Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- αποβγάνω,
- Εγκ. αγ. Δημ. 109160, Διγ. (Hess.) Esc. 464, Διγ. (Καλ.) Esc. 414, Λίβ. (Wagn.) N 3533, Πένθ. θαν. (Ζώρ.) N 195, Πεντ. (Hess.) Δευτ. VII 10 δίς, Κατζ. (Πολ. Λ.) Β΄ 126, 338, Δ΄ 78, Πιστ. βοσκ. (Joann.) I 3, 142· 176· (έκδ. αποβγαίνης- χφ. αποβγάνης), Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 36428, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Γ΄ 936, 1034, Δ΄ 459, Στάθ. (Σάθ.) Α΄ 284, Ροδολ. Τοις αναγν. [31], Α΄ [166, 377], Β΄ [167], Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [7], Δ΄ [230, 424, 474], Ε΄ [230], Φορτουν. (Ξανθ.) Β΄ 458, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 34211, 35219, 4599· απεβγάνω, Ερμον. (Legr.) O 33, Λίβ. (Lamb.) Sc. 2929· αποβγάλλω, Ασσίζ. (Σάθ.) 388, 4030, 5911, 6324, 6625, 677, 13521, 31528, 3324, 5, 46714, Μαχ. (Dawk.) 2219, 328, 2827, 38814, 49414, 53220, 55213, 57422, 6448· αποεβγάνω, Βίος Αισώπ. (Perry) 300· αποφγάλλω, Ασσίζ. (Σάθ.) 46021· επεβγάνω, Διγ. (Καλ.) Esc. 1020· ’ποβγάνω, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Γ΄ 1748, Δ΄ 238, Ε΄ 361, Διγ. (Lambr.) O 1421· μτχ. απεβγαλμένος, Ασσίζ. (Σάθ.) 331· αποβγαλμένος, Ασσίζ. (Σάθ.) 616, 14910, 2082, 2269-10, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Δ΄ [893]· απουβγαλμένος, Ασσίζ. (Σάθ.) 19521· αποφγαλμένος, Ασσίζ. (Σάθ.) 27424, 3675, 39115, 4603, 47617, 18.
Από την πρόθ. από και το βγάνω (και βγάλλω). Για την από ως α΄ συνθ. βλ. αποβάψω (ετυμολ.). Η λ. και οι περισσότεροι τ. της και σήμ. (ΙΛ, λ. αποβγάλλω).
1) Διώχνω, απομακρύνω, αποπέμπω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αποβγάλλω 1α): ν’ αποβγάλει τον υγιό και να τον εξορίσει Ερωτόκρ. Γ΄ 1034· επόβγαλε τσι φίλους του Ερωτόκρ. Γ΄ 1748· Οι Βενετίκοι ετάξαν μου να μου δώσουν όσα θέλω ν’ αποβγάλω τους Γενουβήσους απαύτα Μαχ. 55213. 2) α) Συνοδεύω, ξεπροβοδίζω (κάποιον) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αποβγάλλω 2): Πάει όξω και με φρόνεψη τους ξένους αποβγάνει Ερωτόκρ. Δ΄ 459 (βλ. και απεκβάλλω 3)· β) (προκ. για κόρη σε περίπτωση γάμου) παντρεύω: εγώ τη θυγατέρα μου μονάχος ν’ αποβγάλω Στάθ. Α΄ 284 (βλ. και ακουμπίζω Β5, ανδροα(ρ)μώνω). 3) α) Γλυτώνω, απαλλάσσω, απελευθερώνω (κάποιον από κάποιον ή κάτι) (Πβ. και Βλάχ.): παρακαλώ τον Θεόν να σε αποβγάλει απέ τα χέρια τούς Σαρακηνούς Μαχ. 6448· να με αποβγάλει απού πάσα πειρασμόν Μαχ. 2219·. Η μτχ. ως επίθ. = αθώος: εντέχεται να ένι όλοι αποβγαλμένοι απ’ εκείνον τον φόνον Ασσίζ. 2082 (βλ. και αναρρύω, ανασπώ II (μέσ.) 2, ανασώζω Β, απαλαφρώνω Α3)· β) ελευθερώνω, αποφυλακίζω: και η αυλή, αν ουδέν έχει άλλο χρέος, εντέχεται παραύτα να τον αποβγάλει Ασσίζ. 5911. Η μτχ. ως επίθ.: 1) ελεύθερος: πρέπει όλοι να ένι αποφγαλμένοι απ’ εκείνον τον φόβον Ασσίζ. 4603· το δίκαιον κρίνει ότι εντέχεται να ένι αποφγαλμένοι απέ την φρουράν Ασσίζ. 47617. 2) απελεύθερος: τάσσομαι σου απέ τώρα τα είσαι αποβγαλμένος απού δούλευσήν μου της σκλαβιάς Ασσίζ. 14910. 4) α) (Προκ. για χρέος) ξεπληρώνω, εξοφλώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αποβγάλλω 6α): ο καιρός επέρασεν οπού έστησαν να αποεβγάλει το χρέος του Βίος Αισώπ. 300· β) (προκ. για ενέχυρο) αποδεσμεύω πληρώνοντας (Πβ. Εάν … ουδέν το αποσπάσει Ασσίζ. 28926): θέλει το πάρει, εάν εκείνος ουδέν το αποβγάλει απού το έβαλεν αμάχιν Ασσίζ. 4030. 5) (Προκ. για πώληση) παραδίδω (κάτι): ο πουλητής ουδέν ημπορεί πλέον να μετανώσει απέ την πούλησην … άμε ένι κρατημένος με το δίκαιον και με την ασσίζαν ο πουλητής ν’ αποβγάλει εκείνον το πράγμαν το επούλησεν Ασσίζ. 388. 6) Βγάζω: απεβγάνει γούν το βέλος κ’ εις τας νήας υπαγαίνει Ερμον. Ο 33· (μεταφ.) τα μη αποβγάλεις από εμέ τον εδικόν σου πόθον Λίβ. N 3533. 7) Βγάζω ολοκληρωτικά (Η σημασ. και σήμ. ΙΛ, λ. αποβγάλλω 7): και τες γυναίκες και παιδιά εβγάνου κι αποβγάνουν| κι οι άνδρες απομείνασιν εκεί για ν’ αποθάνουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 4569. 8) Βγάζω (κάποιον) «από τη μέση», δολοφονώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αποβγάλλω 1γ): γυρεύγουν να τούς αποβγάλουν και ταγίζουν τους πράματα βραστικά και μαγείες Μαχ. 57422. 9)Τιμωρώ (Πβ. ΠΔ Tisch., Δευτ. VII 10: αποδιδούς τοις μισούσιν): και αποβγάνει τούς μισητάδες του προς τα πρόσωπά του να τον χάσει Πεντ. Δευτ. VΙI 10. Η μτχ. ως επίθ.=απόβλητος: τοιούτον δίκαιον εντέχεται να γένει εις εκείνους οπού ήσαν εις τον γάμον και ουκ εγίνωσκαν ότι εσυγγενιάζαν, ουδέ πρέπει να ένι αποφγαλμένοι … Ασσίζ. 3675 (βλ. και ανατάζω 2β, ανταποδίνω 3, αντίμετρώ γ).
ασφαλίζω,- Τρωικά 52616, Ελλην. νόμ. 5235, 53420, 5495, 56324, 57625, Χρυσόβ. Ανδρ. Β′ 18, Αρμεν., Εξάβ. A΄ 421, 151, Β΄ 151, Γ΄ 1020, Ε΄ 1145, Λίβ. N 2029, Δούκ. 12523, 17132, 20118, 2919, Σφρ., Χρον. μ. 12230, 12420, Κορων., Μπούας 45, 98, Παϊσ., Ιστ. Σινά 255, 574, 1256, Κρ. συμβόλ. 37, 67· σφαλίζω, Τρωικά 53224, Προδρ. I 250, Ασσίζ. 18422, 44916, Ορνεοσ. αγρ. 57220, 58123, Διγ. Α΄ 2733, 4498, Χρον. Μορ. H 909, Χρον. Μορ. P 617, Φλώρ. 1713, Ερωτοπ. 207, Λίβ. Sc. 1020, Λίβ. Esc. 2094, Ιμπ. 845, Θρ. πατρ. 28, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 616, Μαχ. 1035, 9011, 21435, 26412, 16, 4064, 43233, 55813, Σφρ., Χρον. μ. 16811, Θησ. (Foll.) I, 79, Θησ. ΙΛ΄ [104], Ch. pop. 413, Χούμνου, Π.Δ. I 6, 12, IX 7, X 13, Ριμ. Βελ. 208, Βουστρ. 474, 486, 494, 498, 504, Βίος Αισώπ. 303, Αλεξ. 2584, Διήγ. Αγ. Σοφ. 1545, Σαχλ., Αφήγ. 464, 497, 501, Κυπρ. ερωτ. 148, 9462, Απόκοπ. 190, Ιμπ. (Legr.) 979, Κορων., Μπούας 12, 15, 28, 97, 98, 125, 141, Φαλιέρ., Ιστ. V 178, 277, Βεντράμ., Φιλ. 231, Πεντ. Γέν. II 21, VII 16, VIII 2, XIX 6, XXVI 15, Έξ. XIV 3, Λευιτ. XIII 4, Αρ. XII 15, Ρίμ. θαν. 136, 141, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 543, Αχέλ. 1313, Αιτωλ., Μύθ. 1364, Κώδ. Χρονογρ. 514, Θρ. Κύπρ. K 54, 75, 3111, 552, Ιστ. πατρ. 823, 12117, 12212, 1243, Δωρ. Μον. XXVII δίς, XXIX, Κατζ. Β΄ 108, Γ΄ 316, 401, Ε΄ 21, 491, Πανώρ. Δ΄ 281, Ερωφ. Α΄ 229, 455, Β΄ 122, 205, Γ΄ 292, 388, Δ΄ 220, Ιντ. δ΄ 96, Πιστ. βοσκ. I 1, 1· III 9, 27, Παλαμήδ., Βοηβ. 816, Σταυριν. 1012, 1276, Διγ. Άνδρ. 4079, Ερωτόκρ. Α΄ 684, 1124, 2127, Β΄ 720, Δ΄ 1750, 1913, 1933, Ε΄ 1002, Θυσ.2 549, 875, Στάθ. Α΄ 276, Γ΄ 238, 266, 337, 536, Ροδολ. Α΄ [187, 526, 534], Β΄ [210, 253], Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [58], Δ΄ [372, 506], Βακτ. αρχιερ. 155, Σουμμ., Παστ. φίδ. A΄ [1, 1052], Γ΄ [755, 1368], Φορτουν. Πρόλ. 2, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 37, Μαρκάδ. 335, Διγ. O 129, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1662, 20225, 3382, 3549, 3564, 36111, 3917, 4395, 11, 52621, Διακρούσ. 11118, κ.π.α.
Το μτγν. ασφαλίζω. Για το σφαλίζω βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 174, 220. Η λ. και σήμ. (ΙΛ και Δημητράκ., λ. ασφαλίζω και σφαλίζω). Πβ. σφαλώ.
1) (Ενεργ. και μέσ.) (προκ. για πόλη, κάστρο, κλπ.) κάνω ασφαλές, οχυρώνω (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. I1α): τον πύργον … καλώς ως εχρήν ασφαλίσας Δούκ. 20118· Δεν θέλεις πάρει Πάδοβαν ως έναι σφαλισμένη,| με τοίχους και μπαστούνια καλά ορδινιασμένη Κορων., Μπούας 98· το δε κάστρον ο αμιράς καλώς ασφαλισάμενος και παντί τρόπω αφυρώσας … Σφρ., Χρον. μ. 12230. Βλ. και ασφαλτώ 1. 2) α) Δεσμεύω (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. Ι2): οι πόδες αυτών ησφαλίσθησαν σιδήροις Σφρ., Χρον. μ. 12420· β) σταθεροποιώ: ο νους μου να ’χει μέριμναν μήπως και ασφαλίσω| της μοίρας μου το ασύστατον (έκδ. ανίστατον· διορθώσ.) Λίβ. N 2029. 3) α) Εξασφαλίζω (από ενδεχόμενο κίνδυνο), κατοχυρώνω (Πβ. L‑S στη λ. Ι2): εβούλοντο τα της έω προοικοδομήσαι και ασφαλίσαι, ως χρή, διά συνθηκών και όρκων Δούκ. 17132· βλ. και αναπαύω Α1δ, απαρτίζω 1· β) (μέσ.) (προκ. για ειρήνη) συνομολογώ (Πβ. L‑S στη λ. I1b): συν αυτῴ τῳ επιτρόπῳ Ουγγρίας τῳ Ιάγκῳ τριών ετών ειρήνην ασφαλισάμενος … κατά του Καραμάν εκστρατεύει Δούκ. 2919. 4) (Νομ.) (μέσ.) α) εξασφαλίζω, παρέχω ασφάλεια (Βλ. Πιτσάκη [Αρμεν., Εξάβ. σ. 392]): Εάν ο γείτων τον σαθρωθέντα οίκου αυτού και απειλούντα πτώσιν μη ανανεοί, μηδέ ασφαλίζηταί με του μη τινά καινοτομίαν παθείν εξ αυτού … Αρμεν., Εξάβ. Β΄ 151· β) βεβαιώνω κ. (Βλ. και Πορφυρογ., Προς Ρωμαν. 1336): εν τῳ του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος ονόματι συγγράφομαι και συντάττω … και βεβαιώ και ασφαλίζομαι ως έχουσι τα κατ’ εμέ, ούτως … Χρυσόβ. Ανδρ. Β′ 18· βλ. και αφυρώνω, μαρτυρώ· γ) (αμτβ.) εξασφαλίζομαι: Απών τις ου καταδικάζεται μεγάλῳ έγκλήματι, αλλά γίνεται αναζητούμενος διά γραμμάτων· αφού δε γνώ, τον ενιαυτόν έχει προς το εαυτόν καθάραι· και εάν είσω του ενιαυτού έλθει και ασφαλίσηται ή αποθάνει, ου δημεύεται η ουσία αυτού Αρμεν., Εξάβ. A΄ 421. 5) Εξασφαλίζω την ύπαρξη, σχηματίζω, συγκροτώ: επήρε ένα απέ τα πλεύρα του και εσφάλισεν κριάς κατωθιό της Πεντ. Γέν. Π 21. 6) α) Περιορίζω κάπ., εγκλείω, φυλακίζω (Πβ. L‑S στη λ. I3): Θωρώντα πως την ετυράννιζεν όλην την ημέραν και δεν έππεσεν, όρισεν και εσφάλισάν την εις έναν σπίτιν ως πισαυρίου Μαχ. 21435· για σένα μ’ εσφαλίσασιν εις την φλακήν ετούτη Ερωτόκρ. Ε΄ 1002, Φλώρ. 1713, Κώδ. Χρονογρ. 514, Ερωφ. Δ΄ 220· βλ. και αποκλείζω, αποκλείω 1β, αρεστιάζω 1β, ατενιάζω, καρτεράρω, φυλακιάζω· β) περιορίζω κάπ. κάπου σαν σε φυλακή: ψυχές … Χριστιανών στον Άδη να σφαλίζεις Τζάνε, Κρ. πόλ. 52621, Σταυριν. 1276. Φρ. σφαλίζω επάνου σε κάπ.=αποκλείω, περιορίζω: εσφάλισεν επάνου τους η έρημο Πεντ. Έξ. XIV 3. 7) (Μέσ.) κλείνομαι κάπου (για λόγους ασφάλειας και γενικότερα): στο Κάστρο Τούρκοι και Ρωμιοί, γυναίκες ανέβηκα| και με σπουδή ετρέχανε όλοι κι εσφαλικτήκα Τζάνε, Κρ. πόλ. 3564· εμπήκεν και εσφαλίστην εις την τζάμπραν του Βουστρ. 474· Στο πράσινόν του το κομπί στέκεται (ενν. το ρόδο) σφαλισμένον Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [1052], Κορων., Μπούας 15, Αιτωλ., Μύθ. 1364. 8) Κλείνω κάπ. ή κ. (με τοπ. προσδ., που σημαίνει «μέσα») α) περιορίζω σ’ ένα χώρο, κρατώ κλεισμένο (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. σφαλίζω 3): κι εσένα εσφαλίσασι σ’ αρμάρι κι εκαπνίσα| με θειάφι Στάθ. Γ΄ 337· αρπούν τους άντρες φανερά και μέσα τσί σφαλίζουν Κατζ. Γ΄ 316· σου τάσσω το ζιμιό να σου τόνε σφαλίσω| ’ς τσ’ αγκάλες σου σαν πεθυμάς Κατζ. Γ΄ 401· όλοι μιά πίστη δείχνουσι πως στην καρδιά σφαλίζου Στάθ. Γ΄ 238· ομορφιά ανεστόλιστη κι εις ρούχο σφαλισμένη Ροδολ. Β΄ [253]· β) κρατώ μέσα, περιέχω: ό,τι άλλα η κατοικιά μου| σφαλίζει πράματ’ ακριβά Ροδολ. (Μανούσ.) Δ΄ [506]· γ1) αποκλείω (ανθρώπους, πόλη, κλπ.): ήλθεν εις το Ανάπλιον και εσφάλισέ το από πάσαν βοήθειαν και τροφήν οπού του έμπαινεν από την θάλασσαν Δωρ. Μον. XXVII, Δωρ. Μον. XXIX· βλ. και αποσφαλίζω 2· γ2) πολιορκώ (ανθρώπους, πόλη,κλπ.): μέσα στην χώραν ύστερον όλους τους εσφαλίσαν| και ουδεμία ζωοτροφιά νά ’μπει ουδέν αφήκαν Κορων., Μπούας 28· βλ. και ακουμπίζω Β 5 φρ., αναγκάζω 3, αποκλείω (I) 3α, ασσετζιάζω, ασσετζίζω· δ) περικυκλώνω: Αμέτε εσείς απού ’χετε σφαλίσει| το φοβερό θεριό …| δώσετε το σημάδι (παραλ. 