Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 4 εγγραφές  [0-4]

  Κείμ.αναζήτησης : % | Βιβλ.αναφορά : Βίος Ιωσήφ

  • πατώ,
    Χρον. Μορ. H 4543, 4551, 5548, Ερωτοπ. 6, 31, Λίβ. P 227, 2073, Λίβ. Sc. 444, 1351, Λίβ. Esc. 1716, 2491, Λίβ. N 1396, Χρον. Τόκκων 1911, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 243, 415, Απόκοπ.2 247, Πεντ. Δευτ. I 36, XI 24, 25, Χρον. σουλτ. 3715, 1281, Κυπρ. ερωτ. 58, Πανώρ. Ά́ 427, Β́ 458, Γ́ 473, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 1916, Γ́ 923, 1714, Διγ. O 2122, 2667, 2681, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 18618, 24611, 54015, κ.π.α.
    [Το αρχ. πατέω. Η λ. και σήμ.]
    Α´ Μτβ. 1) Βαδίζω, περπατώ: Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 986· (σε μεταφ.): Ο πόθος όντε βουληθεί και θέλει να νικήσει (παραλ. 5 στ.). Την ίσα στράτα δεν πατεί, μα τη στραβή γυρεύγει,| φαρμακεμένες μαγεριές πάντα μας μαγερεύγει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 277· τις να ειπεί τους πόνους του τούς έπαθεν ο ξένος| ωσότου το κατήφορον εκείνο να κατέβει| και να πατήσει ελεύθερα το ομάλιν τό επεθύμα; Λόγ. παρηγ. L 390. 2) Βάζω το πόδι μου πάνω σε κ. (συν. τόπο): Λίβ. Sc. 1851, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [37], Λίβ. P 1051· (σε μεταφ.): εκείνη (ενν. η γυνή), μάθε, να σε ειπεί τι έν’ τό θέλεις ποίσειν| και τότε θέλεις το σκαλί της Ευτυχίας πατήσειν Λόγ. παρηγ. L 295. 3) Διαμένω, κατοικώ σε έναν τόπο: Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 55726. 4) (Με αντικ. πρόσωπο) α) πατώ πάνω στο πόδι κάπ.: αν τύχει και κανένας τον ηκόντισε (ενν. τον αυθάδη) στανικώς του, να μην τον συγχωρήσει· ή αν τύχει και επάτησεν, να μην τον συμπαθήσει, αν και χωρίς το θέλημά του τον επάτησε Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 128 δις· β) στηρίζομαι με τα πόδια πάνω σε κάπ.: όταν εκαβαλίκευε (ενν. ο Ταμερλάνος), τον έβαλλε (ενν. τον Μπαγιαζίτη) και έπεφτε εις την γη και επάτιε τον εις την ράχη του και εκαβαλίκευε Χρον. σουλτ. 4120. 5) α) Ποδοπατώ, τσαλαπατώ, συνθλίβω (με την πίεση του ποδιού μου): Αχέλ. 1478, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 148· (σε μεταφ.): Τώρα πληθαίνει η πρίκα μου (ενν. εμού, του Κάστρου), τώρα τα βάσανά μου·| ώφου, τσαλμάδες με πατού και σπου τα κόκαλά μου Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 56220· Ρίξε μ’ αυτό το σίδερο εκείνο οπού σε ρίχτει,| οπού δεμένο σε κρατεί σαν το πουλί στο δίχτυ.| Πάτησε με το πόδι σου εκείνο οπού πατεί σε!| Στο αίμα αυτού το σίδερο το εδικό σου σβήσε! Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 141 δις· β) (προκ. για σταφύλια) πιέζω με τα πόδια μου (για να βγάλω μούστο), εκθλίβω: Είδες ποτέ σου στον ληνόν σταφύλια πώς πατούσι| και τρέχ’ ο μούστος απ’ αυτά και τον ληνόν γεμούσι,| έτσι τους Τούρκους τ’ άλογα των χριστιανών πατούσαν| και με τα αίματ’ αυτονών τα βούρκα εγεμούσαν Παλαμήδ., Βοηβ. 301· γ) (μεταφ.) περιφρονώ, καταφρονώ: Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 726, Τρωικά 52317· δ) (μεταφ. προκ. για όρκο, νόμο, κ.τ.ό.) αθετώ, καταπατώ, παραβαίνω: Εσύ άφηκες τον πρίγκιπα ..., όπου έχει μάχην δυνατήν μετά τον βασιλέαν,| κι επάτησες τον όρκον σου, όπου έχεις γαρ εις αύτον,| κι είσαι αφίορκος, άπιστος στον λίζιον σου αφέντην Χρον. Μορ. H 5812· ο δε άνθρωπος οπού να ελθεί εις τον τέταρτον γάμον πατεί και καταφρονεί τους νόμους και παραβαίνει αυτούς και ποιεί χείρον περί τον πορνεύοντα Μαλαξός, Νομοκ. 326· ε) (μεταφ. προκ. για την τιμή κάπ.) προσβάλλω, μειώνω, εξευτελίζω: Λέγει τον εκείνη (ενν. η γυναίκα του Πεντεφρή): «Εγώ θέλω να είσαι αγαπητικός μου αφέντης ... και να κοιμηθείς μετ’ εμένα». Τότε ο Ιωσήφ ... λέγει: «Να μην το ορίσει ο Θεός να κάμω εγώ τοιούτον αμάρτημα και να γένω επίβουλος του αυθεντός μου, να πατήσω την τιμήν του ...» Βίος Ιωσήφ 271. 6) Συμπιέζω, πατικώνω κ. (με τα χέρια): πάτησέ το (ενν. το άλευρον) όσον δύνεται να είναι καλά τυλωμένον Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 140. 7) (Προκ. για ύφασμα) (πιθ.) χτυπώ: γή έραφτε γή έξαινε μαλλιά γή τη ρασέν επάτει| γή ολημερνίς την έβλεπες την ρόκα της κι εκράτει Πανώρ. Β́ 95. 8) α) Επιτίθεμαι, εφορμώ εναντίον κάπ.: ούτοι ... ουδέν στρατιωτικόν εποίησαν, αλλ’ είχον θάρρος όπως αιφνιδίως πατήσωσιν αυτούς και εύρωσιν αυτούς ανετοίμους και νικήσωσι τούτους Έκθ. χρον. 743· είναι συμφωνισμένοι εκείνοι απέξω και ούτοι απομέσα να πατήσουσι τους Τούρκους μίαν νύκτα Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 420· β) παραβιάζω, εισβάλλω βίαια σε ένα χώρο: επεριπάτεν με τους χασάσηδες (ενν. ο Αλεξανδρής), και έτσι επάτησαν ένα οσπίτι· και επίασαν έναν Τούρκον και πολλά τον είχαν δείρει Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 38v· (σε μεταφ.): σαν βρύση είν’ τα κάλλη σου, σαν μήλο εις περιβόλι,| τα έμορφά σου τα μαλλιά φραγμός στο περιβόλι| κι οπού πατήσει τον φραγμόν, ας σέβει εις περιβόλι| κι ας πέσει ν’ αποκοιμηθεί εις έμορφες αγκάλες Ch. pop. 212· γ) κυριεύω, καταλαμβάνω· εκπορθώ: «Παράδεισον» ετύχαινε να λέσι τ’ όνομά του,| κι Αγαρηνός το πάτησε κι οι τόποι ’ναι δικοί του,| τα όρη κι όλα τα χωριά, ογιά ξεφάντωσή του Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2361· Και συ, Κωνσταντινούπολις, ...| ... από γένος μιαρόν εκατακυριεύθης (παραλ. 1 στ.)· και σε ορίζουν βάρβαροι ...| και πάτησαν τα τείχη σου και πήραν την στολή σου| και στέφος το βασιλικόν επήραν οι εχθροί σου Ιστ. Βλαχ. 2379 [= Γέν. Ρωμ. 21]· ο κόντε Μάρκος κι οι Ρωμιοί ένα φορτί πατούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 42413· (μεταφ.): Βλέπε και συ, ω άνθρωπε, μη σε πατήσει έρως| και σκύψεις εις τα γήινα θηλομανής ως όνος Φυσιολ. (Legr.) 936· δ) λεηλατώ: τον κλέπτην έπιασα εδώ εις το φουσσάτον,| εκείνον που επάτησε τόπον της αφεντιάς σου| κι έφθειρε την γραδίνα σου Ιστ. Βλαχ. 1297· Και ην ιδείν, φευ, αρπαζόμενα εκ των μοναστηρίων σκεύη ιερά και ναούς πατουμένους και λεηλατούντες άπαντα Έκθ. χρον. 154· ε) ιδιοποιούμαι ξένη περιουσία: Οπού χωρίς κρίσιν τα πράγματα του χρεώστου πατήσει, χάνει το χρέος και το τρίτον από ό,τι έχει και γίνεται άτιμος Zygomalas, Synopsis 306 Χ 15· στ) καταστρέφω: Εκεί υπήρχε θαυμαστός ναός, πάνυ ωραίος,| ον έκτισεν ο Σολομών ..., και άρτι εξηφάνισται και ένι πατημένος·| υπό των Ισμαηλιτών όλος είν’ χαλασμένος Προσκυν. Ιβ. 845 588· οι Μαλακασαίοι απέστησαν και τον Σπάταν προσκυνούσι, τα δε λήια πατούσι και τους αμπελώνας αναιρούσι Ιστ. Ηπείρ. XXXIV6 κριτ. υπ. 9) Κατανικώ, καταβάλλω, κατατροπώνω: ο Λουνυάδης με τους ανθρώπους του ... εδιάβη εις τους Τούρκους και τους επάτησε και επήρε τις λουμπάρδες τους όλες, διατί εφεύγανε οι Τούρκοι Χρον. σουλτ. 