Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- αήρ — αέρας
- ο, Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 5841, Διγ. (Καλ.) A 27, Λίβ. (Lamb.) Esc. 1075, 1691, Λίβ. (Lamb.) Sc. 584, 1285, Λίβ. (Wagn.) N 154, Αχιλλ. (Hess.) N 494, Χρον. Τόκκων (Schirò) 2113, 3456, Θησ. (Βεν.) Γ́́ [441], Ch. pop. (Pern.) 239, 318, Αρμούρ. (Κυριακ.) 34, 158, Ριμ. Βελ. (Wagn.) 731, Γαδ. διήγ. (Αλεξ. Λ.) 51, Διήγ. Αγ. Σοφ. (Băn.) 15717, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 346, 893, 1031, 11126, 33, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 91, Πικατ. (Κριαρ.) 2, Ιμπ. (Legr.) 977, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 228, 284, 368, Φαλιέρ., Ενύπν. (Ζώρ.) 7, Φαλιέρ., Ρίμ. (Ζώρ.) L 259, Δεφ., Σωσ. (Legr.) 96, Δεφ., Λόγ. (Kar.) 509, 575, Αχέλ. (Pern.) 1276, Δωρ. Μον. (Buchon) XXXII, Ερωφ. (Ξανθ.) Αφ. 75, Πιστ. βοσκ. (Joann.) II 1, 423, III 5, 146, III 5, 149, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 35, Βίος αγ. Νικ. (Legr.) 168, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 39130, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Ά́́ 120, 1787, 1823, 1825, 2214, Γ́́ 328, Θυσ. (Μέγ.)2 769, Ευγέν. (Vitti) Πρόλ. 100, 294, 598, 712, Στάθ. (Σάθ.) Β́́ 4, Φορτουν. (Ξανθ.) Γ́́ 370, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 20417, 2098, 22815, 37114, 39326, 39426, 53219· αγέρας, Συναξ. γυν. (Krumb.) 1030.
Το αρχ. ουσ. αήρ. Η λ. και σήμ. (ΙΛ λ. αέρας).
1) Ο αέρας της ατμόσφαιρας, ο αέρας που αναπνέομε (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): κι ως έβγουσ’ από την καρδιά και μες στο στόμα μπούσι (ενν. οι αναστεναγμοί), με τον αέρα βγαίνουσι κι αέρα πα να βρούσι Ερωτόκρ. Γ́́ 328. 2) α) Η ατμόσφαιρα, το κενό, ο αέρας που περιβάλλει τη γη (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2α): Βλέπεις ετούτο το πουλίν, λέγει με, το τρυγόνιν;| Πάντως εις όρος πέτεται και εις αέραν τρέχει Λίβ. N 154· μου κτίζει πύργους στο γιαλό, περβόλια στον αέρα| κι ό,τι τη νύκτα μεριμνά χάνουνται την ημέρα Ερωφ. Αφ. 75· β) ο άερας του επάνω κόσμου: Διατί, Χάρων, δεν μ’ έπαιρνες εκείνη την ημέραν| οπού έβγαλες την μάννα μου οκ του κόσμου τον άεραν; Ευγέν. 598· Τώρα ο Χάρος κάνει σε να χάσεις τον αέρα Ευγέν. 712. 3) α) Ρεύμα από αέρα, άνεμος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 8): και με την ώρα μάχεται και μ’ αφρισμένη χέρα| ράσσει να κάμει πόλεμο στο πρόσωπο του αέρα Στάθ. Β́́ 4· Σαρακηνοί έχουσιν φαρία οπού διώχνουν τους αέρες Αρμούρ. 34· κι οι Τούρκοι εκαρτερούσανε αέρα να κινήσουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 37114· β) σε κατάρα (Κουκ., ΒΒΠ Γ́́ 329. Η χρήση και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): Και να σέ ’χε πάρει αγέρας| τότες, όταν εγεννήθης Συναξ. γυν. 1030. 4) Ανασασμός, αναψυχή, ανακούφιση (κυρίως στη φρ.: παίρνω αέρα): Τώρα λοιπόν ανάσανα κι επήρα λίγο αέρα| απέ τα τόσα βάσανα, τά έχω νύχτα μέρα Φαλιέρ., Ενύπν. 7· και επαραλαφρώθηκε κι επήρε σαν αέρα Βίος αγ. Νικ. 168· Πότε μιαν ώρα, μια στιγμή γη πούρι μιαν ημέρα| ν’ αλαφρωθούν οι κρίσεις σας, να πάρετε αέρα Φορτουν. Γ́́ 370. 5) Παράστημα, ύφος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2γ): έχεις πανώριαν ηλικιάν, βασιλικόν αέρα| κι οι άγγελοι των ουρανών την εμορφιάν σου ηφέρα Ch. pop. 239. 6) Ατμόσφαιρα, «φόντο» (προκ. για ζωγραφικό πίνακα): Το δε σημάδιν σταυραετός ολόχρυσος υπάρχει| και λέων το στόμα κόκκινος εις κίτρινον αέραν Αχιλλ. N 494. 7) Ύφασμα που καλύπτει τον άγιο δίσκο και το άγιο ποτήριο (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 6): και εσύναζον ό,τι τους ήρεσεν … θυμιατά, μανουάλια διάχρυσα, ωραία βημόθυρα, ποδιές, αέρας Δωρ. Μον. ΧΧΧΙΙ. Φρ. διώχνω τους αέρας = είμαι τόσο γρήγορος που φτάνω τον άνεμο (Βλ. Αλεξίου Στ. [Αρμούρ. σ. 181]): Σαρακηνοί έχουσιν φαρία τά διώχνουν τους αέρας Αρμούρ. (Αλεξ. Στ.) 34.
ακλινής,- επίθ., Βίος αγ. Νικ. (Legr.) 22.
Το αρχ. επίθ. ακλινής.
Αδιάκοπος, συνεχής (πβ. L‑S στη λ. 2): άπαντα εκατόρθωσας Πνεύματος συνεργείᾳ| τῃ ακλινεί σου προσευχῄ, ζέσει και προθυμίᾳ Βίος αγ. Νικ. (Legr.) 22.
ανακαινίζω,- Φυσιολ. (Legr.) 94, 96, 106, Φυσιολ. (Pitra) 35915, Φυσιολ. (Punt.) B 416, Μάρκ., Βουλκ. (Λάμπρ.) 3442, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ (Ζώρ.) 686, Βίος αγ. Νικ. (Legr.) 29, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 118, 2733, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 28, 41, Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 164 μϛ΄.
Το αρχ. ανακαινίζω. Η λ. και σήμ. ως λόγ. και στον Πόντο (ΙΛ).