1 στ.) τον κυνηγιού Πιστ. βοσκ. I 1, 1· ε) (προκ. για φράχτη) περιβάλλω κ.: την κλαδερή τη φράχτη οπού σφαλίζει| το περιβόλι Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [755]· βλ. και τριγυρίζω· ς) (με τοπ. προσδ., που σημαίνει «έξω») αποκλείω, εμποδίζω σε κάπ. την είσοδο: Δεν έχω δίκιο, πολτική, όξω να με σφαλίσεις Κατζ. Ε΄ 491· την Εύαν και πρωτόπλαστον απόξω τους σφαλίζει Χούμνου, Π.Δ. I 6, Τζάνε, Κρ. πόλ. 3917· ζ) αποκλείω, απομακρύνω: και εσφαλίστη η Μίριαμ απόξω το φουσσάτο εφτά μέρες Πεντ. Αρ. XII 15· να σφαλίσει ο ιερέας την πληγή (δηλ. τον άρρωστο) εφτά μέρες Πεντ. Λευιτ. XIII 4. 9) (Προκ. για πόρτα, πύλη, παράθυρο) α) (μτβ.) κλείνω, κλειδώνω (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. I2): επεκλείσθησαν έσω και ησφάλισαν τας πόρτας της Τροίας Τρωικά 52616· Ορίζει και σφαλίζουσιν μοναστηριού την πόρταν Ιμπ. 845, Ροδολ. Α΄ [534], Κατζ. Β΄ 108, Θησ. (Foll.) I, 79· βλ. και αφυρώνω, μανταλώνω· (με εννοούμ. τη λ. πόρτα) =κλειδώνω: Άντα, Ταμάρ, σφαλίσετε κι αμέτε ’ς τση κεράς σας Θυσ.2 549· β) (αμτβ.) κλείνω: Πρός το βραδί εστράφηκεν· οι πόρτες εσφαλίσαν Βεντράμ., Φιλ. 231· τα παρεθύρια σφάλισαν, τήν ηγαπώ δεν είδα Ch. pop. 413· το κάστρον αναμένει με του να σφαλίσει τώρα Λίβ. Esc. 2094· άνοιγαν κι εσφαλίζασι τα φύλλα τση καρδιάς τση Ερωτόκρ. Α΄ 2127. 10) (Προκ. για μάτια, χείλη, στόμα) (μτβ.) α) κλείνω (Βλ. L‑S στη λ. I2): την αναπνιά κρατίζου,| το στόμα είναι σωπαστό, τα μάτια δε σφαλίζου (ενν. οι θεατές). Δε στρέφουνται να δουν αλλού Ερωτόκρ. Δ΄ 1750· ο χάρος …| θέλει σφαλίσειν απουμιάς το δείν μου Κυπρ. ερωτ. 148, ανοίγει και σφαλίζει το στόμα αυτού Ορνεοσ. 58123· βλ. και καμμυώ· (προκ. για νεκρό): να μου σφαλίσ’ ο κύρης μου τ’ αμμάτια και το στόμα Θυσ.2 875· β) κρατώ κλειστά: τούτα τα μάτια απού ως τυφλή παντοτινά σφαλίζω (ενν. εγώ η Τύχη) Φορτουν. Πρόλ. 2· γ) φρ. γ1) σφαλίζω τα μάτια (κάπ.)= «τυφλώνω», απομωραίνω (κάπ.): ο σύντροφός του εμπήκεν κρυφά μεσόν τους εις τιτοίον μόδον ότι κανένας δεν επήρεν σκοπόν, ότι ο Θεός εσφάλισεν τα ματία τους και δεν τον είδασιν για ν’ αποσκεπαστούσιν Μαχ. 1035· βλ. και τυφλαίνω· γ2) σφαλίζω μάτι ή τα μάτια =αποκοιμούμαι: πάσχω ν’ αποκοιμηθώ και αμμάτι δεν σφαλίζω Στάθ. Α΄ 276, Ροδολ. Α΄ [526]· δ) (αμτβ., ενεργ. και μέσ.) κλείνω: ως το ’πεν εξεψύχησε, τα μάτια τζη σφαλίσα Ερωτόκρ. Β΄ 720· το στόμα τζη εβουβάθηκε, τα μάτια εσφαλιστήκα Ροδολ. (Μανούσ.) Δ΄ [372], Θρ. Κύπρ. K 552, Ερωτόκρ. Δ΄ 1913. 11) (Προκ. για άνοιγμα) κλείνω, φράζω (μτβ. και άμτβ.): τον πόρον θα σφαλίξω| του σπήλιου μετά τούτο το μεγάλον| … χαράκι Πιστ. βοσκ. III 9, 27, Δωρ. Μον. XXVII, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [1368]· Μέσα να σκάπτουνε πολλοί στους λάκκους ευρεθήκα| κι άνοιξε η γης κι εσφάλισε και ζωντανοί εθαφτήκα Τζάνε, Κρ. πόλ. 1662· το έντερον εκρατήθην και εσφάλισεν απέ το κάψιμον εις οπλήν (πβ. Ασσίζ. 43620: έφραξεν) Ασσίζ. 18422, Φαλιέρ., Ιστ. V 277. Βλ. και αποκλείω (I) 1α, αποφράζω, στουμπώνω. 12) (Μτβ. προκ. για κ. ανοιχτό) α1) κλείνω (Βλ. και Van den Ven, La legende de S. Spyridon, Louvain 1953, σ. 947 και Σπυριδ., Κρητικά 1, 1930, 46): εσφάλισεν … το κουβούκλιον Διήγ. Αγ. Σοφ. 1545· τα βιβλία σφάλιξε Ερωτόκρ. Α΄ 684· Τον Άδη, τον παράδεισο ανοίγεις και σφαλίζεις Πανώρ. Δ΄ 281· α2) κλειδώνω: τσή χώρας μου ’ναι τα κλειδιά τούτα και τούτο τ’ άλλο| το θησαυρό μου, κάτεχε, σφαλίζει το μεγάλο Ερωφ. Ιντ. δ΄ 96, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 616· βλ. και μανταλώνω· β) (προκ. για εκκλησία) επιβάλλω αργία, δεν επιτρέπω να λειτουργήσει (Πβ. Δημητράκ., λ. σφαλίζω 2): Περί θυμώδους αρχιερέως οπού από τον θυμόν του αργήσει ιερέα ή λαϊκόν αφορίσει ή σφαλίσει εκκλησίαν δια να πάρει δώρα Βακτ. αρχιερ. 155· γ) (προκ. για δρόμο) αποκλείω, εμποδίζω τη διέλευση: απέκτεινα δικαίως| … τον ληστήν που σφάλιζεν τους δρόμους·| ουδένας ετόλμησε ποτέ τους δρόμους να περάσει Διγ. A 2733, Κυπρ. ερωτ. 9462, Χούμνου, Π.Δ. IX 7· βλ. και ανακόπτω 1, απεμποδίζω, αποκόπτω 3, εμποδίζω, κρατώ, σποδώνω· δ) (προκ. για μια υπόθεση) αποφασίζω, συμφωνώ: τα λόγια ήσασιν πολλά έως ου να τα διακρίνουν·| το γάρ εις τέλος είπασιν, ούτως τα εσφαλίσαν Χρον. Μορ. H 909· ε) (μέσ.) τελειώνω, ολοκληρώνω: τα λαληθέντα παρ’ αυτών πιστώς γραφέντα και δια συγκαταθέσεως των μερών αναγνωσθέντα και κηρυχθέντα, ύστερον ασφαλίσαντο την δίκην και αιτήθησαν την απόφασιν Ελλην. νόμ. 5495, Ελλην. νόμ. 5235, 56324, 57625· βλ. και αποπεραίνω, ξετελεύω· ς) επισφραγίζω: εκείν’ απ’ όλες τσ’ άλλες σου καλομοιριές σφαλίζει,| με τσ’ Ερωφίλης την παντρειά στ’ άστρ’ η κορφή σου ’γγίζει Ερωφ. Α΄ 455· ζ) (αμτβ.) (προκ. για κατάστημα) κλείνω: ο βαχλιώτης του εζήτησεν λάδιν να βάλη εις τ’ αγρελλία και ελησμόνησα ν’ αγοράσουν και τα χανουτία εσφαλίσαν ότι ήτον αργά Μαχ. 26412· (προκ. για εκκλησία): απήν σφαλίσουν οι εκκλησιές και απήν μισσέψουν όλοι Απόκοπ. 190· η) (μέσ., προκ. για βρύση) σταματώ: και ασφαλίστηκαν οι βρύσες της άβυσσος και καταρράχτες του ορανού και εποκόπην η βροχή Πεντ. Γέν. VIII 2. Φρ. σφαλίζω τα άρμενα= κατεβάζω τα πανιά του πλοίου: αρχίζουσιν οι λουμπαρδιές τ’ άρμενα να σφαλίσου| και να παραδοθούσινε να μηδέ τους βουλήσου Τζάνε, Κρ. πόλ. 4395, Τζάνε, Κρ. πόλ. 3382, 43911. Η μτχ. ως επίθ. α) κλειστός: τόποι σκοτεινοί και πόρτες σφαλισμένες Διγ. A 4498· θωρεί την όψη κι ήσπριζε, τα μάτια σφαλισμένα Ερωτόκρ. Δ΄ 1933· λίμπρο … σφαλισμένο Στάθ. Γ΄ 266· βλ. και ασφαλιστός 2α· β) απρόσιτος, απαγορευμένος: Για σας οι ουρανοί ’ναι σφαλισμένοι Ερωφ. Γ΄ 388. Βλ. και άβολος, ανεπιχώρητος, ανθρωποαπερίκοπος.
βάτραχος- ο, Βίος Αλ. 4229, Φυσιολ. 36114, Βίος Αισώπ. 304, Αιτωλ., Μύθ. 841, Ιστ. Βλαχ. 190· βάθρακας, Μπερτόλδος 28 (γεν. βαθράκου)· βάθρακος, Βίος Αισώπ. 303· βαθρακός, Προδρ. ΙΙΙ 95, 311, Ακ. Σπαν. 2810, 37289, 39343, Gesprächb. 511, Βίος Αισώπ. 303, 304, Πεντ. Έξ. VIII 4, 5, 7, Αιτωλ., Μύθ. 191, 842, 1136· βαθραχός, Προδρ. III 95 (χφ g) (κριτ. υπ.)· βατρακός, Πεντ. Έξ. VII 27, 28, 29, VIII 1, 2, 3, 8· βατραχός, Προδρ. III 216b (χφ g) (κριτ. υπ.), Παλαμήδ., Βοηβ. 797· βοθρακός, Ακ. Σπαν. (Eideneier) 2925· βορθακάς, Ζήνου, Βατραχ. 17, 161· μποθρακός, Κατζ. Β΄ 41.
Το αρχ. ουσ. βάτραχος. Για τη λ. βλ. και Χατζιδ., Αθ. 26, 1914, ΛΑ 48 κε. και Φάβ., ΛΔ 2, 1940, 100 κε. Η λ. και οι τ. της βάθρακος, βαθρακός, βοθρακός και σήμ. (ΙΛ).
Βάτραχος (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): Εις λίμνην κάπου βάτραχος βαθείαν μέσα ήτον Αιτωλ., Μύθ. 841. — Βλ. και βάθραξ.
γαμίζω,- Βίος Αισώπ. 303.
Το μτγν. γαμίζω.
(Αδιακρίτως φύλου) συνουσιάζομαι, έρχομαι σε σαρκική μίξη: ως έπαιζον ... και εγελούσαν γαμίζοντας Βίος Αισώπ. 303.
γαμώ,- Σταφ., Ιατροσ. 17471, 472, Ακ. Σπαν. 45530, Αρμεν., Εξάβ. Δ΄ 18, Φυσιολ. (Offerm.) G 9811 (κριτ. υπ.), Μαχ. 574 (κριτ. υπ.), Αλεξ. 2545, Βίος Αισώπ. 303 δις, Σαχλ. N 255, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 417, Σαχλ., Αφήγ. 653, 758, 836, 870, Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 237.
Το αρχ. γαμέω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
(Το ενεργ. προκ. για άντρα· το παθητ. προκ. για γυναίκα) συνουσιάζομαι, έρχομαι σε σαρκική μίξη (Η σημασ. αρχ., L‑S, γαμέω I2 και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): έβαλεν εις τον νουν του ότι να πηγαίνει να ποίσει τρόπον να την γαμήσει Βίος Αισώπ. 303· Να σε γαμήσω; Έτοιες δουλειές δεν κάνω εγώ κι εύρε άλλο Φορτουν. (Vinc.) E΄ 237· Κρυφά γαμιέται πολτική (έκδ. πολιτική· διορθώσ.) εδώ κι εκεί, όπου θέλει Σαχλ. N 255.
διηγώ,- Βίος Αισώπ. 30011, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΙΆ́ [385].
Από το αρχ. διηγέομαι.
Αφηγούμαι, εξιστορώ (Πβ. την αρχ. σημασ., L‑S, λ. διηγέομαι και τη σημερ., Δημητράκ., λ. διηγούμαι): εδιήγησεν αυτοίς τα περί Αισώπου Βίος Αισώπ. 30011.
νοερός,- επίθ., Φυσιολ. (Offerm.) G 928, Φυσιολ. M 28, 2213, 2911, Φυσιολ. (Offerm.) M 457, Φυσιολ. (Zur.) ΙΙΙ 122, LII4, Φυσιολ. 34423, 35724.
Το αρχ. επίθ. νοερός. Η λ. και σήμ.
1) Που έχει την ικανότητα της νόησης, νοήμονας, λογικός: έδωσέ του (ενν. ο Θεός του ανθρώπου) ψυχήν νοεράν διά να εννοεί το καλόν και το κακόν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 59r. 2) α) Που γίνεται αντιληπτός μόνο με το νου, νοητός: πτέρυγας έχει (ενν. η ελεημοσύνη) νοεράς, πέτεται σαν ξιφτέρι (παραλ. 1 στ.) και ρίχνει αποπάνω της το κοσμικόν το βάρος Ιστ. Βλαχ. 1900· υιέ, το φως το νοερόν της όλης μου καρδίας (Για τη σημασ. βλ. ωστόσο και Κριαράς [Ανακάλ. σ. 49]) Φλώρ. 1167· τῃ τρίτῃ αναστάντος αυτού (ενν. του Χριστού) εκ νεκρών, είδομεν τους νοερούς φωστήρας Φυσιολ. (Zur.) LII17· (προκ. για το νόμο του Θεού, τις θεϊκές εντολές): νοερά ύδατα εάν ακούσεις, εξεμέσεις πάσαν κακίαν και γίνεταί σου η καρδία ναός Θεού Φυσιολ. M 2913· ζήτησον την νοεράν πηγήν, τον του Θεού νόμον Φυσιολ. M 98· (προκ. για τη θεϊκή φύση του Χριστού): εκάλυψε (ενν. ο Χριστός) τα νοερά αυτού ίχνη, τουτέστι την θεότητα Φυσιολ. 3397· β) (προκ. για το Χριστό): ο σωτήρ μου, ο νοερός λέων, ... αποσταλείς από του αενάου Πατρός Φυσιολ. 3394-5· ήλθεν ο νοερός ελέφας και ήγειρε τον άνθρωπον από της γης: «Εταπείνωσε γαρ εαυτόν, ίνα πάντας σώσῃ» Φυσιολ. 3662· έσχεν (ενν. η Θεοτόκος) γαρ τον νοερόν λίθον, τον Σωτήρα ημών Ιησούν Χριστόν Φυσιολ. M 2215· γ) (προκ. για το διάβολο): αποκτείνει (ενν. ο Σωτήρ) τον νοερόν δράκοντα ..., τουτέστι τον διάβολον Φυσιολ. 35617· δ) (συνεκδ. προκ. για τα πάθη): εάν έχεις νοερούς δράκοντας κεκτημένους εν τῃ καρδίᾳ σου, κάλεσον τα Ευαγγέλια Φυσιολ. M 2911. 3) α) Που δε γίνεται αντιληπτός με τις αισθήσεις, άυλος: όλα τα όντα τα κτιστά, τόσον νοερά όσον και αισθητά, υπό την εξουσίαν της θείας Προνοίας ευρισκόμενα Βελλερ., Επιστ. 53· έκφρ. νοερός οίκος = ψυχή: ουκ εισβαίνουσιν οι λησταί εις τον νοερόν σου οίκον Φυσιολ. M 2612· β) (προκ. για την πνευματικότητα της ψυχής): καθαρούνται αι της νοεράς σου ψυχής αισχραί επιθυμίαι του εχθρού Φυσιολ. M 2221. 4) Πνευματικός, που έχει πνευματική σχέση με κάπ.: Οι μεν πατριάρχαι σπέρμα σωματικόν εζήτουν σπείραι, οι δε απόστολοι νοερά τέκνα· εγκράτειαν ήσκησαν ουράνιον αιτησάμενοι σπέρμα Φυσιολ. (Offerm.) G 448. 5) (Προκ. για λόγο, φράση) αλληγορικός: το δε «κνίζων συκάμινα» νοερόν εστί το ρήμα Φυσιολ. (Offerm.) M 1575. Το ουδ. ως ουσ. = νοημοσύνη, ευφυία: ο δε βασιλεύς εθαύμασεν αυτού το νοερόν της καρδίας και έδωκεν αυτῴ πλείστα χαρίσματα ως φιλοσόφῳ Βίος Αισώπ. 299.
ξενίζω,- Σπαν. A 504, Κομν., Διδασκ. Δ 307, Σπαν. P 260, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 533, Λίβ. P 415, 2721, Λίβ. Sc. 1082, Λίβ. Esc. 255, 280, 413, 3320, Λίβ. (Lamb.) N 137, 291, Λίβ. N 1900, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1144, 1473, Ιμπ. 574, 852, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 708, Θησ. Πρόλ. [2], Δ́ [906], Διήγ. Βελ. χ 538, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 48, Διήγ. Αλ. V 36, Βυζ. Ιλιάδ. 74, Αλφ. 2353, Αλφ. (Μπουμπ.) I 53, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 1844· μτχ. ενεστ. εξενίζοντα, Απόκοπ.2 384.
