ο θείος Απόστολος Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 2910· φρ. (1) περιπατώ καλά/κατά δικαιοσύνην = ζω ενάρετα: εάν συ περιπατείς καλά, θέλεις είσθαιν εις τον λαόν σου πρόξενος σωτηρίας Βασιλ. Κεφάλ. Παραιν. 114· τους δικαίους, τους κατά δικαιοσύνην περιπατήσοντας Φυσιολ. 36125· (2) πορπατώ με τον Θεόν = ζω σύμφωνα με το θέλημα του Θεού: με τον Θεό επορπάτηξεν ο Νόαχ Πεντ. Γέν. VI 9· (3) πορπατώ ομπροστά (ενν. του Κυρίου) = γίνομαι ευάρεστος στο Θεό: ο Κύριος ος επορπάτηξα ομπροστά του ν’ απεστείλει τον αγγελό του μετ’ εσέν Πεντ. Γέν. XXIV 40· β) συναναστρέφομαι, κάνω παρέα με κάπ.: άλλος έλεγεν ότι « από την σήμερον εάν ιδούμεν ή εις την εκκλησίαν ή έξω στο Κάστρον να περιπατεί πάλιν με τους χριστιανούς τον σκοτώνομε ...» Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 61V· με τους καλούς συνόδευε, με τους καλούς περπάτει Σπαν. V Suppl. 26· Ορέγομουν να περπατώ με τους τραγουδιστάδες,| με τους παιγνιώτας τους καλούς, τους παραδιαβαστάδες Σαχλ., Αφήγ. 57· εκρέμασαν οι Τούρκοι τον Αλεξανδρή τον Ταταρχάνη, δι’ αιτίαν τοιαύτη· με το είναι νεκπετής και ακαμάτης επήγεν με τον βοϊβόδα και επεριπάτεν με τους χασάσηδες, και έτσι επάτησαν ένα οσπίτι Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 38v· γ) συμβαδίζω: κατά αλήθειαν δεν δύνεται να περιπατεί η κακία ομού με την αρετήν Βίος Ιωσήφ 269. B́ Μτβ. 1) βαδίζω, προχωρώ, πορεύομαι, περπατώ α) (συν. με αντικ. τις λ. δρόμον, οδόν, στράτα(ν)): φαίνεται εις την θείαν Γραφήν πως δεν επεριπάτησαν (ενν. οι Εβραίοι) ένα ίσον δρόμον μήτε γλήγορον, αλλά επάγαιναν εμπρός και πάλιν εγύριζαν οπίσω προς το Σίναιον όρος Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 52· εν τοις τοσούτοις λογισμοίς και τοις τοσούτοις λόγοις| περιπατούσι την οδόν, πληρούσι μόλις ταύτην Καλλίμ. 1378· τα χέρια ενούς τ’ αλλού μας εκρατούμα,| πασίχαροι τη στράτα επορπατούμα Βοσκοπ.2 136· το ταχύ εσηκώθηκεν και ευρίσκει μονοπάτιν.| Ώραν πολλήν περιπατεί την στράταν μοναχή της Ιμπ. 571· την προς δρακοντόκαστρον οδόν επεριπάτουν Καλλίμ. 2547· επεί εν ονείρῳ σου σε το είπεν ο προγνώστης,| την στράταν οπού εις Αίγυπτον υπάγει ας περιπατούμεν Λίβ. N 2367· (εδώ με σύστ. αντικ.): έρχεται ακόμη αντάμα του η μάνα του και είναι εδώ ογλήγορα, διατί αυτή περβατεί καλόν περβάτημα Μπερτολδίνος 104· φρ. (1) περπατώ μίαν στράταν = ακολουθώ τον ίδιο δρόμο, συμπορεύομαι: απήν ενταμωθήκαμεν μίαν στράταν περπατούμαν| και ένας τον άλλον μας θωρώ και όλοι μοιρολογούμεν Διήγ. ωραιότ. 455· (2) (μεταφ.) προπατώ ένα ζάλο = (προκ. για ερωτευμένους) αισθάνομαι το ίδιο ερωτικό συναίσθημα: το πράμα πλιο δεν είν’ κρυφό στον ένα κι εις τον άλλο,| γιατί εγνωρίσασι κι δυο πως προπατού ένα ζάλο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 2142· β) (εδώ σε προτρεπτική υποτ.) αρχίζω, ξεκινώ την πορεία: λοιπόν απάρτι την οδόν σύρε ας περιπατούμεν| και α λάχει να επιτύχομεν κάστρον να ερμηνευθούμεν Λίβ. Esc. 2726· γ) βαδίζω, πατώ στη στεριά, στη γη: ως είδα ότι την θάλασσαν επ’ αληθείας εξέβην| και την στερέαν περιπατώ ...|, ίδ’ ούτως νεύω τον Λίβιστρον να έμπει να περάσει Λίβ. Sc. 1888· εκείνη δε ουκ εγνώθει τον (ενν. τον δάον) να περπατεί τον δρόμον Λίβ. N 2237· δ) (εδώ προκ. για κ. αδύνατο, ακατόρθωτο) ανεβαίνω: Δέντρο ροζάρικον στραβόν να ’σάζεις με τα λόγια| και δίχως σκάλες θέλω ’γώ να περβατώ τ’ ανώγια Δεφ., Λόγ. 118· ε) (μεταφ. με αντικ. το κάστρον, τον πύργον της καρδίας, της ψυχής κάπ.) ανταποκρίνομαι στον έρωτα κάπ.: Πότε το κάστρον να περπάτησες το της εμής καρδίας!| πότε τον πύργον της εμής ψυχής περιπατήσεις; Λίβ. P 1364, 1365· Πότε να επεριεπάτησες το κάστρον της ψυχής μου; Λίβ. Sc. 278. 2) α) Διανύω μια απόσταση, διαβαίνω, διατρέχω, περνώ: ωσάν επεριπάτησα πολύ διάστημα,| έφθασα εις ένα κάμπον λιβαδιαίον Διγ. Άνδρ. 36732· όρη επερπατήσαμεν, τά ενέγγιζαν εις νέφη Λίβ. P 1876· Καβαλικεύουσιν και οι δυο ...| Όλην την νύκταν περπατούν λιβάδια, ποταμίνες| και την ημέραν άπασαν λαγκάδια και βουνίτσια Ιμπ. 511· β) περιτρέχω, διατρέχω, διανύω την περίμετρο κάπ. χώρου: Αν εξ’ οικείων των χειρών φυτεύσει τις αμπέλιν| και σκάψει και κλαδεύσει το, φράξει τον γύρον όλον (παραλ. 1 στ.) και την ημέραν στήκεται με την σφενδόνην πάσαν| να φοβερίζει τα πτηνά να μη το καταλούσιν,| την νύκταν πάλιν περπατεί τον γύρον και φυλάσσει ... Καλλίμ. 2462· Ο Αλέξανδρος επιστεύθην τους λόγους του και υπάγει προς το νησίν ... Και επερπάτησε το γύρον και μέσα ουδέν ετόλμησε να κοιτάξει Διήγ. Αλ. E (Konst.) 471· γ) πηγαινοέρχομαι, βαδίζω πάνω κάτω: την τσάμπραν της περιπατεί, άνω και κάτω υπάγει·| συχνά ετήρει και έβλεπεν από μικρόν τρυπάριν Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 463. 3) α) Περιέρχομαι, διατρέχω: Εις τούτο επεριπάτησεν όλην την Αλαμάνιαν,| όλους επαρακάλεσεν τους αρχηγούς κι αφέντες (παραλ. 1 στ.) να τον βοηθήσουν να υπάν μετ’ αύτον εις την Πούλιαν Χρον. Μορ. P 6794· β) (με αντικ. τη λ. κόσμος) πηγαίνω από τόπο σε τόπο, περιπλανώμαι: γονείς του απεστράφηκεν διά την εμήν αγάπην.| Εξέβην απ’ την χώραν του και κόσμον επερπάτειν.| Δίχρονον επερπάτησεν, πικριάς πολλάς υπέστην Λίβ. P 2182· γ) τριγυρίζω, περιφέρομαι ψάχνοντας: Περιπατεί τον αιγιαλό μη νά ’βρει να περάσει·| μη νά ’βρει βάρκαν πούπετε εις το νησίν να υπάγει Ιμπ. 554· Τούτος ο δαίμων, λέγω σε, του ζήλου και του φθόνου| ακαταπαύστως περπατεί την οικουμένην όλην,| να ψηλαφά όσον δύνεται να ευρίσκει απολεσμένους Ντελλαπ., Ερωτήμ. 314· δ) πηγαίνω να συναντήσω κάπ.: πάλιν εκ την τέντα μου πρόσχαρος εσηκώθην,| εβγαίνω εις τους αγούρους μου, περιπατώ τους όλους Λίβ. Esc. 832· ε) περιφέρω κάπ. προς χλευασμό: τῃ δε άλλῃ ημέρᾳ επρόσταξε και τον εκάθησαν απάνω εις ένα μικρόν και πενιχρόν καμήλι με ένα παλαιόν και ξεσκισμένον φόρεμα ... και τον επεριπάτησαν από όλες τες ρούγες της χώρας Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 425. 4) α) Ταξιδεύω, επισκέπτομαι κάπ. τόπο: οπού έναι φρόνιμος και βλέπει και επεικάζει| τον κόσμον ουδετίποτε και πλάνον ας τον κράζει,| διατί, αν επερπάτησεν Ανατολήν και Δύση,| ο Χάρων εξευρίσκει τον, όπου και αν κατοικήσει Νεκρ. βασιλ. 79· Ξεύρεις πολλά καλότατα πως εγώ πολλά κάστρη| και χώρες επερπάτησα σαν τ’ ουρανού τα άστρη| και γράμματα εδιάβασα πολλών λογιώ και γλώσσες Διγ. O 1044· β) ταξιδεύω, μετακινούμαι από τόπο (προκ. για τους πραματευτές): είναι (ενν. οι πραγματευτάδες) άνθρωποι ξένοι απ’ άλλους τόπους, (παραλ. 1 στ.), και περπατούν την Βενετιάν, την Πόλιν, την Λεχίαν Ιστ. Βλαχ. 2157. 5) Κάνω περίπατο: Τη στράτα επορπατούμα· ’ς περβολάκι| βρίσκω βαγιά και κόφτω ένα κλαδάκι Βοσκοπ.2 137· Είχεν γαρ (ενν. ο Κύρος) και συνήθειαν τες εορτές ημέρες| αμάξι να ευτρεπίζουσιν και να καθίζει απάνω| και να τον σύρνουν τα φαρία, να περπατεί τον δρόμον Ντελλαπ., Ερωτήμ. 572· 6) (Μεταφ.) ζω: Στου κόσμου τούτη τη ζωή οπού την πορπατούμε,| όπου θωρούμενε χαρές πλήσες και τραγουδούμε ... Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 33416· 7) (Μεταφ.) ζω, διάγω, συμπεριφέρομαι με ορισμένο τρόπο: Άκουσε ... να σου ειπώ το τι βουλήν κρατούσι (ενν. οι αβουγαδούροι)| και εις τι νουν, εις ποίον σκοπόν και στράταν περπατούσιν Σαχλ., Αφήγ. 351· πιάνει και γράφει (ενν. ο Ιωάσαφ) μίαν επιστολήν προς τον λαόν, γεμάτην φιλοσοφίαν και ανακηρύττουσαν πάσαν την ευσέβειαν ... και είντα ζωήν να περιπατούσι Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 14718· εκεινού οπού μέλλει να περιπατήσει καμίαν δύσκολην στράταν τού κάνει χρεία τινάς οπού να τον παρηγορά και να του δείχνει με έργον πως και άλλοι πολλοί την επεριπατήσασιν Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 306, 8· πορπατείς δρόμο κακό και τον καλόν αφήκες; Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 812· φρ. περιπατώ την ίσαν στράταν = (εδώ για τους κριτές) εφαρμόζω τους νόμους, κρίνω σύμφωνα με το δίκαιο: Τό εντέχεται να ποίσουν οι κριτάδες ..., και πώς δει περιπατείν την ίσην στράταν Ασσίζ. 49· (προκ. για τη ζωή σύμφωνα με τις θεϊκές εντολές, τη χριστιανική ζωή): πάντες οι άγιοι δεν λείπουν να μας δείχνουσι την απλανή ταύτην οδόν, αν ίσως και εισίν και ολίγοι εκείνοι οπού την περιπατούσι Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 6922· αυτή είναι η στράτα της αληθείας, η οποία χειραγωγεί και φέρνει όσους την περιπατήσουν εις βασιλείαν αιώνιον Αγαπ., Βίος Ιωάσ. = Αγαπ., Δαμασκ. Βαρλαάμ 17232· δώσε του (ενν. του αμαρτωλού) κανόνα τον πρέποντα της μετανοίας ... να τον βαστά διά να ισάσει και να περπατήσει την ίσην στράταν της σωτηρίας Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 244113· την πίστην την αληθινήν, και αυτήν να την κρατείτε,| της σωτηρίας την οδόν καλά να περπατείτε Πλουσιαδ., Θρ. Θεοτ. 53· οι μεν (ενν. άγιοι) με πολλά μαρτύρια βασανισθέντες εχύσασι το αίμαν τως διά να αντισταθούσι της αμαρτίας, οι δε ηγωνίσαντο ασκητικώς περιπατούντες την στενήν και τεθλιμμένην οδόν Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 2920 (πβ. ΚΔ, Ματθ. 7, 14). 8) (Μεταφ. με αντικ. που δηλώνει χρόνο, ηλικία) διανύω, διατρέχω: απεδά εξέβημαν τους παραπίσω χρόνους,| τούς επεριεπατήσαμεν μυριοκαταθλιμμένοι Λίβ. Esc. 4072· Σαράντα χρόνους πορπατώ, αμέ τα βασανά μου| ασπρίσανε παράκαιρα, σα βλέπεις, τα μαλλιά μου Πανώρ. Γ́ 303. Φρ. 1) Εις τούτον πορπατώ = θεωρώ κ. ως δεδομένο (βλ. και Vincent [Φορτουν. σ. 244]): πάντα μου σ’εκράτου| πως είσαι ντόπιος αποδώ, κι εις τούτον επορπάτου Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 288. 2) Πορπατώ τον κάβον = σέρνω το χορό· βλ. ά. κάβος (I) 2φρ. Ο σύντεκνος ο μποντικός τον κάβον επορπάτει| και εις κάθα λόγον ήλεγε: «Αλί χαημός τον κάτη! ...» Κάτης (Χόλτον) 81. Η μτχ. πορπατούμενα ως ουσ. = ζώα που πορεύονται μόνα τους (βλ. και Bakker-v. Gemert [Βαρούχ. σ. 842]): θέλει και αφήνει του κυρ-Κωσταντή, ..., ό,τι πράμα και αν έχει έτις στάμπελε ωσάν και μόμπελε, συρνούμενα πορπατούμενα, και τούτο διά να έναι οπλεγάδος να πλερώσει ό,τι χρέη θέλει φανεί και έκαμεν Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 5896.