9638· όλοι εμονοίασαν εις χαλασμόν του δούκα| από το ζήλος το πολύ τό είχασιν εις αύτον.| Και όλους τους επάτησεν με του Θεού την χάριν Χρον. Τόκκων 1903· (μεταφ.): ωσάν τον εκοιτάξανε (ενν. τον πατριάρχη), πλήσοι εμετανίσα| και τότε τσ’ αμαρτίες τως με τα καλά επατήσα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 41022· Σταυρωθέντος Σου, Χριστέ, ανῃρέθη η τυραννίς, επατήθη η δύναμις του εχθρού Ιατροσ. 1959. 10) (Με αντικ. που δηλώνει χρόνο) φθάνω σε ορισμένη ηλικία: Τους δέκα χρόνους πάτησε (ενν. η Ευγένα) και τους εννέα αφήνει Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 211. Β́ Αμτβ. 1) Βαδίζω, περπατώ: Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2598. 2) Βάζω το πόδι μου πάνω σε κ. (συν. τόπο): Κυπρ. ερωτ. 1149, Διακρούσ. 8923· (σε μεταφ.): Στο ψήλος του τροχού πατώ τση τύχης και τα βάθη| βλέπω τση κακοριζικιάς κι έχω περίσσα πάθη Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 221. 3) Ποδοπατώ, τσαλαπατώ· (εδώ σε μεταφ.): και να άρχουνται οι οχτροί σου εσέν και εσύ ιπί τα ψηλά τους να πατήσεις Πεντ. Δευτ. XXXIII 29· η αρετή κι η φρόνεψη μόνιες τως σε (ενν. τύχη) νικούσι| και κάτω εις τα πόδια τως σε βάνου και πατούσι·| η αρετή κι η φρόνεψη τον κύκλο σου καρφώνου·| του φρόνιμου να ορίζει σε είναι δοσμένο μόνου Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 264. 4) (Προκ. για τόπο) α) πηγαίνω· έρχομαι: Δυο τρεις εκατεβήκασι κάτω κι ετριγυρίσα| και χριστιανό δεν είδασι όπου κι αν επατήσα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 22316· (σε αρνητ. προτάσεις): βλασφημούσιν τον Θεόν παίζοντες τα αζάρια (παραλ. 1 στ.). Εις εκκλησίαν ουδέν πατούν, ’ς πνευματικόν ουδόλως Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 782· Μίαν φρεάδαν έστειλε (ενν. ο Τούρκος) διά να ’ξωβικλίσει,| αν εύρ’ αρμάδαν στον γιαλόν, εδώ (ενν. στην Κύπρον) να μην πατήσει Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 26· ο γιος σου μην πατήσει πλιο ’ς τσι τόπους οπ’ ορίζω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 926· β) φθάνω: Ω, πώς οι μάγοι του είπασι, στη Μέμφην ως πατήσει,| σε θλίψες κι αιματοχυσές ο γάμος θα γυρίσει! Ροδολ. (Αποσκ.) Έ́ 597· ωσάν επάτησεν (ενν. ο αμιράς) εις τα σύνορα της Ρωμανίας, ελευθέρωσεν όλους τους αιχμαλώτους Διγ. Άνδρ. 32512. 5) Ακουμπώ· στηρίζομαι: Εις τη γη το σκήνωμα κάτω πατεί, η ψυχή απάνω μεριά πορπατεί Rebâb-nâmè 67· Θεμέλιον ουκ είχασιν, εις γην ουκ επατούσαν·| εκρέμαντο οι τέσσαρεις τοίχοι του κουβουκλίου Βέλθ. 451. Φρ. 1) Γίνομαι στράτα/χώμαν να (με) πατείς/πατώσιν = είμαι πρόθυμος να κάνω οτιδήποτε για χάρη κάπ.: Στέργομαι την αγάπην σου, έρχομαι εις θέλημάν σου,| να γένω στράτα να πατείς και γης διά να περάσεις Ερωτοπ. 253· Πρόσσχες, παιδίν μου, ακριβώς τως γαρ ετάχθης φίλος·| έχε τιμήν κι ασχόλησιν και καθαράν αγάπην| και χώμαν γίνου, αν ηπορείς, να σε πατώσιν όλοι Σπαν. A 98. 2) Πατώ απάνω στον έρωταν = είμαι ερωτευμένος: Οπὄναι νιος και δεν πατεί στον έρωταν απάνω| στην συντροφιά των ζωντανών εγώ δεν τονε βάνω Ριμ. κόρ. 662. 3) Πατώ τα πόδια (μου) = στηρίζομαι με τα πόδια μου στο έδαφος: Δεν ημπορώ τα πόδια μου καλά να τα πατήσω,| μ’ αγάλια αγάλια προπατώ και κάνω ό,τι θελήσω Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 151.
       
  • περιπατώ,
    Σπαν. O 7, Λόγ. παρηγ. L 251, Προδρ. (Eideneier) II 90 χφ H κριτ. υπ., Καλλίμ. 880, 977, 1214, 1467, 1755, Ασσίζ. 286, Διγ. (Trapp) Gr. 1785, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 297, 911, 1086, Βέλθ. 269, 318, 1135, Χρον. Μορ. P 2469, 3041, 6794, Λίβ. P 1091, 2069, 2547, 2600, Λίβ. Sc. 45, Λίβ. (Lamb.) N 508, Λίβ. Esc. 2728, Λίβ. N 2726, 3654, Αχιλλ. (Smith) N 414, Αχέλ. 1511, Διγ. Άνδρ. 32118, 36221, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 718, Ροδινός (Βαλ.) 122, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά 3922, κ.π.α.· παρπατώ, Μαχ. 1922, 59034, 64812, Κυπρ. ερωτ. 9523, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 177, 194, 250, 365, 406, 698· περβατώ, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά μετά στ. 120 χφ Χ κριτ. υπ., Μπερτόλδος 46, Μπερτολδίνος 101, 105 (τετράκις), 141· περπατώ, Γλυκά, Στ. 155, Λόγ. παρηγ. L 625, Λόγ. παρηγ. O 485, Καλλίμ. 1471, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 821, Χρον. Μορ. H 1051, Χρον. Μορ. P 1051, 5816, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 304, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 175, Λίβ. P 20, 1723, 2592, Φλώρ. 1127, Σαχλ., Αφήγ. 97, Ερωτοπ. 663, Λίβ. Sc. 2354, Λίβ. Esc. 22, 790, Λίβ. (Lamb.) N 667, Λίβ. N 2827, Αχιλλ. L 283, Αχιλλ. (Smith) O 191, Ιμπ. 521, Χούμνου, Κοσμογ. 2531, Πικατ. 206, Κορων., Μπούας 90, Διήγ. Αλ. F (Konst.) 163, Ιστ. πατρ. 1151, Ιστ. Βλαχ. 1990, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 30v, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [97], Διγ. O 2428, κ.π.α.· προστ. αορ. περπάτηξε, Πεντ. Γέν. XVII 1· πορπατώ, Ερωτοπ. 380, 384, 422, Ανακάλ. 27, Απόκοπ. (Παναγ.) 532, Πεντ. Γέν. XXX 14, Αχέλ. 895, Πανώρ. Ά 439, B́ 48, 151, Γ́ 644, Έ 57, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 632, Β́ 215, Δ́ 18, Έ 356, Κατζ. Β́ 213, Βοσκοπ.2 315, 454, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 184, 1738, 1916, Β́ 1414, 1915, Γ́ 938, Δ́ 769, Έ 97, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 740, Ροδολ. (Αποσκ.) Β́ 97, Έ 172, Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. δ́ [16], Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 101, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 156, Γ́ 348, Διγ. O 930, 1164, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 25927, 57024· κ.π.α.· αόρ. επορπάτηξα, Πεντ. Γέν. XXXV 3, Δευτ. I 31, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 1719, Δ́ 1099· μτχ. μέσ. ενεστ. (πληθ. ουδ.) πορπατούμενα, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 5896· προβατώ, Σοφιαν., Παιδαγ. 109, Ερωτόκρ. Ά 1738 χφ Χ κριτ. υπ.· υποτ. αορ. (να) προβατήξω, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά μετά στ. 1574 χφ Χ κριτ. υπ.· προπατώ, Χρον. Τόκκων 1092, Rechenb. 7815, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 75, 78, Πιστ. βοσκ. I 5 236, III 6 257, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 1512, 1547, 2142, Β́ 1977, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 605, Στάθ. (Martini) Β́ 144, Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 132, Δ́ 570, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 20422, 4978, Τζάνε, Κατάν. 110.