Το αρχ. ξενίζω. Η λ. και σήμ.
I. Ενεργ. Ά́ Μτβ. 1) α) Φιλοξενώ, περιποιούμαι ξένους: Βίος Αισώπ. 298· Πρόσφερε ξένους, ω υιέ, στον οίκον σου απέσω (παραλ. 7 στ.) ... λέγει γαρ και η Γραφή, των προφητών οι λόγοι| «Οπού πτωχόν εξένισεν Χριστόν γαρ θεραπεύει| και οπού πτωχόν ηλέησεν Θεόν γαρ το δανείζει» Σπαν. (Ζώρ.) V 19· Οι δε άρχοντες αυτών πάλιν συνετοί και σοφοί και έντιμοι, ξενίζοντες τους τυχόντας και παραμυθούντες Ψευδο-Σφρ. 5387· β) (εδώ μεταφ. προκ. για τον Ηρόδοτο, του οποίου η συγγραφή έλαβε τον τίτλο «Μούσαι»): Πέψετε εσείς βοήθεια στα λόγια τα δικά μου,| μούσες, ...| καθώς και του Ηρόδοτον την είχετε χαρίσει,| στην κατοικιά του μοναχός πως είχε σας ξενίσει Λίμπον. 94. 2) Προκαλώ έκπληξη και θαυμασμό: το μοναστήριον και η εκκλησία αύτη, μόνον να σέβει τινάς μέσα, απορεί ο νους του λογιάζοντας εις τι τόπον ευρίσκεται τοιούτος πολύτιμος θησαυρός· ξενίζει γαρ τῳ όντι και νουν και διάνοιαν και καθένα κάνει να αστοχήσει τους κόπους και την ταλαιπωρίαν του δρόμου Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 161. 3) Αναλογίζομαι, σκέφτομαι κ. με έκπληξη και θαυμασμό: Ξένισε και τον ποταμόν τόν λέγουσιν Αλφείον,| πώς το θαλασσοπέλαγος το τόσον παρατρέχει| και προς την λίμνην έρχεται την εις την Σικελίαν Λίβ. (Lamb.) N 169. Β́ (Αμτβ.) εκπλήσσομαι· εδώ η μτχ. ενεστ. ως επίθ. = έκπληκτος: και απήτις μας εγνώρισεν, ήρθεν κι εσίμωσέ μας| και τον καθέναν ήρπαξεν με πόθον και αγκαλιάσθην (παραλ. 2 στ.) κι είπε μας εξενίζοντα: «Τάχα και να ʼσθ’ εκείνοι,| τους είχα ομμάτια κι έβλεπα, τους είχα φως κι εθώρουν …;» Απόκοπ.2 384. ΙI. Μέσ. Ά́ Αμτβ. 1) Απορώ, παραξενεύομαι· εκπλήσσομαι, σαστίζω: Μάθε και τα ονόματα των δύο και ξενίζου.| Η κλήσις της χριστιανής όνομα Τοπατσία,| της βασιλίσσης πάλιν δε το όνομα Καλλιοτέρα Φλώρ. 111 (Βλ. και Köstlin, BZ 1,1892, 398)· τα πράματα του κόσμου, ως όσον πλιο τα μελετώ, ξενίζομαι ατός μου Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 160· όταν ... εδιηγήθην του όλα τα συμβάντα, εις αυτόνον εξέστη ο νους του και ολωνών όσοι τον εκούγασι όλοι εξενίζουντανε Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 434· Κάμνεις με και ξενίζομαι ακόντα τέτοιον τάξη.| Και των ανθρώπω έν’ δυνατό τη Μοίρα να κουρσεύου; Φαλιέρ., Ιστ.2 117· έπεσεν το στεφάνι από το πρόσωπον τον Νεκτενάβον και έπεσεν εις το κεφάλι του Αλεξάνδρου. Και ως είδαν οι μεγιστάνοι και ο λαός, όλοι εξενίσθηκαν και εθαύμασαν Διήγ. Αλ. G 26737· (με επόμ. τις προθ. εις, σε + αιτιατ.): δέσποτά μου, θαυμάζομαι σε και ξενίζομαι εις τον λόγον σου. Εσύ βλέπεις πώς σε σφίγγουσιν οι όχλοι και στεναχωρούσιν οι άπειροι λαοί και συ λέγεις: «τις μου ήψατο;» Πηγά, Χρυσοπ. 235 (10)· Ξενίζομαι στον άνθρωπον οπού ουδέν πιστεύει| κρίσιν και ανταπόδοσιν εις τον παρόντα κόσμον,| που παραβλέπει τον κριτήν, την φοβεράν ημέραν Αλφ. καταν. 66. 2) Νιώθω έκπληξη και θαυμασμό· θαυμάζω: αυτός (ενν. ο ιερεύς) εξενίστηκε από το θαύμα, έμεινεν άφωνος Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 445· Βλέποντά σε (ενν. Μαρία) ξενίζεται των αρχαγγέλων χώρος.| Λέγοντες ποια εκ την έρημον ετούτην αναβαίνει,| ώσπερ καπνός του λιβανιού το άρωμα χρισμένη; Σκλέντζα, Ποιήμ. 742· Χρήμαν πολύν, ατίμητον και πλούτον ουκ ολίγον| ήφεραν εις τον βασιλέα· είδεν και εξενίστην Διήγ. Βελ. χ 301· (με υποκ. τις λ. νους, ψυχή): χρυσήν λεκάνην έθηκαν με το κρασίν ομπρός του,| ωσάν ο μαύρος μεθυσθεί και άρξηται του παίζειν,| να είδες, να εθαυμάστηκες, ο νους σου να εξενίστην Αχιλλ. N 351· είδαμεν κάστρου καλλονήν, είδαμεν κάστρου κτίσμαν| και ως έχω από αφηγήματος να ξενιστεί η ψυχή σου Λίβ. (Lamb.) N 784· (με επόμ. την πρόθ. εις + αιτιατ.): και τραγουδεί του η άτυχος (ενν. η Τάρσια) με τέτοιαν μελωδία| οπ’ όλοι εξενίζονταν εις τέτοιαν ευωδία Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1504]. 3) Ξενιτεύομαι: Ξενίζεται ο Ιμπέριος ο θαυμαστός εκείνος διά τα λόγια τα όπισθεν τά είπεν ο πατήρ του Ιμπ. μετά στ. 188 κριτ. υπ. χφ V. Β́ Μτβ. (Για τη μτβ. χρ. βλ. και Ανδρ., Προσφ. Κυριακ. σ. 53-4) 1) Νιώθω απορία, περιέργεια, έκπληξη, ξάφνιασμα για κ.: Λοιπόν μηδέν θαυμάζεσαι, μηδέν ξενίζεσαι το,| ανέν και βλέπεις άνθρωπον σήμερον τιμημένον (παραλ. 2 στ.) και μετά μέρες πάλε αυτός ...| βλέπεις τον χαμηλότερον πολλά παρά τους άλλους Ντελλαπ., Ερωτήμ. 628· Ευρέθησαν κι οι δυο γυμνοί κι εις τ’ άλλου των εθώρει,| Αδάμ το εξενίζετο κι η Εύα το ηπόρει Χούμνου, Κοσμογ. 80· Ξενίζομαι τα λόγια σου, καλέ, μα την αλήθειαν Ερωτοπ. 647· Εξενιζόμην το πουλίν πώς εκατεδουλώθην| και ανθρωπινά συνέτυχεν ως διά την δούλωσίν του Λίβ. P 1779· όλοι εθαυμάζουνταν και εξενίζουνταν πώς εγλύτωκαν, απού ήτονε απάνω τως τόσα χαλάσματα Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 408· Είδα γραιάν κι επήδα τράφον| και, ως την ειδα, εξενιζόμην| πώς η γραία επήδαν τράφον| και ουκί φοβείται μη πέσει Λέοντ., Αίν. I 38· Ξενίζομαι πώς λείπεσαι (ενν. εσύ, μοίρα), θαυμάζομαι πώς χρειάζεις| από τα πράματα της γης εσύ που τα μοιράζεις ... Φαλιέρ., Ιστ.2 131· όταν εγεννηθη το παιδίον και εξέβην εις το φως του κόσμου και έκλαυσεν και είπεν: «Όταν σωθούν οι σαράντα χρόνοι, πάλιν θέλω γυρίσει εις εσένα, μητέρα εδική μου γης». Και είδεν πας άνθρωπος και εξενίστη πώς εσύντυχεν το παιδάριον Διήγ. Αλ. V 27. 2) α) Νιώθω έκπληξη και θαυμασμό βλέποντας κάπ. ή κ.: Θωρούσιν την (ενν. την Μαργαρόνα) οι καλογρές πάνυ ωραιωμένη,| πολλά την εξενίζουνται, κράζουν και την ’γουμένη Ιμπ. (Legr.) 642· ήταν το δακτυλίδιν| αυτόφυον, αυτοκόμματον, κόκκινον ως την φλόγα·| είδα το, εθαυμάστην το, την θέαν του εξενίσθην Λίβ. N 2241· το μεσοκήπιν, ως δοκώ, αν το κατασκοπεύσεις,|να το θαυμάσει ο λογισμός και ξενισθεί το (έκδ. ξενισθήτω· διορθώσ.) ο νους σου Διγ. Z 97· β) Θαυμάζω κάπ. ή κ.: τους σκλάβους να ξενίζεσαι με τσ’ αργυρές μαχαίρες Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [768]· όρισεν ο αυθέντης και παρόντος του Πέρσου έψαλε τούτο ο ψάλτης ομοίως ώστε και τον Πέρσην και τον αυθέντην θαυμάσαι. Εδωρήσατο ουν και αμφοτέροις δωρεάς και εξενίζετο την λεπτότητα του ψάλτου Ιστ. πολιτ. 5114· ’Πιδεξια και ’πιτήδεια ήσα βαλμένα| που ’στέκα κι εσυντήρουν ένα ένα| και μέσα μου ξενίζουμου την τόση| διάρμιση και την πάστρα και τη γνώση Βοσκοπ.2 167· Έσωθεν δε ήτον πράγμα πολλον θαύματος άξιον, οπού βλέποντας των καμερών το πλήθος και της καθεμίας την ωραιότητα εξενίζετο καθένας άξια όντως παλάτια γυναικός βασιλίσσης Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 430. 3) α) α1) Παρατηρώ, περιεργάζομαι κ. με απορία, έκπληξη και θαυμασμό: εξενίζετο (ενν. ο Δάρειος) την φορεσιάν του Αλεξάνδρου Διήγ. Αλ. G 2764· έβλεπα εγώ την τροπικήν, εθαύμαζον τα πάντα·| εξενιζόμην το έντεχνον το μάρμαρον εκείνον Λίβ. P 2747· α2) βλέπω, παρατηρώ κ. με θαυμασμό: και αγάλι αγάλι επήγαινα, σιγά σιγά επερπάτουν,| τον κόσμον εξενίζουμου, τ’ άνθη και τα καλά του Απόκοπ.2 18· β) σκέφτομαι, αναλογίζομαι κ. με έκπληξη και θαυμασμό: Ξενίσου και τον ποταμόν τον λέγουσιν Αλφείο| πώς το θαλασσοπέλαγος το τόσον παρατρέχει| και προς την λίμνην έρχεται την εις τη Σικελίαν Λίβ. Esc. 153. 4) Νιώθω έκπληξη και δέος ή φόβο καθώς αναλογίζομαι κ.: και ξενίζομαι και φρίττω| πώς η κτίσις εγκρυβάται| εις τα φρούρια και όρη| και εις βάραθρα δασώδη| και κρημνώδη και συντρέμει την απώλειαν τήν έχει Χρησμ. I 46· Ξενίζομαι τον θάνατον, την αδικίαν λυπούμαι,| από κοντά να τον ιδώ την πρόσοψιν φοβούμαι Νεκρ. βασιλ. 89. 5) (Με γεν.) απομακρύνομαι από κάπ., αποχωρίζομαι· στερούμαι: απεχαιρέτησε (ενν. ο Βέλθανδρος) τον βασιλέα τότε,| ξεβαίνει και τον Φίλαρμον ευρίσκει τον να στέκει·| σφικτά περιλαμβάνει τον, γλυκέα καταφιλεί τον| και λέγει τον ...| «Ξενίζομαι ο δυστυχής αδελφικού σου σπλάγχνους» Βέλθ. 49.
ξενιτεία- η, Διγ. (Trapp) Gr. 874, Διγ. A 1223, 1224, Διγ. Z 1180, Βέλθ. 67, 137, Ξανθόπ. Νικηφ. 8016, Φλώρ. 1140, Διήγ. πόλ. Θεοδ. 116, Περί ξεν. A 219, Λίβ. P 45, 66, Λίβ. Esc. 33, 62, Λίβ. (Lamb.) N 67, 88, Ιμπ. 12, Αλφ. ξεν. 2, Βησσ., Επιστ. 225, Μαχ. 7223, Θησ. Γ́ [837], Δ́ [248], Ιμπ. (Legr.) 873, Κορων., Μπούας 8, Βίος Αισώπ. 298, Διγ. Άνδρ. 33917· ξενιτειά, Φλώρ. 109, Περί ξεν. A 45, 250, Ιμπ. 177, 205, Αλφ. ξεν. 78, Απόκοπ.2 338, Άσμα σεισμ. 13, Αχέλ. 88, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 556, Παλαμήδ., Βοηβ. 442, Παλαμήδ., Ψαλμ. 425, Σουμμ., Ρεμπελ. 192, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 1916, Γ́ 1521, Δ́ 424, Έ́ 160, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [11], Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. δ́ 171, 184, Λεηλ. Παροικ. 463, Διακρούσ. 7072, Τζάνε, Κρ. πόλ. 22426, 40525, κ.α.
Το μτγν. ουσ. ξενιτειά. Ο τ. στο Βλάχ. και σήμ. Η λ. και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.).
1) α) Το να ξενιτεύεται κανείς, ξενιτεμός, εκπατρισμός: πλιο δε μιλεί (ενν. ο Ρωτόκριτος) για μισεμούς, για ξενιτεία δε λέγει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 888· η ξενιτειά και ο θάνατος αδέλφια λογούνται Περί ξεν. A 66· (με γεν. προσ.): Ου δύναμαι, ω Βέλθανδρε, την ξενιτειάν σου ακούσαι Βέλθ. 56· του Ιμπερίου την ξενιτειάν κλαίει (ενν. η ρήγαινα) και ου ʼπομένει Ιμπ. 863· (στον πληθ.): Διατ’ εκείνην (ενν. την πατρίδα) γίνονται τόσοι πόλεμοι, τόσες ξενιτειές και τόσοι φόνοι εις το γένος των ανθρώπων Ροδινός (Βαλ.) 159· Εάν δε νυκτί γένηται (ενν. σεισμός), κραιπάλη φέρει ο τόπος εκείνος και βαρβάρων στάσεις υπερθαύμαστες, εις τους πλουσίους ζημίες και κακοπραγίες, πολλάκις δε και ξενιτείες κακές Σεισμολ. (Οικονόμου) 43· β) περιπλάνηση σε ξένες χώρες (εδώ στον πληθ.): ο οποίος (ενν. Οδυσσέας) τόσον επεθύμα να ιδεί την πατρίδα του ύστερα από εκείνες τες πολλές ξενιτειές και πλάνες Ροδινός (Βαλ.) 159. 2) α) Ξένες χώρες, ξένος τόπος, τα ξένα: Ακόμη κι ο Ρωτόκριτος στην ξενιτειά γυρίζει| και τις κατέχει αν ήλαχε ’ς τόπο που δεν ολπίζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 1715· Και το λοιπόν εβάδισεν της ξενιτείας τον δρόμον,| χώρας πολλάς εγύρισε και τοπαρχίας και κάστρα Βέλθ. 215· Ω ευγενική κόρη, έβγα να ιδείς τον ποθητόν σου και παρηγόρησέ τον ότι ήλθεν από την ξενιτειάν Διγ. Άνδρ. 33917· απέθανεν ο Παπα-Γιάγαρης εις την ξενιτείαν, εις τα Σιδεροκάψα Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 35r· και συ στην ξενιτείαν εδά βρίσκεσαι ʼξορισμένη Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1548]· (με το ουσ. μέρη τα): και εμέν αφήτε μοναχόν να κλαίω την δυστυχιάν μου,| ως ατυχής να περπατώ της ξενιτειάς τα μέρη Φλώρ. 1219· β) (σε συνεκδ. χρ. για να δηλωθούν μαζί ο τόπος και ο χρόνος που βρίσκεται κανείς στα ξένα): ο σκύλος του Τωβία, αφόντις εγύρισεν εις το σπίτι πρωτύτερα από τον αφέντην του, από την πολλήν ξενιτειάν οπού επεριπάτησεν, έκαμεν πολλές χαρές με την ουράν τον Ροδινός (Βαλ.) 86· γ) (μεταφ. προκ. για τον επίγειο κόσμο, την επίγεια ζωή): Ξένοι κι εμείς πως είμεστεν δεν ξεύρεις και διαβάτες| και παραδέρνουμεν εδώ στης ξενιτειάς τις στράτες; (παραλ. 1 στ.) εδώ στην κοσμικήν ζωήν Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 96· και τον προπάτορα ημών και πάντας τους αγίους| λαβών απoκατέστησας προς την αρχαίαν π(ατ)ρίδα| και ημάς προς σε ανακάλεσε από της ξενιτείας Νεόφ. Έγκλ. 31. 3) Ερημικός τόπος, ερημιά: Λυπήσου, Χάρων, το κορμί, λυπήσου και τα κάλλη,| την ξενιτειάν που βρίσκομαι, οπού ’ναι πλια μεγάλη,| και μη μου δώσεις θάνατον ζιμιό να ξεψυχήσω| και το καημένον μου κορμί ’ς τούτο το δάσο αφήσω Ευγέν. 702 (βλ. και Vitti [Ευγέν. σ. 139])· (εδώ για να δηλωθεί η απουσία ανθρώπων): η χώρα του την έκαψεν ο Θεάς και εκαίγοντον, και αυτός (ενν. ο Λωτ) δεν ετόλμα να γυρίσει να μην απεθάνει και αυτός. Και έστεκε έτσι εις την ξενιτειάν| μοναχός διχώς άλλους ανθρώπους Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 131v· 4) Ταλαιπωρία, δυστυχία (πβ. και Λίβ. Sc. 2273): μα την ξενιτειάν μου,| τήν είδα, τήν επάσχισα, τήν έπαθα εις τον κόσμον Λίβ. Esc. 3457. 5) Το να απομένει κανείς μόνος, μοναξιά: Ελέησον (έκδ. ελεήσον από τυπογρ. λάθος), φιλάνθρωπε (ενν. Θεέ), την εμήν ξενιτειάν,| την μοναξιάν οικτειρον και ανάστησον τούτον,| ειδ’ ου, κέλευσον ...| προ τούτου τελευτήσαι με και την ψυχήν αφείναι,| μη ίδιο τούτον| άφωνον, νεκρόν, εξηπλωμένον Διγ. (Trapp) Gr. 3539· να λυπηθεί (ενν. ο Θεός) την πολλήν μου ξενιτειάν και ταλαιπωρίαν και νεότητα και να σε αναστήσει ... και να μην γνωρίσω άλλον άνδρα Διγ. Άνδρ. 4098. Φρ. 1) Ασκώ ξενιτειάν, βλ. ασκώ φρ. 2) Δουλεύω ξενιτείαν, παίρνω την ξενιτειάν, σεβαίνω εις ξενιτειάν = ξενιτεύομαι: ηράσθην παραπονηθείς δουλεύσαι ξενιτειάν·| και δη περάσας άνωθεν τῃ γῃ της Χαζαρίας| εύρον και γαίαν εύμορφον, λιμένος γαλήνιους Διήγ. πόλ. Θεοδ. 3· νέος επλανήθηκεν (ενν. ο υιός του Σπανέα), αφήκεν τους γονείς του·| στα ξένα εδιάβηκεν, την ξενιτειάν επήρε Σπαν. O 5· επαραπονέθηκα εις τον εμόν πατέραν| και εις ξενιτειάν εσέβηκα αλλότριαν, μεγάλην Ιμπ. 771.