πήχη- η. Metrol.2 471, 481, 785, 6, 7 δις, 14‑15, 13212, Hagia Sophia a 4443, 10, Βίος Αλ.2 127, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2527 δις, Rechenb. 12, 172 δις, 3 δις, 4 δις, 5, Καραβ. 49725, 27 δις, Αλεξ.2 1579, 2080, 2579, 2580, Βασιλ. Κεφάλ. Παραιν. 119, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 96r, Λεξ. Μακεδ. 157, Πεντ. Γέν. VI 16, VII 20, Έξ. XXV 10 τρις, XXXVII 1 τρις, 10 τρις, Αρ. XXXV 4, 5 πολλάκις, Ολόκαλος 132, 520, 1612, 3522, Προσκυν. Ιβ. 535 18824, Διγ. Άνδρ. 39829, 30, Διαθ. Νίκωνος 25240, 42, 44, 25378, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 951 ρή 14, 952 ρθ́, ρί 15, 1246 λά 5, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 158, 237 δις, 239, 245, Ροδινός (Βαλ.) 189, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 50713, Μπερτολδίνος 168.
Από το ουσ. πήχυς με μεταπλ. (βλ. και Χατζιδ., Αθ. 24, 1912, 18). Ο πληθ. πήχες σε έγγρ. του 16. αι. (Δετοράκης, Μνήμ. Καλοκαιρινού 156, Μέρτζιος, Κρ. Χρ. 15-16, τεύχ. β́, 1961-62, 274, Bakk.-v. Gem., Κρητολ. 6, 1978, 63). Αιτιατ. πληθ. πήχας το 12. αι. (γρ. πίχας, Caracausi, λ. πήχυς). Η λ. στο Lampe, Lex., σε έγγρ. του 17. αι. (Μπούσκαρη, Θησαυρ. 19, 1982, 202), στο Βλάχ. (πήχυ) και σήμ.
1) (Ανατομ.) το τμήμα του ανθρώπινου χεριού που φτάνει από τον αγκώνα μέχρι τον καρπό, το αντιβράχιο: ιδού το κρεβάτι του, κρεβάτι σιδερένιο, πάντως αυτή εις τη Ραββαθ παιδιά του Αμμον εννέα πήχες το μάκρος της και τέσσερις πήχες το φάρδος της με πήχη ανήρ Πεντ. Δευτ. III 11. 2) Μονάδα μέτρησης μήκους που ποικίλλει κατά τόπους και εποχές (βλ. και Schilbach [Metrol.2 σ. 185]): Ένδοθεν τούτου έτερος κατεσκευάσθη οίκος| το ύψος μεν ωσεί πηχών είκοσι τε και δύο,| κεκοσμημένος πάντοθεν εν χαλκοτάτῳ είδει Διγ. Z 3820· και ετούτο ος να κάμεις αυτή· τρακόσιας πήχες του κιβωτού, πενήντα πήχες το φάρδος της και τράντα πήχες το ψήλος της Πεντ. Γέν. VI 15 τρις· Έχει (ενν. το πουλάριν) εις την δεξιάν του την μερέαν εις το μηρίν βουκέφαλον με κέρατα και με πτερά και τα κέρατα ανάμεσα τα αυτία μία πήχη Διήγ. Αλ. E (Lolos) 11910· αν τις θέλει να κτίσει εκεί σιμά σπίτι, ας το κτίσει πήχες προύσινες τρεις ημισείας απέχει από τον τοίχον του άλλου σπιτίου Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 950 ρζ́ 6· (προκ. για μέτρηση απόστασης): οι άλλοι μαθηταί ήλθαν με το σανδάλι —διατί δεν ήταν μακρά από την γην αλλά έως διακόσιες πήχες— σύρνοντες το πλεμάτι των ψαρίων Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ιω. κά 8· (προκ. για μέτρηση περιμέτρου· βλ. και πήχυς): Το τοιούτον στρογγύλον χωράφιον ... τριπλούν έχει τον γύρον, ήγουν, εάν το σχοινίον πήχην ά, εστιν ο γύρος πηχών γ́ Metrol.2 784, 5· (προκ. για μέτρηση υφάσματος): Ακόμη αφήνω της θείας μου της Πανδώρας μπουταγάρας ... και τρεις πήχες πανί να κάμει στομαχάρια Μπερτόλδος 82. — Βλ. και πήχης, πήχυς.
πλέα (I),- επίρρ., Σταφ., Ιατροσ. 15412, Φλώρ. 896, Σαχλ., Αφήγ. 465, Χρον. Τόκκων 1445, Φαλιέρ., Θρ. (Bakk.-v. Gem.) 313, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 245, Θησ. Γ́ [328], Ριμ. κόρ. 765, Σκλέντζα, Ποιήμ. 153, Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 21, Βεντράμ., Γυν. 118, 238, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 82r, 115v, Πορτολ. A 82, Αχέλ. 238, 1352, Πηγά, Χρυσοπ. 153 (13), 303 (3), 305 (1), Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 393, Πανώρ. Γ́ 142, 358, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 596, Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ́ 37, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 218, 8514, Σταυριν. 1116, Ιστ. Βλαχ. 96, 540, 682, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3818, 4410, Λίμπον. 40, Προσκυν. Κουτλ. 390 14833, Ροδινός (Βαλ.) 136, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 51, κ.π.α.· πια, Κυπρ. ερωτ. 718 (ή ως επίθ.), 8710, 10013 (ή ως επίθ.), 10219, 1082, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) 655, 9034· πιλιά, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [173]· πλεά (/πλεα), Σαχλ., Αφήγ. 642, Αχιλλ. L 212, Γεωργηλ., Θαν. 98, Βυζ. Ιλιάδ. 373, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 12326, Σταυριν. 397, Διαθ. 17. αι. 9195· πλεία (ή γρ. πλία), Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) ΕΝ 169, Ε 353, ΑΕ 380 κ.α., Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 65, Παλαμήδ., Βοηβ. 296, Σταυριν. 1158, Θρ. Μιχ. 154· πλια, Φαλιέρ., Ιστ.2 147, 698, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 271, Φαλιέρ., Ενύπν.2 24, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 146, 147, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 5163, 5164, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 353, Πεντ. Γέν. IX 11, Πανώρ. Ά 121 δις, Β́ 7, Γ́ 150, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 248, 341, Β́ 68, Γ́ 188, Έ 41, Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ́ 39, Φαλλίδ. (Παναγ.) 171, Βοσκοπ.2 352, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 229, Β́ 365, 688, Γ́ 1210 τρις, Έ 36, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 114, 169, 274, 361, 650, 711, Στάθ. (Martini) Β́ 291, Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 28 δις, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [512], Έ [1357], Λίμπον. 259, Φορτουν. (Vinc.) Β́ 358, Γ́ 442, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 50, Β́ 36, Διγ. O 2244, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 26010, κ.π.α.· πλιαν, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 2130· πλιας, Πιστ. βοσκ. ΙΙΙ 4, 60.
Από πληθ. πλέα (του πλέον)· βλ. και Ανδρ., Λεξ., λ. πλια. Ο τ. πια και σήμ. Ο τ. πλεα σήμ. ιδιωμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.2 Δ́ 540). Ο τ. πλεία στο Somav. (λ. πλεια) και σήμ. ιδιωμ. (Κωστ., Λεξ. τσακων., λ. πλέα). Ο τ. πλια στο Βλάχ. (πλεια, λ. πλέα) και σήμ. ιδιωμ. (Ξανθιν., Λεξ. δυτικοκρ. ιδιώμ., (μ)πλια, όπου και τ. μπλια, Δημητρίου, Λεξ. Σάμ., Πασχαλούδης, Τερπν. Νιγριτ., κ.α.) και κοιν. λαϊκ. (Κριαρ., Λεξ., λ. πια, βλ. και Μπαμπιν., Λεξ., πια). Η λ. στον Κατσαΐτ., Ιφ. Ά 198, Β́ 294, στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ. (Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Β́ 91, Κωστ., Λεξ. τσακων., Κόμης, Κυθηρ. Λεξ.).