Ά́ Ενεργ. 1) Ανοικοδομώ (πόλη, εκκλησία, κλπ.) (Πβ. L‑S· πβ. και τας πόλεις ανακαινίσας Χρον. Μον. T 66): συγκαταβάσει του ρηγός βωμούς ανακαινίσαι Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 686. —Συνών.: ανασταίνω 2β. 2) Ιδρύω, εγκαινιάζω (εκκλησία) (Βλ. και Χατζιδ., Αθ. 21, 1909, 448): τες θείες εκκλησίες,| τες ποίες ανεκαίνισαν εν τῳ ονόματί σου Βίος αγ. Νικ. 29. 3) α1) Κάνω να αναβιώσει κάτι: Θεέ, ταύτην αφάνισον και μη την καρτερέσεις,| ότι αυτή τον Άρειον είχεν ανακαινίσει,| εχθρόν τον Μακεδόνιον τόν είχεν εξυπνήσει Ιστ. Βλαχ. 2733· α2) (προκ. για φωνή ζώων): επαναλαμβάνω: εκείνος τρεις φωνάς άλλας ανακαινίζει Φυσιολ. 94, 96, 106· β) ανανεώνω, ενισχύω (αίσθημα): Καλά εσυμβουλεύτηκε να δώσουν, να χαρίσουν| και την αγάπην προς αυτόν να την ανακαινίσουν Ιστ. Βλαχ. 118· γ) ανανεώνω (κάποιον ψυχικώς) (Βλ. και Lampe, Lex. στη λ. A· πβ. να ανακαινισθεί το ελεεινόν γένος Σοφιαν., Παιδαγ. (Legr.) 93): Ανακαίνιζε σεαυτόν λοιπόν διά της μετανοίας Φυσιολ. 35915. B΄ Μέσ. α) Ξανανιώνω, αναζωογονούμαι: αετός παρά το «αεί έτος» διά το πολλάκις ανακαινίζεσθαι Μάρκ., Βουλκ. 3442· πβ. και ανακαινώνω Β· β) ανανεώνομαι (πνευματικά) (Πβ. Lampe, Lex. στη λ. Βe): ανακαινίσου ’κ των γραφών, νέκρωσον αμαρτίας Φυσιολ. 106.
αναξία- η, Βίος αγ. Νικ. (Legr.) 97.
Από το στερ. αν‑ και το ουσ. αξία. Πβ. ΙΛ, λ. αναξιάδα.
Αναξιότητα: Όλος υπάρχω βδελυκτός και πάσης αναξίας,| της καθαράς και άμωμου ιερουργοπραξίας Βίος αγ. Νικ. (Legr.) 97.
αναπνέω,- Μακρεμβ., Υσμ. (Hercher) 1812, Καλλίμ. (Κριαρ.) 929, Ιερακοσ. (Hercher) 43411, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 696, Ιμπ. (Lambr.) 447· αναπνέγω, Βίος αγ. Νικ. (Legr.) 218.
Το αρχ. αναπνέω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Α´ Αμτβ. 1) α) Εισπνέω και εκπνέω αέρα (Η σημασ. ήδη στον Αριστοτέλη και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): εάν ίδεις βιαίως αναπνέον, ίσθι το ήπαρ αυτού έλκος έχειν Ιερακοσ. 43411. β) ζω, βρίσκομαι στη ζωή (Η σημασ. αρχ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α, Φρ.): μη φανερώσεις τίποτε ώστε να αναπνέγω Βίος αγ. Νικ. 218· γ) λαχανιάζω, αγκομαχώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1γ): και βαρεοφορτώνουν σας έως να αναπνείτε Διήγ. παιδ. 696. 2) Ξαναζωντανεύω (αμτβ.): πιστεύω, αν ήτονε νεκρός, ήθελεν αναπνεύσει Ιμπ. (Lambr.) 447. 3) Παίρνω ανάσα, ξεκουράζομαι: οι Αργείοι να αναπνεύσουν| από τον πολύν τον κόπον Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΙΘ΄ [257]. Β´ (Μτβ.) εκπέμπω (κάτι), από το οποίο σαν να είμαι γεμάτος (Η σημασ. αρχ., L‑S, Δημητράκ. στη λ. 4): όλον αναπνείς μοι τον Έρωτα Μακρεμβ., Υσμ. 1812.
ανέλπιστα,- επίρρ., Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 281, Χίκα, Μονωδ. (Μανούσ.) 97, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 60· ανόλπιστα, Βίος αγ. Νικ. (Legr.) 141, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Πρόλ. [83], Α΄ [839], Δ΄ [1010, 1280], Ε΄ [840, 878, 974], Διγ. (Lambr.) O 2920.
Από το επίθ. ανέλπιστος. Η λ. και σήμ. κοιν. (ΙΛ).
Απροσδόκητα, χωρίς να το περιμένει κανείς (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ): τον Διγενή ανόλπιστα ευθύς είδεν ομπρός της Διγ. O 2920· Ανόλπιστα και ξαφνικά αληθινά σε χάνω Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [840]. — Πβ. αιφνηδόν, αιφνίδια, αιφνίδιον, ακαρτέρετα, αναπέλπιστα.
ανέλπιστος,- επίθ., Καλλίμ. (Κριαρ.) 960, Διγ. (Mavr.) Gr. ΙΙ 15, Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 146, Διγ. (Καλ.) A 584, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ (Ζώρ.) 147, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 40· ανόλπιστος, Σκλάβ. (Μπουμπ.) 190, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 8631, Κατζ. (Πολ. Λ.) Ε΄ 2, Βίος αγ. Νικ. (Legr.) 164, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 185.
Το αρχ. επίθ. ανέλπιστος. Η λ. και σήμ. κοιν. (ΙΛ).
1) α) Απροσδόκητος, ξαφνικός (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. Ι, και σήμ., ΙΛ στη λ. 1 α): ... ο γέροντας ευρίσκει| εκείνον το ανόλπιστον και θαυμαστόν κανίσκι Βίος αγ. Νικ. 164· Αμή ανόλπιστο εξαφνικό του ήλθε Χρον. σουλτ. 8631· πβ. αναπέλπιστος· —Συνών.: αθάρρευτος· β) πρωτοφανής, πρωτάκουστος: όλοι εφρίξανε εις τέτοια απρεπεία ανόλπιστη Σουμμ., Ρεμπελ. 185. —Συνών.: ακατανόητος 2. 2) Απελπισμένος (Πβ. L‑S στη λ. ΙΙ 1 και Sophocl. στη λ. 2): δόξα τῃ δυναστείᾳ σου, ελπίς των ανελπίστων Διγ. A 584. 3) α) (Προκ. για πράγμα) που δεν παρέχει ελπίδες: το κάστρον απαράδοτον, πανόχυρον και μέγα,| όλως ανεπιβούλευτον, ανέλπιστον εις νίκην Καλλίμ. 960· β) (προκ. για τόπο) που δεν μπορεί κανείς να ελπίσει ότι θα (τον) φτάσει: τούτο (= το πλοίο που κλυδωνίζεται) και παραγίνεται εις νήσους ανελπίστους,| της οικουμένης δε εκτός, ποικίλους και μεγίστους Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 147. Το ουδ. του επίθ. ως ουσ. = απροσδόκητο κακό (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1β): εις το ταχύ ευρέθησαν πνιγμένοι ... και όλοι οι χριστιανοί εθαύμασαν εις το ανέλπιστον Συναδ., Χρον. 40. — Πβ. αιφνίδιος, εξαφνικός.
ανεπίστροφος,- επίθ., Βίος αγ. Νικ. (Legr.) 41 (έκδ. ανεπιστροφήν· διόρθ. Κριαρ., B-NJ 19, 1966, 87).