ο,- άρθρο, Προδρ. (Eideneier) II 63, IV 20, Ασσίζ. 27520, 51124, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1216, 1427, Βέλθ. 505, Ερμον. Η 114, Χρον. Μορ. H 425, Χρον. Μορ. P 64, Λίβ. P 1017, Λίβ. (Lamb.) N 54, Λίβ. Esc. 3282, Αχιλλ. N 7, Αχιλλ. O 303, Ιμπ. 682, Μαχ. 17822, 30620, Θησ. Β́ [651], Απόκοπ.2 234, 353, Πεντ. Γέν. IX 24, Πτωχολ. α 122, Χρον. σουλτ. 2722, Κυπρ. ερωτ. 8610, 9518, Πανώρ. Ά́ 396, Δ́ 224, Ερωφ. Ιντ. δ́ 119, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 666, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 247, Β́ 1079, Θυσ.2 394, Στάθ. (Martini) Ά́ 145, Ροδολ. (Αποσκ.) Β́ 323, Ζήν. Γ́ 60, Τζάνε, Κρ. πόλ. 4982, κ.π.α.· ου, Αλφ. (Mor.) III 6· ονομ. ουδ. του, Ασσίζ. 30028· γεν. εν. τση, Πανώρ. Ά́ 21, 22, Β́ 525, 526, Έ́ 387, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 28, Ά́ 74, Β́ 157, Γ́ 78, Δ́ 268, Έ́ 65, Ερωφ. Ιντ. β́ 54, γ́ 78, δ́ 95, 97, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 180, Θυσ.2 453, 807, Λεηλ. Παροικ. 18, κ.α.· γεν. πληθ. αρσ. τω, Θρ. Κων/π. (Mich.) 15, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 41, Δ́ 584, 678, Θυσ.2 233, Λεηλ. Παροικ. 130, 592· αιτιατ. πληθ. αρσ. τις, Χρον. σουλτ. 675, 853 (δις), Πιστ. βοσκ. II 1, 310, Διήγ. ωραιότ. 639· τσι, Πανώρ. Πρόλ. 55, Γ́ 441, Δ́ 286, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφ. 10, Πρόλ. 43, Ά́ 380, 545, Β́ 254, Γ́ 105, 135, Δ́ 602, Έ́ 173, 251, Ερωφ. Ιντ. ά́ 32, γ́ 32, 44, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 555, Θυσ.2 681, Ιντ. κρ. θεάτρ. Ά 10, Λεηλ. Παροικ. 65, 645, Τζάνε, Κρ. πόλ. 39115, κ.α.· αιτιατ. πληθ. θηλ. τες, Χρον. Μορ. H 3031 (δις), Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 41, 73, 81, Θρ. Κων/π. (Mich.) 44, Σκλέντζα, Ποιήμ. 13, Απόκοπ.2 101, Κυπρ. ερωτ. 1078· τσι, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 12, Πηγά, Χρυσοπ. 109 (57), Πανώρ. Αφ. 13, 32, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφ. 68, Πρόλ. 84, Ά́ 14, 584, Β́ 72, 257, Γ́ 37, Δ́ 688, Έ́ 218, 647, Ερωφ. Ιντ. ά́ 93, β́ 33, γ́ 22, Ερωτόκρ. Ά́ 435, Λεηλ. Παροικ. 279, κ.α.
Το αρχ. άρθρο ο, η, το. Για τον σχηματ. των τ. τση και τσι (και για τη χρ. του δεύτερου στο αρσ.) βλ. Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Β′ 199, 201 και Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́ 198. Η γεν. του θηλ. τση και η αιτιατ. πληθ. του θηλ. και του αρσ. τσι και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. ο) και στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ά́ 258-9). Η αιτιατ. πληθ. τες του θηλ. σε δημ. κυπρ. τραγ. (Eideneier, Πρακτ. Β′ Κυπρ. Σ Γ́ 421). Η λ. και σήμ.
Ά́ Ως οριστικό άρθρο 1) Πριν από ονόματα α) γνωστά (ή που καθορίζονται με καπ. προσδιορισμό)· πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. 172-3: δεν εφάνην του ρηγός, ’δέ της βουλής του να το δώσουν αλλού παρά του Τακκά Μαχ. 34420· τον επέτρωσαν της ξενιτειάς αι λύπες Περί ξεν. V 72· είδα ... (παραλ. 1 στ.) ... τες εικόνες τω θεώ παρέκει να στραφούσι Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 175· εσυμβουλεύτην ο ρήγας με τον δάσκαλόν του, ... ο ποιος ήτον υιός μιας καλογριάς Ρωμέσσας Μαχ. 5625· β) ουρανίων σωμάτων (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. 173): τον ουρανό παρακαλώ, τον ήλιο, το φεγγάρι,| τ’ άστρα ... πάντοτες πλήσα χάρη να σασε δίδουν Πανώρ. Έ́ 391-2· επλάτυνεν ο ήλιος, έλαμψεν πανταχόθεν Φλώρ. 635· γ) γεωγραφικών όρων (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. 172-3): τούτη (ενν. η αποκοτιά) τσι ποταμούς περνά και τα βουνιά ανεβαίνει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 341· Τύπος ουδέν τους έμνεσκε της γης και της θαλάσσου Πένθ. θαν.2 281· ώρες ’ς τσι κάμπους πορπατώ Πανώρ. Έ́ 57· δ) φυσικών φαινομένων (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. 172-3): είναι όλα τα ποιήματα ... μέτοχα τούτων των τεσσάρων στοιχείων, ήγουν της γης, του αήρ, του ύδατος και του πυρός Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 18r· Τα περιστέρια τσι βροντές και τα νερά γροικούσι Ερωφ. Γ́ 67· ωσάν περάσουν οι βροχές πάλι καλοσυνεύγει Πανώρ. Β́ 256· εφοβήθηκε κι αυτή τσ’ αντάρες, το σκοτίδι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 182· ε) χρονικών σημείων ή περιόδων (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. 172-3): ο χειμώνας και το καλοκαίρι ήσαν όμοια, διότι ήτον κανένας άνεμος Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 98v· οι χρόνοι τρέχουσιν και εμείς πάντα γερούμεν Πένθ. θαν.2 255· Τσι δεκαεννιά ’τον τότες του Μαΐου Λεηλ. Παροικ. 265· Εν τῃ ημέρᾳ των Ρωμαίων και τῃ ευημερίᾳ| του βασιλέως Ιουστινιανού Διήγ. Βελ. 4· ς) φυτών ή ζώων (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. 172-3): Με την κιτριάν η λεμονιά συχνιά συμπεθεριάζει Πανώρ. Γ́ 109· τρυγοκράμβιν εκ το γουλίν και από το ξυλοκράμβιν Προδρ. II 42· με τον καιρόν μερώνουνται τ’ αμέρωτα λιοντάρια Πανώρ. Ά́ 137· θαύμασον του μύρμηκος την τηλικαύτην τόλμαν Προδρ. (Eideneier) IV 14· ζ) ασχολιών η γεγονότων της καθημερινής ζωής: πείσθητι γεροντικοίς ... μου λόγοις| και μάθε τα γραμματικά Προδρ. IV 14· έπραττεν (ενν. ο μύρμηξ) την γεωργίαν Πτωχολ. N 730· δίχως να με κράζουσι συχνιά ’ς τσι γάμους μπαίνω Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 82· ’ς τούτο τον καιρό, σαν ξεύρεις, εσηκώθη| τση Πέρσιας ο πόλεμος Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 206· η) συναισθημάτων ή εννοιών στις οποίες ο άνθρωπος πιστεύει ή που τον χαρακτηρίζουν (-όταν γίνεται γενικά αναφορά σ’ αυτές): Στη δούλεψη ... μικρή περισσά εμπήκα| τσ’ αγάπης Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 16· εκείνος (ενν. ο πόθος) τση φιλιάς φίλος κι εσύ τση μάχης Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 213· η Περηφανειά ...(παραλ. 1 στ.) ... με τση τιμής περιντυμένη| τ’ όνομα πορπατεί Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Χορ. Β́ 506· επερίσσευσε στον κόσμον η κακία Ιστ. Βλαχ. 2621· τη λευτεριά σκλαβώνει (ενν. η περηφάνεια) κι όλες παίρνει| τσ’ ανάπαψες του πόθου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Χορ. Β́ 512· θ) συγγενικών προσώπων ή πραγμάτων πολύ σχετικών με τον άνθρωπο (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. 174): ο γιος του ο μικρός Πεντ. Γέν. IX 24· Μια μόνο μου βασάνιζεν έγνοια το λογισμό μου,| τση θυγατέρας μου η παντρειά Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 354· πλερωμή τση τόσης| τιμής απ’ αποκότησες τον κύρη σου ν’ αξώσεις Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 392· εστράφην αφ’ τα ξένα του, ήλθε στα γονικά του Βέλθ. 1312· εβγήκα| απού τα γεννητούρια μου και την πατρίδα εφήκα Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 292· ι) μελών του σώματος: ποιος του ʼδερνε τσι πλάτες του, ποιος τσι πατούχες κάτω,| ποιος του ʼφράσσε με το πανί το στόμα Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 113, 114· τη μάχη βάνω| ... ’ς τσι νώμους σας απάνω Ερωφ. Ιντ. δ́ 64· διήγησιν ηρξάμην| και το ους ευήκοον έχε Πτωχολ. α 30· ως πρήσμαν εκ του κρούσματος γέγονε τῃ χειρί μου Προδρ. IV 88· τα μάτια μου πλιο τως να μην τη δούσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 378· ια) πριν από κύρια ονόματα (προσώπων ή πραγμάτων· πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. 174): Πέψετε εσείς (ενν. μούσες) βοήθεια στα λόγια τα δικά μου (παραλ. 1 στ.), καθώς και του Ηρόδοτου την ειχετε χαρίσει Λίμπον. 93· τώρα πολέμα την Πόλη, οπού την έκτισε ο μέγας Κωνσταντίνος Χρον. σουλτ. 8917· αρμάτωσεν ο βασιλεύς κάτεργά …| … τριάκοντα εκ την Θεσσαλονίκην Διήγ. Βελ. N2 89· οι Ρωμαίοι αντιστέκανε ανδρειωμένα εις τους Τούρκους Χρον. σουλτ. 9011· τ’ Άδη και τση Κόλασης δύναμη, μ’ είντα τρόπο| ... κομπώνετε τ’ αμμάτια των αθρώπω Ερωφ. Ιντ. β́ 61· εκείνο το φιλίν απού ανοιγοσφαλίζει| τσι πόρτες τση Παράδεισος και τσι καρδιές δροσίζει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 358· μα τον Χριστόν, το βασιλιά του κόσμου Ch. pop. 26· ιβ) πριν από παράθεση ή κάπ. επίθ. που δίνει μια ιδιότητα στο ουσ.: ο Θεός, ο πάντων κτίστης Πτωχολ. α 896· Κωνσταντίνος, ο ύστερος βασιλέας Χρον. σουλτ. 5323· πώς η κακορίζικη, πώς ημπορώ ν’ αφήσω| την Ερωφίλη μοναχή Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 19· τον επιάσανε οι Ρωμαίοι και τον εδώσανε του βασιλέως κυρ Μανοήλ του Παλαιολόγου Χρον. σουλτ. 5311· Τάχα να είχε περισσότερη δύναμη ο Αλέξανδρος ο Μακεδών από εμένα; Χρον. σουλτ. 8730. 2) Οριστικό με κτητ. σημασ. (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. 173 σημ.): Τα περιστέρια τσι βροντές και τα νερά γροικούσι| κι απού τσι κάμπους με σπουδή προς τσι φωλιές πετούσι Ερωφ. Γ́ 68· στο σπίτι να τ’ αφήσουν να γυρίσει| και το Μαριώ να τωνε τραγουδήσει Λεηλ. Παροικ. 436· οληνυκτίς ... μιλούν (ενν. η Αρετούσα και ο Ρώκριτος) τους πόνους έναν ένα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 667. 3) α) Ειδοποιό (στον εν. ή πληθ. αρ. όταν γίνεται αναφορά σε σύνολο ομοειδών προσώπων ή πραγμάτων πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. 173): Ο λαγός έναι γλήγορος και δειλός πλέον παρά τα άλλα ζώα Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 18r· ουδεμιά δε βρίσκεται καλομοιριά μεγάλη| σαν ειν’ τση κόρης το φιλί Ερωφ. Ιντ. ά́ 172· Ελπίδα κάνει τσι γιωργούς κι ολημερνίς δουλεύγου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 283· τα σφάλματα ’ς τσ’ αθρώπους ει δοσμένα Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 459· β) ειδοποιό με διανεμητική σημασ. (με ονόματα που σημαίνουν διαίρεση χρόνου· πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. 173 σημ.): Αυτός μικρός ουδέν είδεν το του λοετρού κατώφλιν,| και τώρα λουτρακίζεται τρίτον την εβδομάδαν Προδρ. (Eideneier) III 63· ουκ οίδα πώς χορτάζουσιν οι δεκατρείς τον μήνα Προδρ. (Eideneier) II 27· ως σηκωτής να εδούλευα την άπασαν ημέραν Προδρ. (Eideneier) III 182. 4) Με απόλ. αριθμτ. δηλώνει α) ενωμένο σύνολο: πλήθος ανδρών επέθαναν απέ των δύων τα μέρη Διήγ. Βελ. 219· (με προηγ. το σύνδ. και· πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. 175): να μας κρατούσι| τυραννισμένους και τσι δυο ’ς μια λόχη Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 173· αν θέλουν τρώγειν και οι δεκατρείς τους δώδεκα μοδίους (παραλ. 1 στ.) τι τούς ου θάπτω ως ότε ζω Προδρ. II Η 26i· β) μέρος συνόλου (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. 176): εκ την μύτην| καλά το ήμισον έκοψε Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.) 4094 (Δωδώνη 8,1979, 394)· να τση μιλήσει| τον ένα απού τσι δυο τωνε (ενν. βασιλιούς) να πάρει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 20. 5) Ουσιαστικοποιεί α) επίθ. (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. 177): ελπίδα κάνει και τσι νιους τες κόρες ν’ αγαπούσι Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 289· τσι πλούσους βλέπομε συχνιά το πως φτωχαίνου| και τσι φτωχούς κιαμιά φορά πως βασιλιοί απομένου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 563· εις τα βουνά δεν πρέπει πλιο κι εις δάση να γυρίζεις,| να μη θωρείς τσι λυγερές, τσι νιους να μη γνωρίζεις Πανώρ. Αφ. 4· β) αριθμτ.: ουκ οίδα πώς χορτάζουσιν οι δεκατρείς τον μήνα Προδρ. (Eideneier) II 27· τον πλια αντρειωμένο από τους δυο δεν ξεύρουσι να πούσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 1064· ένωσον τα δδ́ και λδ́ και τα κδ́ και γίνονται ρ.β́. Βάλε τα εις την μέθοδον των τριών και λέγε ... Rechenb. 636· γ) επίρρ.: Ούτως ένας ...| και των αυθεντών η αγάπη:| τους κοντότερα θερμαίνουν,| επί πλείον μεγαλώνουν Πτωχολ. α 107· αν εξετάσεις ακριβώς έμπροσθεν και τοις άνω| και να νοήσεις και τα πρόλοιπα Προδρ. II Η 25b· δ) δευτερεύουσες προτάσεις: είπε γαρ ο που το επούλει,| ο πραγματευτής εκείνος Πτωχολ. α 471· με το να πάθ͵ (ενν. ο Ιησούς Χριστός) ως άνθρωπος έσωσεν τον λαόν του Διγ. O 1077· Άφες το να θυμώνεσαι, φουδούλα μου, ουδέν αρμόζει,| άφες το να είσαι μανική κατά του πόθου τόσα,| άφες το να κακώνεσαι τους ερωτοποθούντας Λίβ. Sc. 325, 326, 327. 6) Επιθετοποιεί α) επίρρ. (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. 172-3): να ρίκτου τουφεκιές ...| εκεί στον τόπον της φωτιάς τους μέσα να σκοτώνου Τζάνε, Κρ. πόλ. 48222. Οικούντες γαρ εισιν (ενν. οι Αλβανίται) εν όρεσιν υψηλοίς και αβάτοις, κατερχόμενοι δε εκρούσευον τας κάτω χώρας και ηφάνιζον Έκθ. χρον. 7917· β) αριθμτ.: κάμετε τσι δυο προξενητάδες| να τσι τιμάτε, σύμβουλε, σα να ’σα βασιλιάδες Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 547· αν θέλουν τρώγειν και οι δεκατρείς τους δώδεκα μοδίους Προδρ. II Η 26i. 7) Συνοδεύει α) ερωτ. ή αναφορ. αντων. όταν πρόκειται να δοθεί κάπ. πρόσθετη πληροφορία για το πρόσ. ή το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος (πβ. L-S Β I 7 β): ο Λουνυάδης, οπού έφυγε, θέλανε να τονε σκοτώσουνε ... Ο οποίος Λουνυάδης εγίνη και ρήγας της Ουγγαρίας υστέρου από τον πόλεμον Χρον. σουλτ. 7332· Κι ευθύς μοντάρμους σύναξε τον αριθμόν χιλίους,| τα ονόματα των αγνοώ να σας ειπώ τους ποιους Κορων., Μπούας 18· ακόμη ʼθέλα βρίσκεσθαι ... σφαλισμένοι| σε σκοτεινότατη φλακή ...