    Το αρχ. περιπατέω. Ο τ. παρπατώ (με συγκ. του ‑ι‑ και παρετυμ. επίδρ. της παρά (Hatzid., Einleit. 154) ή τροπή του ‑ε‑ σε ‑α‑ με αφομ. (Μενάρδ., Αθ. 6, 1894, 147, Dawkins [Μαχ. ΙΙ σ. 32]) (βλ. και Φαρμακ., Γλωσσάρ. 195, λ. παρπατητός)) στο Meursius (‑είν) και σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. Β́ 719, Λουκά, Γλωσσάρ. 360, Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ. Δ́ 258, λ. πορπατώ). Ο τ. περβατώ (με συγκ. του ‑ι‑ και πιθ. επίδρ. των ρ. βαίνω, βαδίζω (Λορεντζ., Αθ. 16, 1904, 219, Φιλ., Γλωσσογν. 2, 214· βλ. και Καψ., ΛΔ 3, 1941, 100, βλ. όμως και Hatzid., Einleit. 158)) και σήμ. λογοτ. (ΑΛΝΕ). Ο τ. περπατώ (με συγκ. του ‑ι‑ (Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 257, Hatzid., Einleit.  154, Κοραή, Άτ. Ά 313, Λορεντζ., Αθ. 16, 1904, 219)) στο Du Cange (‑είν) και σήμ. Ο τ. πορπατώ (με επίδρ. του ρ. πορεύομαι (Ανδρ., Λεξ., Φιλ., Γλωσσογν. 2, 214) ή με (συγκ. του ‑ι‑ και) παρετυμ. επίδρ. της πρόθ. προ (Hatzid., Einleit.  154, 158, Ξανθουδίδης [Ερωτόκρ. σ. 674], Θαβώρ., Δωδώνη 9, 1980, 407) (βλ. και Hesseling [Πεντ. Εισαγ. σ. xxviii-xxx]) στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., Μιχαηλ.-Νουάρ., Λεξ., Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., Κόμης, Κυθηρ. Λεξ., Κουσαθανάς, Λεξ. Μυκόν., λ. πορπαταριά, προπατώ, Ξανθιν., Λεξ. δυτικοκρ. ιδιώμ., Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ., Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ., λ. περπατώ, Δράκου, Ιδίωμ. Κάλυμν.) καθώς και στο ΑΛΝΕ. Η μτχ. παρκ. πορπατούμενα (ως ουσ.) και σήμ. ιδιωμ. (Κουσαθανάς, Λεξ. Μυκόν., λ. πορπαταριά· πβ. και Πλατάκης, Κρητολ. 9, 1976, 111). Ο τ. προβατώ (πιθ. με επίδρ. ρ. όπως (προ)βαίνω, βαδίζω (Λορεντζ., Αθ. 16, 1904, 219, Φιλ., Γλωσσογν. 2, 214· βλ. και Καψ., ΛΔ 3, 1941, 100 , βλ. όμως και Hatzid., Einleit., 158)) και σήμ. ιδιωμ. (Ζώη, Λεξ. Ζακ.2 Β′, Χυτήρης, Κερκυρ. γλωσσάρ.) καθώς και λογοτ. (ΑΛΝΕ)· πβ. και προστ. προβάτα σήμ. ιδιωμ. (Δομένικος, [Ραντεβού] (Γλωσσ.) σ. 123). Ο τ. προπατώ (με παρετυμ. προς την προ (Hatzid., Einleit., 154, Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Α′ 514, Χαραλαμπάκης (Προμηθεύς Πυρφόρος 25, 1981, 266)), Ξανθουδίδης, [Ερωτόκρ. σ. 674]) στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ. (Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ., Ξανθιν., Λεξ. δυτικοκρ. ιδιώμ., Κουσαθανάς, Λεξ. Μυκόν., Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ.), καθώς και λογοτ. (ΑΛΝΕ). Τ. πουρπατώ στο Somav. και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. περπατώ, Δημητρίου, Λεξ. Σάμ., λ. πιρπατώ, Ζαφειρίου, Ιδίωμ. Σάμ.). Τ. πιρβατάου, προυβατάου, πραουτώ, πρατώ κ.ά. τ. σήμ. ιδιωμ. (Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Ά 300, Πασχαλούδης, Τερπν. Νιγριτ., λ. πιρπατάου, Δημητρίου, Λεξ. Σάμ., λ. πιρπατώ, Γεωργίου Χρ., Γλωσσ. ιδ. Καστορ., πιρπατώ, Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ.). Η λ. και σήμ. λόγ.
    Ά Αμτβ. 1) α) Βαδίζω, προχωρώ, πορεύομαι, περπατώ· (πεζός): Αχιλλ. (Smith) N 653, το να δει ο αμιράλλης την φούσταν ..., εφοβήθην και απεζεύσαν τον εις την γην, και από τον φόβον του επαρπάτησεν τόσον ότι εποστάθην Μαχ. 2721· Δεν ημπορώ τα πόδια μου καλά να τα πατήσω| μ’ αγάλια αγάλια προπατώ και κάνω ό,τι θελήσω Ζήν. Πρόλ. 152· έτυχεν τα Σάββατα και επέρναν μέσα από τα σπαρτά, και άρχισαν οι μαθηταί του (ενν. του Ιησού) περιπατώντας εις την στράταν να μαδούσι στάχυα Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Μάρκ. β́ 23· (εδώ με το επίθ. πεζός για να δηλωθεί φτώχεια): βλέπεις τον δείνα, τέκνον μου, πεζός περιεπάτει,| και τώρα έν’ διπλοεντέλινος και παχυμουλαράτος Προδρ. (Eideneier) III 58· (με το εμπρόθ. στην στράτα): λιοντάρια άγρια να με κατασπαράσσουν,| στην στράτα οπού πορπατώ θεριά να με μοιράσουν Διγ. O 930· (με το επίρρ. κλιτά ως ένδειξη υποταγής, παράδοσης): Δυο Τούρκους πέμπουν τ’ αφεντός, κι οι Φράγκοι να τους δούσι| φλάμπουρο άσπρο να βαστού, κλιτά να πορπατούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 38912· (σε παροιμ. φρ.): βλ. λ. παπούτσι· (έφιππος): ο καθείς ανέβηκαν στ’ άλογον το δικόν του (παραλ. 2 στ.). Εκείθεν δ’ εξέβηκαν κι ολονυκτί περπάτουν,| κι εις τα βουνά τα άβατα τ’ άλογά τους επάτουν Κορων., Μπούας 77· πηδούν, καβαλικεύουσιν ώσπερ γοργούς πετρίτες| ... οι θαυμαστοί αγούροι ... (παραλ. 3 στ.). Εκίνησαν, περιπατούν, εφθάσασιν συντόμως Αχιλλ. (Smith) O 515· όρισε ... (ενν. ο αυθέντης) και δέδωκαν ίππον εκ των εκλεκτών, και εκαθέσθη (ενν. ο δεσπότης Δημήτριος) περιπατών έμπροσθεν αυτού Έκθ. χρον. 256·   β1) αρχίζω την πορεία, ξεκινώ: Σκορπάται η ορδινιά απάνω κάτω| να αρχίσει να μαρκιάρει τo φουσσάτο (παραλ. 1 στ.) και όλοι να περπατούσι αρματωμένοι Λεηλ. Παροικ. 44· Προστάσσει τότ’ ο καππικής όλοι να ’ρδινιαστούσιν,| τ’ άλογα και τα ρούχα τους, γιατ’ έν’ να (για τη γρ. αυτή βλ. Συμεων., Ιστ. κυπρ. διαλ. 240) παρπατούσιν Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 698· β2) συνεχίζω την πορεία: Εκεί γουν επεδιάβασαν την άπασαν ημέραν,| το καύμα γαρ ουκ ίσχυνεν διά να περπατούσιν Αχιλλ. (Smith) O 191· γ) (με τις προθ. εις, προς και αιτιατ.) πηγαίνω, κατευθύνομαι προς συγκεκριμένη κατεύθυνση: Επαίρνουν οι πραγματευθαί τον Ιωσήφ ετότες| στην στράταν οπού εις Αίγυπτον εκείνοι επερπατούσαν Ντελλαπ., Ερωτήμ. 459· ο Μιχαήλ, πως είν’ θνητός διατί ήξευρε και εκράτιε,| στον ιατρόν του πνεύματος χαρούμενα επερπάτιε Λίμπον. 346· Μέραν και νύκτα πορπατεί προς της Εδέμ τον τόπον| και σώνει στην παράδεισον μετά μεγάλον κόπον Χούμνου, Κοσμογ. 313· (εδώ σε προστ. ως προτροπή) εμπρός πήγαινε: καν ας με εγεμίζασιν το εμποτόπουλόν μου,| αμή λαλώ, και λέγουν με «περιπάτει εις το πηγάδιν» Προδρ. (Eideneier) IV 301· δ) (με τις προθ. διά και αιτιατ. ή με τελική πρόταση) προχωρώ, πορεύομαι για κάπ. συγκεκριμένο σκοπό: Λέγει (ενν. η αρχόντισσα) «Δεν είναι εδώ στο σπίτι μέσα, αμ’ όξω περπατεί διά τα τορνέσα Λεηλ. Παροικ. 386· Ημέρας τρεις περιπατούν να εύρουν ξενοδοχείον Φλώρ. 1230· ε) φρ. (1) περπατώ/πορπατώ διά να πολεμώ = πηγαίνω στον πόλεμο, εκστρατεύω: να κάθονται (ενν. οι γυναίκες) στο σπίτι τους, να γνέθουν, να κεντούσι·| και οι άνδρες τους ας περπατούν διά να πολεμούσι Ιστ. Βλαχ. 708· Διότι δεν εδόθηκεν των γυναικών στρατεία,| ... ότ’ είναι αταξία| να διαγέρνουν πόλεμο ...|, αλλά ...| να κάθουνταιν στα σπίτια τους να κλώθουν, να κεντούσι| κι οι άνδρες των να πορπατούν διά να πολεμούσι Διγ. O 2910· (2) περιπατώ εις τον πόλεμον/εν πολέμοις = εκστρατεύω: Τούτος ήτον εις τον καιρόν Αλεξάνδρου του βασιλέως, με τον οποίον επεριπάτιεν εις τον πόλεμον, και ήτον από τους ονομαστούς του φίλους Ροδινός (Βαλ.) 170· εποίησαν βουλήν οι γενίτσαροι, όπως αιτήσονται τον σουλτάν Σελίμην αρχηγόν του στρατεύειν και περιπατείν εν πολέμοις, λέγοντες γαρ ότι ο αυθέντης εστί γέρων και ασθενής και ου δύναται στρατεύειν μεθ’ υμών Έκθ. χρον. 5219· στ) φεύγω (από κάπ. μέρος): απήτις μ’ έναι του φτωχού γραμμένο| να πορπατώ από δω, μακρά να πηαίνω,| παραγγελιά σ’ αφήνω να θυμάσαι·| και πάντα ο νους σου μετά μένα να ’σαι Βοσκοπ.2 298· ζ) (με το επιρρ. γλήγορα) επισπεύδω την πορεία μου: πόδια μου, δυναμώσετε, γλήγορα πορπατείτε Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 1049 κριτ. υπ.