1) α) Περισσότερο, πιο πολύ: σ’ έκαμεν (ενν. ο Θεός) εις όλους βασιλέα,| και χρεωστείς απ’ ολουνούς να τον φοβάσαι πλέα Ιστ. Βλαχ. 1386· Μοιάζ’ η Αρετούσα τ’ άρρωστου οπού πολλά τον κρίνει| κάηλα βαρά κι όλο διψά, πάντα ζητά να πίνει| κι όσο του δίδουν το νερό, πλια καίγεται και βράζει| και πλια πληθαίνει η δίψα του και πλια τονε πειράζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 3, 4· με τση τιμής περιντυμένη (ενν. η Περηφανειά)| τ’ όνομα, πορπατεί και βασανίζει| πλια από θανατικό την οικουμένη Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 508· Χωρίς γαρ φρόνησιν η δύναμις πλέα βλάβει παρ’ ωφελεί Βασιλ. Κεφάλ. Παραιν. 112· να λευτερωθώ τέλεια ’πό κείνον| απού μ’ έκαψεν πια παρά κανέναν Κυπρ. ερωτ. 1411· β) παραπάνω, επιπλέον: όλα τα άρμενα από δεκατεσσάρων οργίων και απάνω, θέλει να έναι το φίλον των μακρύν ωσάν το αντενάλι και πλεία δύο ποδάρια Καραβ. 50211· γ) (εδώ προκ. για χρον. διάστημα· πβ. 3α): πέμπ’ ευθύς μαντάτα (ενν. ο Μιχάλης) (παραλ. 1 στ.) της ώρας που ’δούν την γραφήν να μην καρτερούν πλεία,| μόνον για να κινήσουσιν γοργά σ’ αυτόν να φτάσουν Παλαμήδ., Βοηβ. 932. 2) α) (Για το σχηματ. του συγκρ. βαθμού επιθ., μτχ. επιθ., επιρρ. ή (με το άρθρο) του υπερθ. βαθμού) πιο, περισσότερο: πια ’φκολον έν’ η θάλασσα να πήξει| παρά ’πού μέναν το λαμπρόν να λείψει Κυπρ. ερωτ. 357· Δεν βολεί, λέγει, να ευρεθεί πράγμα πλέα γλυκύ, πλέα θείον και πλια σεμνόν από την πατρίδα Ροδινός (Βαλ.) 159· βρέθησαν πάντες οι φονεμένοι| δύο χιλιάδες μετρητοί κι οι πλέα προκομμένοι Αχέλ. 717· Πια γλήγορα στη γη να ζήσει ψάρι| κι ο Έρωτας να χάσει το δοξάρι| κι η νύκτα δίχως άστρα και δροσούλα| παρά ν’ αφήσω τέτοια βοσκοπούλα Βοσκοπ.2 293· Χωρίς δε του βαπτίσματος, αν ήτον ο πλέα ευσεβής, δεν ημπορεί να λάβει της μακαρίας εκείνης ελπίδος τα αγαθά Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 5322· (ακολουθούμενο από τον αδύνατο τ. της προσωπ. αντων.): μαθών πως ο άνω ειρημένος παιδαγωγός είναι από όλους ο πλέα του ηγαπημένος, τον κράζει ξεχωριστά και λέγει του ... Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 4736· β) (με το συγκρ. βαθμό επιθ., επιρρ.· συν. με το άρθρο ως υπερθ.): Ποιος άλλος έχει ωσάν εσέ στρατιώτες αντρειωμένους (παραλ. 1 στ.); Ο πλια μικρότερος σ’ αυτούς ’ξάζει τον πλια μεγάλο,| ’ξάζει τον πλια καλύτερον απ’ το φουσσάτο τ’ άλλο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 1455, 1456· με τον πλέα ευκολότερον μόδον τον κάνομεν πάλι τον υιόν σου να επιστρέψει απού την διδασκαλίαν εκεινού του πλάνου Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 8517· ημείς οι παραβάται των θείων εντολών είμεστεν οι πλέα δυστυχέστεροι και ταλαίπωροι άνθρωποι του κόσμου Δαμασκ. Στουδ., Διάλ. 452· τα πλούτη εις τους νέους πλια γρηγορύτερα είναι υπηρέτης των ηδονών παρά της αρετής Πηγά, Χρυσοπ. 305 (1)· γ) (με ουσ.· εδώ ισοδυναμεί με το «καλύτερος», «ικανότερος», «μεγαλύτερος», βλ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β́ 231· βλ. και πλέα (II), πλέον (II) 1β): Θέλεις να δεις στον ζαριστήν έναν καλόν σημάδιν; Οπὄναι πλέα μάστορας, έναιν και πλεά ρημάδιν Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 169. 3) α) Πια, στο εξής, από εδώ κι εμπρός: τρέχαν και πιλαλούσι,| και πλέα δεν ακαρτερούν σ’ εμάς ν’ αντισταθούσι Αλεξ.2 1650· στην Πόλιν έδραμαν, στον μέγα βασιλέα,| διά να ’χουσι το σκέπος του, να μην φοβούνται πλέα Κορων., Μπούας 6· να μη κραχτεί πλια το όνομά σου Αβράμ και να είναι το όνομά σου Αβραάμ, ότι πατέρα μάζωμα εθνών έδωκά σε Πεντ. Γέν. XVII 5· (με τον αδύνατο τ. της προσωπ. αντων. ενδεχομ. για έμφαση ή/και δήλωση προσωπικής συμμετοχής): η Κορίσκη πονηρή, δεν με θωρεί πιλιά της| τόσ’ αχαμνόν κι αδύναμον αγαφτικόν κοντά της Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [1286]· Πόθε σκληρέ, άπον’ έρωτα, κι είντα ανιμένω πλια μου,| λειψός εκ την αγάπη μου, γδυμνός εκ τη φιλιά μου; Ροδολ. (Αποσκ.) Έ 525· (κυρίως για να υποδηλώσει κ. οριστικό και τελεσίδικο): Ήπρεπέ σου πρωτύτερα αυτά δα να λογιάζεις,| μα τώρα δεν είν’ πλια καιρός αυτά να λογαριάζεις Αλφ. 1126· β) επιτέλους: Τριπλόν πάθος σε τούτα που διαβάζω| αν έχω θάρρος θέλω να παθιάσω·| και αν έν’ και πια να βγω ’χ τα πάθη ολπίζω,| όμως πλάσιν για σεν δεν απολπίζω Κυπρ. ερωτ. 707· Πιάσ’ την κακόμοιρε δειλέ, τι ακαρτερείς πιλιά σου,| λογιάζεις νά ’ρθει μοναχή, νά μπει στην αγκαλιά σου; Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [173]. 4) Πρωτύτερα, πιο μπροστά: εκείνο που δεν ήξευρα μηδ’ άκουσά το πλέα,| πως είναι του Θρασύμαχου παιδί του βασιλέα,| μου ’πε, το ποιο πρωτύτερας αν ήθελα γροικήσει,| τόσα περίσσα και πολλά δεν ήθελα μανίσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 347. Εκφρ. 1) Το πλέα = το περισσότερο, το πολύ πολύ: Τα εξάρτια ενός καταρτίου οργίες δεκάξι ήμισυ, το πλέα έως δεκαπτά Καραβ. 49910. 2) α) Πλια (...) παρ’ άλλη/ο (πβ. πλέα (ΙΙ), Έκφρ. 1) = περισσότερο από κάθε άλλη/ο ή πιο ... (= συγκρ.) από κάθε άλλη/ο: τούτο με παρηγορά στον κόσμο πλια παρ’ άλλο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ 180· σ’ αγαπά εσένα πλια παρ’ άλλη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 930· έδειξε τούτη η φορεσά όμορφη πλια παρ’ άλλη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 510· β) πλια παρά φοράν άλλη / πλια παρά ποτέ = περισσότερο από κάθε άλλη φορά: απόψε πλια παρά φοράν άλλη είχε με σηκώσει| το πρικαμένον όνειρο που είδα πριν ξημερώσει Ροδολ. (Αποσκ.) Ά 535· τώρα πλια παρά ποτέ λέγω και τω δυονώ σας,| τούτους τσι δυο να πάρετε, στην ψη μου, για καλλιό σας Πανώρ. Δ́ 75. 3) α) Όσο (πλια) ... πλια τόσο/((ε)τόσο(ν)) πλια ή πλέο(ν) = όσο (περισσότερο) ... τόσο περισσότερο: όσο τση φεύγει τση φωτιάς πλια τόσο τση σιμώνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 487· Όσο πλια λες κι είναι βαρύ ετούτο το μαντάτο,| ετόσο πλια τα λογικά μού βάνεις άνω κάτω| κι ετόσο πλια αυτή η καρδιά με ξεκινά και θέλει| να μάθω τι ’ναι το βαρύ κακόν οπού μας μέλλει Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 149‑51· απ’ άθρωπο σταλαρισμό μηδεποσώς δεν έχει,| αμ’ όσο πλια ’μποδίζεται, πλια θυμωμένος τρέχει Πανώρ. Γ́ 404· όσο πλια το νικημένο αξίζει,| τόσον ο νικητής πλέο τιμάται Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. γ́ [89]· β) όσο ... τόσο και πλια = όσο ... τόσο και περισσότερο: όσο και δυναμώνουσι, τόσο και πλια δριμώνου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 1795· γ) όσο πλια ... τόσο και πλιότερα = όσο περισσότερο ... τόσο και περισσότερο: όσο πλια η Μοίρα στα ψηλά τον άθρωπο καθίζει,| τόσο και πλιότερα πονεί, όντε τονε γκρεμνίζει Ερωτόκρ. Δ́ 609. — Βλ. και πλέα (II), πλέον (I), (II), πλέος.
πολιτεία- η, Βίος Αλ. 4860, 5500, Έκθ. χρον. 3010, Πτωχολ. α τίτλ., Zygomalas, Synopsis 160 Γ 40, 182 Ε 42, 250 Ν 32, Βασιλ. Κεφάλ. Παραιν. 115, Λαυρ., Οπτασία Σ. 115, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 605, Λίμπον. Αφ. 66, 113, 153, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 292, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Γαλ. ά 13, Φιλ. γ́ 20· πολιτειά, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 77.
Το αρχ. ουσ. πολιτεία. Ο τ. από μετρ. αν. Η λ. και σήμ.
1) Σύστημα πολιτικό, πολίτευμα: Λίμπον. 123, Zygomalas, Synopsis 173 Ε 6, 269 Π 62. 2) Διακυβέρνηση, διοίκηση: Σοφιαν., Παιδαγ. 107, Χρον. Μορ. H 2456. 3) Το σύνολο των πολιτών μιας πόλης (η σημασ. στον Αριστοτέλη): έριξαν το χρέος όλο του Κάστρου εις πάσα ένα, άλλον ͵κ͵ε, άλλον ͵κ … και εξέχρωσαν την πολιτεία από το πολύ το χρέος διότι ήτον ͵χ͵λ Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 32r. 4) α) Ελεύθερη κοινότητα, αυτόνομη πολιτεία: κρίνε την λέζια τζέρεη, αλλέως να μην κάμεις·| ότι αυτή δεν χρειάζεται νόμους της βασιλείας,| έχει γαρ κρίσιν τοπικήν, τάξιν της πολιτείας,| και κρίνε με την τοπικήν κρίσιν οπού ευρήκες Ιστ. Βλαχ. 1420· της ευσεβεστάτης αυτής πολιτείας των Κρητικών Παρθεν., Γράμμ. 2277· β) κράτος: μη μόνον οι στρατιώται και οι επιστήμονες του πολέμου ειργάζοντο ταύτα, αλλά και της πολιτείας οι άρχοντες Καναν. (Pinto) 464· Επίβουλος είναι ... ο τους φίλους της πολιτείας ποιήσας εχθρούς, και οπού εμποδίσει άλλον έθνος που ήθελε να υποταγεί εις την πολιτείαν Zygomalas, Synopsis 246 Ν 17· (θεολ. προκ. για την πολιτεία των ουρανών, τη βασιλεία του Χριστού): να ημπορέσω μετά τούτον το πήλινον σώμα να αγαπήσω την αγγελικήν πολιτείαν, την οποίαν ζητώντας να φθάσω, εδιάλεξα να περιπατώ την στενήν και τεθλιμμένην οδόν Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3519. 5) α) Ο τρόπος με τον οποίο ζει και φέρεται κάπ. καθημερινά, διαγωγή: Δεφ., Λόγ. 291, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 201, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) 6117· β) (ειδικότ.) ο τρόπος με τον οποίο πρέπει να ζει και να συμπεριφέρεται ένας χριστιανός: εδίδασκε (ενν. ο Νικόλαος) τα έργα της χριστιανικής πολιτείας και τάξεως, πώς να προσεύχονται, να παρακαλούσι τον δεσπότην Χριστόν να τους δίδει δύναμιν κατά των εχθρών Μαρτύρ. αγ. Νικολ. 16227· εμιμείτο … τον Βαπτιστήν εις την πολιτείαν Χίκα, Μονωδ. 83· εδιάλεξε και δώδεκα μαθητάς, τους οποίους ονόμασεν αποστόλους, οδιά να διδάχνουν εις τον κόσμον την πολιτείαν του Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 5133· εκφρ. μοναδική/μοναστική/μοναχική (βλ. και μοναχικός 2) πολιτεία = ο τρόπος ζωής των χριστιανών μοναχών: Εις δε αρετήν ή μοναχικήν πολιτείαν ή δικαιοσύνην ουδέ άκροις δακτύλοις είχε ταύτας. Εσύναζε γαρ βίον σκορπίζων εν τοις μεγιστάσιν … Εποίησε γαρ και φόνον Έκθ. χρον. 683· Ο δε κύριος Διονύσιος … επαιδεύθη την μοναδικήν πολιτείαν και αρετήν Ιστ. πολιτ. 4114· τον εδίδαξε και την μοναστικήν πολιτείαν της καλογερικής Ιστ. πατρ. 1087· γ) (πληθ.) έργα και πράξεις κάπ.: ημείς δι’ ευχών αγίων εκτείνομεν τας χείρας και αναπέμπομεν ευωδίαν πνευματικήν διά πολιτειών αγαθών Φυσιολ. 3463· εδιηγούνταν παλαιές λογάδες και ιστορίες,| των Αθηναίων των σοφών πράξες και πολιτείες Λίμπον. Επίλ. 70. 6) Ζωή, βίος: Μην κάθεσαι αργός ποτέ κατά την πολιτειά σου| ενέργα ή με το κορμί ή με την ορδινιά σου Δεφ., Λόγ. 205· επέρασεν (ενν. ο Διγενής) πολιτείαν καλήν και έκαμεν πολλά καλά έργα Διγ. Άνδρ. 34111.
πολυποσία- η, Σπαν. A 263, 268, Σπαν. B 263, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 275, 281, Δούκ. 7710, Βασιλ. Κεφάλ. Παραιν. 115, Μαλαξός, Νομοκ. 185, Zygomalas, Synopsis 300 Φ 14.