| αν ο Ρινάλδος άτυχος δεν είχε θανατώσει| τόσους στρατιώτες μ’ ακριβούς ...,| ο ποιος Ρινάλδος, ξεύρετε, τ’ όνομα μόνο σώνει| τσι πράξες τ’ ολομόναχο στον κόσμο να ξαπλώνει Ερωφ. Ιντ. γ́ 21· β) το επίθ. ίδιος και την αντων. αυτός και τους προσδίδει ιδιότητες οριστικής αντων. (βλ. και ά. ίδιος Ά́ και αυτός 1): μάρτυρα τον Ουρανό κι εσέ τον ίδιο βάνω Ερωφ. Ιντ. γ́ 37· πλιότερ’ είχα μάχη| με την αγάπη την κουρφή σ’ όποια μερά ’χα λάχει| παρά με τσ’ ίδιου μας εχθρούς Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 269· το πρόσωπό τση τ’ όμορφο …| … εθάμπωνε τον ίδιον ήλιο, κρίνω Πανώρ. Ά́ 314· αν είχεν ποίσειν ο Θεός το θέλημάν του από τον αυτόν μας αφέντην, έθελεν στεφθείν η αφεντιά σου ρήγας Μαχ. 30616· όνταν εγροίκησεν τον ορισμόν του ρηγός, εκατέβην ο αυτός πρίνζης να καβαλλικεύσει Μαχ. 54818· γ) δεικτ. αντων. όταν γίνεται αναφορά σε κ. για το οποίο έγινε λόγος προηγουμένως: Άνθρωποι δύο ηθέλησαν ωνήσασθαι ναυν, ής η τιμή νομισμάτων ρ́· τών δε μηδείς έχων τον τοσούτον ποσόν, ήτησεν ο πρώτος του δευτέρου τα γ΄΄ Rechenb. (Vog.) 72· θέλει δράμει η τοιαύτη| παιδοπούλα παρά φύσιν| περισσότερον εκείνης| της κακώς γεννησαμένης| την τοιαύτην παρά φύσιν Πτωχολ. α 695· όσοι αν ουκ εδέξασθε τρώσιν ποσώς αγάπης,| άπαντες νυν ακούσατε αφήγησην την ταύτην Αχιλλ. N 11· η δόξα κι η τιμή εσέν’ ας είν’ δοσμένη| τουνής τση νίκης σήμερο, Χριστέ Ερωφ. Ιντ. γ́ 124· δ) την αντων. άλλος = υπόλοιπος: πλια απού τσ’ άλλες κορασές του κόσμου τιμημένη Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 310· Τούτο μπορέσειν ήθελε να λέγεται για τσ’ άλλους| κι όχι ποτέ για βασιλιούς Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 629· Ένας Δαίμονας προς τσι άλλους μιλεί Ερωφ. Ιντ. ά́ πριν από στ. 1· ε) τα επίθ. άπας, πας για να δηλωθεί ότι δεν υπάρχει εξαίρεση (πβ. L-S, Β I 8): οι άπαντες γαρ έφριξαν διά τον Αλαμάνο Ιμπ. (Legr.) 385· λυπούνται, κλαίουν οι άπαντες, μικροί τε και μεγάλοι Διήγ. Βελ. 359· των άλλων (ενν. κορασίδων) (παραλ. 1 στ.) ... ωραία τῳ είδει πάνυ| παρά τας γυναίκας πάσας Πτωχολ. α 510· ς́) πλεοναστικά κλητική προσφών.: Ούτως έναι, το παιδίν μου,| και των αυθεντών η αγάπη Πτωχολ. α 105· ειπές το, θυγατέρα,| ειπές μας, το παιδάκι μου, κάμε να ζει η ψυχή σου Ιμπ. (Legr.) 307· Τι θέλεις, η Ροδάμνη;| τι θέλεις, η καρδιά μου, το φως των οφθαλμών μου; Λίβ. Esc. 258, 259· Να ηξεύρετε, οι σύντροφοι εδικοί μου και αδελφοί μου,| ότι όλην την οικουμένην ηπήρεν Αλέξανδρος Διήγ. Αλ. G 28610· ζ) πλεοναστικά αντων.: αν εκείνος ετελεύτησεν πριν του εκείνου, καλά ορίζει το δίκαιον ότι μετά τα ταύτα ημπορεί να ποίσει το θέλημάν του Ασσίζ. 15720,21. 8) Προσδίδει σημασ. υπερθ. βαθμού, όταν συνοδεύει επίθ. ή επίρρ. συγκριτ. βαθμού: Έρωτα, απού συχνιά ’ς τσι πλια μεγάλους| κι όμορφους λογισμούς κατοικημένος| βρίσκεσαι Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Χορ. Ά́ 585· Μη στέκετε το λοιπονίς, κάμετε το σημάδι| τση μεγαλύτερης μαλιάς, απού μπορείτ’ ομάδι Ερωφ. Ιντ. δ́ 40· Το πλέον γληγορότερον εις τον στρατόν να σπεύσω Κορων., Μπούας 59. 9) Επαναλαμβάνεται α) για λόγους επίτασης όταν το επίθ. προηγείται του ουσ. (βλ. και Χατζιδ., ΛΑ 6, 1923, 6): Ο Θεός εθέλησεν να βοηθήσει του πτωχού του ρηγάτου της Κύπρου Μαχ. 55416· των πολεμάρχω η χάρη, του βροντοφόρου του Διός είσαι (ενν. στρατηγέ) αστροπελέκι Ζήν. Γ́ 61· Απιλογίαν τήν έδωσεν ο θαυμαστός ο Γιάγκος Αργυρ., Βάρν. K 163· απήλθεν εις τα ίδια| ο σοφότατος ο γέρων Πτωχολ. α 964· β) οταν το επίθ. ακολουθεί το ουσ.: εις τσι δροσιές τσ’ αρίφνητες σμίγεις φωτιές περίσσες Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 230· άλλη ελπίδα ... δεν έχω τση ζωής μου| παρά τον πόθο μοναχάς τση κόρης τσ’ όμορφής μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 448· πρι γεράσεις (παραλ. 1 στ.) τση νιότης σου τση δροσερής ξεφάντωση να δώσεις Πανώρ. Γ́ 131. Το ουδ. το 1) Χρησιμοποιείται πλεοναστικά πριν από α) επίρρ. (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. 177 σημ. β): Γάδαρος κι ένας πετεινός εβόσκουνταν αντάμα·| το έξαφνα ο γάδαρος έπαθεν τέτοιον πράμα Αιτωλ., Μύθ. (Legr.) 652· η θυγατέρα του Φαραώ ... είχε το ώσπερ υιόν της και το ομοίως το αγάπα και ο Φαραώ Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 155r· τότε ευρέθη ο γέρων| αληθινός ως το πρώην Πτωχολ. (Κεχ.) P 267· Τες πράξες του τες θαυμαστές οπὄποικε ’φηγάτον (ενν. ο Θησεύς)| και το συχνιό τα μάτια της (ενν. της Ιππόλυτος) εσφάξαν την καρδιά του Θησ. Β́ [956] · Μη το τυχόν περιτραπείς, μηδ’ εκλυπείς τας ώρας Γλυκά, Στ. 334· β) το συνδ. λοιπό (ν) (βλ. και ά. λοιπόν): Με θέλημά του το λοιπόν εις τα καράβια επήρα| κι έβαλα τη βασίλισσαν Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 217· άκουσε, φίλε μου, το τι έγραφεν το λοιπόν εις το χαρτίν της Λίβ. Esc. 977· Φόβος κι αγάπη το λοιπό μαζί συντροφιασμένοι,| καθώς γροικάς, με κάνουσι κι έχω ζωή κριμένη Πανώρ. Ά́ 175. 2) Συνοδεύει πλεοναστικά δευτερεύουσες προτάσεις (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. 176): α) πλάγιες ερωτ.: το τίνος έναι το χαρτίν και διά τίναν γράφει,| Βέλτανε, ουκ εγνωρίζω το Λίβ. N 1285· Ουχί γαρ τόσο σκοτεινά, που να μηδέν εβλέπει| εκείνος με τα μάτια του το τι έκανε εκείνη Θησ. Γ́ [124]· εξαπορεί μου ο λογισμός, αι χείρες και η γλώσσα| το πώς να αφηγήσομαι χαρές του παλατιού Ιμπ. 57· Βλέπεις, κοράσιον μου καλόν, το τι λαός μας διώκει; Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 950· β) ειδικές: ουδένα μέλι εσάλευγε (ενν. ο Πανάρετος), τόσο που μονοτάρου| το πως απόμεινε νεκρός στα χέρια των εθάρρου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 130· λέγει (ο Κιοσές)| το πως ραγιάς δεν είναι εδικός τως Λεηλ. Παροικ. 515· είδασι το πως τον κόπο χάνου Λεηλ. Παροικ. 66· γ) αιτιολογικές: η Μαργαρώνα ... είχεν μεγάλην λύπην| το πως ουδέν εφάνηκεν ο Ιμπέριος εις την ρένταν Ιμπ. 365· εζήτησεν ο σιρ Τουμάς τε Μουντολίφ ο αδετούρης διά τον αδελφότεκνόν μου, ζητώντα μου να του το στρέψω τα ρηγάτα του, το πως είναι δικά του Μαχ. 30632· μεγάλην θλίψιν έχω| το πως ουδέν προσκλίνεσαι εις έρωταν να έρθεις Αχιλλ. O 370· δ) βουλητικές (συν. σε γεν.): ει θέλεις του να φύγεις (παραλ. 1 στ.), ατός μου με τα χέρια μου εσένα να φονεύσω Παρασπ., Βάρν. C 305· θέλω του να πολεμήσω| Αχιλλέαν μοναχός μου Ερμον. Τ 52· ξένον μονάχος υπάρχει| του να γράφουσι τοιαύτα Πτωχολ. α 25· των εμών τις δε των παίδων| τις η χρεία το να μάθουν| του τε θησαυρού τον τόπον; Ερμον. Ω 170· ε) τελικές: ποίαν ουκ εύρεν (ενν. ο Βερδερίχος) μηχανήν το να με κολακεύει Λίβ. Sc. 2178· έδωκα πέρπυρα ί́ ενού ανθρώπου ... διά το να μου ποίσει ... κάμωμαν ... και ... ουδέν εποίησεν εκείνον Ασσίζ. 15529· Όρμησα τάχα και εγώ το να γενώ τσαγγάρης,| μήνα χορτάσω το ψωμίν Προδρ. (Eideneier) III 145· (και σε γεν.): καλούσιν των Ελλήνων| άρχοντες του να δικάσουν| περί των αρμάτων τούτου (ενν. του Αχιλλέως) Ερμον. Φ 354· (εδώ με παράλ. του να): από τα κάλλη του δεντρού, την ηδονήν του τόπου| και των πουλιών την μελωδιάν και ολημερνού του κόπου| ... ηκούμπισα του περιανασάνω Απόκοπ.2 31· ς́) συμπερασμ.: εποίησαν συμβίβασιν ...| όλα τα αρχοντόπουλα ...| να έχουσιν ο καθεείς προς την ουσίαν τήν είχεν,| την ανθρωπίαν και την στρατείαν τόσην το να του μένει Χρον. Μορ. P 1646· ζ) αναφορ.: και τώρα, υιέ μου, άκουσε εις τη φωνή μου, εις το ος εγώ παραγγέλνω εσέν Πεντ. Γέν. XXVII 8· εξύπνησεν ο Νοάχ από το κρασί του και ένιωσεν το ος έκαμεν αυτουνού ο υιός του ο μικρός Πεντ. Γέν. IX 24. 3) Συνοδεύει πλεοναστικά απαρέμφ. που αναλύεται σε δευτερεύουσα α) βουλητική πρόταση (συν. σε γεν.): βουλόμενος (ενν. ο υιός) του ζήσαι,| έποικεν τον ορισμόν του (ενν. του γέρου) Πτωχολ. α 176· αξίωσαν την δούλην σου ... του| λυτρωθήναι Εις Θεοτ. 48· εβιάζετον του δράξαι| εκ χειράς γαρ του Εκτόρου Ερμον. Σ 140· Μη δύνοντα (ενν. εγώ) το αποκριθείν και περιαναμένειν (παραλ. 1 στ.) « ... Μέλλω στραφείν» τους είπα Απόκοπ.2 457· (με επόμ. το σύνδ. να): Τότε ουν ο βασιλεύς γαρ| βουληθείς του να γνωρίσαι| την γενεάν του και την γνώμην| εκ το χέρι του επαίρνει Πτωχολ. α 708· β) τελική πρόταση: Το κάστρον ήτον μοναξόν, ως μοναστήρι ήτον,| το σώσει επολεμήσαν το, από σπαθί το επήραν Χρον. Μορ. P 1713· Αν είχες βάλει, δέσποτα, ετότε τους δοξιώτες| το ιδεί τους Φράγκους ότι έρχονται ... (παραλ. 1 στ.) εκέρδαινές τους παρευτύς Χρον. Μορ. H 4937· (και σε γεν.): ούτοι οι παράνομοι και άθλιοι Εβραίοι| εκάμμυσαν τους οφθαλμούς, έφραξαν και τα ώτα| του μη ιδείν τον ήλιον τον άδυτον, υιέ μου Θρ. Θεοτ. 49· και ώμοσεν (ενν. ο Αίσωπος) αυτῴ (ενν. τῳ βασιλεί) να υποστρέψει πάλιν, του κατοικήσαι εις την Βαβυλώνα Βίος Αισώπ. 30115. 4) Ουσιαστικοποιεί: α) επιρρ.: το ταχιά, καλά ταχιά, απήγεν η Χρυσάντζα,| το υποκάμισο έδωκεν Βέλθ. 1041· πιστεύει (ενν. ο παιγνητής) ...| με τ’ αύριον, με το σήμερον τίβοτες να κερδίσει Δεφ., Λόγ. 101· (και στον πληθ.): εξέβην (ενν. η σατία) έξω του λιμνιώνος, διατί τα ταχία έμελλε ν’ αρμενίσει Μαχ. 20217· ήτον ο τόπος μοναξός, θάλασσα τα έμπροσθέν μας Λίβ. Sc. 1591· β) το ουδ. των επιθ. και μτχ.: είδα γουν το κάλλος (παραλ. 1 στ.) το γοργόγλωσσον εκείνον| και το τολμηρόν τό είχεν Πτωχολ. α 647, 648· Ίσασι ... και το προς τας παραταγάς των πολέμων το τολμηρόν και θρασύ και λεόντειον Δούκ. 21722· ρίψε το κενόδοξον, άψες το επηρμένον Λίβ. P 1316· γ) απαρέμφ.: μεγάλη διαφορά είναι από το πειν ως το να ποίσει Μαχ. 47627· εγέρασεν ο Ιτσχάκ και εθαμπώθηκαν τα μάτια του από του ιδεί Πεντ. Γέν. XXVII 1· έδωκέν της ρούχα (ενν. της αρχόντισσας) ... κι εδήγαν καλά και το φαν της και το πιειν της Μαχ. 21622, 23· Υποπτεύσαντες δε είναι αίτιον και τον μητροπολίτην της αυτής Παλαιάς Πάτρας του ελθείν κατ’ αυτών το αρμάτωμα λαβόντες εις τον πάλον εκάθισαν Σφρ., Χρον. μ. 13234· έκφρ. το έχειν, βλ. ά. έχω· δ) προτάσεις κύριες και δευτερεύουσες: Ου φέρω γαρ, ω δέσποτα, την ταύτης μοχθηρίαν,| τους καθ’ ημέραν χλευασμούς και τας ονειδισίας·| το «κύρη, ουκ έχεις προσοχήν», το «κύρη, πώς το λέγεις;»| το «κύρη, τι προσέθηκας;» το «κύρη, τι επεκτήσω;» Προδρ. (Eideneier) I 44, 45· με το να τον ηξεύρουν οι άνθρωποι το πως είναι (ενν. ο παπακυρ-Αδριανός ο Πρωτοσύγκελος) μωρολωλός δεν τον εσυνορίζονταν Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 31r· ε) οποιαδήποτε λ.ή έκφρ., της οποίας προηγείται: το «κυρά μου» προσειπών και το «καλή σου ημέρα»,| και το «ψυχή, ουκ ανοίγεις μοι, καρδιά, ου θεωρείς με»,| και στεναγμόν από ψυχής εκπέμψας άχρι τρίτου Προδρ. (Eideneier) I 227, 228· Αν έναι δύναμις σ’ αυτόν ... (παραλ. 1 στ.) ν’ ανάψει τη σβεστή φωτιά και να σε στρέψει μ’ ένα που, δεν ηξεύρω το γιατί, εχόλιασες μ’ εμένα Θησ. Πρόλ. 263. 5) Συνοδεύει το επίρρ. πολύ για να δηλωθεί ανώτατο όριο (η χρ. και σήμ.): πράτσα των φούντων ... θέλουν να είναι το έναν μακρύν οργιές επτά, το πολύ ως οκτώ Καραβ. 49318. 6) Συνοδεύει το ουδ. επιθ. προσδίδοντας επιρρ. σημασ.: πρέπει το ίσο να κρίνουν τον μέγα και τον μικρόν Ασσίζ. 2824· Ώστε να ζιω το όμοιο κι εγώ ο φτωχός σου τάσσω Πανώρ. Δ́ 415. Β́ Ως αναφορ. (κυρίως στην αιτιατ. εν. και πληθ.) 1) α) Εισάγει δευτερεύουσες αναφορ. προτάσεις: εισμίαν ορίζει ο αμιράς κι εκράτησε μετ’ αυτόν| τους θαυμαστούς αγούρους του, τούς είχε εις την βουλήν του Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 200· Μωρόν παιδίν το φτιάζουν,| γιον τον (ενν. τον πόθον) θωρείς εδά ζωγγραφισμένον,| γιατ’ οί ποθούν έχουν τον νουν χαμένον Κυπρ. ερωτ. 1817· Είντα μαντάτο μου ʼφερες, άγγελε, απού τον θρόνο| τ’ αφέντη μου κι ορίζεις με να κάμω τό δε σώνω; Θυσ.2 32· Αλί τους καρτερεί το δολερόν μαντάτον| οπού στον Άδην έπεψαν μιαν νύκτα, μιαν εσπέραν| τους είχασιν παρηγοριάν, δυο υιούς και θυγατέραν Απόκοπ.2 406· να συμβουλευτούμεν και να εγκλέξομεν το καλλύττερον τό να θελήσει ο θεός Μαχ. 2344· Ειπέ μοι, το παιδάκι μου, ...| πώς δεν συμπέφτεις θέλημα άνδρα διά να πάρεις| τό έναι νόμος πανταχού εις άπαντα τον κόσμον; Ιμπ. 279· β) (εδώ χωρίς να ακολουθεί το γένος και την πτώση του ουσ. που προσδιορίζει): Ουαί ζημία τό εγίνοτον εκείνην την ημέραν| ʼς τοιούτους ανθρώπους ευγενείς εκ το άθος της Φραγκίας Χρον. Μορ. P 1111· να τον (ενν. το γραμματικό) πάρου άχρι της κρεμάστρας τό λέγεται φούρκα και να τον κρεμάσουν Ασσίζ. 4793. 2) Εισάγει πλάγια ερωτ. πρόταση: Σολομών ο φρόνιμος εις τα χαρτία του δείχνουν το γέλασμα και τό περπάτημα έχει ο Αλέξανδρος Διήγ. Αλ. G 26428,29. Γ́ Ως δεικτ. αντων. 1) Αυτός, εκείνος (χωρίς ουσ.· πβ. L-S Α II και λ. μεν A II 2): Αλλ’ όμως πάντα ταύτα μεν παρείδε θεός, τίσι κρίμασιν ουκ οίδα, τα δε ηγνοούσαν οι άνθρωποι και έκαστος έλεγε κατ’ εκείνου τό ήθελεν Σφρ., Χρον. μ. 10414. 2) (χωρίς να ακολουθεί ουσ.) στο σχήμα α) ο μεν ... ο δε = ο ένας ... ο άλλος, άλλος ... άλλος (πβ. L-S A VI και Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Ά́ 170): Εν μέρει ορίζει ο ηγούμενος, εν άλλῳ ο οικονόμος,| ο μεν προστάσσει: «τρίψε με και τάρασσε το σκάμμα»,| ο δ’ άλλος πάλιν: «γέμισε, περέχυσέ με, ας έκβω» Προδρ. (Eideneier) IV 126· εθανατώσαν (ενν. οι Λευκωσίτες) [τους] Γενουβήσους ... και τους μεν ερίβγαν εις τους λάκκους, τους δε ερίβγαν στα χαντακία Μαχ. 41615, 16· β) ο δε ... ο δε = άλλος ... άλλος: άνταν ήλθαν οι μαντατοφόροι μου έμπροσθέν σου, τους δε ηθέλησες να τους στρώσεις, τους δε εσέραν τους ομπρός σου Μαχ. 2127, 8· γ) το ουδ. στις φρ. το και το, τα και τα = αυτό κι αυτό, αυτό κι εκείνο (πβ. L-S A VII 2 και Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Ά́ 170): όρισέ μοι (ενν. ο βασιλεύς) και έγραψα ιδίως ... ότι να έχει είς έκαστος (ενν. των υιών) το και το ... από των ιδίων αυτού αξιολόγων ειδών Σφρ., Χρον. μ. 2017 κριτ. υπ.· λέγουσι (ενν. οι ιατροί) «ποίησε τα και τα και ας γίνεται και τάδε» Προδρ. III 404· δ) το μεν ... και = αφενός ... αφετέρου: και βασιλείς ρηγάδες τε εσέναν επεθύμουν,| το μεν διά το κάλλος σου και διά την ευμορφιάν σου Απολλών. 29.