Το μτγν. επίθ. ανεπίστροφος. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
(Προκ. για πορεία) που δε σχετίζεται με επιστροφή· σταθερός, αμετάβλητος: και ανεπίστροφην οδόν έδραμαν έως τέλους| και μία ποίμνη γέγοναν μετά τους αρχαγγέλους Βίος αγ. Νικ. (Legr.) 41 (έκδ. ανεπιστροφήν· διόρθ. Κριαρ., B-NJ 19, 1966, 87). —Συνών.: αδιάγερτος. — Πβ. και αγύριστος, αμετάθετος, αμεταστρεφής, αμετάτρεπτος.
ανέσπερος,- επίθ., Στ. Αδάμ (Merc. S. G.) 35, Διγ. (Hess.) Esc. 472, Διγ. (Καλ.) Esc. 472, Ερωτοπ. (Hess.-Pern.) 127, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 12316, Βίος αγ. Νικ. (Legr.) 4·
Το μτγν. επίθ. ανέσπερος. Η λ. και σήμ. στη λογοτεχν. (ΙΛ).
Που δε δύει, που φωτίζει πάντοτε (Η σημασ. ήδη μτγν., Lampe, Lex., και σήμ., ΙΛ): και λαμβάνει ζωήν την αιώνιον και φως το ανέσπερον Ιστ. πατρ. 12316· Σελήνη, φως ανέσπερον, ώσπερ εκείνην λάμπεις Ερωτοπ. 127.
άνθος (I)- το, Σπαν. (Lundström) U 6, Καλλίμ. (Κριαρ.) 2385, Διγ. (Mavr.) Gr. ΙΙΙ 54, IV 766, VIII 290, Διγ. (Καλ.) Esc. 192, Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 884, Διγ. (Καλ.) A 4515, Ερμον. (Μαυρ.) σ. 73 στ. 5, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1112, Γεωργηλ., Βελ. (Wagn.) 609, Αλφ. (Μπουμπ.) ΙΙΙ 47, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 18, Αιτωλ., Βοηβ. (Băn.) 34, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Δ΄ [360]· άθος, Αγν., Ποιήμ. (Ζώρ.) Β΄ 19, Βίος αγ. Νικ. (Legr.) 68.
Το αρχ. ουσ. άνθος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) Λουλούδι (Η σημασ. αρχ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): κόνις και τέφρα και καπνός, άνθος, σκιά και όναρ Σπαν. U 6· Ως ονείρατα τα πλούτη| και ως άνθος η ζωή Αλφ. ΙΙΙ 47· Και τα μήλα σου και τ’ άθη| μ’ έβαλαν εις πλήσια πάθη Αγν., Ποιήμ. Β΄ 19. Πβ. ανθός 1α. 2) α) Δροσιά, χάρη, ομορφιά (ανθρώπου ή ανθρώπινου προσώπου) (Πβ. την αρχ. σημασ. του άνθος = «χρώμα υφάσματος» και το μτγν. ανθοβάφος, Κουκ., ΒΒΠ Β2 34): το άνθος του προσώπου σου εμάραινεν η θλίψις Διγ. Esc. 192· γυμνώνει με (δηλ. το Διγενή ο Χάρος) τον ταλαίπωρον, τα κόκκαλα μ’ αφήνει,| το κάλλος και το άνθος μου εκείνος μου το παίρνει Διγ. A 4515· β) στολίδι, ομορφιά (του κόσμου): και αγάλι αγάλι επήγαινα, σιγά σιγά επερπάτου,| τον κόσμον εξενίζουμου, τ’ άνθη και τα καλά του Απόκοπ. 18· λέγω τον Κατακουζηνόν, τ’ άνθος του κόσμου τούτου Αιτωλ., Βοηβ. 34. 3) (Προκ. για πρόσ. αγαπημένο ή και σε προσφών.): και άνθος το πανεύγενον, τον πάγκαλον υιόν μου Διγ. Gr. ΙΙΙ 54· δεύρο, άνθος γλυκύτατον, ρόδον μεμυρισμένον Διγ. Gr. IV 766. 4) Εκλεκτό τμήμα ανθρώπινης ομάδας ή και πράγματος, «αφρόκρεμα» (Η σημασ. αρχ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 4): και πάλιν κόσμου καλλονή και των χαρίτων άνθος Καλλίμ. 2385· εξετρύγησεν εκείσε| πάσης γαρ σοφίας άνθος Ερμον. σ. 73 στ. 5· ’ς τέτοιους ανθρώπους βγενικούς απ’ το άνθος της Φραγκίας Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1112· το άνθος του φουσάτου Γεωργηλ., Βελ. 609· Αυτή, που ήτον πάντα της της παρθενιάς το άνθος Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [360]· έκφρ. το άνθος της νεότητος = η ακμή της νεότητας: μη άνθος της νεότητος προ καιρού απολέσεις Διγ. Τρ. 884 (Πβ. εν τῳ άνθει της ηλικίας Ιωάνν. Χρυσόστ., PG 60, 480, καθώς και ήβης άνθος Ιλ. Ν 484). Πβ. ανθός 2. 5) (Μεταφ.) καρπός· αποτέλεσμα: Ως μέλιττα επόθησεν εκ νεαράς να μάθει,| να ερευνήσει, να ευρεί των αρετών τα άθη Βίος αγ. Νικ. 68.
ανθρωπότης- η, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 298, 498, Πιστ. βοσκ. (Joann.) ΙΙΙ 5, 26, Βίος αγ. Νικ. (Legr.) 49, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Α΄ [228]· ανθρωπότη, Φορτουν. (Ξανθ.) Αφ. 46· αθρωπότη, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 14220· ανθρωπότητα, Ροδολ. (Αποσκ.) Β΄ 333.
Το μγν. ουσ. ανθρωπότης. Για το μετασχημ. βλ. Παπαδ. Α., ΛΔ 3, 1941, 22.
1) Οι άνθρωποι στο σύνολό τους: είναι τα ρούχα τά φορούν όλη η ανθρωπότης| εις άπαντα τα πέρατα, μικροί τε και μεγάλοι Διήγ. παιδ. 498. 2) Ανθρωπισμός, ευγένεια (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 3): Η καλοσύνη το λοιπό της φωτερότητάς σου| και η ανθρωπότη η σπλαχνική της αγαθότητάς σου Φορτουν. Αφ. 46. Πβ. ανάλεξη. 3) Οι ευγενείς στο σύνολό τους: εσθίουν με (δηλ. το λαγό) οι βασιλείς και τρώγουν μ’ οι ρηγάδες,| οι άρχοντες, οι ευγενείς και πάσα ανθρωπότης| και θέτουν με εις τα χρυσά και αργυρά σκουτέλια Διήγ. παιδ. 298. 4) Φιλανθρωπία· ευσπλαχνία, οίκτος: Νόμε πρικέ,| ’ς τσ’ ανθρώπους| δίχως καμιά ανθρωπότητα που δίδεις| τον θάνατον για παίδευση τσ’ αγάπης Πιστ. βοσκ. ΙΙΙ 4, 26. Πβ. ανθρωποφιλία.