· φρ. περιπατώ σπουδαίως = επισπεύδω, βιάζομαι: επήρεν το πιττάκιν κι εβάλθην εις τον δρόμον·| σπουδαίως επεριπάτησεν εις τον Δεσπότην ήλθεν Χρον. Μορ. P 3738· η) πατώ στη γη, περπατώ: από το ερωτοκίνημα και το χάδιον δεν εφαίνετον (ενν. η κόρη) ποτέ πως περπατεί, μόνον εφαίνετον ως ότι τάχατες πως παίζει και γελά Διγ. Άνδρ. 3155· κατακαημένα| πρόβατα, εκεί απού πορπατώ χόρτο μη φάτε ουδ’ ένα,| γιατί τα φαρμακεύγουσι τα δάκρυα τα δικά μου Πανώρ. Ά 10· (σε μεταφ.): ψυχή γαρ ερωτότρωτος, όσα αν ψυχοπονέσει,| χάνει τους πόνους αν γλυκύν μάθει του πόθου λόγον.| Έλεγα εις γην ου περιπατώ, τον ουρανόν διαβαίνω Λίβ. Esc. 2038· θ) βαδίζω, περπατώ πηδώντας και χορεύοντας: Βαρδαριώται έμπροσθεν αυτών περιπατούντες τραγῴδιον γελοίον ετραγῴδουν αρμόδιον προς την πομπήν αυτών Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 235· Εδόκουν γαρ, ως και η γη, εν ῃ περιεπάτουν,| και αυτή συνετέρπετο περιπατούντων πάντων,| και πας, όστις ετύγχανεν εις την χαράν εκείνην,| άλλος εξ άλλου γέγονεν από της θυμηδίας Διγ. (Trapp) Gr. 1786· ι) (συν. με τα επιρρ. αποπίσω, εξοπίσω κ.τ.ό.) ακολουθώ (κάπ.): το λαμπρό σου πρόσωπο μου δίδει την ημέρα (παραλ. 1 στ.). Για τούτον από λόγου του δεν ημπορά μακρύνω,| μα πορπατώ αποπίσω σου και βλέπω σε κλεφτάτα Πανώρ. Γ́ 565· Υιέ μου, βλέπε από πτωχόν δάνειον μηδέν επάρεις·| ότι αν ου το στρέψεις σύντομα, γοργόν να του το δώσεις,| και περπατεί εξοπίσω σου και τρέχει και φωνάζει Διδ. Σολ. Ρ 145· ια) (συν. με τα επιρρ. έμπροσθεν, εμπροστά, ομπρός) προπορεύομαι: διεχώρισεν χιλίους Αραβίτας| ολολουρίκους και καλούς, χρυσοκλιβανιασμένους,| ως διά να περιπατούσιν έμπροσθεν του αγούρου Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 580· επεριπάτιεν (ενν. ο Δαβίδ) ... εμπροστά της κιβωτού χαρούμενος Ροδινός (Βαλ.) 96· Εγώ παγαίνω· φίλοι μου, ομπρός μου πορπατείτε,| το βασιλιά οπού εκάμετε σήμερο να χαρείτε Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 207· ιβ) (με τα επιρρ. αντάμα, μαζί, ομάδι) συμπορεύομαι: Τότε οι δυο (ενν. ο λύκος με την αλουπού) συβάστησαν και συντροφίαν εκάμαν| και μέρα νύχτα ’μόσασι να περπατούν αντάμα Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 36· Σύντροφοι κάπου γίνησαν μαζί να περπατήσουν| μι’ αλεπού και γάδαρος, να παν να κυνηγήσουν Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1151· Ομάδι συνοδεύγομε, ομάδι πορπατούμε| και τα καλά και τα ’μορφα ομάδι πα να βρούμε Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 569· ιγ) (προκ. για ζώο) βαδίζω, περπατώ (με τον τρόπο που χαρακτηρίζει το κάθε ζώο): το λιοντάριν, τσακίζοντας τες πόρτες του θεάτρου, εβγήκεν έξω και επήγεν εις το όρος ωσάν να επερπάτιεν ένα πρόβατον Ροδινός (Βαλ.) 233· είχασι (ενν. οι καρκίνοι) και τα μάτια τους στα στήθη που θωρούσαν,| οκτώ ποδάρια έχανε, στραβά επερπατούσαν Ζήνου, Βατραχ. 452· η γαρίδα τότες επερβάτουνε εμπροσθινά, σαν κάνουν και τα άλλα ζα Μπερτόλδος 45· ιδ) (εδώ σε αντιδιαστολή με τα ρ. κάθομαι, κοιμάμαι, τρέχω): Αν πορπατεί γή αν κάθεται γή αν είναι κοιμισμένη| βρίσκεται με τον έρωτα πάντα συντροφιασμένη Πανώρ. Ά 453· Αν περπατεί, αν κάθηται και νύκτα όντα κοιμάται,| άλλο ουδέν συλλογίζεται, μόνον χρυσόν θυμάται Πένθ. θαν.2 541· Νύκτας ημέρας, άνθρωπε, αν περιπατείς και τρέχεις,| και καβαλάρης και απεζός τον κόσμον ανατρέχεις,| την καλλονήν την άμετρον του κόσμου και εάν την έχεις,| ώραν στιγμήν εχάσες την και τίποτε ουκ έχεις Αλφ. (Μπουμπ.) I 49· ιε) (εδώ προκ. να δηλωθεί κ. το ασυνήθιστο, αδιανόητο, αδύνατο): τις είδε και τις ήκουσε στην θάλασσαν γιοφύρι,| να περπατούν τα κάτεργα στου Γαλατά τους κάμπους| αγνάντια εις το Σκούταρι, στον Άγιον Κωνσταντίνον; Θρ. Κων/π. B 101· με την ανδρείαν την περισσήν, τήν ο Θεός μού εδώκεν,| στον ουρανόν και αν ανεβεί, εις τα νέφη κι αν δράμει,| στην θάλασσαν και αν περπατεί, η κόρη ουκ εξεγλεί μου Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1398· Όντεν ιδείς εις το βουνί να περπατεί το ψάρι (παραλ. 7 στ.), τότες εμέν και σεν, κυρά, θέλουσιν ευλογήσει Ριμ. κόρ. 587· ιστ) (συν. με προηγ. τα επιρρ. όθεν, όπου, οπού) πηγαίνω, βρίσκομαι: βάσανα να ’χει ωσάν κι εμέ στον κόσμο δεν εκράτου| άλλος κιανείς κι έτσι ήμνογα όθεν κι αν επορπάτου Πανώρ. Ά 42· Η Πίστις ήτον απ’ αυτήν και είχεν το σχήμαν τούτο,| το σχήμαν τό σύρνουν οι ευγενείς όπου και αν περιπατούσι Λίβ. (Αγαπητός) 23· θυμούμαι ... | ... την αγάπη και φιλιά που μετά μένα εκράτιε (ενν. ο φίλος)| με πίστη πάντ’ ατσάκιστη, όπου κι αν επορπάτιε Ροδολ. (Αποσκ.) Ά 312· Εσάς πάλιν παρακαλώ, ώστε οπού να ζείτε,| κάμνετε διά τον Χριστόν αυτού οπού πορπατείτε Απόκοπ. Επίλ. Ι 532· ιζ) (μεταφ.): Παιδάκι μου, ας εγνώριζες πού πορπατείς και πηαίνεις| και σ’ είντα πέλαγος βαθύ και θυμωμένο μπαίνεις Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 155· κερά μου, πορπατείς σε μπερδεμένη στράτα,| κι έχεις πολέμους κι όχθρητες τα λογικά γεμάτα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 181· (σε προσωποπ.): με τση τιμής περιντυμένη (ενν. η Περηφανειά)| τ’ όνομα, πορπατεί και βασανίζει| πλια από θανατικό την οικουμένη Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 507· Με τι ρούχα περβατεί ενδυμένον τούτο το καλόν ριζικόν, διά να ημπορέσω εγώ να το γνωρίσω ...; Μπερτολδίνος 101· ιη) (προκ. για άρρωστο ή τραυματία) περπατώ ως ένδειξη του ότι είμαι πια υγιής: Ωσάν εκαλυτέρεψε κι εντύθη κι επορπάτει,| ο βασιλιός αγκαλιαστό με σπλάχνος τον εκράτει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ 151· έδερεν ανήρ τον σύντροφό του ... και να μην απεθάνει και να πέσει εις πλάγιασμα. Αν σηκωθεί και να πορπατήξει όξω ιπί το ανακουμπιστήρι του και να καθεριστεί ο δάρτης Πεντ. Έξ. XXI 19· ιθ) σέρνομαι, έρπω: Αλήθεια τόσο στους εχθρούς, τόσο σιμά οπού ’σαν,| με την κοιλίαν χαμηλά πάντοτε περπατούσαν,| και διατί ’χαν μπούλμπερη, λουμπάρδες, βόλια, βρώσιν,| στην μάχην αντιστέκουνταν μόν’ να ’χουνε να τρώσιν Διακρούσ. 10726· (εδώ προκ. για τον όφη, το διάβολο): επικατάρατον εσέν τον όφην να λαλούσιν.| Στο στήθος σου να πορπατείς, να τρίβεις την κοιλιάν σου Πικατ. 516· κ) (προκ. για σχοινοβάτες) σχοινοβατώ: κάστρη άλλοι στένου ξύλινα κι άλλοι τα σγουραφίζου (παραλ. 1 στ.)· ψηλά ξαπλώνου άλλοι σκοινιά κι απάνω πορπατούσι,| σαν εις τη γη χορεύγουσι κι ωσάν αετοί πετούσι Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 303· κα) (προκ. για κάτεργο, αρμάδα) πλέω, αρμενίζω: Αλήθεια το δεύτερον (ενν. κάτεργον) ήθελεν πορπατεί ώρες ί και το τρίτον ήθελεν προπατεί ώρες ή Rechenb. 