ολίγα,- επίρρ., Λόγ. παρηγ. L 487, Βίος Αισώπ. 298, Δεφ., Λόγ. 485, Αχέλ. 654, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 851, 1068· ελίγα, Ροδολ. (Αποσκ.) Χορ. δ́ 12· λίγα, Πανώρ. Γ́ 326, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 330, 1662, 1670, Δ́ 47, Έ́ 171.
Ο πληθ. ουδ. του επιθ. ολίγος ως επίρρ. Η λ. στο Βλάχ.
Λίγο, σε μικρό βαθμό: Πάγει στου ρήγα το ζιμιό, με γνώση χαιρετά τον,| λίγα σαλεύγει το κορμί, λίγα το κλίνει κάτω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 408·· ο κοπιάσας ολίγα και ολίγον μισθόν λήψεται Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι II 11· ο άλλος λέγει ότι «δεν ημπορώ να νηστεύω», ω ανευλαβείς ημάς και ολίγα πρόθυμως εις το καλόν! Πηγά, Χρυσοπ. 120 (32)· Μ’ ανέν κι αργεί (ενν. η δικιοσύνη) καμιά φορά την παιδωμή να δώσει (παραλ. 1 στ.) πάλι θυμάται κι έρχεται με μάνητα μεγάλη| την ώρα που λιγότερα την καρτερούσιν άλλοι Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 310· μόλον οπού μια ψυχή, όμορφη κι ανδρειωμένη,| με την τιμήν λιγότατα να μένει πλερωμένη,| μόλον αυτό κανείς στην γην δεν ημπορεί να σώσει,| πλέρωμα μεγαλύτερον στην αρετήν να δώσει Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [296].
πάραυτα,- επίρρ., Προδρ. (Eideneier) IV 135 χφ C κριτ. υπ., Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 464, 566, 1118, Βέλθ. 134, 696, 743, 959, 1194, Φλώρ. 804, Αχιλλ. (Smith) N 1592, Ιμπ. 432, Γεωργηλ., Θαν. 437, Απόκοπ.2 327, 356, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 1607, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 560, 661, 796, κ.π.α.· πάραυθα, Κορων., Μπούας 111, Δαρκές, Προσκυν. [237], Παλαμήδ., Βοηβ. 83, 97, 105, 113, 126, 229, 300, 620, 759, 1061, Βίος αγ. Νικ. (Κακλ.) 50, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 1204· παραύθα, Μαχ. 3823, Δαρκές, Προσκυν. [132]· πάραυθε, Διήγ. Αλ. F (Lolos) 23215· πάραυθες, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 259, 266, 780· παραύτα, Αναγν., Στ. πολιτ. 9, Ασσίζ. 5911, Βέλθ. 947, Αχιλλ. (Smith) O 735, Μαχ. 1420, 448, 6212, 1029, 42022, 4221, 43010, 55435, 66631, Βουστρ. (Κεχ.) M 4514, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 101, 156, 213, 226, 626· παραυτά, Σοφιαν., Παιδαγ. 98, 99, 117· πάραυτας, Πανώρ. Ά́ 333, Έ́ 48 κριτ. υπ., Γύπ. Πρόλ. Διός 71, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 320, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Β́ πριν στ. 27, 38, 97, Ιντ. κρ. θεάτρ. Γ́ 11, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 12018, 12317, 13212, 1417, Βοσκοπ.2 376, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 335, Β́ 280, Γ́ 1285, Δ́ 997, Έ́ 1075, Στάθ. (Martini) Ά́ 17, Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 282, Δ́ 220, Έ́ 315, Διήγ. πανωφ. 61, Φορτουν. (Vinc.) Ά́ 163, Δ́ 244, Έ́ 248, Ιντ. ά́ 164, β́ 163, γ́ 134, Πρόλ. άγν. κωμ. 10, Λεηλ. Παροικ. 13, 27, 78, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 29312, 30518, 3378, 3697, 44817, 54619, κ.α.· παραύτας, Πιστ. βοσκ. II 1, 328, V 5, 271· παραυτάς, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 3496· πάραυτε, Κορων., Μπούας 79· πάραυτες, Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 138, Άλ. Κύπρ. 1204, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 131, 1238· πάρευθα, Χρον. Τόκκων 2513· πάρευτα, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά́ [484], Δ́ [245], Έ́ [1212]· πάρφτας, Κατά ζουράρη 144.
Το αρχ. επίρρ. πάραυτα ή παραυτά. Ο τ. πάραυθα (με δάσυνση του τ· βλ. Meyer, Γλωσσ. πραγμ. Κύπρ. 112) στο Somav. (λ. παρευθύς) και σε κυπρ. δημ. τραγ. του 19. αι. (Παπαδ. Θ., Κυπρ. Σπ. 36, 1972, 114). Ο τ. πάραυτας αναλογ. με επιρρ. σε ‑ας (Γεωργακ., B-NJ 14, 1938, 81). Ο τ. πάραυτες και σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex., στη λ.). Ο τ. πάρευθα (απ. στο Somav., λ. παρευθύς) και πάρευτα πιθ. με επίδρ. του επιρρ. παρευθύς. Η λ. και σήμ. λόγ. (ΛΚΝ).
1) (Χρον. επίρρ.) αμέσως: Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 1262, Λίβ. Esc. 3792, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Γ́ 6726, 8224· Εγώ αν ήθελα αγαπήσει το βασίλειόν σας, εμένα ο αυθέντης μου ο Αλέξανδρος πάραυθα με το ήθελεν δώσει Διήγ. Αλ. E (Lolos) 23317· απέζευσεν παραύθα απ’ το αλογάρι Δαρκές, Προσκυν. [71]. 2) (Με επόμ. το σύνδ. οπού· πβ. όπου (Ι) Γ́1δ) μόλις: πάραυτα οπού εκείνος (ενν. ο Μπερτόλδος) είχεν έμπει εις την αυλήν, αυτοί (ενν. οι σκυλοφύλακες) να είχαν αφήσει τα σκυλία να υπάν καταπάνω του Μπερτόλδος 54· πάραυτα οπού τον είδεν (ενν. η βασίλισσα τον Μπερτολδίνο), γελώντας είπεν ... Μπερτολδίνος 152.
παραυτίκα,- επίρρ., Τρωικά 5328, Προδρ. (Eideneier) I 260, IV 135, Καλλίμ. 906, Διγ. (Trapp) Gr. 3218, Διγ. Z 143, 284, 3628, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 581, 11682, Ερμον. Υ 368, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 316, 355, Βίος Αλ. 2226, Λίβ. Esc. 3702, Λίβ. N 3147, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1873, Αχιλλ. (Smith) O 108, 538, Χρον. Τόκκων 1085, Αλεξ. 1634, 2019, Ζήνου, Βατραχ. 153, Πτωχολ. α 971, Διακρούσ. 922, κ.α.· παραυθίκα, Παλαμήδ., Βοηβ. Εισαγ. 7, 186, 350, 609· παρευθίκαν.
Το αρχ. επίρρ. παραυτίκα. Οι τ. με επίδρ. του επιρρ. παρευθύς.
Αμέσως, στη στιγμή, χωρίς καθυστέρηση: Καλλίμ. 1280, Διγ. Z 298, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά́ 48· Οι βάγιες την εσήκωσαν την κόρην παρευθίκαν| και προς εκείνον έλεγαν τον θαυμαστόν Αχιλλέαν Αχιλλ. (Smith) O 470· (με άρθρο σε εμπρόθ. προσδ.): Παράφρ. Χων. (v. Dieten) III 55· έκφρ. παραυθίκα της ώρας = αμέσως, στη στιγμή: όσοι εδυνηθήκασιν ’κ τα βούρκα και εβγήκα| κακώς κακού σκορπίσασιν της ώρας παραυθίκα Παλαμήδ., Βοηβ. 306.
πάρεξ,- πρόθ. Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 430, Σφρ., Χρον. (Maisano) 9613, 14024, Σοφιαν., Γραμμ. 82, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 41v, 72r, 372v, Κανον. διατ. B 996, Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 121, Ψευδο-Σφρ. 34216, 29, 37014, 4745, Βακτ. αρχιερ. 149, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ 703, Hagia Sophia ν 5569, ω 5334, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) 11340· παρέξ, Βίος Αλ.2 114, Διήγ. Αλ. F (Konst.) 224, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 169.
[Η αρχ. πρόθ. πάρεξ-παρέξ. Η λ. (απαρχαιωμένη) και σήμ.]
I. (Ως πρόθ.) εκτός (από)· (με γεν.): Ψευδο-Σφρ. 3661· (με αιτιατ.): όλα τα πράγματα τα έκανε μόνον με τον λόγον του (ενν. ο Θεός) πάρεξ τον άνθρωπον, οπού έπλασεν με τας χείρας του Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 31r· (με την πρόθ. από και αιτιατ.): μη συμπλακείς εις την πολυλογίαν| και φθάσεις λόγον και ειπείς πάρεξ από το δίκαιον Σπαν. (Μαυρ.) P 267. IΙ. Σύνδ. 1) (Συγκρ.) παρά· (με βουλητική πρόταση): κάλλιον να ζω άτιμος, πάρεξ να ορίζω τόσους στρατιώτας και να λάβω άδικον θάνατον Μαρτύρ. αγ. Νικολ. 16258· κάλλιον να πονέσεις ολίγας ώρας πάρεξ να βασανίζεσαι όλην σου την ζωήν Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 234. 2) (Αντιθ.) αλλά: το ψαχνόν του είναι πολλά κακοχώνευτον και μη το τρώγεις (ενν. το κίτρον) μοναχόν παρέξ να είναι αρτυμένον με ζάχαρην Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 213. IIΙ. Ως επίρρ. (σε αποφατικές προτάσεις για δήλ. περιορισμού, πβ. παρά Γ́ 1, παρού ΙΙ) παρά μόνο: την ψυχήν άνθρωπος δεν δύναται να την ιδεί πάρεξ ο άγγελος οπού την εβγάνει από το κορμί Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 28v· εκεί οπού εγώ στέκομαι, άλλοι δεν ημπορούσι να σταθούν πάρεξ εγώ Μπερτόλδος 32· άλλη δύναμη δεν ημπόρειε να πολεμήσει την μεγάλην δύναμην του Τούρκου πάρεξ ο Θεός Χρον. σουλτ. 8828.
παρομοιάζω,- Κρασοπ. (Eideneier) S 55, Φλώρ. 1432, Θησ. Ζ́ [1251], Συναξ. γυν. 435, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 56v, 137r, 237r, 237v, 395r δις, 397r, 399v, Αιτωλ., Βοηβ. 371, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [1126], Ροδινός (Βαλ.) 69· παραμοιάζω, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 117.
[Το μτγν. παρομοιάζω. Η λ. και σήμ.]