αντάμα,- επίρρ.· εντάμα, Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 12348, Προδρ. (Hess.-Pern.) Ι 179, Καλλίμ. (Κριαρ.) 786, Βέλθ. (Κριαρ.) 768, 786, Πόλ. Τρωάδ. (Μαυρ.) 27, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 55, Φλώρ. (Κριαρ.) 665, 1736, Λίβ. (Lamb.) Sc. 137, 1441, 2894, Λίβ. (Lamb.) N 129, 615, 766, Αχιλλ. (Hess.) N 1472, Βησσ., Επιστ. (Λάμπρ.) 3511, Γεωργηλ., Βελ. (Wagn.) 432, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 442, 541, Συναξ. γυν. (Krumb.) 47, 68, 357· εντάμι, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 96· ενταμώς, Λίβ. (Lamb.) Esc. 4160, Συναξ. γυν. (Krumb.) 834· ενταμού, Ιατροσόφ. (Du Cange, λ. μπούφα)· αντάμα, Τρωικά (Praecht.) 52510, 53113, Αιν. άσμ. (Παπαδ.-Κερ.) 14, Ασσίζ. (Σάθ.) 9911, 33216-7, 34418, 4771-2, Διγ. (Καλ.) Esc. 188, Διγ. (Hess.) Esc. 415, 581, 1118, 1304, Διγ. (Καλ.) A 937, 2603, Ακ. Σπαν. (Legr.) 41401, Πόλ. Τρωάδ. (Μαυρ.) 177, Πτωχολ. (Schick) P 147, Πτωχολ. (Ζώρ.) Z 5, Συναξ. γαδ. (Wagn.) 309, Φλώρ. (Κριαρ.) 123, 290, 1030, 1699, 1829, Περί ξεν. (Καλιτσ.) A 155, 241, Ερωτοπ. (Hess.-Pern.) 708, Απολλών. (Janssen) 157, 279, 403, 553, 698, 836, Λίβ. (Μαυρ.) P 110, Λίβ. (Lamb.) Esc. 246, 740, 2586, 3605, Λίβ. (Wagn.) N 1114, 2279, Αχιλλ. (Haag) L 100, 911, Αχιλλ. (Hess.) L 185, 1073, 1075, 1141, Ιμπ. (Κριαρ.) 298, 440, Τζαμπλάκ. (Ζώρ.) 39, Λέοντ., Αίν. (Legr.) I 265, Φυσιολ. (Pitra) 37237, Βησσ., Επιστ. (Λάμπρ.) 2315, Μαχ. (Dawk.) 613, 307, 4425, 4632, 10012, 21416, 25825, 26433, 29031, 50219, 50422, 63424, 64019, Θησ. (Foll.) I 60, 118, Θησ. (Βεν.) Β΄ [443], Δ΄ [237], Ε΄ [1028], Ζ΄ [128], Αρμούρ. (Κυριακ.) 200, Ch. pop. (Pern.) 376, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) VIII 73, ΧΙ 8, Σκλέντζα, Ποιήμ. (Κακ.) 48, 525, Βουστρ. (Σάθ.) 420, 474, 498, Γαδ. διήγ. (Wagn.) 36, 53, 525, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 33, 70, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 105, 107, 574, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 7914, 1554, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 233, 270 315, Άσμα σεισμ. (Σπυριδ.) 38, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 100, Μυστ. παθ. (Parlang.-Μανούσ.) 30, Δεφ., Σωσ. (Legr.) 355, Δεφ., Λόγ. (Kar.) 45, 54, 373, 536, Ιστ. Βατοπ. (Βαλ.) 40, Περί γέρ. (Wagn.) 129, Πεντ. (Hess.) Γέν. ΧΙΙΙ 6, Δευτ. ΧΙΙ 22, ΧΧΙΙ 10, XXV 5, Αχέλ. (Pern.) 120, 377, 1831, 2480, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 12, 42, 123, 1061, 1283, 1421, Αιτωλ., Βοηβ. (Băn.) 75, 141, Θρ. Κύπρ. (Μ. Κιτίου) K 324, 377, Θρ. Κύπρ. (Μενάρδ.) M 284, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 677, 13110, Αρσ., Κόπ. διατρ. (Ζαμπ.) σ. 371, 392, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [411], Αλφ. (Κακ.) 2391, Ποίημ. Αλ. Κύπρ. (Τζεδ.) 1281, Κατζ. (Πολ. Λ.) Α΄ 234, Ερωφ. (Ξανθ.) Δ΄ 121, Πιστ. βοσκ. (Joann.) V 6, 189, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 522, 571, Σταυριν. (Legr.) 803, Βίος αγ. Νικ. (Legr.) 184, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 867, 907, 2677, Θυσ. (Μέγ.)2 670, Ιερόθ. Αββ. (Legr.) 331, Ευγέν. (Vitti) 588, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Α΄ [636], Ε΄ [32, 1107], Λίμπον. (Legr.) Εισαγ. 77, 228, Πρόλ. κωμ. (Βεργ.) 19, Διγ. (Lambr.) O 1930, 2711, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 23220, 3819, Διακρούσ. (Ξηρ.) 9221· ανδάμα, Εβρ. ελεγ. (Παπαγ.) 172, 174· αντάμε, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 11011· αντάμι, Απολλών. (Wagn.) 640, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 12215, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [188, 271], Δ΄ [354], Κατζ. (Πολ. Λ.) Β΄ 334, Γ΄ 231, 361, Δ΄ 247, Ε΄ 433, Πανώρ. (Κριαρ.) Γ΄ 314, Δ΄ 398, Ερωφ. (Ξανθ.) Πρόλ. Χάρ. 54, Α΄ 362, Ιντ. α΄ 65, Β΄ 39, 384, Ιντ. β΄ 93, Γ΄ 200, Ιντ. γ΄ 73, Δ΄ 318, Ε΄ 238, 512, Πιστ. βοσκ. (Joann.) Ι 2, 353· ΙΙ 3, 60· V 6, 252, Θυσ. (Μέγ.)2 385, 955, Στάθ. (Σάθ.) Α΄ 282, Β΄ 182, Ιντ. β΄ 22, Γ΄ 181, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Α΄ 134, Β΄ 98, Γ΄ 57, Δ΄ 9, 67, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Β΄ [1254], Ε΄ [1094, 1100], Λίμπον. (Legr.) 51, Φορτουν. (Ξανθ.) Α΄ 190, Ιντ. α΄ 130, β΄ 94, 162, Γ΄ 130, Ιντ. γ΄ 50, Δ΄ 58, Ιντ. δ΄ 106, Ε΄ 75, Ζήν. (Σάθ.) Ά́ 226, Ε΄ 280, Λεηλ. Παροικ. (Κριαρ.) 584, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 24019, 41817, 44724, 52721· αντάμιν, Πανώρ. (Κριαρ.) Δ΄ 72· ανταμώς, Ασσίζ. (Σάθ.) 1530, 8617, 12818, Τριβ., Ταγιαπ. (Irmsch.) 244, (έκδ. ανταμό σας· διορθώσ.), Γύπ. Γ΄ 336, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Α΄ [964], Δ΄ [1455]· αντάμως, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 170· ανταμού, Προδρ. (Hess.-Pern.) ΙΙΙ 212 (χφφ SA) (κριτ. υπ.).