7815· Διεμηνύσατο δε άμα πρωί ο Χαϊρατίνης τον αυθέντην, ότι γνωστόν έστω σοι ως η αρμάδα των Βενετίκων η εις ημάς μη φαινομένη περιπατούσα νυκτός εγύρευε πού αν εύρει την του Τόρια αρμάδα Έκθ. χρον. 809· κβ) (προκ. για ουράνιο σώμα): ταύτην την στήλην άνεμοι πνεύσαντες λίβαι εξανέσπασαν ... και εις την γην έρριψαν του ηλίου τότε εν τῳ ζωδίῳ τῳ ταύρῳ περιπατούντος Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 197· να κοκκινίζει ο ουρανός και ο ήλιος να μαυρίζει,| στην στράταν του να προπατεί και να μηδέν φωτίζει Τζάνε, Κατάν. Ποίημα 110· κγ) συνεχίζω, «προχωρώ» τη διήγησή μου: Ας έρτομεν στον λογισμόν, εμείς να παρπατούμεν,| το πώς επήρεν θέλημαν και τούτον να το πούμεν Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 177· κδ) (προκ. για το Θεό) «κατοικώ» στον άνθρωπο, τον γεμίζω με τη θεία χάρη (πβ. ΚΔ, Παύλ. Κορ. Β́ 6, 16): Θέλω κατοικήσει μέσα εις αυτούς· και θέλω περιπατήσει μέσα εις αυτούς Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2, Παύλ. Κορ. Β́ Ϛ́ 16· κε) (με υποκ. το ανάβλεμμα) = διατρέχω: Στο πρόσωπό τως ολωνώ τ’ ανάβλεμμα επορπάτει| με τη ρηγατικήν εξά που ’τρεμε το παλάτι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 1311· κστ) (προκ. για τα δάκρυα) κυλώ, τρέχω: στα ρόδα, στα τριαντάφυλλα τα δάκρυα επορπατούσα,| στα στήθη εκατεβαίνασι, στα μάρμαρα εκτυπούσα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 649· κζ1) (προκ. για χρόνο, διάστημα χρόνου, ηλικία)· (1) διανύομαι, περνώ: Τρεις μήνες επεράσασι, τέσσερις πορπατούσι| οπού όσοι σ’ εγνωρίσασι, κλαίσι να σε θωρούσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 803· πληρουμένης της ενδίκτου| περπατούσης της ογδόης,| αρχομένης της ενάτης Λέοντ., Αίν. I 52· με τη φούστα το παιδί επήρα κι ήρθα απάνω-| δεκάξι χρόνοι σήμερο θα προπατού, α δε σφάνω Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 570· (2) διανύω: Είχεν τάχα μελετημένα ο πατήρ γάμους και χαρές της θυγατρός επειδή δώδεκα χρονών επερπάτει το κορίτσι Πηγά, Χρυσοπ. 233 (7)· φρ. πορπατεί/προπατεί ο καιρός/οι μέρες = περνάει ο χρόνος: Ζύγωσε τά βαραίνουσι, διώξε την τόση πρίκα| κι άφς τον καιρό να πορπατεί, σαν κι άλλες τον αφήκα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 1626· πούρι ο καιρός ας προπατεί, ας πηαίνει κι ας περάσει,| μήπως και ξελησμονηθεί ο πόθος, σα γεράσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 1711· ας πορπατούνε οι μέρες σας κι ο κύκλος θέλει αλλάξει·| με τον καιρό όλα τα νικά η φρόνεψη κι η τάξη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 1323· κζ2) (εδώ προκ. για την αιωνιότητα κατά τη μεταθανάτια ζωή): χρόνοι εδώ δεν περπατούν, μήνες ουδέν θυμούνται,| ουδέ στου Χάρου την αυλήν ώρες ουδέν μετρούνται Πικατ. 148· κη) (μεταφ.) προκ. για υποθέσεις, καταστάσεις· φρ. πορπατεί η δουλειά/το πράμα ή τα πράματα = οι καταστάσεις, τα πράγματα εξελίσσονται: να πορπατεί η δουλειά κουρφά, κιανείς να μη γροικήσει,| ώστε να πάνε στου ρηγός, να τωσε συμπαθήσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ 877· αν ...| προπατεί το πράμα ομπρός κι έτοιας λογής τ’ αφήσω,| τούτο ’χει να μαθητευτεί, ό,τι καιρός γυρίσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 1706· με τον καιρόν τως πορπατού τα πράματα και πάσι,| του Έρωτα μόνο η δύναμη συχνιά τα μεταλλάσσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 331. 2) Διανύω μια απόσταση· (συν. με την προθ. εκ και γεν. ή αιτιατ. (που δηλώνει αφετηρία) και με επόμ. τα εις, σε και αιτιατ. (που δηλώνουν πρόσωπο ή τόπο τέρματος) μεταβαίνω από ένα τόπο ή πορεύομαι διαμέσου ενός τόπου και πηγαίνω σε κάπ. άλλο τόπο ή πρόσωπο: εκείνος (ενν. ο φαμιλίτης του δουκός) επερπάτησεν απέ την χώραν όλην| εις άρχοντες όπου ήξευρεν ο λόγος του να αξιάζει Χρον. Τόκκων 1355· ούτως εκαβαλίκευεν μετά την φαμελίαν του| και επερπάτει εκ τα χωρία του μέρου της Μονοβασίας| στο Έλεος κι εις τον Πασσαβάν κι εις τους εκείσε τόπους Χρον. Μορ. H 2982· όταν εκ τόπου εις έτερον θέλεις περιπατήσαι,| αγάπην άφηνε παντού, μη σε ακλουθήσει φθόνος Φλώρ. 1155. 3) Πηγαίνω από τόπο σε τόπο, τριγυρίζω, περιφέρομαι, περιπλανώμαι: εκυρίευσε και εδούλωσεν όλον τον τόπον του Μωρέως και τότε επερπάτει από τόπον εις τόπον ως αφέντης και πρίγκηπος οπού ήτον Δωρ. Μον. XXXI· εφοβήθην ο Ξάνθος τον Αίσωπον να μηδέν το ειπεί των ανθρώπων πορπατώντας εδώ και εκεί Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Γ́ 8019· εις τα βουνά να περιπατεί, σαν λέοντας να φωνάζει,| και διά τα παιδία του κλαίγει και αναστενάζει Θρ. Κύπρ. M 529· απόσταν τση καρδιάς μου| εκάμασινε την πληγή τα μάτια τση κεράς μου,| μέρα και νύχτα πορπατώ σε κάμπους, σε λιβάδια,| σε δάσητα κι εισέ γκρεμνά, σε όρη, σε λαγκάδια Πανώρ. Β́ 157. 4) Ταξιδεύω, επισκέπτομαι διάφορους τόπους: πολλά μεν έμαθα από ανθρώπους πολυμαθείς ... εισέ διαφόρους χώρας και κάστρη όπου επεριπάτησα, και άλλα πάλιν από βιβλία Ιταλών και Ελλήνων φιλοσόφων Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 131. 5) Κάνω περίπατο, σεργιανίζω: Η δέσποινα περιπατεί περί τον κήπον μόνη| και περιτρέχει τα φυτά, παραβιβάζει τάχα Καλλίμ. 2037· Ο βασιλέας των μηνών ο Μας λογιάζω είναι (παραλ. 3 στ.), στολίζει δένδρα με ανθούς, κάμνει τα περιβόλια| να είναι ωριοστόλιστα, γυναίκες και κοπέλια| μέσα σ’ αυτά να πορπατούν και να περιδιαβάζουν Διγ. O 2401· αγάλι αγάλι επήγαινα, σιγά σιγά επερπάτουν| τον κόσμον εξενίζουμου, τ’ άνθη και τα καλά του Απόκοπ.2 17. 6) (Μεταφ.) α) ζω, υπάρχω: Άνθρωπος όταν περπατεί κόσμος μικρός υπάρχει Σπαν. O 141· φρ. (1) περπατώ/προπατώ στον κόσμον/στον δίσκον του κόσμου/εις γην = ζω στη γη: οπὄχει φρόνεσιν και περπατεί στον κόσμον| ας ενθυμείται θάνατον Περί ξεν. (Μαυρομ.) 473· φαίνεταί μου, δύσκολον και αδύνατον υπάρχει| οπού εις τον κόσμον περπατούν να φεύγουν τέτοια πάθη Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1537· Ας μάθει ο νιος οπ’ αγαπά σ’ εκείνο τό γυρεύει,| στον κόσμον όπου περπατεί, με τι τρόπο να οδεύει Φαλιέρ., Ενύπν.2 126· « ... όσοι στο δίσκον», έλεγε, «του κόσμου προπατούσι,| όλοι για μένα ας κλάψουσι κι όλοι ας με λυπηθούσι ...» Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1793· (εδώ προκ. για τη διάρκεια της επίγειας ζωής του Χριστού): όταν ήτον ο Χριστός και εις γην περιπάτει Χρον. Μορ. H 809· (2) περβατώ ημέραν από ημέραν = ζω, περνώ τη ζωή μου: ημέραν από ημέραν περβατούν (ενν. οι κουρούνες) ακαρτερώντας να των δοθεί πάλιν η χάρις να μιλούν Μπερτολδίνος 113· β) (με το ρ. ζω για να τονιστεί η σημασ. του) είμαι ζωντανός και κινούμαι: ήδη ζω και περιπατώ και τον αέρα πνέω Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 114· Εμένα ο χρόνος είπε με ποτέ να μη ευτυχήσω| ως πότε ζω και περπατώ και κοσμοαναγυρεύω Λόγ. παρηγ. O 283· δι’ εκείνην (ενν. την Πλάτζια-Φλώρην) ζω και πορπατώ, άλλην χαράν ου θέλω Φλώρ. 785. 7) (Μεταφ.) α) ζω, διάγω, συμπεριφέρομαι: ο πατέρας ο καλός υπομονήν ουκ είχεν,| σκοπώντα πώς να πορπατεί στα ξένα το παιδί του,| μη μάθει στράτες άτακτες και τον Θεόν αφήσει Σπαν. V Suppl.να χαίρω τούτον βλέπουσα εις έτη της ζωή μου,| να περπατεί αφρόντιστος, να χαίρει εις τον κόσμον Διγ. Z 1797· Ίδε, μεταμελήθησε και τήρησε την κρίσιν.