Η λ. στον Ιπποκράτη και σήμ. (Μπαμπιν., Λεξ., ΑΛΝΕ).
Υπερβολική κατανάλωση κρασιού: Φεύγε τα συγκαθίσματα και τας πολυποσίας·| ειδέ συμβεί και κρατηθείς παρά τινος εις δείπνον,| μη σε νικήσει το κρασίν, μη σε προλάβει η μέθη Σπαν. B 257.
πράγμα- το, Σπαν. A 617, Σπαν. (Ζώρ.) V 231, Σπαν. O 218, Λόγ. παρηγ. L 623, Ελλην. νόμ. 5282, Ασσίζ. 4724, Διγ. Z 476, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 601, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 359, Χρον. Μορ. H 198, 1634, 3876, Χρον. Μορ. P 3420, 6100, 7503, Φλώρ. 103, Σαχλ. N 375, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 338, Σαχλ., Αφήγ. 560, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 59, Λίβ. P 1207, Λίβ. Sc. 804, Λίβ. Esc. 1614, Λίβ. N 479, Ιμπ. 211, Χρον. Τόκκων 288, 1470, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 204, Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι I 35, Βασιλ. Κεφάλ. Παραιν. 120, Λίβ. Va 2048, Κορων., Μπούας 14, 121, Πένθ. θαν.2 54, Διήγ. Αλ. G 28123, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 332r, Δεφ., Λόγ. 122, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 12, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 238, Ιστ. πατρ. 1378, Μορεζίν., Λόγ. 469, Ιστ. Βλαχ. 2307, Σουμμ., Ρεμπελ. 169, Διγ. Άνδρ. 35729, Μπερτόλδος 13, Πτωχολ. A 122, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [574], Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 250, Μαρκάδ. 512, Λεηλ. Παροικ. 127, Πτωχολ. B 176, Διακρούσ. 732, κ.π.α.· πράγμαν, Διδ. Σολ. Ρ 90, Σπαν. (Μαυρ.) P 302, Λόγ. παρηγ. L 188, Λόγ. παρηγ. O 304, Καλλίμ. 1173, 2536, Ασσίζ. 510, 1099, 12723, 25121, Χρον. Μορ. H 1828, Χρον. Μορ. P 6115, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 550, Φλώρ. 425, Gesprächb. 225, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 181, Λίβ. Sc. 209, Λίβ. N 1182, Ιμπ. 147, 509, Μαχ. 2405, 59215, Λίβ. Va 3163, Χούμνου, Κοσμογ. 1057, Ολόκαλος 1429, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 121, Θρ. Κύπρ. M 219, Πτωχολ. (Κεχ.) P 171, Κανον. διατ. Α 1017, Hagia Sophia ν 55624, κ.π.α.· πράμα, Χρον. Μορ. P 2180, Αχιλλ. (Smith) O 504, Φαλιέρ., Ιστ.2 61, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 186, Θησ. Γ́ [205], Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 111, Συναξ. γυν. 69, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2589, Σκλάβ. 117, Ολόκαλος 1510, Πεντ. Γέν. XVIII 25, Έξ. I 18, Δευτ. I 17, Αχέλ. 880, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1422, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 425, Πανώρ.2 Ά 90, Β́ 252, Γ́ 638, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 170, Β́ 428, Γ́ 134, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 1039, 15511, Σταυριν. 43, Ιστ. Βλαχ. 874, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 42, Β́ 600, Γ́ 489, Δ́ 127, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 9, 228, Στάθ. (Martini) Ά 50, Β́ 271, Διαθ. 17. αι. 169, 222, 67, Ροδολ. (Αποσκ.) Β́ 38, Φορτουν. (Vinc.) Ά 8, Β́ 143, Γ́ 52, Λεηλ. Παροικ. 530, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 17528, 3854, 46315, 5736, κ.π.α.· πράμαν, Ασσίζ. 26224, Φαλιέρ., Ιστ.2 538, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 93, Μαχ. 3225, 1862, 3789, 4823, Βουστρ. (Κεχ.) 925, 1825, 23415, Συναξ. γυν. 694, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 5161, Ολόκαλος 8012, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 30, 104, 333, 425, 541, Κυπρ. ερωτ. 713, 458, Πανώρ.2 Γ́ 384, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 312, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 1179, Κανον. διατ. Α 1317, Κατά ζουράρη 50, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 823, Γ́ 933, Διαθ. 17. αι. 6112, Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 36, Αποκ. Θεοτ. I 82, Φορτουν. (Vinc.) Ά 68, Δ́ 296, Ιντ. δ́ 5, κ.π.α.· γεν. εν. πραγμάτου, Ασσίζ. 198, 438, 694, 17226, 19110, 32729, 4074, 5‑6, 42824, 44028, 46417, 48324, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 1, Θησ. Γ́ [213], [342], Δεφ., Λόγ. 1, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 411, Ανάλ. Αθ. 46, Λεηλ. Παροικ. 282· πραμάτου, Ασσίζ. 2569, 28328, Μορεζίν., Διαθ. 484, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 272, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Γ́ 717, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. ά 23.
Το αρχ. ουσ. πράγμα. Ο τ. πράμα (τ. πράμμα απ. σε παπυρ. του 4.-5. αι., βλ. LBG, λ. πράγμαν) σε παπυρ. του 6. αι. (LBG, λ. πράγμαν), στο Meursius και σήμ. λαϊκ. (Κριαρ., Λεξ.)· η γεν. εν. πραμάτου και σήμ. ιδιωμ. (Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ., λ. πράμα, Σακ., Κυπρ. Β́ 762, λ. πράμαν). Ο τ. πράμαν και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., πράμα(ν), Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., πράμα(ν), Σακ., Κυπρ. Β́ 762, λ. πράμαν). Η λ. και σήμ.
1) Πράξη, έργο: Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 211, Σπαν. (Μαυρ.) P 448, Χρον. Μορ. P 1828· εστείλανε (ενν. οι πασάδες) γραφή του Μουσά ότι: «Ο αδελφός σου ο Μουσουλμάνος κάμει πράματα οπού δεν πρέπει να τα κάνει τινάς βασιλέας, και εσύ, αν θέλεις, έλα και σε θέλομε» Χρον. σουλτ. 458· εμετάνιωσα το πράμα απού ’ποίκα Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1496· Και γροικώντα οι καβαλλάρηδες και όσοι ήσαν εις την Κερύνεια, εκάτσαν εις την βουλήν είντα πράμαν να ποίσουν Βουστρ. (Κεχ.) 9210. 2) Υπόθεση, ζήτημα: Κορων., Μπούας 23, Λίβ. Sc. 1872· Αφέντη, είσαι πολλά θυμωμένος, και εσκοτίσθησαν οι οφθαλμοί σου και δεν θωρείς το πράμαν πώς πάγει … Μαχ. 25021· δεν έχω τινάν αγκαρδιακόν εις τα πράματά μου, παρά εσέναν Βουστρ. (Κεχ.) 4810· (προκ. για δικαστική υπόθεση): και έκρεναν (ενν. οι αθρώποι φουσσάτου) τον λαό πάσα ώρα· το πράμα το σκληρό έφερναν προς τον Μωσέ και όλο το πράμα το μικρό έκρεναν αυτοί Πεντ. Έξ. XVΙΙΙ 26. 3) (Στον πληθ.) δημόσια εξουσία: Byz. Kleinchron. Ά 8132. 4) Γεγονός, συμβάν: Σεβήρ., Ενθύμ. 2829, Διαθ. 17. αι. 35· πολλά πεθυμούν όλοι να γροικήσουν … τας παλαιάς ιστορίας, ότι μανθάνουσιν τα πράματα τά εδιάβησαν Μαχ. 215· τόσον μεγάλον και φρικτόν πράμα, ως της κρίσεως της μελλούσης Πηγά, Χρυσοπ. 127 (4). 5) Μάχη: Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Δ́ [334]. 6) Προκ. για κ. που δεν προσδιορίζεται ακριβώς α) (υλικό αντικείμενο ή αφηρημένη έννοια): Αν προς τινα υποσχεθείς πράγμα να τον χαρίσεις,| σύντομα του το χάριζε κι έναι η χάρις χάρις Κομν., Διδασκ. Δ 356· Όστις φάγει πράγμαν αφορισμένον, … να ποιήσει ημέρας μ́ νηστείαν και μετανοίας μ́ καθεκάστην Κανον. διατ. Α 1028· η εκκλησία της Υπεραγίας Θεοτόκου, την οποία άρχισε να κτίσει ο Ηλίας ο πατριάρχης, χρειάζεται ακόμη πολλά πράγματα να τελειωθεί, και μάλιστα ιερά σκεύη Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 144· Τι πράμα ’ν’, εις την πίστη σου, τούτ’ η γιαγάπη πε μου,| γιατί δεν τη δικίμασα ουδεποσώς ποτέ μου Πανώρ.2 Β́ 347· β) (με άρν.) τίποτε: Εγώ ουδέν τους έβλαψα εισέ κανένα πράμα Ζήνου, Βατραχ. 257· Δεν ξεύρω πράμα Στάθ. (Martini) Γ́ 107. 7) Ον, ύπαρξη: Όλα τα πράματα της γης ετότες εχαθήκα,| πουλιά και αθρώποι και ζωά, όλα εθανατωθήκα Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1462· Εγώ ’μαι (ενν. ο Απόλλωνας) απού τα πράματα θρέφω τση γης κι ουδένα| γίνεται δίχως μου ποτέ, μηδ’ εκ τα γενομένα| μπορεί να στέκει διχωστάς τη χάρη τη δική μου Πανώρ.2 Πρόλ. Απόλλων. 13. 8) Περιουσία, περιουσιακό στοιχείο· πλούτος: Ασσίζ. 14812, Σπαν. (Ζώρ.) V 222· αφήνει (ενν. ο Νικολός Καλοσυνάς) το πράμαν του όλο τω παιδιών του, ίτσι στάμπιλε, όσον και μόμπιλε Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 11715· δίδει τως (ενν. ο στρατηγός) τρεις ώρες τέρμενον να μισέψουν όλοι από την χώραν ολόγυμνοι, να μην πάρουσι τίποτας απού το πράγμαν τως ουδέ καν ποκάμισον Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 401· λέγει (ενν. η κοπελιά) … πως είσαι γέρος και άνοστος, λωλός και ξεπεσμένος,| και με όλα σου τα πράματα, με τα μεγάλα πλούτη,| δε θέλει να ’χει μια ζωή ποτέ τση ωσάν ετούτη,| να σε θωρεί ωσάν κούτσουρο να κάθεσαι σιμά τση,| ν’ αναστενάζει, να πονεί, να καίγεται η καρδιά τση Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 357. 9) Εμπόρευμα/εμπορεύματα: Εβγαίνουν οι πραγματευταί έξω τα πράγματά τους Ιμπ. 667· Εις δε την Δαμασκόν (ενν. ήτον) μεγάλη ευθηνία και παζάρια πολλά με πολλά τροφίματα, οπού τα έφερναν πανταχόθεν· και τινάς πείραξιν δεν είχεν από το φουσσάτον, αλλά ως καθώς ήθελε καθένας επώλει το πράγμα του Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 392. 10) Λόγια, κουβέντα: Την κεφαλή μου δίδω σας, το αίμα μου χαρείτε,| μα τέτοιο πράμα εγώ να πω, δε θέλετε το δείτε Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 367. Εκφρ. 1) Μέγα πράγμα, βλ. μέγας Έκφρ. 14. 2) Ξένον προνοίας (πράγμα), βλ. Επιτομή λ. ξένος 11 έκφρ. 3) Περιφρονήσεως πράγματα, βλ. περιφρόνησις έκφρ. 4) Τα πράγματα του κόσμου = τα εγκόσμια: μάθετε πώς παρέρχονται τα πράγματα του κόσμου.| Κάλλος τινάν ουκ ωφελεί, ου πλούτος, ουδέ ανδρεία,| πάντα μαραίνει ο θάνατος, πάντα το τέλος πλέκει Αχιλλ. (Smith) N 1915· είν́’ πτώσιμα και ρέοντα τα πράγματα του κόσμου Λίμπον. 321. Φρ. 1) Δεν πιάνει πράμα τινά, βλ. πιάνω Φρ. 44. 2) Πιάνω βαρύ το πράμα, βλ. βαρύς (Ι) 13 φρ. 3) Πορπατεί η δουλειά/ το πράμα ή τα πράματα, βλ. περιπατώ Ά1κη φρ.