Από τη μτγν. φρ. εν τῳ άμα (Βλ. Κοραή, Άτ. Β΄ 124-125 και Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 215). Ο τ. ανδάμα από τάση αρχαϊστική. Το αρχικό α από αφομοίωση. Ο τ. αντάμε κατά επιρρ. σε ‑ε (Βλ. Γεωργακ., B-NJ 14, 1938, 145). Οι τ. αντάμι, εντάμι κατά το ομάδι, μαζί (Πβ. Ξανθουδίδη, Ερωτόκρ., σ. 497, λ. αντάμη). Οι τ. ανταμώς, ενταμώς κατά τα επιρρ. σε ‑ως (Βλ. και Χατζιδ., ΕΕΠ 7, 1910 /11, 84). Ο τ. ανταμώς σε έγγρ. του 1477 (Darrouzès, Χαριστ. Ορλάνδ. Α΄ 304) και σε αντίγραφο του Χρον. Τόκκων από το Σοφιανό (βλ. Shirò, RES-EE 7, 1969, 217). Οι τ. ανταμού, ενταμού κατά τα επιρρ. σε ‑ού. Ο τ. ανταμού και σε κρητ. έγγρ. του 1446 (Μανούσ., Θησαυρ. 3, 1964, 98) και σε επιστ. του 1453 (Darrouzès, REB 22, 1964, 111). Η λ. ήδη το 10 αι. (Διαθ. Νίκων. (Λάμπρ.) 22415, 22634) και σήμ. κοιν. και στα ιδιώμ. με διάφορους τ. (ΙΛ). Πβ. και Krumbacher, Συναξ. γυν. σ. 414.
Α´ Επίρρ. 1) α) (Τροπ.) (συχνά με το επίθ. όλος, ιδίως σε κυπριακά κείμ.· η επανάληψη αντάμι αντάμι για επίταση) μαζί (Πβ. άμα Α, Εκφρ. 3β · η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): μ’ όλη τη δόξ’ αντάμι Ερωφ. Α΄ 362· έναν, απὄχει κι αρετές και βασιλειάν αντάμι Ερωφ. Δ΄ 318· ως είδασιν τ’ αδέλφια της την κόρην μαραμένην,| αντάμα οι πέντε εστενάξασιν Διγ. Esc. 188· όλοι αντάμα εγράψαν εις χαρτίν τες αφορμές Μαχ. 4632· αντάμι αντάμι θυσιάν να τσ’ είχα κάμει (ενν. τις ψυχές) Πιστ. βοσκ.V 6, 252· —Συνών.: άμα Α, Εκφρ. 3β, αμφοτέρως 1· β) (προκ. για προσέγγιση ή συμπλοκή) μαζί, μεταξύ (Πβ. ΙΛ στη λ. 2): γυρεύουσι τα ταίρια τους αντάμα να σμιχτούσι Ερωτοπ. 708· ο είς τον έτερον θεωρεί εντάμα να συγκρούσουν Φλώρ. 665· οι λαγωοί και αετοί εμάλωναν αντάμα Αιτωλ., Μύθ. 106· Πβ. αναμεταξύ 1β. 2) (Χρον.) συγχρόνως, αμέσως, συνεχώς: σ’ έν’ ανοιγοσφάλισμα των ομματιών του αντάμι Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 67· ίασε και τας ψυχάς και το κορμίν εντάμα Συναξ. γυν. 68· γη ποιοι ’χασίνε κάμει| τούτες σας τσι Πυράμιδες μέρα και νύκτ’ αντάμι κοπιάζοντας έτσ’ εύκαιρα; Ερωφ. Πρόλ. Χάρ. 54. Πβ. άμα Α, Εκφρ. 3α. —Συνών.: αδιάλειπα, αδιάλειπτα, αδιαλείπτως. Β´ Πρόθ. (με γεν., με αιτ., με τις προθ. με, μετά, εις + αιτ.) μαζί (Πβ. ΙΛ στη λ. 5): να είναι όλοι αντάμα του, να στέκουν μετά κείνον Αχιλλ. L 205· έλα λοιπόν αντάμα μας Διγ. O 2711· αντάμα με την πλήξην η χαρά μου Κυπρ. ερωτ. 7914· ας έλθει εις το οσπίτιν μου αντάμα μετά μένα Ιμπ. 440· και εις εμέν αντάμα εκάθετον κι επρόσεχεν η κόρη Λίβ. Esc. 3605. Πβ. άμα Β1.
αντάρτης- ο, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 96, Βίος Αλ. (Reichm.) 1714, 1950, Γεωργηλ., Βελ. (Wagn.) 207, 441, Ριμ. Βελ. (Wagn.) 255, Πεντ. (Hess.) Δευτ. ΧΧΙ 18, Βίος αγ. Νικ. (Legr.) 118, (ανταρτές, πληθ.) Πεντ. (Hess.) Δευτ. ΙΧ 7, 24, ΧΧΧΙ 27, Σπαν. (Ζώρ.) V 263.
Από το ανταίρω. Η λ. ήδη στον 4. αι., Lampe, Lex.· στον Ησύχ.: «τύραννος αντιβαίνων βασιλεί»· και σήμ. (ΙΛ). Ο πληθ. ανταρτές, αντικανονικά σχηματισμένος, είναι ύποπτος· επομένως απίθ. ο εν. ανταρτής, μολονότι αλλιώς δε θα ήταν αδιανόητος, αφού θα σχηματίζονταν κατά άλλα ουσ. σε ‑τής.
1) Επαναστάτης (Η σημασ. ήδη στον 4. αι., Lampe, Lex. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): συκοφαντείται δε αυτός υπό των μεγιστάνων| ως δημηγέρτης και δεινός αντάρτης βασιλέως Γεωργηλ., Βελ. 441. 2) Ανυπάκουος, απειθής (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): ως ει τις τολμηρός φανεί ανταίρειν ορισμόν μου,| ευθύς να λάβει θάνατον έμπροσθεν οφθαλμών μου| ου μόνον ο αντάρτης μου, αλλ’ οι ομοφρονούντες Ριμ. Βελ. 265· ανήρ ... αγνέφτης και αντάρτης δεν ακούει εις τη φωνή του πατρός του και εις τη φωνή της μάννας του Πεντ. Δευτ. ΧΧΙ 18.
αντιδοξάζω,- Γεωργηλ., Βελ. (Wagn.) 340, 771, Βίος αγ. Νικ. (Legr.) 253.
Το αρχ. αντιδοξάζω.
Τιμώ αυτόν που με ετίμησε· ανταποδίδω την τιμή που μου έγινε (Η σημασ. ήδη τον 4. αι. μ.Χ, Lampe, Lex. στη λ. 2): τίμησε και δόξασεν (ενν. ο Βελισάριος) καλώς την βασιλειάν σου,| εσύ δε αντιδόξασες με όλην την καρδιάν σου Γεωργηλ., Βελ. 771· αντιδόξασον κι εσύ, άγιε, τον λαόν σου Βίος αγ. Νικ. 253. — Πβ. και ακριβοτιμώ, ακροτιμώ.
αντίπαλος- ο, Ερμον. (Legr.) M 201, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 60, 117, Βίος αγ. Νικ. (Legr.) 246, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 2817, Διακρούσ. (Ξηρ.) 11419.