| Φέρε τον νουν σου, πρόσεξε, πώς περπατείς, πώς πράττεις Αλφ. (Μπουμπ.) I 81· πρωτύτερα επεθύμει να χορτάσει ψωμί, και τώρα εντύθη εύμορφα και περιπατεί ωσάν ένας από τους πλουσίους Θαύμα αγ. Νικ. 264· Εξέπεσαν οι άνθρωποι, σαν ζώα περπατούσι,| γράμματα δεν ηξεύρουσι και πώς να φωτισθούσι; Ιστ. Βλαχ. 2225· φρ. (1) περπατώ άτυχα = ζω άσχημα, δυστυχώ: όποιος σμίγεται μ’ αυτές (ενν. τες πολιτικές) χρειά κάμνει να ψωριάσει,| κι αν έχει πράγμα τίποτες, όλον να το ξοδιάσει.| Και μερικοί ιατρεύουνται ...| και περπατούσιν άτυχα πάντα καθήν ημέραν Σαχλ. Α′ (Wagn.) M 345· (2) προπατώ εις/σε οδόν = ζω με ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής, κάνοντας συγκεκριμένες πράξεις: όλους τους ψευδομάρτυρας οπού ’χασι ’φιορκήσει| για δώσια ή για έχθρητα και ανθρώπους καταλύσει,| να ’ταν τυφλοί και ολόβουβοι τον κόσμον να μη δούσι,| παρά σ’ εκείνην την οδόν πάλιν να προπατούσι Τζάνε, Κατάν. 364· (3) περιπατώ εις την ασέβειαν = ζω μακριά από το Θεό: μεγάλα και θαυμάσια είναι των χριστιανών τα μυστήρια ότι δεν λέγουσι λόγια ανθρώπων αλλά τα του Θεού. Τα δε λοιπά έθνη πλανώνται και πλανώσιν ένα το άλλο περιπατούντες εις την ασέβειαν Αγαπ., Βίος Ιωάσ. = Αγαπ., Δαμασκ. Βαρλαάμ 1741· (4) περιπατώ εις ασελγείες = ζω ακόλαστα, διάγω έκλυτο βίο: φθάνει μας ο απερασμένος καιρός της ζωής να εκάμαμεν το θέλημα των εθνών περιπατώντες εις ασελγείες, επιθυμίες, μέθες ... Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πέτρ. Καθ. Επ. ά Δ́ 3· (5) περιπατώ εις καλήν βουλήν = ακολουθώ την καλύτερη γνώμη, συμβουλή: απ’ όλους έπαιρνε βουλήν και την δικήν σου κράτει,| όποια σου φανεί καλή σ’ εκείνην περιπάτει Ιστ. Βλαχ. 1468· (6) περιπατώ/πορπατώ όμορφα/ορθά = διάγω, συμπεριφέρομαι σωστά, δίκαια: Ήφηκες τσ’ έγνοιες του σπιτιού και τα νοικοκεράτα,| πολλά επορπάτιες όμορφα, μα εδά άλλαξες τη στράτα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 806· το φίδι πάντα δίδασκε (ενν. ο κάβουρας) να ’χει δικαιοσύνη| και να περιπατεί ορθά, χωρίς ατυχοσύνη Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 694· (7) περιπατώ λοξά = ακολουθώ λάθος δρόμο ζωής: Επεί λοιπόν γνωρίζομεν λοξά περιπατούμεν,| πρέπει να την αφήσομεν την στράταν που κρατούμεν Πένθ. θαν.2 569· (8) πορπατώ ευγενικά = διάγω, συμπεριφέρομαι όπως ταιριάζει σε άρχοντα: Δίδει του στάμενα πολλά ... (παραλ. 2 στ.), να πορπατεί ευγενικά εκεί στην ξενιτεία Τριβ., Ρε 96· (προκ. για τη ζωή σύμφωνα με τις θεϊκές εντολές, τους θεϊκούς νόμους και κανόνες): εις τα περισσότερα να κάμνει ως θέλει, αν έχει την γνώμην του να περιπατήσει ως λέγουν οι θείοι νόμοι Zygomalas, Synopsis 298 Φ 1· να γνωρίσουν όλοι ότι εκείνα οπού άκουσαν διά λόγου σου δεν είναι τίποτες, αλλά περιπατείς και εσύ φυλάττοντας τον Νόμον Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πράξ. κά 24· Όσοι περιπατούσι με το πνεύμα του Θεού, ετούτοι είναι υιοί του Θεού, λέγει ο θείος Απόστολος Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 2910· φρ. (1) περιπατώ καλά/κατά δικαιοσύνην = ζω ενάρετα: εάν συ περιπατείς καλά, θέλεις είσθαιν εις τον λαόν σου πρόξενος σωτηρίας Βασιλ. Κεφάλ. Παραιν. 114· τους δικαίους, τους κατά δικαιοσύνην περιπατήσοντας Φυσιολ. 36125· (2) πορπατώ με τον Θεόν = ζω σύμφωνα με το θέλημα του Θεού:  με τον Θεό επορπάτηξεν ο Νόαχ Πεντ. Γέν. VI 9· (3) πορπατώ ομπροστά (ενν. του Κυρίου) = γίνομαι ευάρεστος στο Θεό: ο Κύριος ος επορπάτηξα ομπροστά του ν’ απεστείλει τον αγγελό του μετ’ εσέν Πεντ. Γέν. XXIV 40· β) συναναστρέφομαι, κάνω παρέα με κάπ.: άλλος έλεγεν ότι « από την σήμερον εάν ιδούμεν ή εις την εκκλησίαν ή έξω στο Κάστρον να περιπατεί πάλιν με τους χριστιανούς τον σκοτώνομε ...» Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 61V· με τους καλούς συνόδευε, με τους καλούς περπάτει Σπαν. V Suppl. 26· Ορέγομουν να περπατώ με τους τραγουδιστάδες,| με τους παιγνιώτας τους καλούς, τους παραδιαβαστάδες Σαχλ., Αφήγ. 57· εκρέμασαν οι Τούρκοι τον Αλεξανδρή τον Ταταρχάνη, δι’ αιτίαν τοιαύτη· με το είναι νεκπετής και ακαμάτης επήγεν με τον βοϊβόδα και επεριπάτεν με τους χασάσηδες, και έτσι επάτησαν ένα οσπίτι Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 38v· γ) συμβαδίζω: κατά αλήθειαν δεν δύνεται να περιπατεί η κακία ομού με την αρετήν Βίος Ιωσήφ 269. Μτβ. 1) βαδίζω, προχωρώ, πορεύομαι, περπατώ α) (συν. με αντικ. τις λ. δρόμον, οδόν, στράτα(ν)): φαίνεται εις την θείαν Γραφήν πως δεν επεριπάτησαν (ενν. οι Εβραίοι) ένα ίσον δρόμον μήτε γλήγορον, αλλά επάγαιναν εμπρός και πάλιν εγύριζαν οπίσω προς το Σίναιον όρος Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 52· εν τοις τοσούτοις λογισμοίς και τοις τοσούτοις λόγοις| περιπατούσι την οδόν, πληρούσι μόλις ταύτην Καλλίμ. 1378· τα χέρια ενούς τ’ αλλού μας εκρατούμα,| πασίχαροι τη στράτα επορπατούμα Βοσκοπ.2 136· το ταχύ εσηκώθηκεν και ευρίσκει μονοπάτιν.| Ώραν πολλήν περιπατεί την στράταν μοναχή της Ιμπ. 571· την προς δρακοντόκαστρον οδόν επεριπάτουν Καλλίμ. 2547· επεί εν ονείρῳ σου σε το είπεν ο προγνώστης,| την στράταν οπού εις Αίγυπτον υπάγει ας περιπατούμεν Λίβ. N 2367· (εδώ με σύστ. αντικ.): έρχεται ακόμη αντάμα του η μάνα του και είναι εδώ ογλήγορα, διατί αυτή περβατεί καλόν περβάτημα Μπερτολδίνος 104· φρ. (1) περπατώ μίαν στράταν = ακολουθώ τον ίδιο δρόμο, συμπορεύομαι: απήν ενταμωθήκαμεν μίαν στράταν περπατούμαν| και ένας τον άλλον μας θωρώ και όλοι μοιρολογούμεν Διήγ. ωραιότ. 455· (2) (μεταφ.) προπατώ ένα ζάλο = (προκ. για ερωτευμένους) αισθάνομαι το ίδιο ερωτικό συναίσθημα: το πράμα πλιο δεν είν’ κρυφό στον ένα κι εις τον άλλο,| γιατί εγνωρίσασι κι δυο πως προπατού ένα ζάλο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 2142· β) (εδώ σε προτρεπτική υποτ.) αρχίζω, ξεκινώ την πορεία: λοιπόν απάρτι την οδόν σύρε ας περιπατούμεν| και α λάχει να επιτύχομεν κάστρον να ερμηνευθούμεν Λίβ. Esc. 2726· γ) βαδίζω, πατώ στη στεριά, στη γη: ως είδα ότι την θάλασσαν επ’ αληθείας εξέβην| και την στερέαν περιπατώ ...|, ίδ’  ούτως νεύω τον Λίβιστρον να έμπει να περάσει Λίβ. Sc. 1888· εκείνη δε ουκ εγνώθει τον (ενν. τον δάον) να περπατεί τον δρόμον Λίβ. N 2237· δ) (εδώ προκ. για κ. αδύνατο, ακατόρθωτο) ανεβαίνω: Δέντρο ροζάρικον στραβόν να ’σάζεις με τα λόγια| και δίχως σκάλες θέλω ’γώ να περβατώ τ’ ανώγια Δεφ., Λόγ. 118· ε) (μεταφ. με αντικ. το κάστρον, τον πύργον της καρδίας, της ψυχής κάπ.) ανταποκρίνομαι στον έρωτα κάπ.: Πότε το κάστρον να περπάτησες το της εμής καρδίας!| πότε τον πύργον της εμής ψυχής περιπατήσεις; Λίβ. P 1364, 1365· Πότε να επεριεπάτησες το κάστρον της ψυχής μου; Λίβ. Sc. 278. 2) α) Διανύω μια απόσταση, διαβαίνω, διατρέχω, περνώ: ωσάν επεριπάτησα πολύ διάστημα,| έφθασα εις ένα κάμπον λιβαδιαίον Διγ. Άνδρ. 36732· όρη επερπατήσαμεν, τά ενέγγιζαν εις νέφη Λίβ. P 1876· Καβαλικεύουσιν και οι δυο ...| Όλην την νύκταν περπατούν λιβάδια, ποταμίνες| και την ημέραν άπασαν λαγκάδια και βουνίτσια Ιμπ. 511·     β) περιτρέχω, διατρέχω, διανύω την περίμετρο κάπ. χώρου: Αν εξ’ οικείων των χειρών φυτεύσει τις αμπέλιν| και σκάψει και κλαδεύσει το, φράξει τον γύρον όλον (παραλ. 