πραγματεύομαι,- Γλυκά, Στ. 346, Χρον. Μορ. H 2241, Διήγ. πόλ. Θεοδ. 142, Λίβ. P 1983, Λίβ. Sc. 1394, Λίβ. N 2227, Rechenb. 103, Δούκ. 14514, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. ΙΙ 225, Βασιλ. Κεφάλ. Παραιν. 119, Πικατ. (Bakk.-v. Gem.) 161, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 386r, Τριβ., Ρε 145, Πτωχολ. α 304, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 176, Μαλαξός, Νομοκ. 221, Zygomalas, Synopsis 123 Α 16, 182 Ε 42, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 448, Κανον. διατ. Β 927, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Γ́ 7418, Μπερτολδίνος 112, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πέτρου Καθ. Επ. Β́ β́ 3, Λούκαρ., Διάλογ. 22728, Διήγ. ωραιότ. 826, Νομοκ. Αγ. Γεωργ. 127, Ροδινός (Βαλ.) 124, κ.α.· πραγματεύγομαι, Λίβ. Esc. 2532, 2854, 3269· πραματεύγομαι, Μαχ. 8018, 8624, 14219, 16630, 51437· πραματεύ(γ)ομαι, Πεντ. Γέν. XXXIV 10, 21, XLII 34· πραματεύομαι, Κανον. διατ. Β 852· ενεργ. πραγματεύγω, Ιμπ. (Legr.) 926.
Το αρχ. πραγματεύομαι. Ο τ. πραγματεύγομαι στο Βλάχ. Ο τ. πραματεύγομαι στο Βλάχ. (πραμματεύγομαι) και σήμ. ιδιωμ. (Μηνάς, Λεξ. ιδιωμ. Καρπάθου, πραματεύgομαι· πβ. και σημερ. ιδιωμ. πραματεύκομαι (Σακ., Κυπρ. Β́ 762)). Ο τ. πραματεύομαι στο Somav. και σε κείμ. του 18. αι. (Δαβίδ. 263) · για παλαιότ. μνεία ήδη τον 2. αι. βλ. TLG. To ενεργ. πραγματεύγω στο Somav. Ενεργ. πραγματεύω ήδη μτγν. (TLG) και στο Βλάχ.· σημερ. ιδιωμ. πραματεύω (Κόμης, Κυθηρ. Λεξ.) και πραματέγγου (Κωστ., Λεξ. τσακων.). Η λ. και σήμ.
I. Μέσ. Ά Μτβ. 1) Προσπαθώ να εξασφαλίσω κ., επιδιώκω να πετύχω κ.: Δούκ. 37329, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 456. 2) α) Εμπορεύομαι κ., κάνω εμπόριο: κάποια γυναίκα, το όνομά της Λυδία, οπού επραγματεύετον πορφυρά πανία … Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πράξ. ις́ 14· Λέγω τον: «Τις είσαι, άνθρωπε, και πόθεν υπαγαίνεις;»| Λέγει: «Πραγματευτής είμαι από την Βαβυλώνα.»| «Τι έν’ το πραγματεύεσαι;» πάλιν ερώτησά τον.| «Μαργαριτάριν και βλαττίν, χρυσάφιν και λιθάριν» Λίβ. Va 2321· β) διαπραγματεύομαι κ. σε αγοραπωλησία: ο βασιλεύς … τοιαύτα τους ελάλει (ενν. τους πραγματευτάδες): | «Έχω κοράσιον πάντερπνον, θέλω να σας πουλήσω».| Λέγουν εκείνοι: «Θέλομεν να το πραγματευτούμεν.| Μαργαριτάρι δίδομεν, χρυσάφιν και λιθάριν,| μόνον ας έν’ παράξενος η κόρη ως επαινέθην» Φλώρ. 957. 3) Εκμεταλλεύομαι: πραγματεύεται (ενν. ο δεσπότης Σερβίας) τον καιρόν και δίδωσιν αυτῴ (ενν. τῳ Μωράτ) την αυτού θυγατέρα εις γάμον και το πλείστον μέρος της Σερβίας εις προίκα τάχα, μόνον ενόρκως ποιήσωσι την ειρήνην Δούκ. 25721. 4) Ξεγελώ, εξαπατώ: όταν εξομολογούνται (ενν. οι άνθρωποι) να λέγουν τας αμαρτίας τους αδιαντρόπως και όχι να πραγματεύεται τον πνευματικόν … Διατί ο Θεός έναι καρδιογνώστης και δεν λανθάνεται. Και καλά και γελάς τον πνευματικόν σου, αλλά τον Θεόν δεν τον εγελάς Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 385v. Β́ Αμτβ. 1) Eμπορεύομαι: Βούλομαι … οδούς τας Περσικάς εμπόρων εμπλησθήναι| και πάντας πραγματεύεσθαι και πράττειν ακωλύτως,| όπως Έλληνες έρχονται προς την Περσίδ’ αφόβως,| καλώς εμπορευόμενοι πάντα χρειώδη τούτων Βίος Αλ. 3966· Άνθρωποι τρεις σύντροφοι γεγονότες, ο μεν βαλών φλουριά βέ, ο δε γέ, ο δε δβ́, πραγματευσάμενοι δε εκέρδισαν φλουριά γή. Ζητώ να μάθω πόσα έρχεται του καθενού το κέρδος Rechenb. 72. 2) Κλείνω συμφωνίες: κατά τύχην έρχετον βάρκα από την Πούλια.| Επραματεύτη (ο Ρουμπέρτος), εσέβηκεν απέσω εις την βάρκαν,| και ήφερέ τον έως εκεί στον Άγιον Ζαχαρίαν Χρον. Μορ. P 2241. IΙ. (Ενεργ.) διαπραγματεύομαι κ. σε αγοραπωλησία: Ηύρα μονόξυλον μικρόν και να περάσω πήγα,| έσυρεν άνεμος πολύς, στο πέλαγος επήγα.| Κουρσάρικον με ηύρηκεν, στο Κάερος οδεύγει,| σουλτάνος με αγόρασεν, αυτός με πραγματεύγει Ιμπ. (Legr.) 926. Η μτχ. μέσ. ενεστ. ως ουσ. = έμπορος: Εις τους αξιωματικούς … ολίγον να παίρνουσι διά τόκον. Εις τους πραγματευομένους δε, οπού ζώσιν από τοιαύτας αφορμάς, να παίρνουσι διπλόν Zygomalas, Synopsis 287 T 12.
πραγματευτής- ο, Προδρ. (Eideneier) IV 63-1 χφ Κ κριτ. υπ., Ασσίζ. 526, 20010, Σπανός (Eideneier) A 281, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 144, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 920, Φλώρ. 904, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 427, Σαχλ. Β′ (Wagn.) P 187, Σαχλ., Αφήγ. 662, Λεξ. IV 175, Λίβ. P 1074, 1959, Λίβ. Sc. 75, Λίβ. Esc. 2526, Λίβ. N 1051, 2898, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 449, Ιμπ. 674, Χρον. Τόκκων 650, Rechenb. 141, Επιστ. Μωάμ. 6723, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 303, Λίβ. Va 2323, Χούμνου, Κοσμογ. 1575, Έκθ. χρον. 8210, Πικατ. (Bakk.-v. Gem.) 155, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 110v, Πτωχολ. α 298, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 413, Κώδ. Χρονογρ. 513, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 374, Ιστ. πατρ. 1751, Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 11937, Ιστ. Βλαχ. 395, Σουμμ., Ρεμπελ. 191, Μπερτόλδος 8, Πτωχολ. A 147, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 6, 379, Ροδινός (Βαλ.) 129, Λεηλ. Παροικ. 142, Διγ. O 1413, Διακρούσ., Αφ. 53, Τζάνε, Φιλον. 58513, κ.π.α.· πραγματευθής, Λίβ. Esc. 1202, 2851, 3268, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 458, 1214· πραματευτής, Σπαν. O 143, Ασσίζ. 24326, 47825, Απολλών. (Κεχ.) 437, Μαχ. 17813, 2087‑8, 27418, 58024, 58431, 63824, 6666, Βουστρ. (Κεχ.) 1385, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 595, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 47, Πεντ. Γέν. XXIII 16, Βυζ. Ιλιάδ. 851, Αχέλ. 109, Θρ. Κύπρ. M 331, Χρον. σουλτ. 2622, Μηλ., Οδοιπ. 641, Πτωχολ. (Κεχ.) P 141, Στάθ. (Martini) Β́ 78, 332, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 62v, Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 16, Ροδινός (Βαλ.) 89, 103, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 4258, κ.α.· πληθ. πραγματεύται, Καναν. (Pinto) 169.
Το μτγν. ουσ. πραγματευτής. Ο τ. πραγματευθής πιθ. από υπερδιόρθωση. Ο τ. πραματευτής στο Meursius και σήμ. λαϊκ. Η λ. σε κείμ. του 18. αι. (Χρύσανθος Νοταράς, Οδοιπορ. 172, 251).
Έμπορος: έρχουνται όλοι οι πραματευτάδες … να πουλήσουν και να αγοράσουν Ασσίζ. 48315· Οι πραγματευτάδες έχουσι χρέος διά τας πραγματείας που κάμνουσιν εις βαρβάρους και ξένους τόπους, χρυσίον να μην δίδουν, αλλά με άλλα είδη να αλλάσσουν και να πραγματεύονται Zygomalas, Synopsis 273 Π 88· έκλαιον από τες στράτες Τούρκοι, Ρωμαίοι, Αρμένιοι, Εβραίοι και πάσα άλλη φυλή, κλαίγοντες και βοώντες μεγάλῃ τῃ φωνῄ: «Το πιτ παζάρι καίεται και το πεζεστένι». Έτρεχαν οι ελεεινοί πραγματευταί εις τα εργαστήρια αυτών, να γλυτώσουν από τα ρούχα της πραγματείας αυτών Ιστ. πατρ. 17419· (μειωτ. σε μεταφ.): εκείνους έχε αληθινούς φίλους, όσοι ουδέν σε αγαπούσι διά κέρδος, αλλά δι’ αγάπην. Εκείνος … οπού φιλεί διά κέρδος, πραγματευτής έναι, ουδέν έναι φίλος Βασιλ. Κεφάλ. Παραιν. 115.
πρότερος,- επίθ., Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) 345r, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 6712.
Το αρχ. επίθ. πρότερος. Η λ και σήμ. λόγ.
(Χρον.) α) που προηγείται χρονικά, προηγούμενος: Καλλίμ. 1271· β) που συνέβη ή υπήρξε πριν από κ. ή κάπ., προγενέστερος, παλιότερος: Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 37, Βασιλ. Κεφάλ. Παραιν. 115· γ) πρώτος από όλους: Ορίζει ο Βελισάριος, ο φρόνιμος, ο μέγας,| να φέρουσιν τους αδελφούς, Αλέξιν, Πετραλίφην,| εκείνους οπού εσέβησαν πρότεροι εις το κάστρον Διήγ. Βελ. N2 255. Το αρσ. ως ουσ. = αρχηγός, ηγέτης (πβ. ά. προεστός): Χρον. Μορ. H 5182.