Το αρχ. ουσ. αντίπαλος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
α) Αυτός που παλεύει εναντίον κάποιου· πολέμιος, εχθρός (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. 1 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 3): αντίπαλε του ζοφερού, ειδώλων καθαιρέτα Βίος αγ. Νικ. 246· τον αισθητόν αντίπαλον κατάβαλον εν τάχει Διακρούσ. 11419. Βλ. και αντίμαχος Β, αντίος· β) (προκ. για το διάβολο) (Η σημασ. σε επιστ. παρά τῳ Ευσεβίῳ, Lampe, Lex., σε Μαρτύριο, Sophocl.): εκείνον τον αντίπαλον οπού μας ξεπλανάγει Ιστ. Βλαχ. 2817. Βλ. και αντιστάτης 3.
ανυπόκριτος,- επίθ., Καλλίμ. (Κριαρ.) 2169, Συναξ. γαδ. (Wagn.) 119, Βίος αγ. Νικ. (Legr.) 256.
Το μτγν. επίθ. ανυπόκριτος. Η λ. και σήμ.
Γνήσιος, ειλικρινής, απροσποίητος (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. Ι και σήμ.): εις πόθον ανυπόκριτον, εις καθαράν αγάπην Καλλίμ. 2169· πρέπει εξομολόγησις να γένηται ... εν συνειδότι καθαρῴ, γνώμῃ ανυποκρίτῳ Συναξ. γαδ. 119. — Βλ. και άδολος, αδόλωτος α, β, ακέραιος 3, ακράτος β, αληθής 1, 2.
απαντοχή- η, Φλώρ. (Κριαρ.) 1168, Λίβ. (Lamb.) Sc. 739, Λίβ. (Lamb.) N 946, Ιμπ. (Κριαρ.) 138, 220, Ανακάλ. (Κριαρ.) 4, Θησ. (Βεν.) Γ΄ [242], Ζ΄ [1403], Η΄ [1238], Ch. pop. (Pern.) 393, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) ΧΙ 52, Γεωργηλ., Θαν. (Wagn.) 610, Σαχλ. (Vitti) N 186, 268, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 59, 350, Ιμπ. (Legr.) 244, 560, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 123, Πένθ. θαν. (Ζώρ.) N 103, Ρίμ. θαν. (Κακ.) 26, 33, Π. Ν. Διαθ. (Μέγ.) φ. 246β 23, 335β 17, 336α 20, Ερωφ. (Ξανθ.) Γ΄ 79, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 354, Βίος αγ. Νικ. (Legr.) 154, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Ε΄ 1478, Θυσ. (Μέγ.)2 525, Στάθ. (Σάθ.) Γ΄ 77, Ροδολ. (Μανούσ.) Δ΄ [15], Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Γ΄ [941], Φορτουν. (Ξανθ.) Γ΄ 597, Ιντ. γ΄ 17, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 55821, 5621· απανδοχή, Λίβ. (Μαυρ.) P 1604, Λίβ. (Lamb.) Sc. 2248 (κριτ. υπ.), Δούκ. (Grecu) 3359· ’παντοχή, Σκλάβ. (Μπουμπ.) 126, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 16, 24, 112, Διήγ. ωραιότ. (Ασώπ. Ειρ.) 41.
Από το απαντέχω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ). Ο τ. απανδοχή από δήθεν αρχαϊστ. τάση.
α) Ελπίδα (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 4): Αφήτε την απαντοχή όσοι την πόρτα μπείτε Π. Ν. Διαθ. φ. 246β 23· την απαντοχήν της σωτηριάς μου εχάσα Απόκοπ. 59· εις πελελές απαντοχές δίχως πτερά πετούσιν! Σαχλ. N 186· κείτεται δίχ’ απαντοχής και βλέπει το μαχαίριν Απόκοπ. 350· με τα φουσάτα του έχει την ’παντοχήν του| να πάρει χώρας άδικα Κορων., Μπούας 24. β) (ηθ.) στήριγμα (Η σημασ. και σήμ. ΙΛ στη λ. 5): τον είχα θάρρος μου, απαντοχή κι ολπίδα Ερωτόκρ. Ε΄ 1478· θάρρος μου του φτωχού κι απαντοχή μου Βοσκοπ. 354· βλ. και ακουμπιστήρι Β, ακούμπιστρον, ανάπαυσις 5, απακούμπι, απακουμπιστήρι· γ) προστασία, καταφύγιο (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 6): Αξίωσέ με, δέσποινα, να σ’ έχω ’παντοχή μου Διήγ. ωραιότ. 41· και τα πτωχά και τα γυμνά ρούχα ενδύνασίν τα| και σπίτιν και απαντοχή να καλυβιστούν, να πέσουν| ξένοι τινές αιχμάλωτοι και ρούχα διά να θέσουν Γεωργηλ., Θαν. 610.
απαυτός,- αντων.· απαυτός ή ’παυτός, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 9022· απαύτος, Σπαν. (Μαυρ.) P 94 (έκδ. απ’ αύτον)· απατός, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 5834, 6468, 7862, 7872, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 7841, Φλώρ. (Κριαρ.) 724, Λίβ. (Wagn.) N 3529, Αχιλλ. (Haag) L 194, Απαρν. (Πολ. Λ.) 7. Θρ. πατρ. (Krumb.) 7, 89, Θησ. (Foll.) Ι 8, 21, 27, 30, 57, 60, 118, Θησ. (Βεν.) Πρόλ. [108], Β΄ [756], Γ΄ [88], Γαδ. διήγ. (Αλεξ. Λ.) 299, Φαλιέρ., Λόγ. (Ζώρ.) 310, Δεφ., Λόγ. (Kar.) 272, 346, Τριβ., Ταγιαπ. (Irmsch.) 275, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 833, Αιτωλ., Βοηβ. (Băn.) 181, Κατζ. (Πολ. Λ.) Β΄ 316, 391, Γ΄ 542, Δ΄ 143, Ε΄ 424, Πανώρ. (Κριαρ.) Β΄ 287, Γ΄ 24, 505, Δ΄ 331, Ε΄ 207, Ερωφ. (Ξανθ.) Α΄ 97, Γ΄ 360, Δ΄ 37, 213, Ιντ. δ΄ 19, Ε΄ 294, Πιστ. βοσκ. (Joann.) Ι 1, 335· 4, 324· 6, 283· 8, 27, Σταυριν. (Legr.) 1131, Βίος αγ. Νικ. (Legr.) 148, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 1653, Β΄ 954, Γ΄ 71, 199, Ευγέν. (Vitti) 392, 518, Στάθ. (Σάθ.) Β΄΄ 64, 110, Γ΄ 179, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Α΄ 79, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [243], Δ΄ [225], Χορ. δ΄ [2], Ροδολ. Α΄ [213, 594], Β΄ [71], Ε΄ [306, 583, 616], Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Α΄ [67], Β΄ [440, 978], Γ΄ [80, 717, 795], Δ΄ [91, 1195], Ε΄ [48, 696] Λίμπον. (Legr.) 83., Φορτουν. (Ξανθ.) Α΄ 26, Γ΄ [80, 717, 795], Δ΄ [91, 1195], Ε΄ [48, 696] Λίμπον. (Legr.) 83, Φορτουν. (Ξανθ.) Α΄ 26, Γ΄ 721, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 3479, 40412, 43018, 4879, 53622, 55926· ’πατός, Δεφ., Σωσ. (Legr.) 77, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 1717.