1 στ.) και την ημέραν στήκεται με την σφενδόνην πάσαν| να φοβερίζει τα πτηνά να μη το καταλούσιν,| την νύκταν πάλιν περπατεί τον γύρον και φυλάσσει ... Καλλίμ. 2462· Ο Αλέξανδρος επιστεύθην τους λόγους του και υπάγει προς το νησίν ... Και επερπάτησε το γύρον και μέσα ουδέν ετόλμησε να κοιτάξει Διήγ. Αλ. E (Konst.) 471·  γ) πηγαινοέρχομαι, βαδίζω πάνω κάτω: την τσάμπραν της περιπατεί, άνω και κάτω υπάγει·| συχνά ετήρει και έβλεπεν από μικρόν τρυπάριν Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 463. 3) α) Περιέρχομαι, διατρέχω:  Εις τούτο επεριπάτησεν όλην την Αλαμάνιαν,| όλους επαρακάλεσεν τους αρχηγούς κι αφέντες (παραλ. 1 στ.) να τον βοηθήσουν να υπάν μετ’ αύτον εις την Πούλιαν Χρον. Μορ. P 6794· β) (με αντικ. τη λ. κόσμος) πηγαίνω από τόπο σε τόπο, περιπλανώμαι: γονείς του απεστράφηκεν διά την εμήν αγάπην.| Εξέβην απ’ την χώραν του και κόσμον επερπάτειν.| Δίχρονον επερπάτησεν, πικριάς πολλάς υπέστην Λίβ. P 2182· γ) τριγυρίζω, περιφέρομαι ψάχνοντας: Περιπατεί τον αιγιαλό μη νά ’βρει να περάσει·| μη νά ’βρει βάρκαν πούπετε εις το νησίν να υπάγει Ιμπ. 554· Τούτος ο δαίμων, λέγω σε, του ζήλου και του φθόνου| ακαταπαύστως περπατεί την οικουμένην όλην,| να ψηλαφά όσον δύνεται να ευρίσκει απολεσμένους Ντελλαπ., Ερωτήμ. 314· δ) πηγαίνω να συναντήσω κάπ.: πάλιν εκ την τέντα μου πρόσχαρος εσηκώθην,| εβγαίνω εις τους αγούρους μου, περιπατώ τους όλους Λίβ. Esc. 832· ε) περιφέρω κάπ. προς χλευασμό: τῃ δε άλλῃ ημέρᾳ επρόσταξε και τον εκάθησαν απάνω εις ένα μικρόν και πενιχρόν καμήλι με ένα παλαιόν και ξεσκισμένον φόρεμα ... και τον επεριπάτησαν από όλες τες ρούγες της χώρας Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 425. 4) α) Ταξιδεύω, επισκέπτομαι κάπ. τόπο: οπού έναι φρόνιμος και βλέπει και επεικάζει| τον κόσμον ουδετίποτε και πλάνον ας τον κράζει,| διατί, αν επερπάτησεν Ανατολήν και Δύση,| ο Χάρων εξευρίσκει τον, όπου και αν κατοικήσει Νεκρ. βασιλ. 79· Ξεύρεις πολλά καλότατα πως εγώ πολλά κάστρη| και χώρες επερπάτησα σαν τ’ ουρανού τα άστρη| και γράμματα εδιάβασα πολλών λογιώ και γλώσσες Διγ. O 1044· β) ταξιδεύω, μετακινούμαι από τόπο (προκ. για τους πραματευτές): είναι (ενν. οι πραγματευτάδες) άνθρωποι ξένοι απ’ άλλους τόπους, (παραλ. 1 στ.), και περπατούν την Βενετιάν, την Πόλιν, την Λεχίαν Ιστ. Βλαχ. 2157. 5) Κάνω περίπατο: Τη στράτα επορπατούμα· ’ς περβολάκι| βρίσκω βαγιά και κόφτω ένα κλαδάκι Βοσκοπ.2 137· Είχεν γαρ (ενν. ο Κύρος) και συνήθειαν τες εορτές ημέρες| αμάξι να ευτρεπίζουσιν και να καθίζει απάνω| και να τον σύρνουν τα φαρία, να περπατεί τον δρόμον Ντελλαπ., Ερωτήμ. 572· 6) (Μεταφ.) ζω: Στου κόσμου τούτη τη ζωή οπού την πορπατούμε,| όπου θωρούμενε χαρές πλήσες και τραγουδούμε ... Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 33416· 7) (Μεταφ.) ζω, διάγω, συμπεριφέρομαι με ορισμένο τρόπο: Άκουσε ... να σου ειπώ το τι βουλήν κρατούσι (ενν. οι αβουγαδούροι)| και εις τι νουν, εις ποίον σκοπόν και στράταν περπατούσιν Σαχλ., Αφήγ. 351· πιάνει και γράφει (ενν. ο Ιωάσαφ) μίαν επιστολήν προς τον λαόν, γεμάτην φιλοσοφίαν και ανακηρύττουσαν πάσαν την ευσέβειαν ... και είντα ζωήν να περιπατούσι Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 14718· εκεινού οπού μέλλει να περιπατήσει καμίαν δύσκολην στράταν τού κάνει χρεία τινάς οπού να τον παρηγορά και να του δείχνει με έργον πως και άλλοι πολλοί την επεριπατήσασιν Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 306, 8· πορπατείς δρόμο κακό και τον καλόν αφήκες; Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 812· φρ. περιπατώ την ίσαν στράταν = (εδώ για τους κριτές) εφαρμόζω τους νόμους, κρίνω σύμφωνα με το δίκαιο: Τό εντέχεται να ποίσουν οι κριτάδες ..., και πώς δει περιπατείν την ίσην στράταν Ασσίζ. 49· (προκ. για τη ζωή σύμφωνα με τις θεϊκές εντολές, τη χριστιανική ζωή): πάντες οι άγιοι δεν λείπουν να μας δείχνουσι την απλανή ταύτην οδόν, αν ίσως και εισίν και ολίγοι εκείνοι οπού την περιπατούσι Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 6922· αυτή είναι η στράτα της αληθείας, η οποία χειραγωγεί και φέρνει όσους την περιπατήσουν εις βασιλείαν αιώνιον Αγαπ., Βίος Ιωάσ. = Αγαπ., Δαμασκ. Βαρλαάμ 17232· δώσε του (ενν. του αμαρτωλού) κανόνα τον πρέποντα της μετανοίας ... να τον βαστά διά να ισάσει και να περπατήσει την ίσην στράταν της σωτηρίας Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 244113· την πίστην την αληθινήν, και αυτήν να την κρατείτε,| της σωτηρίας την οδόν καλά να περπατείτε Πλουσιαδ., Θρ. Θεοτ. 53· οι μεν (ενν. άγιοι) με πολλά μαρτύρια βασανισθέντες εχύσασι το αίμαν τως διά να αντισταθούσι της αμαρτίας, οι δε ηγωνίσαντο ασκητικώς περιπατούντες την στενήν και τεθλιμμένην οδόν Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 2920 (πβ. ΚΔ, Ματθ. 7, 14). 8) (Μεταφ. με αντικ. που δηλώνει χρόνο, ηλικία) διανύω, διατρέχω: απεδά εξέβημαν τους παραπίσω χρόνους,| τούς επεριεπατήσαμεν μυριοκαταθλιμμένοι Λίβ. Esc. 4072· Σαράντα χρόνους πορπατώ, αμέ τα βασανά μου| ασπρίσανε παράκαιρα, σα βλέπεις, τα μαλλιά μου Πανώρ. Γ́ 303. Φρ. 1) Εις τούτον πορπατώ = θεωρώ κ. ως δεδομένο (βλ. και Vincent [Φορτουν. σ. 244]): πάντα μου σ’εκράτου| πως είσαι ντόπιος αποδώ, κι εις τούτον επορπάτου Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 288. 2) Πορπατώ τον κάβον = σέρνω το χορό· βλ. ά. κάβος (I) 2φρ. Ο σύντεκνος ο μποντικός τον κάβον επορπάτει| και εις κάθα λόγον ήλεγε: «Αλί χαημός τον κάτη! ...» Κάτης (Χόλτον) 81. Η μτχ. πορπατούμενα ως ουσ. = ζώα που πορεύονται μόνα τους (βλ. και Bakker-v. Gemert [Βαρούχ. σ. 842]): θέλει και αφήνει του κυρ-Κωσταντή, ..., ό,τι πράμα και αν έχει έτις στάμπελε ωσάν και μόμπελε, συρνούμενα πορπατούμενα, και τούτο διά να έναι οπλεγάδος να πλερώσει ό,τι χρέη θέλει φανεί και έκαμεν Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 5896.
       
  • πλουσιότης
    η, Απόκοπ.2 300· πλουσιόντη, Πιστ. βοσκ. II 5, 48· πλουσιότητα, Μαχ. 8016, 8411, 8615· πλουσότη, Πανώρ. Πρόλ. 34· πλουσότητα, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 165, Δεφ., Λόγ. 293, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 7, 305, Δ́ 331, 557, 565, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 442, 449, Ροδολ. (Αποσκ.) Β́ 284.
    Από το επίθ. πλούσιος και την κατάλ. ‑ότης. Τ. πλουσιότη σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Σακ., Κυπρ. Β́ 741). Οι τ. πλουσιότητα και πλουσότητα στο Βλάχ. Η λ. τον 5.-6. αι. (TLG, LBG).
    α) Πλούτος: Το γένος του θαυμαστού τούτου Δημητρίου ... λαμπρόν και περίδοξον, περίβλεπτον διά τες πλουσιότητες, τίμιον διά τες αρετές των προγόνων, επιφανές διά τες τιμές και ονομαστόν διά τες βασιλικές αξιότητες Εγκ. αγ. Δημ. 10659· β) αφθονία: Κύριε ο Θεός ημών, ... χάρισε, ως φυσικά οπού είσαι εύσπλαγχνος και αγαθός, όπως αναβλύσουν και τρέχουν και εις εμένα τα ρεύματα της θεϊκής σου χάριτος, και ... του αγίου σου Πατρός τα φωτίσματα, με πολλήν πλουσιότητα, όπως άμποτε ήθελα δυνηθεί λαμπρώς και μεγάλως διηγήσασθαι τον βίον Ιωσήφ του παγκάλου! Βίος Ιωσήφ 269.