πταίω,- Σπαν. A 630, 652, Σπαν. (Ζώρ.) V 82, Σπαν. O 223, Διδ. Σολ. Ρ 101, Γλυκά, Στ. 532, 536, Γλυκά, Στ. Β́ 38, 41, Γλυκά, Αναγ. 17, Καλλίμ. 1677, Ασσίζ. 2366, 44626, Διγ. (Trapp) Gr. 1986, Διγ. A 239, 245, Φλώρ. 390, Λίβ. διασκευή α 522, Λίβ. Esc. 400, 457, Χρον. Τόκκων 2992, Διήγ. Βελ. χ 141, Χούμνου, Κοσμογ. 1108, Σκλέντζα, Ποιήμ. 121, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 201, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 223, Βασιλ. Κεφάλ. Παραιν. 116, Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 1118, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 89, 183, Θρ. Κύπρ. M 47, 142, 484, Μορεζ., Κλίνη φ. 127r, 161r, Διγ. Άνδρ. 31713, 3323, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [637], Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. ιβ́ 7· πταίγω, Συναξ. γυν. 101, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 42r, 42v, 51r· πτιω, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 98· φθαίγω, Βεντράμ., Γυν. 72· φθαίω, Φαλιέρ., Ιστ.2, 489, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) 77r, 351r· φταίγω, Συναξ. γυν. 959, Πικατ. (Bakk.-v. Gem.) 341, Κακοπ. 109, Πεντ. Γέν. XL 1, Λευιτ. IV 22, Αρ. V 6, XV 27, 28, Δευτ. XXIV 4, κ.α., Αχέλ. 1390, Πανώρ.2 Έ 205, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 114, 240, 642, Ιντ. κρ. θεάτρ. Ά 26, 34, 87 δις, 112, 173, 201, Πιστ. βοσκ. IV 3, 273, 5, 139, 163, 301, Σταυριν. 821, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 1885, Β́ 2345, Έ 1337, 1463, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 1350, Στάθ. (Martini) Β́ 122, Γ́ 275, Διαθ. 17. αι. 325, Ροδολ. (Αποσκ.) Χορ. β́ 14, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 41315, 23, 5133, 53516, 5589, Μορεζ., Κλίνη φ. 367r· φταίω, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 324, Χρον. Μορ. H 2691, 3317, 5131, 5884, 7441, 7591, Χρον. Μορ. P 2691, 3317, 3336, 4114, Αχιλλ. (Smith) O 333, Φαλιέρ., Ιστ.2 144, 580, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 176, Φαλιέρ., Ενύπν.2 (Bakk.-v. Gem.) 123, Χούμνου, Κοσμογ. 1054, Πεντ. Γέν. XXXIX 9, Δευτ. XXVIII 45, Λευιτ. IV 14, 22, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 715, Κυπρ. ερωτ. 9049, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 732, 2200, Γ́ 712, 1196, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 683, Ιερόθ. Αββ. 332, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 221· φτιω, Κυπρ. ερωτ. 8718, 9040, 44, 9458· αόρ. ήφταισα, Διαθ. 17. αι. 324· β́ πληθ. πρόσ. αορ. εφταίξετε, Πεντ. Αρ. XXXII 23, Δευτ. IX 16· εφταίσετε, Πεντ. Δευτ. ΙΧ 18· β́ εν. υποτ. αορ. επταίσεις, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά 207· γ́ πληθ. υποτ. αορ. εφταίσουν, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) 368r· μτχ. μέσ. ενεστ. φταιγούμενος, Πεντ. Γέν. XLII 21· μτχ. μέσ. παρκ. πταισμένος, Φλώρ. 390, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 89, 183, Θρ. Κύπρ. M 47, 142, Μορεζ., Κλίνη φ. 127r· φταισμένος, Φαλιέρ., Ιστ.2 580, Σκλάβ. 100, Πεντ. Αρ. XXII 14, Κυπρ. ερωτ. 9036, Πιστ. βοσκ. V 2, 131, IV 3, 273, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 1906.
Το αρχ. πταίω. Ο τ. πταίγω στο Somav. Ο τ. φταίγω στο Somav. και σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. Β́ 848). Η μτχ. παρκ. φταισμένος στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ. (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. φταίω). Ο τ. φταίω στο Βλάχ. και σήμ. Ο τ. φτιω (για το σχηματ. βλ. και Ανδρ., Ελλην. 29, 1976, 224) και τ. φκιώ σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Χατζ., Λεξ., Φαρμακ., Γλωσσάρ. 236). Η λ. και σήμ. στη λόγ. φρ. τις πταίει; (Μπαμπιν., Λεξ., λ. φταίω).
Ά Μτβ. 1) α) Προκαλώ, κάνω κακό σε κάπ.· βλάπτω, ζημιώνω κάπ.: Ειπέ με τό σε έφταισα και τι κακόν σ’ εποίκα Χρον. Μορ. H 4114· Εμείς φοβούμεθα πολλά από την βασιλειάν σου| διότι σε επταίσαμεν και επικράναμέ σε Χρον. Τόκκων 2986· (με είδος σύστ. αντικ.): Ως πταίσμα οπού έπταισεν, διά τούτο τυραννείται Λίβ. Va 410· το πρικόν ριζικόν μου| ... να θέλει ν’ απομείνει| φταίξιμον εδικόν μου| τό ’φταιξεν ένας άλλος Πιστ. βοσκ. IV 5, 99· (με εμπρόθ. προσδ. σε θέση αντικ.): προσείπα προς εσάς ...· μη φταίξετε εις το παιδί Πεντ. Γέν. XLII 22· φρ. τι (+ γεν. ή αιτιατ. προσώπου) φταίω = σε ερώτηση που εκφράζει διαμαρτυρία για άδικη κατηγορία ή μεταχείριση: Έρω μου, τι σε έπταισα και τι κακόν σε εποίκα| και την καρδίαν μου σύρριζον καθόλου εξανασπάς την; Αχιλλ. (Smith) N 908· Τι σου ’χω εγώ φταισμένα;| Δεν ήμουν πάντα πιστικός, φίλος καλός για σένα; Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 1697· τιμώρησε (ενν. Κύριε) τον Αβραάμ· το τέκνο τι σου φταίγει; Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 54· β) κάνω κάπ. να υποφέρει, προκαλώ πόνο (ψυχικό ή σωματικό) σε κάπ.: ανίσως αγαπώντα σε και φτιω σου,| συχώρα με και δεν έν’ αξαυτόν μου Κυπρ. ερωτ. 10455· Τόσον έναι τά κογγύζω| κι όλα μου τα μέλη φτιουμ μου Κυπρ. ερωτ. 1282. 2) α) Ευθύνομαι για κ. κακό, είμαι ένοχος για κ.: Με τα κατσιά δικάζεται (ενν. η κόρη), μαλώνει με τ’ αρνίθια (παραλ. 1 στ.). Και τούτες όλες τις χολές, όλες τες φταίγει ο γέρος! Κακοπ. 109· β) θεωρούμαι ένοχος απέναντι σε κάπ.: αν δεν τον φέρω προς εσέν και να τον στέκω (ενν. το Βενιαμιν) ομπροστά σου και να φταίσω εσέν όλες τις ημέρες Πεντ. Γέν. XLIII 9. 3) α) Δείχνω ανυπακοή σε κάπ., παρακούω κάπ.: Ω βασιλεύ,...| την βασιλείαν σου ουκ έφταισα ποτέ εις έναν ρήμαν Διήγ. Βελ. N2 145· εσκότωνε (ενν. ο σουλτάν Μουράτης) με το χέρι του πολλούς πασάδες ..., όποιος του έφταιγε· αμή ταπεινός εις εκείνους, οπού τον επροσκυνούσανε Χρον. σουλτ. 285. β) (θρησκ.) παραβαίνω τις εντολές του Θεού, αμαρτάνω απέναντι στο Θεό: Υιέ μου, ιδές και αν έπταισες τον Ποιητήν του κόσμου Σπαν. (Ζώρ.) V 290· Δέσποινα, ... γνωρίζω πως ... μεγάλα έπταισα του γλυκυτάτου σου Υιού Μορεζ., Κλίνη φ. 164v· Σφαίνω και φταίγω σου πολλά (ενν. Θεέ μου) Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 85· (με σύστ. αντικ.): εστράφην ο Μωσε προς τον Κύριο και είπεν· ... έφταισεν ο λαός ετούτος φταίσιμο μεγάλο Πεντ. Έξ. XXXII 31· (με εμπρόθ. προσδ. σε θέση αντικ.): οκ την πολλήν φιλαργυρίαν εις τον Θεόν εφταίσαν Βεντράμ., Φιλ. 240. 4) (Εδώ προκ. για ζευγάρι) γίνομαι μοιχός, απατώ κάπ.: εμπορώ να μοιάσω την βερτούν της καστιτάς εις την φιλικουτούναν, η ποια ποττέ δεν πτιε του ακριβού της συντρόφου και ανισώς και λάχει και ψοφήσει ... πλιον δεν σμίγεται με άλλην Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 146. Β́ Αμτβ. 1) α) Πέφτω σε ηθικό παράπτωμα, σφάλλω: Υιέ μου, αν πέσῃ φίλος σου εις εντροπήν και πταίσῃ,|... κρύψε την εντροπήν του Σπαν. (Μαυρ.) P 258· Η ίδια η φύσις τη ζωή ποτέ της δε χαρίζει,| τω βασιλιώ που φταίξουσι Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 180· (σε παροιμ. φρ.· βλ. Ερωτόκρ. Παροιμ. 776): δεν έχει πόδια να σταθεί εκείνος οπού φταίσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 1908· β) παραβαίνω το θείο νόμο, αμαρτάνω: αν είναι η ψυχή φταισμένη και καταδικασμένη, τηνε γυρίζουσι οπίσω ... οι πονηροί δαίμονες Αποκ. Θεοτ. II 47· Ετούτ’ οι κακορίζικοι αμάρτευσαν κι εφταίσαν Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [294]. 2) α) Ευθύνομαι για κ. κακό, είμαι φταίχτης, είμαι ένοχος: Στραφήτω η απόφασις όπισθεν να συντύχω| να ειπώ το δίκιον της ωριάς και αν έπταισεν, ας πάθει Φλώρ. 577· δε λογιάζου οι λωλοί, πως... η δείλιαση, ...| είναι αφορμή και στέκουσι ...,| ...φτωχοί ...| μα λέσι, πως το ριζικό τως φταίγει Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 31· λέγοντας (ενν. ο Ιούδας): «Έσφαλα και επαράδωκα αίμα οπού δεν έπταιεν» Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. κζ́ 4· β) (ειδικότ.) είμαι ένοχος για την διάπραξη παράνομης πράξης: σ’ τούτη τη φλακή, που μπαίνουν όσοι εφταίσα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 489. Η μτχ. μέσ. παρκ. ως επίθ. = α) υπεύθυνος για κ. κακό, ένοχος, φταίχτης: τάχατες δε θωρούμε απού τα τόσα| σημάδια, πως τυχαίνει ν’ αποθάνει| τούτη η φταισμένη κόρη; Πιστ. βοσκ. V 2, 131· β) ένοχος απέναντι στο Θεό, αμαρτωλός: ιδού εσηκωθήκετε κατωθιό τους γονεούς σας ανάθρεμμα ανθρώπων φταισμένων Πεντ. Αρ. XXXII 14· (προκ. για τους εκπεσόντες αγγέλους): μεσίτης των επταικότων αγγέλων εγένετο (ενν. ο Μωάμεθ) Ψευδο-Σφρ. 51422. Η μτχ. μέσ. παρκ. ως ουσ. = α) αυτός που υπέπεσε σε ηθικό ή νομικό παράπτωμα· ο ένοχος, ο παράνομος: όλους τους πταισμένους, κακοποιούς, και σκλάβους φευγούς, όλοι να είναι συμπαθημένοι Μαχ. 5081· έδραμεν εις τις φυλακές, εις τους φυλακισμένους,| όλους τους ελευθέρωσε χρώστες και τους φταισμένους Σκλάβ. 100· αν εμπορέσουν το κακό και βάρη αλλού να ’ρίξου (παραλ. 2 στ.)· να πουν πως άλλος τα ’δωκε (ενν. τα χαρτιά) στου Ρώκριτου τη χέρα (παραλ. 2 στ.) ... να βουηθηθεί ο φταισμένος Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 1906· β) αμαρτωλός: σήκωσε (ενν. μήτηρ του Χριστού) τους πεσμένους,| της αμαρτίας κοιμώμενους στον λάκκον και πταισμένους Σκλέντζα, Ποιήμ. 726. Το ουδ. της μτχ. παθητ. παρκ. στον πληθ. ως ουσ. = οι αμαρτίες: να μου δώση ο Θεός συμπάθιον στα φταισμένα Διήγ. ωραιότ. 72.
σάκος- ο, Χρον. Μορ. H 984, Δούκ. 3932, Σφρ., Χρον. (Maisano) 15810, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 489 κριτ. υπ., Έκθ. χρον. 2510, Ιστ. πολιτ. 3618, Παϊσ., Ιστ. Σινά 675, Ψευδο-Σφρ. 53414, Άσμα διερμ. 449· σάκκος, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 451, Θρ. Κύπρ. M 408.
Το αρχ. ουσ. σάκκος. Η λ. και σήμ.