Α´ Μτβ. (με γεν. ή αιτιατ. ή με εμπρόθ. προσδ.) 1) α) Μοιάζω με κάπ. ή κ., παρουσιάζω ομοιότητες ή αναλογίες α1) (προκ. για εξωτερική εμφάνιση): τούτοι οι τέσσαρες αδελφοί εκράζονταν αδελφοί του Ιησού Χριστού, διατί ήσαν γεννημένοι από δύο αδελφάδες και επαρομοίαζαν του Χριστού εις την όψιν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 254V· Εκείνος όσον ήκουσεν τα λόγια της κόρης θωρεί και παραμοίαζεν της μάννας της τα κάλλη Απολλών. 758· Εγώ, διατί παρομοιάζω τον αφέντη μου τον Αλέξανδρο πολλά, αγάπην έχω απ’ αυτόν Διήγ. Αλ. G 27718· α2) (προκ. για ιδιότητες, συμπεριφορά, κ.τ.ό.): Από χειλέων πόρνης τε βλέπε να αποφεύγεις,| προς καιρόν γαρ γλυκαίνει σε, ύστερον σε πικραίνει·| μάλλον μαχαίραν δίστομον αυτή παρομοιάζει Φυσιολ. (Legr.) 1017· ποίον άλλον καλλιότερον παρομοιάζει της γλώττης; ... δι’ αυτής πωλείς, αγοράζεις, χαιρετισμός γίνεται, παίρνεις, δίδεις, τραγουδούν, γίνονται γάμοι, κτίζονται κάστρη Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά́ 2221· β) είμαι ανάλογος, συναφής: ο λογισμός της ψυχής έναι μία χάρις πνευματική, οπού παρομοιάζει εις τα πράγματα οπού έχουν τες χάριτες και κάνουν τον άνθρωπον να εγνωρίσει την καθαράν γνώσιν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 33v. 2) Γίνομαι όμοιος: ελεήμων άνθρωπος Θεόν παρομοιάζει Ιστ. Βλαχ. 1910· Κριτής απροσωπόληπτος Θεόν παρομοιάζει Ιστ. Βλαχ. 1393. 3) Συμβολίζω, υποδηλώνω αλληγορικά: η ιστία παρομοιάζει την θεότητα Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 399r· Ακούσετε λοιπόν, αδελφοί, τίνος παρομοιάζει τούτος ο πελεκάνος ... Ο πελεκάνος έναι ο Χριστός Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 56v· ανεβαίνει ο αναγνώστης και λέγει τον Απόστολον, και παρομοιάζει τον άγγελον οπού είπε των Μυροφόρων ότι ανέστη ο Κύριος Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 396r· (εδώ με ειδική πρόταση): εις τα ποδάρια αυτεινού (ενν. του ξύλου) ήτον μίαν κεφάλη ενού ανθρώπου απεθαμένου, διά να παρομοιάσει ότι εκείνο το ξύλο ξεβλαστώνει από την κεφάλη του Αδάμ Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 205r·. 4) α) Θεωρώ παρόμοιο, παρομοιάζω, συσχετίζω: τον επαρομοιάζανε (ενν. τον Κωνσταντίνο τον Παλαιολόγο) δράκο, ότι ήτονε δυνατός, ανδρειωμένος Χρον. σουλτ. 7912· Ο κρόκος τον παρομοιάζουν της γης, το ασπράδι του αέρος και η τσίπα οπού έναι ανάμεσα το ασπράδι και την σκόρτσαν του αβγού την παρομοιάζουν εις το νερόν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 70r δις· ο χρυσός ο αετός ο γαμπρός μας λογιάζω| να είναι, γιατί εις ατό τονε παρομοιάζω Διγ. O 750· ετούτον μου τον λόγον επαρομοίασά το μιας γλυκόμνοστης τροφής Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 35· β) παραβάλλω, συγκρίνω: Πόλη μου, ετριγύρισα γης τον τροχόν και τόπον,| δεν ηύρα ευμορφύτερον να σε παρομοιάσω Θρ. Κων/π. B 52· με όποιον απ’ αυτούς όλους τους περασμένους| τον παρομοιάσεις (ενν. το βοϊβόδα Μιχαήλ), δεν σφάλλεις μ’ όλους τους ανδρειωμένους Παλαμήδ., Βοηβ. Εισαγ. 32· η λάμψις και η χαρά εκείνη δεν ήτον να την παρομοιάσει κανένας εις καμίαν ευμορφάδα του κόσμου τούτου Λαυρ., Οπτασία Σ. 110. Β́ (Αμτβ.) είμαι όμοιος ή παρόμοιος με κάπ. ή κ., παρουσιάζω ομοιότητες ή αναλογίες· (εδώ για εξωτερική εμφάνιση): εις την μέσην του δένδρου δεν ήτον καμία ξεχώρισις, μόνον τα φύλλα του οπού επαρομοίαζαν ώσπερ του κέδρου και πεύκου και κυπαρισσίου Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 100v· εκείνο οπού εκατέβαζεν το θερμόν ροδόσταμαν| ζώον ήτον θαυμαστόν, ως άνθρωπος παραμοιάζει·| εάν το είδες, ήθελες ειπείν και έναιν ζωντανού ανθρώπου στόμα Αχιλλ. L 527.
παροξυσμός- ο, Σπανός (Eideneier) D 527, Ιατροσ. κώδ. χπθ́, Πεντ. Λευιτ. XXVI 16, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά́ 834· παροξυμός, Πεντ. Δευτ. XXVIΙΙ 22.
[Το αρχ. ουσ. παροξυσμός. Διάφ. τ. σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex., στη λ., Κωστ., Λεξ. τσακων., λ. παραξυσμό, Pern., Ét. linguist. III 498, στη λ.). Η λ. και σήμ.]
1) Ερεθισμός, έξαψη, έντονη οργή: Δούκ. 35720, Διήγ. Βελ. χ 33. 2) (Ιατρ.) οξεία κρίση πυρετού που εκδηλώνεται με έντονο ρίγος και σπασμούς στο σώμα: Ιατρικόν ωφέλιμον εις παροξυσμόν Ιατροσ. 24194· Εις παροξυσμόν να ιδρώσει οπού δεν ιδρώνει Ιατροσ. κώδ. χϞά.
παρού,- σύνδ., Κομν., Διδασκ. Δ 352, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 337, 394, 509, Καλλίμ. 2375, Ασσίζ. 406, 684, 20311 κ.α., Χρον. Μορ. P 509, 2106, 3236 κ.α., Σαχλ. Β′ (Wagn.) P 22, Απολλών. 576, Λίβ. P 821, Λίβ. Sc. 285, 286, 1372, Λίβ. N 1259, 1260, Χρον. Τόκκων 2942, 3288, Μαχ. 2246, 51016, 54236 κ.α., Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. Ι 334, ΙΙ 27, Θησ. Γ́ [697], [754], Γεωργηλ., Θαν. 394, Βουστρ. (Κεχ.) Β 25518, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 79, 80, 131 πολλ. κ.π.α., Πτωχολ. α 243 χφ Ν κριτ. υπ., Κυπρ. ερωτ. 1342, 13819, κ.π.α.· παρούν, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 153 κριτ. υπ.· περού.
[Από τη συνεκφ. της πρόθ. παρά και της γεν. της αναφορ. αντων. ος (Πολ. Λ., Ελλην. 21, 1968, 232, Τριαντ., Άπ. 3, 207, πβ. Κοραή, Άτ. Ά́, 75-76). Κατά Τσοπ., Ροδιακά 147 (= Δωδεκαν. Αρχ. 5, 1970, 73) από την παρό. Κατά Χατζιδ., Βυζαντίς ΙΙ, 1911-12, 517, από την παρά με επίδρ. των αλλού, πριχού, κ.τ.ό. Ο τ. περού πιθ. με επίδρ. της περί (πβ. τη σύγχυση παρά/περί, βλ. Pern., Ét. linguist. II 394, 395 σημ. 1, πβ. Χατζιδ., Βυζαντίς ΙΙ, 1911-12, 517). Η λ. σε κείμ. του 11. αι. (Κεκ., Στρατ. 85), σε έγγρ. του 15. (Richard-Papadopoullos, Livre des remembr. 55, Τσοπ., Ροδιακά 128, 130, 131), 16. (Manouss., Θησαυρ. 13, 1976, 37), 16.-17 αι. [Ισπαν. έγγρ. (Χασιώτης) 55], σε κείμ. του 18. αι. (Δαβίδ 104, 233, Αγν., Θρησκ. δράμ. 176, 230, 335) και στο Somav.]
I. Σύνδ. Α´ Συγκρ. 1) Εισάγει β́ όρο σύγκρισης έπειτα από επίθ. ή επίρρ. συγκρ. βαθμού α) ομοιόπτωτα α1) (με αιτιατ.): άνθρωπον είχες ευγενήν και χώρας βασιλέαν,| έχεις κάλλιον σήμερον άνδρα παρού εκείνον Λίβ. Sc. 2161· εγώ στέκω πάντα εις μεγαλύτερον φόβον παρού εκείνον οπού ήσουν εσού Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 129· (με προηγ. το παρκάτω): Εάν κοράσιν ορμαστεί παρκάτω παρού τα ιβ́ έτη ουδέν λογίζεται η ορμασία εκείνη γάμος Ασσίζ. 54112· (με παράλ. του επιθ. ή του επιρρ.): όλον το πλήθος αγαπούν, τον Βελισάριον θέλουν,| εκείνον τιμούν και προσκυνούν παρού την βασιλείαν Διήγ. Βελ. χ 322· φρόντιζε του φίλου σου την τούτου θεραπείαν| παρού την σην θεράπευσιν και την ανάπαυσίν σου Σπαν. (Λάμπρ.) Va 213· α2) (με ονομ.): Καλλιόν ένι το καλόν όνομα παρού η μεγάλη αρχοντιά Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 130-1· Ο Ιησούς Χριστός είπεν: καλλιόν είναι ο θάνατος παρού η άτυχη ζωή Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 90· ουκ είν’ καλλίο τίποτε παρού η φιλία εις τον κόσμον Λίβ. Esc. 1126· (με παράλ. του επιρρ.): κανέναν πράμαν πολομά τον άνθρωπον φοβητσιάρην παρού η άτυχη κουσιένζα απού έχει Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 129· β) με γεν. (σε σχ. έλξης): Πολλοί λογαριασμοί γίνουνται χωρίς ρίζαν της τέχνης, μόνον με σκοπόν. Και είναι ακριβότερος εκείνος ο λογαριασμός του σκοπού παρού εκείνου, οπού γίνεται με την τέχνην Rechenb. 8614· γ) (με εμπρόθ. προσδ.): λέγει (ενν. ο Σολoμών): Ο άνθρωπος … έναι κάλλιον διά να υπομένει| με δράκαιναν, όταν πεινάν …| παρού με την γυναίκαν του, όταν έναι θυμωμένη Συναξ. γυν. 257· να γενεί η συμπεθερία εκείνη| κάλλιο εις τον αφέντη μας παρού εις τον ρήγα εκείνον Χρον. Μορ. P 2522· (με παράλ. του επιθ. ή του επιρρ.): Και άλλοι πλείστοι, άπειροι, από τον κόσμον όλον| έχουν καλόν στην ξενιτείαν παρού στα γονικά τους Περί ξεν. (Μαυρομ.) 153· διά της διδαχής ημών επιστρέφετε τους ανθρώπους τους πεπλανημένους εις θεογνωσίαν και ούτω δύνασθε σωθήναι εις τον κόσμον παρού εις τα μοναστήρια Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. IV 695· δ) με βουλητική πρόταση: κάλλιον ο πατέρας μας να ορίσει να με κόψουν| παρού στα ξένα χέρια να τύχει ν’ αποθάνω Βυζ. Ιλιάδ. 750· κάλλιον ήτον να βάνασιν (ενν. αι γυναίκες) κόπρον στο πρόσωπόν των (παραλ. 1 στ.) παρού να παραλλάσσουσιν την πλάσιν του Κυρίου Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. Ι 725· κάλλιον το είχεν να κατακοπεί κομμάτια παρού να ρίψει το σπαθίον Διγ. Άνδρ. 32721· (με παράλ. του επιθ. ή του επιρρ.): Ατός μου με τα χέρια μου μαχαίριν είχα πάρει| να εμπήξω εις την καρδίαν μου, να σέβω εις τον Άδην| παρού να ζω δίχως εσέν εις τον παρόντα κόσμον Ιμπ. 145· Ας σφάξω την καρδίτσα μου … (παραλ. 1 στ.) παρού να ζήσω επώδυνα τον άπαντά μου βίον Βέλθ. 1179· (με το ότι πλεοναστικά, βλ. ά. ότι 1γ́): επροτίμευα να αποθάνω εγώ παρού ότι να βλαβείς εσύ Διγ. Άνδρ. 40737· (με επόμ. το και που ισοδυναμεί με το βουλητικό να): κἀγώ η ’λεεινή ας είχα αποθάνει| παρού κι έχω πολλές πικριές και δάκρυα και πόνους Απολλών. 676· Να ’χα το φως μου, να ’βλεπα και ας ήμουν σ’ όλα χρειάρης| περού κι εγίνουμου τυφλός Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 746· ε) με αναφορ. πρόταση: Καλλιότερον το είχα να ήθελεν είσθαιν ο θανατός μου σήμερον παρού οπού είδα τέτοιον πράγμα Διγ. Άνδρ. 40128· αν τίποτες περίσσια ειπώ παρού που πρέπει … Θησ. Πρόλ. (Κακλ.) 129· (με παράλ. του αναφορ.· ισοδυναμεί με τα παρ’ ό,τι, απ’ ό,τι, απ’ όσο): Πλέον σας εφοβούντησαν, όταν ήλθετε πρώτον,| παρού φοβούνται σήμερον διά την άργιάν σας Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 2949· Αλήθεια ωσάν κατέχουσιν όσοι και με γνωρίσαν| εγώ έπαιρνα ολιγότερον παρού επαίρναν άλλοι Σαχλ., Αφήγ. 342· στ) με ειδική πρόταση (βλ. και ότι 1στ́): να άνοιγα το αρμάριν μου, να τό ’βρισκα γεμάτον (παραλ. 2 στ.) παρού ότι τώρα ανοίγω το, βλέπω τους πάτους όλους Προδρ. (Eideneier) III 95 χφ P κριτ. υπ.· πότε να εγένου εξουσιαστής εις την εμήν αγάπην,| εξουσιαστής να την κρατείς, να εθάρρουν εις εσέναν| παρού ότι αιχμαλωτίζομαι διά πόθον ιδικόν σου| παρού το κάστρον της εμής προδίδεται καρδίας Λίβ. P 1371, 1372· ζ) με χρον. πρόταση: ουδέν έναι χειρότερη κακοριζικία εις τον άνθρωπον, παρού όταν έχει εχθρούς τους οικιακούς του Χρονογρ. (Λαμψ.) 233. 2) α) (Με προηγ. χρον. επίρρ. εισάγει χρον. πρόταση) προτού (να): Η γυναίκα η χήρα εάν ορμασθεί πρωτύτερον παρού να πληρωθεί ο χρόνος της χηρείας αυτής ατιμούται Ελλην. νόμ. 58218· ένι διαφεντεμένον να μηδέν λάβει κανείς διά γυναίκαν εκείνην τήν έλαβεν εκ των βυθών της κολυβήθρας … ουδέ ο υιός του να μηδέν λάβει εις γάμον την θυγατέραν της θυγατρός της … αλλά αυτά τα παιδιά του εγεννήθησαν πρωτύτερα παρού να την βαπτίσει Ασσίζ. 12620· Ταύτα δε και τα πράγματα στέκονται φυλαμένα| και πριν παρού να σκορπισθεί και να τα τρικυμίσουν,| ως κάμουν πράξιν και ορμήν Χρον. Τόκκων 2944· β) όταν (Bλ. Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) σ. 294-95]): έκρινα ότι να καγούν τα κάτεργα και ξύλα,| περού λαός ο των Γραικών ενωθεί με τους Φράγκους,| να πολεμίζουν δυνατά, να μη έχουν πόθεν φύγει Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 266. 3) (Σε καταφ. πρόταση ύστερα από το άλλος για δήλ. εξαίρεσης, βλ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β́ 229) εκτός από: Από κανέναν κρίμαν δεν χαίρεται περίτου ο διάβολος … απέ την πορνείαν, και η αφορμή ένι τούτη, ότι εμπορεί να ποίσει ούλα τα άλλα κρίματα παρού εκείνον Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 148. Β́ (Αντιθ.) αλλά, παρά: καλόν σαρμούνιν ήρχισες και να ’χες το τελειώσει,| περού ότι εφήκες το, μέμψουν σε θέλουν τιόσοι Γεωργηλ., Θαν. 455· (με προηγ. άρν.): Ζητά … να δει και τον βεζιραζέμην,| αμμέ στην Πόλιν δεν είναι παρού στην Κρήτην ένι Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 142· παρακαλούμεν σε και εις το βάπτισμαν τό είσαι βαπτισμένος να κωλύσεις την αρμάδα να μεν πάγει εις την Συρίαν παρού να γενεί η αγάπη τήν ζητά ο σουλτάνος, και το να σηκώσομεν το δικόν μας, ποίσε ως θέλεις Μαχ. 15810. ΙΙ. Επίρρ. (Για την επιρρ. χρ. πβ. παρά Γ́ και Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β́ 227-28· ως σύνδ. αντιθ. στο ΛΚΝ, λ. παρά2) 1) Σε αποφατικές προτάσεις για δήλ. περιορισμού α) παρά μόνο: τινάς δεν ημπορεί να είναι ζηλιάρης εις τίτοιαν ζήλαν παρού διά δύο αφορμές Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 121· κανέναν έγκλημαν τό να ποίσει η γυναίκα του ανδρός της ού ο άνδρας της γυναικός του ου χρη γενέσθαι παρού εις την αγίαν εκκλησίαν Ασσίζ. 3802· εγώ γαρ λέγω, ομολογώ, ομολογίαν δίδω·| ουδέν έν γέγονεν παρού ο ορισμός Κυρίου Αργυρ., Βάρν. K 453· (με επόμ. αναφορ. πρόταση): ουδέν ημπορεί να έχει απέ το αμάχιν του παρού όσα εδάνεισεν ομπρός Ασσίζ. 3046· είς άνθρωπος ενοικίασεν το σπίτιν του … και εκείνος … οπού ενοικίασεν το σπίτιν εκείνον και ένι κακοποιός … τοιούτον κορμίν ένι θεσπισμένον εις την ασσίζαν να μηδέν πλερώσει παρού όσον καιρόν εκαθέζετον μέσα εις το σπίτιν Ασσίζ. 7419· (με επόμ. χρον. πρόταση): ο ακριβός δεν πολομά ποττέ καλόν δίκαιον πράμα παρού αντάν πεθανίσκει Ξόμπλιν φ. 125v· (με επόμ. ενδοιαστ. πρόταση): σου έγραψα να μας στρέψεις το κάστρον μας εις την εξουσίαν μας και σου αφορμολογάς λαλώντα δεν το πολομάς παρού μηδέν σηκωθεί απέ το χέριν σου και δοθεί εις τας χείρας των εχθρών μας Μαχ. 5022· (πλεοναστικά με επόμ. ή προηγ. το μόνον): τινάς από τους φιλοσόφους δεν ήλθε παρού μόνον αυτός Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά́ 3223· (επιτ. με προηγ. τα άλλος, έτερος, κανείς άλλος): έχει ψέματα με ’μοσμα, τουτέστι να παραμόσει τον λαιμόν του και τούτον δεν είναι άλλον παρού άρνημαν της πίστης του Θεού Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 125· δεν καταγνώννω άλλον παρού τον εμαυτόν μου Μαχ. 23023· το δίκαιον και η ασσίζα ορίζει … ότι κανείς άνθρωπος ουδέν χρη εκκλητεύειν εις ετέραν αυλήν της βουργεσίας παρού εις εκείνην την πόλιν απαύτα ην οπού ην τα κρατήματα Ασσίζ. 16822· καμμία άλλη αυλή αν ουδέν εντέχεται να μετέξει εις την υπόθεσιν του ανδρογύνου παρού η αγία του Θεού εκκλησία Ασσίζ. 12725· (με προηγ. το άλλος σε πρόταση με ιδιάζ. σύντ.· βλ. Κακουλίδη [Σκλέντζα, Ποιήμ. σ. 139]): εσύ, ο άρτος της ζωής … Του νου μου ευεργέτησον να σε γλυκοφημίζει,| φαγίν τε άλλον παρού συ τα μέλη να στηρίζει Σκλέντζα, Ποιήμ. 620· β) (εδώ με προηγ. το επίρρ. έξω) εκτός από: ουδέν εντέχουνται να ποίσουν δίκαιον (ενν. τα κουμμούνια) έξω παρού η αυλή η ρηγική Ασσίζ. 10521· κανείς απ’ αυτούς τους νόμους, …, εντέχουνται να αγκαλούνται εις καμμίαν αυλήν … έξω παρού εις την αυλήν του φούντικος Ασσίζ. 2345. Έκφρ. εξού παρού, βλ. εξού Έκφρ. — Βλ. και παρά, πάρεξ, παρό.