Κατά Χατζιδ., Αθ. 41, 1929, 9-15, από τις φρ. απ’ αυτού, απ’ αυτόν, απ’ αυτών, απ’ αυτής, κλπ. Κατά Φιλ., Γλωσσογν. Α΄ 176-7 και Τσοπ., Δωρ. αντ. 3 κε. από την αρχ. δωρ. αντων. αυταυτός. Ο τ. απατός κατά Χατζιδ., ό.π., από παρετυμ. προς το ατός. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) (Με την αντων. μου, σου, του) α) (Εγώ) ο ίδιος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1β): Τούτο το συντυχαίνω| γιατί απατός μου το ’χα δοκιμάσει Πιστ. βοσκ. V 1, 9· διατί καλά εγροικήσατε, ωσάν κι εγώ απατή μου Θησ. Ι 27· Και το βιζίρη ο βασιλιός κράζει τον απατόν του Τζάνε, Κρ. πόλ. 40412· β) (εγώ) ο ίδιος, μόνος (μου) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): το πράγμα απατόν του φανερό ’ναι Πιστ. βοσκ. V 6, 283· ανέν και συ απατή σου δεν το ξεύρεις,| τα όρη και τα δάση| κάμε να σου το πούσι Πιστ. βοσκ. ΙΙΙ 3, 155· με θέλημα δικό μου μ’ έβαλες κάτω, μα κι εγώ έπεσα απατός μου Κατζ. Γ΄ 542· Ενδύνομαι τα ράσα μου, κουρεύομ’ απατή μου Γαδ. διήγ. 299. 2) Ως αυτοπαθής αντων. (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 3): Κι έβλεπε και τους χριστιανούς σαν και τον απατό ντου Τζάνε, Κρ. πόλ. 53622· Γιατί ίσα ορίζεις όλε μας, σαν και την απατή σου Ροδολ. Δ΄ [225].
απελπίζω,- Σπαν. (Hanna) V 57, Λόγ. παρηγ. (Λάμπρ.) L 720, Λόγ. παρηγ. (Lambr.) O 731, Προδρ. (Hess.-Pern.) ΙΙΙ 356 (χφ Η) (κριτ. υπ.), Μανασσ., Αρίστ. (Τσολ.) ΙΙ 126 [= Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) V 962], Συναξ. γαδ. (Wagn.) 260, Φλώρ. (Κριαρ.) 728, Βίος οσ. Αθαν. (Βέης) 260, Λίβ. (Μαυρ.) P 2632, Λίβ. (Lamb.) Esc. 51, 1007, 1794, Δούκ. (Grecu) 34517, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 14414, Θησ. (Foll.) Ι 54, Ριμ. Βελ. (Wagn.) 716, Αχέλ. (Pern.) 968, 2352, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 1228, Παϊσ., Ιστ. Σινά (Παπαδ.-Κερ.) 254, Βίος αγ. Νικ. (Legr.) 181, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 33415, 40927, Διήγ. ωραιότ. (Ασώπ. Ειρ.) 689, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Β΄ 387, Δ΄ 759, Διγ. (Lambr.) O 1743, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 1178, 17313· απερπίζω, Διγ. (Hess.) Esc. 1129· απολπίζω, Θησ. (Βεν.) Θ΄ [216], Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 708, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 286, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 812, Π. Ν. Διαθ. (Μέγ.) φ. 336α, 20, Πανώρ. (Κριαρ.) Α΄ 44, Ερωφ. (Ξανθ.) Α΄ 445, Πιστ. βοσκ. (Joann.) ΙΙ 1, 433· IV 5, 304, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Δ΄ 697· απορπίζω, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) A 387· ’πολπίζω, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 437, 461.
Το αρχ. απελπίζω. Η λ. και οι τ. της και σήμ. (ΙΛ).
1) (Ενεργ. και μέσ., αμτβ.) χάνω την επλίζω, απογοητεύομαι (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. Ι, και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): εις Κύριον τας ελπίδας σου έχε και μη απελπίσεις Φλώρ. 728· ωσάν μας επεριτριγύρισαν οι Ρωμαίοι και απελπισθήκετε όλοι Διγ. Άνδρ. 33415· και απήλπισα του ζην Λίβ. P 2632· απολπίστη πως δεν ηπορεί να την επάρη Χρον. σουλτ. 812· απολπισμένος τση ζωής Πανώρ. Α΄ 44· απελπιζόμουν (έκδ. -μεν· διορθώσ.) το ’γραφεν απελπισίας μαντάτο Λίβ. Esc. 1794· Ο Διγενής το πώς να ’λθεί ήτον απελπισμένη (ενν. η κόρη) Διγ. O 1743· τα ορφανά και άπορα και τα απελπισμένα Βίος αγ. Νικ. 181. Βλ. και απελπιούμαι. 2) (Ενεργ. μτβ. με αντικ. πρόσ.) κάνω κάποιον να χάσει τη ελπίδα του (Η σημασ. στην Παλατ. Ανθολ., L‑S στη λ. ΙΙ, και σήμ., ΙΛ στη λ. 2· βλ. και Αλεξίου Στ. [Διγ. Esc. σ. 154 σχόλ. στ. 1829]): Ευχαριστούμεν τον Χριστόν που δεν απελπίζει Διήγ. ωραιότ. 689· ετούτον τον νέον οπού απελπίσθη τώρα από πολλών ιατρών και γνωρίμων και φίλων Διγ. Άνδρ. 40927.
απήτις,- σύνδ., Διγ. (Καλ.) Esc. 1577, Βεν. (Λάμπρ.) 34, Ch. pop. (Pern.) 36, 231, 508, 575, 612, 748, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) VIII 109, Χ 35, Σαχλ. (Vitti) N 275, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 246, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 110, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 59, 237, 273, 313, 323, 379, 380, 421, 453, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 9, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 62, 295, Φαλιέρ., Ρίμ. (Ζώρ.) AN 253, L 67, Δεφ., Λόγ. (Kar.) 295, Περί γέρ. (Wagn.) 45, Αχέλ. (Pern.) 896, 1882, Π. Ν. Διαθ. (Μέγ.) φ. 246β 17, φ. 335α 6, Κατζ. (Πολ. Λ.) Β΄ 169, Δ΄ 75, 302, Ε΄ 11, 521, Πανώρ. (Κριαρ.) Πρόλ. 33, Β΄ 421, Γ΄ 633, Ε΄ 329, Ερωφ. (Ξανθ.) Α΄ 565, Β΄ 15, 348, Γ΄ 185, Δ΄ 207, Ε΄ 127, Πιστ. βοσκ. (Joann.) Ι 2, 75· ΙΙ 1, 228, 257· ΙΙΙ 1, 25· 2, 54· IV 5, 309· V 3, 60· 4, 106· 6, 194, 380, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 297, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 191. 617, 953, 1382, Βίος αγ. Νικ. (Legr.) 163, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 1221, 1399, 2097, Β΄ 1661, 2103, Γ΄ 1006, Δ΄ 1205, 1374, Ε΄ 175, 625, 1025, 1056, Θυσ. (Μέγ.)2 77, 769, 850, 880, Στάθ. (Σάθ.) Α΄ 22, 39, Β΄ 299, Γ΄ 41, 117, 242, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Γ΄ 49, Δ΄ 109, δ 55, Ροδολ. Α΄ [129, 595], Β΄ [12], [247, 297, 304], Αποκ. Θεοτ. (Dawk.) ΙΙ 9, Φορτουν. (Ξανθ.) Πρόλ. 63, Α΄ 2, Ιντ. α΄ 3, 168, Β΄ 35, 370, 496, Ιντ. β΄ 58, Γ΄ 617, 751, Ιντ. γ΄ 5, 77, 117, Ιντ. δ΄ 148, Ε΄ 175, 313, Ζήν. (Σάθ.) Πρόλ. 182, Α΄ 320, Β΄ 397, Γ΄ 127, 366, Δ΄ 96, Ε΄ 224, Λεηλ. Παροικ. (Κριαρ.) 25, 95, 237, 353, 467, 627, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 14321, 1471, 1497, 18019, 2018, 20625, 21419, 22919, 23315, 24520, 25119, 25711, 27511, 2811, 2874, 3001, 30419, 31521, 3495, 35725, 36717, 3748, 37523, 38521, 4078, 40924, 41516, 42421, 44111, 44219, 44315, 44623, 44823, 45521, 4747, 4807, 5003, 5007, 50515, 51815, 5255, 5358, 5399, 54316, 54925· απήτι, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) VIII 103, Φαλιέρ., Λόγ. (Ζώρ.) 33, Αχέλ. (Pern.) 1140, Ερωφ. (Ξανθ.) Δ΄ 621, Φορτουν. (Ξανθ.) Β΄ 222, Ε΄ 109· απήντις, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 151, 219, 399· αφήτις. Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 967, 10335, 10465, Δεφ., Λόγ. (Kar.) 33, Τριβ., Ρε (Irmsch.) 174· αφόντις, Αχιλλ. O 252· αφούτις, Λίβ. Esc. 536, 1435· αφουτίς, Ασσίζ. (Σάθ.) 482· απέτις, Λίβ. (Lamb.) Esc. 4064· επήτις, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 2887.