1) Θήκη από χοντρό ύφασμα ή δέρμα για τη φύλαξη ή μεταφορά αντικειμένων, σάκος: Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 140· (εδώ προκ. για θήκη όπου φυλάσσονται οστά νεκρού): Το σπίτι που ευρίσκεται ο τάφος του Μωάμεθ| εκείνο το εστόλισαν ’πό άνωθεν ως χάμαι.| Χρυσό καφάσι βρίσκεται απάνω ’που τον σάκκον| και μέσα του κι εις τον βυθόν, ανάμεσα στον λάκκον,| εκείθεν εξεσπάζεται, βγαίνει ένα σκυλάκι Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 143. 2) Ένδυμα από τραχύ ύφασμα που φορούσαν οι Ιουδαίοι ως σύμβολο πένθους, μετάνοιας: Τότες εγδύνεται Δαβίδ ρούχα βασιλικάτα,| ρίπτει το στέμμα εκ της κεφαλής και πιάνει θεού στράτα,| τρυπά ένα σάκον τρίχινον, περνά την κεφαλήν του,| και πάσσει πάνω χώματα και κλαι με την ψυχήν του Γεωργηλ., Θαν. 346. 3) α) (Εκκλ.) αρχιερατικό άμφιο με κοντά και φαρδιά μανίκια που φτάνει ως το γόνατο (για το πράγμα βλ. ODB, λ. sakkos, Βεργωτής, Λεξ. λειτουργ., Γριτσόπουλος, ΕΕΒΣ 20, 1950, 223 σημ. 1): Περί των αρχιερατικών φορεμάτων οπού ενδύεται ο αρχιερεύς εις την θείαν λειτουργίαν, τι δηλούσιν ένα και ένα … Ο σάκος έναι το ρούχον όπερ εφόρεσαν του Χριστού εις τα φρικτά πάθη αυτού και ενέπαιζον αυτόν Μαλαξός, Νομοκ. 121· Ω δέσποτ’ αγιότατε, τίμιε πατριάρχα (παραλ. 6 στ.), αρχιερέων πρώτιστος εσύ πάντα να είσαι,| να ’χεις και σάκον θαυμαστόν και μίτραν μετά λίθους| και μέγα το καπάσιον μετά πολλούς μαργάρους Αρσ., Κόπ. διατρ. [578]· β) αυτοκρατορικό ένδυμα (για το πράγμα βλ. ODB, λ. sakkos, Ψευδο-Κωδ., Οφφικ. 2004, 22427, 25625, 2642): Του βασιλέως ήφεραν το στέμμα και τον σάκον,| ηφέραν και εστέψαν τον (ενν. τον κόντον Μπαλδουβίν) ως βασιλέα Χρον. Μορ. P 984· Γίνωσκε, υιέ μου, ότι το θέλεις είσθαιν κύριος βασιλεύς, όταν τα πάθη εξουσιάζεις … Φορείς τον σάκον, αλλά καλλώπισε αυτόν με την ευφροσύνην Βασιλ. Κεφάλ. Παραιν. 123. 4) Βάτραχος (πβ. λ. σάκκα (Παπαδ. Α., Λεξ.), σακκούτα (Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ.) και σακούδα (Πανταζ., Κεφαλ.-θιακ.) σήμ. ιδιωμ.): Ο φυσιολόγος έλεξε περί του βατράχου, περί του ξηρού και του λεγομένου σάκου και υγρού Φυσιολ. (Zur.) XXXXIII 22.
στάσιμος,- επίθ.
Το αρχ. επίθ. στάσιμος. Η λ. και σήμ.
Ακίνητος, σταθερός, αμετάβλητος: Τι γαρ τοι το ταχυπετές βούλεται των ανθρώπων;| Και βέβαιον ουδέν εστίν, ου στάσιμον ανθρώποις,| αλλά καπνός τα των θνητών, αλλά σκιά τα πάντα Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 590· ο παρών βίος ουδέν έχει το στάσιμον, ουδέ το βέβαιον, αλλά ώσπερ τροχός κυλίεται και φέρει τα πράγματα άνω και κάτω. Διά τούτο μήτε εις τας ευτυχίας σου αλαζονεύεσαι, μήτε εις τας δυστυχίας σου καταβάλλεσαι Βασιλ. Κεφαλ. Παραιν. 117.
στερεός,- επίθ., Ασσίζ. 10427, Διγ. Z 983, Συνθήκ. Καλλ. (Μέρτζ.) 272, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 15, 439, Διήγ. παιδ. (Eideneier) 98, Αχιλλ. (Smith) O 151, 215, Γράμμα κρ. διαλ. 7, Χρον. Τόκκων 1039, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 140, Μαχ. 2212, Έκθ. χρον. 6519, Κορων., Μπούας 82, Πτωχολ. α 444, Χρον. σουλτ. 13132, Ιστ. πατρ. 14421, Πηγά, Χρυσοπ. 178 (17), Μορεζ., Κλίνη φ. 332r, Μαρτύρ. αγ. Νικολ. 163102, Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 10932, Ιστ. Βλαχ. 1593, Γεργάν., Εξήγ. Αποκ. 158, Διγ. Άνδρ. 40515, Ψευδο-Σφρ. 4187, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 15v, Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 713, Λίμπον. 58, 245, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 5552, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 331, κ.α.· στέρεος, Δεφ., Λόγ. 397 (έκδ. στερεά· διόρθ. σε στέρεα Κριαρ., Αθ. 46, 1935, 142), Χρον. σουλτ. 7010, Βασιλ. Κεφάλ. Παραιν. 118, Ροδολ. (Αποσκ.) Έ́ 99· στέριος· στεριός, Φαλιέρ., Ιστ.2 551, 571, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 108, Ch. pop. 246, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 133, Κυπρ. ερωτ. 10624· θηλ. στερέα, Χρον. Μορ. Η 8671, Διήγ. Αλ. G 2793, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΙΈ́ [302].
Το αρχ. επίθ. στερεός. Ο τ. στέρεος με αναβιβ. τόνου κατά το στέριος (βλ. ΛΚΝ)· απ. και σήμ. Ο τ. στέριος με αναβιβ. τόνου κατά το σχ. καθαρός-καθάριος (βλ. Ανδρ., Λεξ., ΛΚΝ)· απ. και σήμ. λαϊκ. (ΛΚΝ). Το θηλ. στερέα και σήμ. ιδιωμ. (Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ., λ. στερέο). Η λ. και σήμ.
1) α) Που έχει πυκνή σύσταση, συμπαγής, σκληρός, ανθεκτικός: η στερεά ... γη και η θάλασσα πανταχού έχουσιν υπερβολικούς χειμώνας και ζάλας παντοίας Ευγ. Γιαννούλη, Επιστ. 2124· την σάρκα του Πατρόκλου| εστερέωσε (ενν. η Θέτις) περίσσα,| βάλσαμον και αμβροσίαν| έχυσεν εις το κορμί του,| ίνα η σαρξ του διαμένει| στερεά κι άσηπος πάντα Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Κ́ [76]· Προς τον Έκτορα κινήσας (ενν. ο Αίας)| ισχυρόν δε σάκος έχων (παραλ. 3 στ.), βύρσας έχον επτά βόων| στερεάς, οχυροτάτας,| άνω δε πασών των βύρσων| σίδηρον ως δέρμαν είχεν Ερμον. Μ 58· οι μεν σκάλας έφερον ..., έτεροι δε σκουτάρια στερεά και μεγάλα, και τα πάντα μετά σιδήρων ..., και άλλο παν πολεμικόν έργον έφερον ανά χείρας Καναν. (Pinto) 312· (σε μεταφ.): προς την σην κατέφυγα μεγάλην βασιλείαν,| την πέτραν άνω στερεάν την τεθεμελιωμένην,| ήτις τυγχάνει, Μανουήλ, Χριστός ο στεφοδότης Προδρ. (Eideneier)2 Δ́ 7-1 χφ Η κριτ. υπ.· (σε παρομοίωση): την τιμήν τους την κρατούν (ενν. πολλές γυναίκες) ως στερεόν λιθάρι,| κι όποια σαν τούτο βρίσκεται, έχει μεγάλη χάρη Δεφ., Λόγ. 419· β) (για φωνή) δυνατός, βροντερός: τις δύναται να ειπεί όσα έγιναν εις το οσπίτιον εκείνο, εάν είχε και καρδίαν σιδηράν ή δέκα στόματα ή δέκα γλώσσες, και εάν είχεν και φωνήν στερεάν και χάλκινον λάρυγγα; Διγ. Άνδρ. 33524. 2) α) Σταθερός, ακλόνητος, αμετακίνητος: του Χριστού την εκκλησιά πάσι να ρίξουν κάτω,| αλλά ’τον πλήσια στερεά κι ολίγο είχαν τράτο Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 18816· Το άλλο μέρος του δένδρου διά να είναι καλά ριζωμένον και στεριόν δεν έπεσε, μόνον επόμεινεν εις την πρώτην του ευγένειαν και δύναμιν Ροδινός (Βαλ.) 154· (μεταφ.): αυτός τα φρένα του δεν τα ’χει τόσον στέρια Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 1421· Το γάμο στέρεο πλια κρατώ παρά φιλιά κιαμι’ άλλη,| γιατί η φιλιά έχει κίντυνα όσο κι αν ει μεγάλη Ροδολ. (Αποσκ.) Έ́ 109· Χριστιανοί στην κόλασιν δεν πάσι βαπτισμένοι,| γιατί έχουν πίστιν στερεάν κι είναι προορισμένοι| να μπούσι στον παράδεισον Τζάνε, Κατάν. 522· ο βιζίρης στο χαρτί ζητά τη χώρα να ’χει,| κι αγάπη να ’ναι στερεά να παύσουνε τη μάχη Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 53720· ο λόγος τ’ αφεντός είν’ ακριβόν λιθάρι,| πρέπει να είναι στερεός, να έχει και την χάρη Ιστ. Βλαχ. 1564· τούτος ο όρκος είναι εις αυτούς στερεός και αχάλαστος, όταν ομνύουσι και δίδουσι πίστιν φιλίας και αγάπης Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 248· (σε μεταφ.): μαχαίρι στους Αγαρηνούς (ενν. η Βενετιά), της αρχοντιάς στολίδι,| στη φρόνεψη ξεχωριστή και στερεό στασίδι! Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 56722· β) (μεταφ.) σίγουρος, εξασφαλισμένος: πάραυθα εις την Τουρκιάν στέλλει στον βασιλέα,| την χάρ’ αυτήν του ζήτησεν να ’ναι ’π’ αυτόν στερέα Παλαμήδ., Βοηβ. 468· ανάμεσα να πιάνουσι πολλούς και να σκλαβώνου,| τη νίκη να ’χουν στερεά κι όλοι να καμαρώνου Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 24518· γ) (για κάστρο, φρούριο, κ.τ.ό.) ισχυρός, απόρθητος: Ολονυκτίς εφεύγασιν, ήλθασιν εις τ’ Ανάπλι,| εις αύτο που ’τον στερεόν από τα άλλα κάστρη Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 3072· ην δε η παστία πλησίον του κάστρου … Και ην δε πάσα στερεά και οχυροτάτη από ξύλων μεγίστων και χονδρών σανίδων Καναν. (Pinto) 81· τοσούτον γαρ στερεόν ον (ενν. το κάστρον), πώς είχον λαβείν αυτό; Έκθ. χρον. 123· δ) (νομ.) έγκυρος, σε ισχύ: Της δαιμονιαρέας ο γάμος μένει στερεός, ποίας; Εκείνης οπού την εύρει η ασθένεια αφόν ορμαστεί Ελλην. νόμ. 53823· Εάν τις αποθνήσκων ειπεί, δίδω τον οδείνα τόσα φλωρία και αφήνω τον να πάρει από τα καλά μου, τα οποία μου τα χρεωστεί. Αν και η αλήθεια είναι πως δεν του τα χρεωστεί, αλλά ψευδώς το είπεν, έρρωται το λεγάτον, πιάνεται και στερεόν είναι το χάρισμα τούτο Zygomalas, Synopsis 226 Λ 41. 3) (Για πρόσωπα) α) που είναι πιστός, σταθερός σε κ. ή κάπ.: πολλάκις στερεός ο μοναχός τυγχάνει| και φέρει ταύτα νουνεχώς και μετ’ ευχαριστίας Προδρ. (Eideneier)2 Δ́ 531· πολλές και άξιες καλά ’ναι γνωρισμένες,| εις την τιμήν τους στέρεες, πολύ χαριτωμένες Δεφ., Λόγ. 718· Διά να τους παρακινήσει τους πιστούς οπού ήτον εις την Πέργαμον πόλιν να στέκονται στερεοί εις την πίστιν του Θεού και να φεύγουν τα είδωλα τα κουφά των εθνών, φέρνει εις το μέσον τον Αντύπα Γεργάν., Εξήγ. Αποκ. 84· παρακαλώ σας στερεοί να ’στε και ’πιστεμένοι,| εις συντροφιάν μου να ’λθετε και ας είστε χαρουμένοι Παλαμήδ., Βοηβ. 1069· (ως επιρρ. κατηγ.): Άλλοι πάλιν του αντιστέκουνταν στερεοί. Και αληθινά αντιστέκουνταν πολλοί, όσοι κατά αλήθειαν εκρατούσαν την χριστιανικήν πίστιν Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 12615· β1) ισχυρός, δυνατός: ο Δαβίδ εκρατιέτον εις του λόγου του, καποτέ διά πάντα χαρούμενος και πολλά στερεός έλεγεν: «εγώ είπα εν τῃ ευθηνίᾳ μου ου μη σαλευθώ» Ροδινός (Βαλ.) 91· β2) ανδρείος, γενναίος: Ετούτο ύστερά ’καμε Γιλδάσης ο καημένος,| ο στερεός στον πόλεμο και άξια παινεμένος Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 3054· έγραψαν από την Κρήτην να τους στείλουν βοήθειαν ... Και από την Πόλιν απεκρίθησαν ότι να στέκουνται στερεοί, ότι γλήγορα τους στέλλουν βοήθειαν και ό,τι τους χρειάζεται Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 4284α. 4) (Μαθημ.) κυβικός: το μήκος επί το πλάτος γίνονται πόδες ͵ά́ και έτι επί το βάθος γίνονται ͵ή́· τοσαύτα μέτρα χωρήσει η εμβατή. Τοσούτων γαρ και ποδών εστί στερεών Rechenb. (Vog.) 1174. Έκφρ. στερεά καρδία = α) βλ. ά. καρδία 10 (Εκφρ.)· β) ισχυρό φρόνημα, γενναιότητα: κόψε τον σερδάρη μου τον Μουσταφά πασία,| οπού ’τον άνδρας φοβερός με στερεάν καρδία Σταυριν. 200. Το ουδ. ως ουσ. = (προκ. για τόπο) η ιδιότητα του οχυρού, του ασφαλούς: γίνεται σκέψις και συμβουλή ... εις ποίον τόπον … να κτισθεί το μοναστήριον, οπού να ημπορεί να έχει δύο πράγματα, το στερεόν και ακαταπάτητον, και το σεβάσμιον και την αγιότητα εκ του τόπου Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 150. — Βλ. και στερρός.
στεφάνι- το, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 6333, Ιατροσ. κώδ. σμς́, Λίβ. Esc. 1038, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1642, Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 204, Γεωργηλ., Θαν. 428, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 128, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1549, Διήγ. Αλ. G 26729, Πεντ. Έξ. ΧΧΧ 3, Γιατροσ. Ιβ. 56, Αρσ., Κόπ. διατρ. [616], Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 581, Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ́ μετά στ. 126, Χίκα, Μονωδ. 169, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 17, Γ́ 367, Διαθ. 17. αι. 3163, Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Β́ 1131, Λίμπον. 408, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 3, Β́ 237, Διγ. Ο 1998, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 32817, Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 9823, Γεργάν., Εξήγ. Αποκ. 115, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 1352, 2104, κ.α.· στεφάνιν, Ασσίζ. 978, Λίβ. διασκευή α 362, 363, 385, 1119, κ.α., Aχιλλ. L 36, 878, Αχιλλ. (Smith) N 865, 1271, Λίβ. Va 331, 351, 461, 462, 904, Απόκοπ.2 144, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 73, Βασιλ. Κεφαλ. Παραιν. 123, Διήγ. Αλ. Ε (Lolos) 20320, Διγ. Άνδρ. 36017· στεφάνιον, Κώδ. Πάτμου Ι 7, 12, Βασιλ. Κεφαλ. Παραιν. 123.
Από το μτγν. ουσ. στεφάνιον. Ο τ. στεφάνιν τον 5.-6. αι. (TLG) και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Η λ. στο Βλάχ. και σήμ.
1) Στεφάνι, κυκλικό πλέγμα κλαδιών ή λουλουδιών κ.τ.ό.: συναπαντά με ο Πόθος,| άνδρας πολλά πανέμορφος, άσπρος, ξανθός την τρίχαν,| είχεν εις το κεφάλιν του στεφάνιν από δάφνης,| είχεν και εις τα χέρια του κλαδίν οίον το στεφάνιν Λίβ. διασκευή α 362, 363· Πάλιν εκ τα τριαντάφυλλα έκαμνε γαρ στεφάνι,| κι απάνω στο κεφάλιν της το έβανε εκείνη (ενν. η έμορφη φεδούλα) Θησ. Γ́ [95]· να έν’ γυμνός τα χέρια του (ενν. ο άνδρας) και όλος ανασκομπωμένος,| να κείται εις το κεφάλιν του στεφάνιν από αστάχυν Λίβ. διασκευή α 1136. 2) Kορόνα, στέμμα, διάδημα (συν. βασιλιά ή γενικ. αξιωματούχου): έβγαλαν της βασίλισσας εκεινής το στεφάνιν και ότε το έβαλεν εις το κεφάλιν (ενν. ο Αλέξανδρος), τότε άφανος εγίνετον από όλους τους αθρώπους Διήγ. Αλ. F (Lolos) 20220· Τότες εφθάσαν ομπροστά άρχοντες με στιβάνια·| είχαν εις τα κεφάλια τως ολόχρυσα στεφάνια,| με χρυσοτσάπωτα σπαγιά, κοντόχρυσα βρακάκια,| κατά την τάξιν πὄχουσιν να βάνουν τα Φραγκάκια Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 1116· (προκ. για τον ακάνθινο στέφανο του Χριστού): Αγκάθες είπε να βρουσι, στεφάνι να του πλέξου,| να τον γελάσουσι πολλά και να τον αναπαίξου (ενν. τον Ιησού ) Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 3408· Εκείνος γαρ (ενν. ο Κοτευφρών ντε Μπουλιού) ως φρόνιμος, την αφεντίαν εδέχτη·| το γαρ το στέμμα το χρυσό ουδέν το επαραδέχτη| εις το κεφάλιν του ποσώς να του το έχουν βάλει,| λέγων: «Ουκ είμαι άξιος ούτε εύπρεπον υπάρχει,| εκεί όπου εστέψαν τον Χριστόν με ακάνθινο στεφάνι,| να στέψουσιν αμαρτωλόν άνθρωπον με χρυσίον» Χρον. Μορ. P 110. 3) Στεφάνι ως έπαθλο αγώνα ή βραβείο: οι άλλοι μοναχοί εφήκασιν το όνομάν του (ενν. του Ιωάννη) και εκράζαν τονε ο «Χαίρε Μαρίας», και αυτήν την ονομασίαν την εδέχετονε αυτός ωσάν μεγάλον στεφάνι και έλεγεν ότι εκέρδισεν μεγάλον κέρδος να αποκτήσει έτοιαν ονομασίαν Μορεζ., Κλίνη φ. 59v· με την ψυχήν, με την καρδιάν απόφαση είχε κάμει (παραλ. 1 στ.) … να απαντήσει αδείλιαστα του Χάρου το δρεπάνι (ενν. ο Λίμπονας),| και της φιλοπατρίας του να λάβει το στεφάνι Λίμπον. 328· ποιος μέλλει να ’βγει νικητής, να πάρει το στεφάνι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 1306. 4) α) Κόσμημα για το κεφάλι και τα μαλλιά με σχήμα στεφανιού: Χρουσό στεφάνι| τον πόνο οπὄχει η κεφαλή ποτέ δεν τον εβγάνει,| μηδέ παπούτσιν όμορφο ρεματικό δε γιαίνει,| και με στολίδια το μορμπί των κορασιώ δε βγαίνει Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 201· β) προκ. για το λειρί (του πετεινού) (βλ. και Battaglia, λ. ghirlanda 2 (ciuffo)): Δεν εστάθη ποτέ πετεινός χωρίς χαρχάλι και κορόνα, ήγουν στεφάνιον, μήτε παράσιτος χωρίς κολακείαν Μπερτόλδος 30. 5) α) Γαμήλιο στέφανο (εδώ με το επίθ. νυμφικός): τους γάμους ορδινιάζουν,| μικροί, μεγάλοι άρχοντες εις την χαράν κοπιάζουν| κι ατός του ο επίσκοπος ήλθεν κι ευλόγησέν τους| κι εις τα κεφάλια νυμφικά στεφάνια έθεσέν τους Διγ. Ο 546· φρ. (1) βάνω στεφάνι, βλ. βάνω (Ι) Ά 15β· (2) πιάνω τα στεφάνια/στεφάνι, βλ. πιάνω Φρ. 47· β) (συνεκδ.) γάμος (η χρ. και σήμ.): ας φάμε την αγάπη μας με διχωστά στεφάνι,| ας πιούμε κι από της φιλιάς το δροσισμένο μέλι| κι αυτά τ’ αρρεβωνιάσματα ο νους σου μην τα θέλει Ch. pop. 669· τα τρία μου παιδιά οπού επάντρεψα ... δεν εχαρήκασιν το στεφάνιν τως, μα εποθάνασιν ’λιγόχρονα Διαθ. 17. αι. 3161· εγώ καλλιά ’χω θάνατο παρά στανιό στεφάνι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Γ́ 1142· φρ. λαμβάνω στεφάνι(ο)(ν) = παντρεύομαι: γέγραπται εν τοις αρχαίοις νόμοις ότι ο βουλόμενος λαβείν γυναίκα μέχρι και τέσσερα στεφάνια ημπορεί να λάβει Ελλην. νόμ. 55626. 6) Φωτοστέφανο (εδώ που κοσμεί εικονιζόμενο πρόσωπο σε ιερή εικόνα): εικών ετέρα σίγνον η αγία Θεοτόκος ... βρεφοκρατούσα, και εν τῳ στεφανίῳ του βρέφους λιθάρια δύο και μαργαριτάριον έν Κώδ. Πάτμου Ι 13. 7) Αντικείμενο (άκρο αντικειμένου) ως στόλισμα σε σχήμα που μοιάζει με στεφάνι: το οποίον (ενν. τραπέζι όπου έτρωγεν ο βασιλεύς Σολομών) ήτον ένα μίγμα από ασήμι και χρυσάφι, εις δε τον γύρον είχε τρία στεφάνια από μαργαριτάρι, το πλέον μικρότερον ως ρεβίθι και το πλέον μεγαλύτερον ως μικρα λεπτόκαρα Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 288. 8) Δακτύλιος (βαρελιού) (εδώ με το επίθ. ολόχρυσος ως ένδειξη πλούτου): Ω θαύμα που ’δαμεν εκεί, άρχοντες τιμημένοι| στα πλούτη τα περίσσια και στο πολύ χρυσάφι!| Είδα βαρέλες αργυρές μ’ ολόχρυσα στεφάνια,| όλες με τες φιάλες τους και μ’ έτερα καυκία Αρσ., Κόπ. διατρ. 616. 9) (Προκ. για όπλο) φλεγόμενο πλέγμα με σχήμα στεφανιού: Από τα τείχη έρριπταν τσικάλι’ αναπτομένα| και όσοι τ’ αποδέχουνταν ωγόι στον καθένα.| Τειάφι και πίσσα, πόλβερην, άσφαλτον και κατράμι,| το πασαέναν έδειχνεν τι εδύνετον να κάμει·| πλήσα στεφάνια έρριπταν παμπισσωμένα κάτω| οπού ’χαν φλόγα το μαλλί τριγύρου τους γεμάτο·| εις τα κεφάλια των Τουρκών έμπαιναν κι εκολλούσαν,| και όπου φθάναν έτρωγαν, βλάβην πολλήν ποιούσαν Αχέλ. 1778. 10) (Προκ. για την παρυφή των ούλων γύρω από τον αυχένα των δοντιών): Εις οδόντας οπού φαγωθεί το κρέας το στεφάνι το γύρο Ιατροσ. κώδ. ρνθ́.
στράτωρ- ο, Διγ. (Τrapp) Gr. 1663, Διγ. Ζ 1763, 1768, 2082, Βασιλ. Κεφάλ. Παραιν. 116, Διγ. Άνδρ. 36015 (έκδ. στράτιας· διορθώσ. σε στράτορας)· στράτορας.
Το μτγν. ουσ. στράτωρ. Ο τ. στο ΑΛΝΕ λογοτ. Η λ. στο Meursius.
Το αξίωμα του ιπποκόμου, του σταυλάρχη της βυζαντικής αυλής (για τη σημασ. βλ. και ODB, λ. strator): Δέδωκε μεν ο στρατηγός ίππους δώδεκα μαύρους,| τερπνά φαρία δώδεκα ευμορφότατα λίαν,| δώδεκα μούλας εκλεκτάς μετά σελοχαλίνων (παραλ. 1 στ.), οικέτας νέους δώδεκα, στράτορας χρυσοζώνους,| δώδεκα παρδοκυνηγούς Διγ. (Τrapp) Gr. 1854· Στράτορα, πρωτοστράτορα και πρώτε των στρατόρων,| απόστρωσε τον μαύρον μου και στρώσε μου τον γρίβαν (παραλ. 3 στ.) και κρέμασε εις την σέλαν μου και το βαρύν σπαθί μου ... Διγ. (Αλεξ. Στ.) Εsc. 797 δις.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- το, Βασιλ. Κεφάλ. Παραιν. 120· οφέλημαν, Ασσίζ. 38722, 40117‑8.