πασάς- ο, Byz. Kleinchron. Ά́ 4089, 52318, Αχέλ. 1587, 1974, 1980, 2286, Χρον. σουλτ. 285, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 373, Λεηλ. Παροικ. 63, 79, 97, 120, 124, 151, 158 κ.α., Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1542, 16321, 16419, 1656, 16823, 1749, 1755 κ.π.α.· μπασάς, Byz. Kleinchron. Ά́ 44226, Αχέλ. 79, 296, 760, 1166, 2357, Καβαλίστας 85, 87, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 296· μπάσιας, Byz. Kleinchron. Ά́ 4117· μπασίας, Byz. Kleinchron. Ά́ 26088, 51410, Έκθ. χρον. 271, 28, 3426, 3916, 407, 496, 17, Παλαμήδ., Βοηβ. 268, Ψευδο-Σφρ. 20231, 22223‑24· μπασιάς, Χρον. Τόκκων 3078, 3186, 3311, Σφρ., Χρον. (Maisano) 8416, 24, 28, Byz. Kleinchron. Ά́ 29426, Έκθ. χρον. 492, 5413, 15 δις, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 323v, Αιτωλ., Ρίμ. Μ. Καντ. 17, Στ. Βοεβ. 9, 55, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά́ 3825 κριτ. υπ., Παλαμήδ., Βοηβ. 111, 121, 146, 152, Ψευδο-Σφρ. 3821, 18· πασίας, Ορισμ. Σινανπασίας (Rigo) 621, Δούκ. 16512, 28326, 29321, 30113, 3077, 31121, 3777, Σφρ., Χρον. (Maisano) 8416, 24, 28 κριτ. υπ., Βουστρ. (Κεχ.) 13219, 1343, Byz. Kleinchron. Ά́ 27734, 40017, Έκθ. χρον. 97, 1711, 2418, Αιτωλ., Βοηβ. 101, Hagia Sophia ω 5105 κριτ. υπ., Σταυριν. 199, Ψευδο-Σφρ. 32039, 40828, 4361· πασιάς, Σφρ., Χρον. (Maisano) 6614, Αιτωλ., Ρίμ. Α. Καντ. 17, Κώδ. Χρονογρ. 5125 δις, 26 τρις, Ιστ. πολιτ. 386, 528, 676‑7, Ιστ. πατρ. 973, 16115, 16221, Μ. Χρονογρ. 361, Δωρ. Μον. (Βαλ.) 46, Σταυριν. 75, 403, Ιστ. Βλαχ. 663, 753, 906, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 26r, 30v, 33r, 52r, 71r, Διακρούσ. 7713, 9126· παχίας, Βουστρ. (Κεχ.) 13218· παχιάς, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 240, 263, 391, 793, Κυπρ. χφ. 144, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 111, 685, 738, 744, 759, 795.
[Από το τουρκ. paşa. Ο τ. μπασάς στο Somav., λ. πασάς και bαšάs στο καππαδοκικό ιδίωμα (Dawk., Modern Gr. 638). Ο τ. μπασίας στο Meursius (βλ. και Du Cange) και ο τ. μπασιάς στο Somav., λ. πασάς και σε κείμ. του 18. αι. (Στεφανόπ., Βιβλ. Στεφανοπ. 17)· πβ. και Μπασιάς σήμ. ως παρων. στη Θράκη (Τριαντ., Οικογ. ονόμ. 63). Για τους τ. μπασ‑ πβ. και παλαιότ. τουρκ. başa (Redhouse, EI, λ. pasha). Ο τ. πασίας σε έγγρ. του 14. αι. (Act. Esph. 295) και στο Meursius, λ. μπασίας (βλ. και Du Cange, λ. μπασίας). Ο τ. πασιάς στο Somav., It.-gr., λ. passa, σε έγγρ. του 17. (Οικονομ., Σύμμ. 3, 1979, 245), του 17.-18. (Αθανάσιος εξ Αγράφων 132) και κείμ. του 18. αι. (Γριτσόπουλος, Αθ. 71, <1969-70> 1970, 117) και σήμ. ως επών. (Βαγιακ., Βίος επων. 127). Πληθ. πασιάδες το 15. αι. (Rödel, Chalkok.-Kritob. 3), σε κείμ. του 18. αι. [Διήγ. Αγ. Σοφ. (Μουζ.) 17] και σε ελληνοεβραϊκά τραγούδια των Ιωαννίνων (Schwartz-Athanassakis, MGSY 3, 1987, 228). Ο τ. παχιάς σε χρον. σημείωμα των αρχών του 19. αι. (Δετοράκης, Κρητολ. 5, 1977, 127). Για τους τ. παχίας και παχιάς βλ. Χατζ., Ξέν. στοιχ. 24, 145-6, Βαγιακ., Αθ. 59, 1955, 58, ΛΔ 12, 1972, 6· πβ. και Παπαδόπουλλος [Θρ. Κύπρ. σ. 72]. Η λ. το 13. αι. (Mor., Byzantinot. 246), στο Du Cange, λ. μπασίας, σε έγγρ. του 15. (Lefort, Documents 77) και 18. αι. (Τουρτόγλου, ΕΚΕΙΕΔ 15, <1968> 1972, 35) και σήμ.]
1) Τιμητικός τίτλος ανώτατων αξιωματούχων της επαρχιακής διοίκησης της οθωμανικής αυτοκρατορίας, τον οποίο έφεραν κατά τη διάρκεια της ιστορικής εξέλιξης του οθωμανικού διοικητικού συστήματος κάτοχοι διάφορων αξιωμάτων, όπως α) μπεϊλερμπέηδες και, αργότερα, άλλοι τοπικοί διοικητές (EI, λ. pasha): έπεσε δε και ο Καρατζιά πασίας μπεγλέρμπεης ων της Ανατολής, και εγένετο αφανισμός μέγας Έκθ. χρον. 916· εξελθών ο μπεγλερμπεής ονόματι Καραγκιόζ μπασίας αντιμαχήσασθαι αυτόν (ενν. το Σαχ Κουλή) ουκ ίσχυσεν Έκθ. χρον. 4819· Είναι δε εκεί (ενν. εν Ραϊθώ) … και κάστρον με αγάν, και φύλακας, εξουσιαζόμενοι υπό του μπασά του Μισιρίου Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 174· Κατάστασιν εποίησαν να δίδουν το χαράτσι| και τα κανίσχια του μπασιά, και να κρατούν την Άρταν Χρον. Τόκκων 3087· β) τοποτηρητές απεσταλμένοι του σουλτάνου: επολέμησεν ο σουλτάν Μουράτης το Ρεβάνι και το επήρεν ... και έβαλεν ανθρώπους με πασιάν και το εφύλαγεν Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 45v· ήλθεν ο Κενάν πασιάς εις τας Σέρρας, επίτροπος του σουλτάν Μουράτη εις όλην την δύσιν να περιπατήσει ... Και έτσι εκάθισεν ο πασιάς αυτός ημέρες κ́ και ήρχονταν από τα όλα χωρία και από τα κάστρη και εύρισκαν μεγάλην δικαιοσύνη Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 32v. 2) Τιμητικός τίτλος ανώτατων αξιωματούχων της κεντρικής διοίκησης, τον οποίο έφεραν οι βεζίρηδες (βλ. ά. και EI, λ. pasha): είχε (ενν. ο σουλτάν Μεχεμέτης) βεζίρηδες τον τε Χαλή πασιά και Πρέι πασιά άνδρας φρονιμοτάτους και εις ουδένα πράγμα τους ήκουε ... και ελυπούντο πολλά αυτοί οι πασιάδες Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 25· οι δύο μπασάδες και οι δύο δεφτερέγγηδες και ο κατηλισκάρης αυτοί εισίν πάντοτες με την Πόρταν (έκδ. μπ‑), όθεν υπάγει ο αμιράς, απαραιτήτως Τάξ. Πόρτ. 29· (εδώ για τον πρώτο βεζίρη, τον πρωθυπουργό του σουλτάνου): απελογησάμην ουν τῳ τότε πρώτῳ βιζίρη και άρχοντι, τῳ Μπραΐμ Πασιᾴ Σφρ., Χρον. (Maisano) 6614· (εδώ για τους βεζίρηδες του ανώτατου κυβερνητικού συμβουλίου, το οποίο είχε και δικαστικές αρμοδιότητες): Ο Τούρκος, σαν εκάθετον στην Πόλιν στο σκαμνίν του,| της Κύπρου ενθυμήθηκεν κι είπεν πως έν’ δική του.| Έκραξεν τους παχιάδες του, κονσέλιον να ποίσει Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 5· εφανίσθη (ενν. ο Πατριάρχης) εις το διβάνι, και ... οι πασιάδες εδικαίωσαν αυτόν Ιστ. πατρ. 17018· έκφρ. μπασάδες του ντιβανίου = τα μέλη του κυβερνητικού συμβουλίου (βλ. και ά. ντιβάνι): Εγροικήθη δε το πράγμα εις τους γιανιτσάρους από τους τέσσαρας μπασάδες του ντιβανίου, και ευθύς άρχισαν μεγαλοφώνως να λέγουν, δεν θέλομεν άλλον βασιλέα Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 330. 3) Τίτλος που έφεραν οι επικεφαλής εκστρατειών α) στρατηγοί: ήτον ο τόπος λασπερός, οπού έκαμνεν χρεία| να τον περάσει ο μπασιάς μ’ όλην του την στρατεία Παλαμήδ., Βοηβ. 266· Στείλας (ενν. ο αυθέντης) τον Σουλεϊμέν μπασία μετά τρεις χιλιάδες γενιτσάρων … απέδρασεν εις τα εσώτερα μέρη της ηγεμονίας αυτού Έκθ. χρον. 837· β) ναύαρχοι: ͵ζογ́ έστειλεν ο αυτός αυθέντης τον Πιαλή πασιά με την αρμάδα εις την Μάλταν και εγύρισαν εκείθεν άπρακτοι και τσακισμένοι Byz. Kleinchron. Ά́ 40548· Εις δε την αρμάδαν ην καπετάνος ο Μουσταφά μπασίας, ος γέγονεν ύστερον και βεζίρης και ετελεύτησεν Έκθ. χρον. 4226· έκφρ. πασάς της θάλασσας = αρχηγός του στόλου: ο βασιλιός εμήνυσε του Χοσαΐν να δράμει,| κι ογιά πασά της θάλασσας θέλει να τονε κάμει| απάνω στην αρμάδα του Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 40217. 4) Κατ’ επέκταση τίτλος που έφεραν γενικότερα άρχοντες, ανώτεροι αξιωματούχοι (EI, λ. pasha, ο τιμητικός τίτλος συχνά στη θέση του αξιώματος): ήταν αυτός ο βεζίρης (ενν. ο Μουσταφά πασιάς) εις τα πάντα όλα της βασιλείας κύριος ... και κάν τε αγάδες, κάν τε πασιάδες, όλοι εις αυτόν έτρεχαν Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 74r· ηξιώθη τιμής μεγάλης εις τα βασίλεια (ενν. ο Πυριπασίας) κι έγινε και πασίας, οπού είναι τάξις πασάς να μη γίνεται, μόνον από τους σκλάβους Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 373· (συνεκδ.) προκ. για αξιωματούχους της αρχαιότητας ή της βυζαντινής αυτοκρατορίας: Ο δε βασιλεύς (ενν. της Λυδίας, ο Κροίσος) ως είδε τον Αίσωπον, επικράνθη πολλά και λέγει προς τους μεγιστάνους αυτού, ήγουν τους πασιάδες του· «Ίδετε ποταπόν ανθρωπάριν …» Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά́ 3825· Έκαμε δε και τες έξοδες ο Στρατήγιος, ο χασνατάρπασης αυτού, ο οποίος ήτον πασάς και αδελφοποιτός του βασιλέως (ενν. του Ιουστινιανού) Hagia Sophia ω 51722· Έγινε δε ανάμεσον αυτών (ενν. των χριστιανών) φιλονικία από έναν πατρίκιον, ήγουν πασά και από έναν υπάτιον, ήγουν γιανιτσάραγαν Hagia Sophia ω 5105.
πάσχισις- η, Λίβ. P 2425, Λίβ. Sc. 1636, Λίβ. N 2465.
[Από το πασχίζω και την κατάλ. ‑σις. Τ. πάσκιση σήμ. ιδιωμ. (Χυτήρης, Κερκυρ. γλωσσάρ.). Η λ. στο Somav.]
1) Ταλαιπωρία, βάσανο, πάθημα: ποτάπην να εύρω αντίχαριν, φίλε, εις την σην φιλίαν, (παραλ. 2 στ.) και ποίον εκ τας πασχίσεις σου τάς έπαθες μετά μου| αντίσηκον να δυνηθώ το να σε αντιπασχίσω; Λίβ. Sc. 2595. 2) Προσπάθεια, αγώνας για την επίτευξη ενός σκοπού· (εδώ) συναγωνισμός: Επειδή η τύχη είναι σκανδαλοποιά, έβαλεν κάποιαν πάσχισιν του έπαινου ανάμεσον εις τον αυθέντην και εις τον σκλάβον, και κἂν ο δούλος φανεί μεγαλύτερος από τον αυθέντην, δέρνεται· εάν δε φανεί μικρότερος, πάλιν τα όμοια παθαίνει Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Γ́ 8122.
πατερόν- το, Σπανός (Eideneier) A 469, B 124· πατερό(ν).
[Από το ουσ. πάτος I αναλογ. με ουσ. σε ‑ερόν. Ο τ. πατερό στο Du Cange, στη λ. και σήμ., όπως και τ. πάτερο. Τ. πάτερον σε έγγρ. του 12. αι. (Act. Ivir. II 52435, 555). Η λ. στο Λεξικό του Κυρίλλου (βλ. Tittmann [Ζωναρ. σ. CIII, λ. δοκός]) στο Du Cange και σήμ. στο ποντ. ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.).]
α) Δοκάρι που στηρίζει σειρά από άλλα δοκάρια σε στέγη ή πάτωμα (Για το πράγμα βλ. Κουκ., ΕΕΒΣ 12, 1936, 96, Κουκ., ΒΒΠ Έ́ Παράρτ. 43-44): μου έδωσεν η αυθεντία ξυλίν και σίδερα, ήγουν πατερά, τάβλες, μαδέρια, σιδηροδεσίες και καρφία Ιερόθ. Αββ. 338· Έκτισεν άλλο (ενν. οσπίτιον) ... Και τόσον τον εστίλβωσαν τες πέτρες ... οπού εφαίνετον ... ότι έχει μάλαγμα. Τα πατερά όλα ήσαν χρυσωμένα και μέσα ήτον χυμευτός με πολυτίμους λίθους Διγ. Άνδρ. 39833· (εδώ σε μεταφ.): Οι δε (ενν. σοφοί άνδρες από Ηλιουπόλεως) είπον αυτῴ (ενν. τῳ Αισώπῳ) αίνιγμα· «Φιλόσοφε, τις εστιν είς ναός μέγας, και μέσον του ναού στύλος έχων πόλεις δώδεκα, και πάσα πόλις ένι στιγνασμένη με τριάκοντα πατερά, ξύλα μεγάλα μεσόδοκα ...» Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Β́ 5616· β) δοκάρι πλοίου: αι τάβλες και τα πατερά (ενν. των κατέργων) ήσασι τσακισμένα Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 14100· πηδάλιον ή πατερόν ακέραιον ου γαρ είχαν (ενν. τα κάτεργα) Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 14099.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- Εγκ. αγ. Δημ. 109160, Διγ. (Hess.) Esc. 464, Διγ. (Καλ.) Esc. 414, Λίβ. (Wagn.) N 3533, Πένθ. θαν. (Ζώρ.) N 195, Πεντ. (Hess.) Δευτ. VII 10 δίς, Κατζ. (Πολ. Λ.) Β΄ 126, 338, Δ΄ 78, Πιστ. βοσκ. (Joann.) I 3, 142· 176· (έκδ. αποβγαίνης- χφ. αποβγάνης), Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 36428, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Γ΄ 936, 1034, Δ΄ 459, Στάθ. (Σάθ.) Α΄ 284, Ροδολ. Τοις αναγν. [31], Α΄ [166, 377], Β΄ [167], Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [7], Δ΄ [230, 424, 474], Ε΄ [230], Φορτουν. (Ξανθ.) Β΄ 458, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 34211, 35219, 4599· απεβγάνω, Ερμον. (Legr.) O 33, Λίβ. (Lamb.) Sc. 2929· αποβγάλλω, Ασσίζ. (Σάθ.) 388, 4030, 5911, 6324, 6625, 677, 13521, 31528, 3324, 5, 46714, Μαχ. (Dawk.) 2219, 328, 2827, 38814, 49414, 53220, 55213, 57422, 6448· αποεβγάνω, Βίος Αισώπ. (Perry) 300· αποφγάλλω, Ασσίζ. (Σάθ.) 46021· επεβγάνω, Διγ. (Καλ.) Esc. 1020· ’ποβγάνω, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Γ΄ 1748, Δ΄ 238, Ε΄ 361, Διγ. (Lambr.) O 1421· μτχ. απεβγαλμένος, Ασσίζ. (Σάθ.) 331· αποβγαλμένος, Ασσίζ. (Σάθ.) 616, 14910, 2082, 2269-10, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Δ΄ [893]· απουβγαλμένος, Ασσίζ. (Σάθ.) 19521· αποφγαλμένος, Ασσίζ. (Σάθ.) 27424, 3675, 39115, 4603, 47617, 18.