Από το σύνδ. απής κατά συμφ. προς το απότις (ΙΛ, λ. αφήτι) ή κατ’ αναλογία προς άλλα επιρρ. σε ‑τις (Βλ. Ξάνθ., Κρ. Χρ. 1, 1912, 270).Η λ. και οι τ. της και σήμ. (ΙΛ, λ. αφήτι). Για τον τ. αφουτίς πβ. τ. αφούτις (ΙΛ, λ. αφήτι).
1) α) Όταν, αφού (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφήτι 2α): Κι απήτις εθρηνήσαμεν κι εκλάψαμεν ομάδιν,| τότε την ερωτήσαμεν: «Και συ πότε στον άδην;» Απόκοπ. 421· Κι απήτις μας ευχίστηκεν, εδάκρυσεν κι εξέβην Απόκοπ. 323· απήτις φτάξει σε καιρό παιδιά να φανερώσει Φορτουν. Α΄ 2· βλ. και άμα Γ1, αν 5· β) μόλις (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφήτι 2β): γιατί αφήτις, αφέντη, σε βιγλίσει,| στον ουρανό πηγαίνει τραγουδώντας Κυπρ. ερωτ. 10465· κι απήτις μας εγνώρισεν, ήρθεν κι εσίμωσέ μας Απόκοπ. 380· γ) από τη στιγμή που, αφότου (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφήτι 1): και αφήτις εγεννήθηκες ποτέ καλό δεν είδα Τριβ., Ρε 174· Απήτις ανετράλισα τα ερωτικά σου κάλλη ...,| ο νους μου βιάζει με ... Ch. pop. 231· Κι απήτις εσκλαβώθηκα κι οι Τούρκοι μ’ επατήσαν,| ... βλάστησαν τα δέντρη μου Τζάνε, Κρ. πόλ. 18019. 2) (Χρον., αιτιολ.) αφού, μια και: Όσοι κι αν εγλυτώσανε, απήτις τους νικήσαν,| τους πήρανε για το κουπί Τζάνε, Κρ. πόλ. 41516· Μ’ απήτις εξημέρωσε κι άργησα να σε ιδούσι| τα μάτια του προσώπου μου, ήθελα να χυθούσι Κατζ. Β΄ 169. 3) (Πολλές φορές με επόμενο το σύνδ. και) μια και, επειδή (Η σημασ. και σε κρητ. δημ. τραγ., Ακ. Αθ., Δημ. τραγ. Α′ 222 και σήμ., ΙΛ, λ. αφήτι 3): μ’ απήτις θέλει ο βασιλιός, δεν ημπορά γενεί άλλο Φορτουν. Ιντ. δ΄ 148· Μ’ απήτις με κακήν καρδιά στέκεται, θα τση στείλω Ερωφ. Β΄ 15· Μ’ απήτις έφταξα εδεπά, θα πάγω να χτυπήσω| την πόρτα να μ’ ανοίξουσι Κατζ. Ε΄ 11· Αφέντη, λαμπιρή για μας κράζεται τούτ’ η μέρα,| απήτις κι έτοιον όμορφο μαντάτο μας εφέρα Ερωτόκρ. Δ΄ 1374. Βλ. και ανίσως 3. 4) (Με επόμενο το σύνδ. και) ακόμη και αν: γιατί, σα με νικήσουνε, όλοι σας θα κοπείτε,| απήτις κι εις τα μνήματα μπείτε να φυλακτείτε Τζάνε, Κρ. πόλ. 5358. Βλ. και ανίσως 2. — Βλ. και απής.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- ο, Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 5841, Διγ. (Καλ.) A 27, Λίβ. (Lamb.) Esc. 1075, 1691, Λίβ. (Lamb.) Sc. 584, 1285, Λίβ. (Wagn.) N 154, Αχιλλ. (Hess.) N 494, Χρον. Τόκκων (Schirò) 2113, 3456, Θησ. (Βεν.) Γ́́ [441], Ch. pop. (Pern.) 239, 318, Αρμούρ. (Κυριακ.) 34, 158, Ριμ. Βελ. (Wagn.) 731, Γαδ. διήγ. (Αλεξ. Λ.) 51, Διήγ. Αγ. Σοφ. (Băn.) 15717, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 346, 893, 1031, 11126, 33, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 91, Πικατ. (Κριαρ.) 2, Ιμπ. (Legr.) 977, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 228, 284, 368, Φαλιέρ., Ενύπν. (Ζώρ.) 7, Φαλιέρ., Ρίμ. (Ζώρ.) L 259, Δεφ., Σωσ. (Legr.) 96, Δεφ., Λόγ. (Kar.) 509, 575, Αχέλ. (Pern.) 1276, Δωρ. Μον. (Buchon) XXXII, Ερωφ. (Ξανθ.) Αφ. 75, Πιστ. βοσκ. (Joann.) II 1, 423, III 5, 146, III 5, 149, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 35, Βίος αγ. Νικ. (Legr.) 168, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 39130, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Ά́́ 120, 1787, 1823, 1825, 2214, Γ́́ 328, Θυσ. (Μέγ.)2 769, Ευγέν. (Vitti) Πρόλ. 100, 294, 598, 712, Στάθ. (Σάθ.) Β́́ 4, Φορτουν. (Ξανθ.) Γ́́ 370, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 20417, 2098, 22815, 37114, 39326, 39426, 53219· αγέρας, Συναξ. γυν. (Krumb.) 1030.