       
  • προσέχω,
    Σταφ., Ιατροσ. 14394, Σπαν. A 56, Σπαν. B 54, Σπαν. (Ζώρ.) V 225, Κομν., Διδασκ. Δ 65, Διδ. Σολ. Ρ 101, Σπαν. P 58, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 576, Λόγ. παρηγ. L 178, Προδρ. (Eideneier) II 23, Καλλίμ. 219, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 603, Ερμον. Β 6, Χρον. Μορ. H 1125, 2400 κ.α., Χρον. Μορ. P 1125, 2400 κ.α., Ορισμ. Μαμελ. 962, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 258, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 66, Λίβ. Esc. 179 κ.α., Λίβ. διασκευή α 454, 708, κ.π.α., Αχιλλ. (Smith) N 1253, Αλφ. (Μπουμπ.) Ι 12, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 222, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 519, Δούκ. 33322‑23, Αλφ. 1413, Λίβ. Va 204, 357 κ.α., Συναξ. γυν. 138, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1794, Σοφιαν., Γραμμ. 40, Πορτολ. B 3012, Μαλαξός, Νομοκ. 186, Προσκυν. Ιβ. 845 233480, Σταυριν. 1260, Ιστ. Βλαχ. 1967, Διγ. Άνδρ. 3308, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. β́ 48, Γεωργίου ρήτορος, Στίχ. ά 45, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 5641, κ.π.α.
    Το αρχ. προσέχω. Η λ. και σήμ.
    I. Ενεργ. Ά Μτβ. (συνηθέστ. σε προστ., ως προειδοποίηση, απειλή ή προτροπή) 1) Παίρνω τα μέτρα μου, φυλάγομαι από κ., είμαι επιφυλακτικός απέναντι σε κάπ/κ.: βλέπε μη έμπεις εις τον βυθόν απέσω της αγάπης,| μη σε φλογίσει πρόσεχε του πόθου το καμίνιν,| βλέπε καλά μη ποντισθείς εις θάλασσαν του πόθου Λίβ. διασκευή α 1545· Και τι ένι αυτό που κάμνετε, συντρόφοι κι αδελφοί μου;| Προσέχετε μη ποιήσετε πράγμα της απιστίας Χρον. Μορ. H 5441· Πρόσεχε από πονηρών ανθρώπων κακοτρόπων Σπαν. A 164· Τα γαρ φουσσάτα, ερωτική, και οι αγούροι του πατρός σου,| ου μη τολμήσουσιν, θαρρώ, σταθήναι έμπροσθέν μου,| διότι και πρώτα ξέρουν με και θέλουν με προσέχειν Αχιλλ. (Smith) N 1009· Πρόσεχε από διαβολών, φύλαττε τον εαυτόν σου Σπαν. B 165· Τους δε πελαργούς, τους γηταύρους, τον τσικνέαν, την αίθυιαν και τα τοιαύτα οφείλεις ... ίνα προσέχῃς αυτά, ίνα μηδέν πολύ παραβάλῃς όρνεον εξ αυτών· βλαβεραί γαρ λέγονται αι σάρκες αυτών Ορνεοσ. 57718. 2) α) Διακρίνω, υποπίπτει κ. στην αντίληψή μου: Και εγώ, διατί σε πρόσεξα πολλά δυστυχισμένον| και ολοπικροκατάδαρτον από την δυστυχίαν,| διαυτό σε καθοδήγησα και παρηγόρησά σε Λόγ. παρηγ. O 184· β) παρατηρώ, κοιτάζω κ. προσεκτικά: Ως δε επρόσεξέ τον (ενν. τον Πάτροκλον) ο Έκτωρ, από τους αναγυρισμούς του και την ορμήν του κατέλαβεν ότι δεν έναι ο Αχιλλεύς και εξέβη και εσκότωσέ τον Τρωικά 52922· Βλέπω της κόρης το κελλίν, προσέχω το κουβούκλιν| και μέσα εις τον ηλιακόν θωρώ τας ωραιωμένας Λίβ. Va 1107· Και ευθύς το ιδείν ο Διγενής, την κόρην συντυχαίνει: | «Βλέπεις, καλή, Σαρακηνόν πώς μας καταδιώκει;| Άρτι, κυρά μου, πρόσεξε το τι τον θέλω ποίσει» Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 936· γ) εξετάζω, ελέγχω: Σκόπησε, δεσποτεία μου, το όνειρον τό εφαντάσθης| και το διά τίναν σε έλεγεν ιδέ και πρόσεξέ το Λίβ. διασκευή α 1614· Ω καστελλάνε άρχοντα, κακόν μηδέν με ποίσεις,| μηδέ ύβριν, μηδέ αναισχυντιάν πράξεις ποτέ εις εμένα.| Πρώτον καταψηλάφησε, πρόσεξε την αλήθειαν, μάθε το πόθεν άνθρωπος είμαι και τι γυρεύω Φλώρ. 1399. 3) α) Ασχολούμαι με επιμέλεια, δείχνω ενδιαφέρον: Λίβ. Va 1004· Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 292· (εδώ προκ. για ερωτικό ενδιαφέρον): Ος (ενν. ο Ιωάννης ο Παλαιολόγος) έχων γυναίκα πλουσίαν από Λουμπαρδίας ουδόλως ηγάπησεν αυτήν, άλλαις προσέχων Ιστ. πολιτ. 67· β) επιτηρώ, φυλάγω κ.: Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 273, Δευτ. Παρουσ. 340. 4) Φροντίζω να κάνω κ.: πρόσεξε να ποίσεις| όλα τά σ’ επαράγγειλα, να μη σε λάθει πράγμαν Λόγ. παρηγ. L 187 πρόσεχε όλοι να σ’ αγαπούσιν Φλώρ. 1129. ποίησε αφορμήν ότι θεωρείς πουλίν εις το κουβούκλιν,| και τόξευσέ το, αλλά αχαμνά, και πρόσεξε να πέσει| απέσω εις το κουβούκλιν της της κόρης η σαγίττα Λίβ. διασκευή α 1278. 5) α) Δίνω σημασία, λαμβάνω υπόψη μου, υπολογίζω κάπ./κ.: παιδίν μου, της βουλής πρόσεχε των γερόντων Σπαν. P 241· Ούτως γαρ γίνεται ο λαλών πρόθυμος εις το λέγειν,| αν βλέπει ότι προσέχεις τον κι ένι ο νους σου εις αύτον Σπαν. B 252· Πρόσχες, παιδίν μου, ακριβώς, τως γαρ ετάχθης φίλος·| έχε τιμήν κι ασχόλησιν και καθαράν αγάπην Σπαν. A 96· β) τηρώ, τιμώ: Παϊσ., Ιστ. Σινά 51, Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι IX 128, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 19, 22. Β́ Αμτβ. 1) Εντείνω την προσοχή μου· κοιτάζω ή ακούω προσεκτικά: Ο δε Αίσωπος ήλθε από την υπηρεσίαν οπού τον έστειλαν και ήλθεν εις το τσικάλι και επρόσεξε και ανάδευσε με το χουλιάρι και εβλέπει και λείπει το ένα ποδάρι (ενν. του χοίρου) και εννόησε την επιβουλήν οπού ήθελαν να του κάμουν Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά 1716· εμείς εκαταλέγαμεν και επρόσεχαν εκείνες| και εκρέμαντο οι ορωτικές απέ το καταλόγιν Λίβ. Esc. 1921. 2) α) Έχω το νου μου, συμπεριφέρομαι με περίσκεψη και προσοχή· (συνηθέστ. σε προστ. ή υποτ. ως προειδοποίηση, προτροπή ή απειλή): Σπαν. P 245, Χρον. Μορ. P 8302· (με άρν.): Μεταβάλλεται δε εις λήθην και το πάντιμον κτήμα της φιλίας και της αρετής, εις εκείνους μάλιστα οπού δεν προσέχουσιν Ευγ. Γιαννούλη, Επιστ. 1819. β) καραδοκώ: Την όλην γαρ επρόσεχα την παρελθούσαν νύκταν| και ταύτην (ενν. την κόρην) είδον μετ’ αυτού (ενν. του μισθαργού) συμπαίζουσαν, φιλούσαν Καλλίμ. 2215. II. Μέσ. Ά Μτβ. 1) Παίρνω τα μέτρα μου, προφυλάγομαι από κ.: ο φρόνιμος άνθρωπος, όταν γλύσει από έναν κίνδυνο, τότε προσέχεται να μην πέσει εις άλλον Νούκ., Μύθ. (Παράσογλου) 31· (συχνότ. σε προστ./υποτ. ως προειδοποίηση ή προτροπή): Φυλαχθείτε λοιπόν και προσέχεσθε και από τες μικρές αφορμές του κακού Χριστ. διδασκ. 420· ο γέρος ας προσέχεται την δευτερογαμίαν Γεωργηλ., Θαν. 412· Το λιοντάρι στον Διγενή απάνω κατηβαίνει· | ο αμιράς φοβούμενος στον Διγενή κοντεύει,| λέ’ του: «υιέ Βασίλειε, προσέχου το λιοντάρι» Διγ. O 1361. 2) Τηρώ κ.: Ήδωκε (ενν. ο Πλάστης) στράτα καθαρά του ανθρώπου να γνωρίσει,| το δαίμονα να καταργά και να τονε νικήσει, (παραλ. 1 στ.) το νόμο να προσέχεται, το χάρισμα να πάρει Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 4713. 3) Ασχολούμαι με κ., επικεντρώνομαι σε κ.: είπε της να προσέχεται όμορφα τη δουλειά της Αλεξ. 162. Β́ (Αμτβ.) έχω το νου μου, ενεργώ με περίσκεψη και προσοχή: Κι αν σε αγαπά (ενν. η γυναίκα σου) εβλέπεται οδιά να μη σου σφάλει| και α σκοντάψει μιαν φοράν προσέχεται την άλλη Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 182· (συχν. σε προστ./υποτ. ως προειδοποίηση ή προτροπή): Τότε του λέγει ο πατήρ του (ενν. του Ιωσήφ): «Το λοιπόν εσύ θέλεις να γένεις βασιλεύς και εγώ και η μητέρα σου με τα αδέλφια σου να σε προσκυνούμεν; Αμή προσέχου, μην το λέγεις τινός πλέον! Ότι, ακούοντές το, οι αδελφοί σου θυμώνουνται κατά σου!» Βίος Ιωσήφ 270· αλλά και σεις προσέχεσθε, ω άρχοντες Ρωμαίοι,| όσοι στην κούρτην βρίσκεσθε και όσοι αγοραίοι Ιστ. Βλαχ. 423.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης