Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 492 εγγραφές  [0-20]

  Βιβλ.αναφορά : Αρμεν., Εξάβ.

  • αποπροσποιούμαι,  
    Αρμεν., Εξάβ. A΄ 144.
    Το μτγν. αποπροσποιέομαι.
    Απορρίπτω (Η σημασ. μτγν., L‑S): Μηδείς ουν αγνοείτω η αποπροσποιείσθω διατάξεις βασιλικάς Αρμεν., Εξάβ. A΄ 144.
       
  • απορία (I), 
    η, Αρμεν., Εξάβ. Α΄ 71 (σχόλ.), Αχιλλ. O 440, Χειλά, Χρον. 348, Δούκ. 36120, Γαδ. διήγ. 396, Αλφ. (Μπουμπ.) V 35, Συναξ. γυν. 823, Κορων., Μπούας 75δις, Τριβ., Ρε 5, Παλαμήδ., Βοηβ. 594, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [469], Ε΄ [1145, 1281]· απόρια, Ελλην. νόμ. 53615· αποριά, Αχιλλ. N 581, Σφρ., Χρον. μ. 7627.
    Το αρχ. ουσ. απορία. Η λ. και σήμ. (ΙΛ· πβ. και ΙΛ, λ. απόρι).
    1) Φτώχεια, πενία (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. ΙΙΙ 3 και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): του γάμου λυομένου ας τρέφουνται τα παιδία απέ τα αγαθά τα πατρικά, εάν έχουν οι γονείς την εμπόριον, ότι τους απόρους η απόρια έναι εύλογος αφορμή Ελλην. νόμ. 53615. 2) α) Αμηχανία, δύσκολη θέση (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II και σήμ., ΙΛ στη λ. 3): ως λέων επροπήδαν | και εις αποριά τους έβαλεν και ουκ είχαν τί να ποίσουν Αχιλλ. N 581 (βλ. και αδημονία)· β) αδιέξοδο: τρεις ώρες εμάχουνταν και πότε μια μερία, | πότε η άλλη κέρδαινε κι έρχουνταν σ’ απορία Παλαμήδ., Βοηβ. 554. 3) Δυστυχία (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): Στεναγμούς και απορίας | στέλνει εις τας πονηριάς Αλφ. V 35 (βλ. και άδικο(ν) 2β, αντιπάθημα, ατύχημα, ατυχία, βάρος). 4) Έκπληξη, θαυμασμός (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 4): Να τους αρέσει (ενν. η ιστορία) ολουνών, να ’χουν και απορία· και όσοι έλθουν στον έρωτα να βρουν παρηγοριά Τριβ., Ρε 5. 5) Ζημιά: Ορίζει γαρ ο δικαστής και τυποί την απορίαν του ενάγοντας και τον τόπον, εν ῴ η απώλεια γίνεται Αρμεν., Εξάβ. A΄ 71 σχ. Βλ. και άδικο(ν) 2α, βλάβη, βλάψιμο, ντάννο.
       
  • απορρίπτω,  
    Ορνεοσ. αγρ. 5676, Αρμεν., Εξάβ. A΄ 1830, Χειλά, Χρον. 357, Πένθ. θαν.2 423.
    Το αρχ. απορρίπτω. Η λ. και σήμ. από τη λόγια παράδοση. Πβ. ΙΛ, λ. απορρίχνω.
    1) Περιφρονώ (κάπ.), αδιαφορώ (για κάπ.) (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. ΙΙ και σήμ., ΙΛ, λ. απορρίχνω 1): εν τῳ καιρῴ του γήρους μας μηδέν μάς απορρίψεις· το έλεός σου άφ’ ημών μηδέν το αποκρύψεις Πένθ. θαν.2 423 (βλ. και αθετώ 2, ακηδιάζω, ακηδιώ 1, αμελεύω, αμελώ, αμεριμνώ Αβ, αναισχυντώ Β1, αποκρούω 3, απομεριμνώ 1β, αποπέμπω 13, απορίχνω Α2α). 2) Αναθέτω τη φροντίδα κάπ. πράγματος (σε τρίτον) (Πβ. ΙΛ, λ. απορρίχνω 6): Ού δύναμαι εξ οικείου μου δεφεντεύσαι τα τούτου (δηλ. του μοναστηριού) δικαιώματα, αλλ’ επί τω Θεώ απέρριψα τούτο και προς τους άρχοντας Χειλά, Χρον. 357. 3) (Προκ. για τον ιέρακα): απορρίπτει εαυτόν εκ της χειρός = δε μένει στο χέρι (εκείνου πού τον κρατεί): Εάν ο ιέραξ το μάγουλον αυτού πονέσει η τίποτε των έσωθεν κύκλοθεν, όντως αυτόν γνώσει. Εκ της χειρός εαυτόν απορρίπτει και ουδέ εις κοντάριον καθίζεται Ορνεοσ. αγρ. 5676. 4) (Προκ. για έκθετα παιδιά): όσοι εν εκκλησίαις η εν ρύμαις … απορριφθέντες δειχθόσι Αρμεν., Εξάβ. A΄ 1830.
       
  • αποστάσιον  
    το, Αρμεν., Εξάβ. Δ΄ 91, Χριστ. διδασκ. 389 (σημ.).
    Το αρχ. ουσ. αποστάσιον. Για τη λ. βλ. και Bauer, Wört.· Lampe, Lex. και Sophocl.
    Μονομερής δήλωση διαζυγίου (Πβ. L‑S, λ. αποστασίον II): ότε επί μοιχεία κατηγορηθεί και ότε αλόγως αποστάσιον πέμψει τῳ ανδρί τότε γάρ εις μοναστήριον βάλλεται Αρμεν., Εξάβ. Δ΄ 91. — Βλ. και ρεπούδιον.
       
  • αποστρατεύομαι,  
    Αρμεν., Εξάβ. A΄ 52, 1615, Ϛ΄ 145.
    Το μτγν. αποστρατεύομαι. Η λ. και σήμ. από τη λόγια παράδοση.
    α) Απομακρύνομαι από τη στρατιωτική υπηρεσία (Η σημασ. μτγν., L‑S): απεστρατευμένοι και στρατιώται κωλύονται καταμηνύειν Αρμεν., Εξάβ. Α΄ 52· β) τιμωρούμαι με αποστράτευση: Ο το χαράκωμα παρεξιών η διά του τείχους εις το κάστρον εισιών κεφαλικώς τιμωρείται· ο δε την τάφρον υπερπηδών αποστρατεύεται Αρμεν., Εξάβ. A΄ 1615.
       
  • αποτάσσω (I),  
    Αρμεν., Εξάβ. Ε΄ 856 (σχόλ.), Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 432.
    Το αρχ. αποτάσσω.
    (Μέσ.) (1) Απομακρύνομαι (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. IV): αποτάσσεται του Σατανά Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 432 (βλ. και αποφοιτώ)· αποταξάμεναι γαρ (ενν. τον Σατανά) εν τῳ μοναστηρίῳ της Παναγίας Θεοτόκου Νικήτα, Βίος Φιλαρ. 15917. (1) Παραιτούμαι (από κ.) (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. IV): εάν μήτηρ έχει παίδας άνηβους και αποτάξηται τη δευτερογαμία, επιτροπεύει αυτών Αρμεν., Εξάβ. Ε΄ 856 (σχόλ.).
       
  • αποτίθεμαι,  
    Ιερακοσ. 50119, Αρμεν., Εξάβ. Α΄ 28, 9· γ΄ πρόσ. πληθ. αποτίθονται, Ερμον. Β 256, 279.
    Το αρχ. αποτίθεμαι.
    Τοποθετώ: αποτίθονται … βέλη Ερμον. Ε 279· κρίκον | σίδηρόν … (παραλ. 1 στ.) αποτίθονται Ερμον. Β΄ 256· άνωθεν εσθήτος μιας αποτίθεσθαι Ιερακοσ. 50119 (βλ. και ακουμπίζω Β3α, ακουμπώ Β, αναγράφω 3, ανακουμπίζω Α, απηθώνω α, αποθέτω 1, αποσταίνω 1). Φρ. (νομ.) αποτίθεμαι έγκλημα η γραφήν κατηγορίας = καταθέτω καταγγελία, μήνυση: Ο γραφήν κατηγορίας υποτιθέμενος οφείλει σαφηνίζειν και το αμάρτημα και τον χρόνον Αρμεν., Εξάβ. Α΄ 28 (βλ. και ανακράζω 4, αναφέρω Α1γ, ασσίζα).
       
  • αποτίμησις  
    η, Αρμεν., Εξάβ. Α΄ 114, 1320, Δ΄ 101.
    Το αρχ. ουσ. αποτίμησις.
    Αξία, αντίτιμο (Η σημασ. τον 6. αι., L‑S): Εάν τις πράγμα τινός δίχα δικαστικής κελεύσεως βίω αφέληται …, ου μόνον αυτά αποδίδωσιν, αλλά και την αποτίμησιν αυτόν τῳ την αρπαγήν υπομείναντι Αρμεν., Εξάβ. Α΄ 114.
       
  • αποτρέφω,  
    Ελλην. νόμ. 54019, 21, Αρμεν., Εξάβ. Ε΄ 866, 69.
    Το μτγν. αποτρέφω.
    Τρέφω, συντηρώ (Η σημασ. μτγν., L‑S): οι νόθοι παίδες κληρονομούσιν τον πατέρα και αποτρέφονται εκ της αυτού περιουσίας Ελλην. νόμ. 54019.
       
  • αποφέρω (I),  
    Αρμεν., Εξάβ. Β΄ 71α, 1116, Μακεδ. 5, 1963, 139, 152.
    Το αρχ. αποφέρω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. αποφέρνω).
    I. (Ενεργ.) αποκαθιστώ, αποζημιώνω (Πβ. L‑S στη λ. II 2): Εάν διά το κουφισθήναι το πλοίον αποβληθώσι φορτία, πάντων συνεισαγόντων αποφέρονται τα ριφέντα πράγματα Αρμεν., Εξάβ. Β 71α. IΙ. (Μέσ.) καρπώνομαι(Πβ. L‑S στη λ. II 3): Ωσάν κατέχω και νέμομαι και την εξ αυτού (ενν. του περιβολιού) πάσαν αποφέρωμαι πρόσοδον Μακεδ. 5, 1963, 152 (βλ. και απολαμβάνω α1).
       
  • αποφεύγω,  
    Φυσιολ. M 1525, Σπαν. A 157, 301, Κομν., Διδασκ. Δ 199, Λόγ. παρηγ. L 101, 310, Καλλίμ. 2590, Ασσίζ. 8627, 2787, Ελλην. νόμ. 51625-6, Κυνοσ. 5987, Διγ. (Hess.) Esc. 1599, Διγ. A 85, 183, Διγ. Z 1411, Βέλθ. 14, 211, Ερμον. Ρ 189, Αρμεν., Εξάβ. Β΄ 74, Ϛ΄ 211, 81, Διήγ. παιδ. 451, Διήγ. Βελ. 149, Φλώρ. 1555, Ιστ. Ηπείρ. ΧΧΙ10, Απολλών. (Wagn.) 610, Λίβ. Sc. 1129, Φυσιολ. (Legr.) 566, 677, Φυσιολ. 34918, Θησ. Ϛ΄ [66], Μάρκ., Βουλκ. 34713, Αλφ. (Μπουμπ.) III 37, Πένθ. θαν.2 28, 221, Δεφ., Λόγ. 124, Ιστ. πολιτ. 4619, Διγ. Άνδρ. 3161, 37227, 39935, Αλφ. (Mor.) II37 κ.π.α. απεφεύγω (’πεφευγω?), Δεφ., Λόγ. 129.
    Το αρχ. αποφεύγω. Η λ. και σήμ. από τη λόγια παράδοση και σε ιδιώμ. (ΙΛ).
    1) Κρατιέμαι μακριά (από κ. η κάπ.) (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I και σήμ. ΙΛ στη λ. 1): εκ το παιγνίδι απέφευγε,να έχεις την ευχήν μου Δεφ., Λόγ. 124· αποδιώκω την παράνομον σμίξιν μήπως και δυνηθώ να αποφύγω την αμαρτίαν Διγ. Άνδρ. 37227· απόφευγε τας ταραχάς, φεύγε και τους κινδύνους Σπαν. A 301 (βλ. και αποστρέφω Γ2). 2) Αρνούμαι να εκτελέσω (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 5): ουκ αποφεύγω το όμοσα, θέλω να το πληρώσω Φλώρ. 1555 (βλ. και αποκρούω 2β). 3) Διαφεύγω (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): δαίμων γαρ ούσα της φλογός συντόμως αποφύγει Καλλίμ. 2590· τίποτες δεν αποφεύγει εις την κρίσιν του Θεού Αλφ. (Mor.) ΙΙ37· της τύχης το κακόγνωμον ον θέλεις αποφύγειν Λόγ. παρηγ. L 101. 4) Απομακρύνομαι: εχάσε την ανδρείαν της | και πομπεμένη απόφευγεν από τον Μιλιμίτζην Διγ. (Hess.) Esc. 1599· απέφυγεν αυτής της γονικής του χώρας Βέλθ. 14· διάβολος ο όφις να αποφεύγει εξ ημών διά την αρετήν μας Φυσιολ. (Legr.) 677· οικειοθελώς εξωρίζοντο και απέφευγον Ιστ. Ηπείρ. XXI10· απ’ οσ’ ορίζει δεν μπορεί τινάς μας ν’ αποφύγει Πένθ. θαν.2 28 (βλ. και αποφοιτώ). 5) Δεν πετυχαίνω το στόχο, ξαστοχώ: ουδένα δε απέφυγεν το φλογερόν δοξάρι Διγ. A 183 (βλ. και αποτυγχάνω 1, αποτυχαίνω 1). 6) Καταφεύγω: εάν έστιν κριθείς (ενν. ο στάχυς), αποφεύγει εις τον σίτον Φυσιολ. M 1525 (βλ. και αποστρέφω Γ4α). 7) Φθείρομαι: τα ούλη αυτών και τα χείλη αποφεύγουσι και φαίνονται αι ρίζες των οδόντων Μάρκ., Βουλκ. 34713. Φρ. αποφεύγω προς τους πολεμίους = αυτομολώ: Τους εκ των Ρωμαίων προς τους πολεμίους αποφεύγοντας ως πολεμίους έξεστιν εκάστω ακινδύνως φονεύειν Αρμεν., Εξάβ. Ϛ΄ 81.
       
  • αποφράσσω, 
    Αρμεν., Εξάβ. Α΄ 916 (σχόλ.).
    Το αρχ. αποφράσσω.
    Κλείνω (Πβ. L‑S): καταναγκάζεται αποφράξαι τας ιδίας θυρίδας των εμών μενουσών ηνεωγμένων Αρμεν., Εξάβ. Α΄ 916 (σχόλ.).
       
  • απόφυγος  
    ο, Αρμεν., Εξάβ. A΄ 1617.
    Από το αποφεύγω.
    Λιποτάκτης: Ο απόφυγος γενάμενος εν καιρῴ πολέμου κεφαλικώς τιμωρείται Αρμεν., Εξάβ. A΄ 1617.
       
  • αποχή  
    η, Καλλίμ. 2133, 2285, Ον. 360178, Αρμεν., Εξάβ. Α΄ 1330 (σχόλ.), Γ΄ 580.
    Το μτγν. ουσ. αποχή. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) α) Το να απέχει κανείς (από κ.)· στέρηση (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. ΙΙ· πβ. και ΙΛ): αν τύχει να κακίζουσιν τινές και να βαρούνται, | την των τριχιών απόκαρσιν, την μελαινενδυσίαν, | την αποχήν τον κρέατος Καλλίμ. 2285· β) απομάκρυνση: τώρα χαράς ημέραι | τώρα των θρήνων αποχή, της λύπης εξορία, Καλλίμ. 2133 (βλ. και αποταγή). 2) Απώλεια, χάσιμο: Κλάδον από δένδρου κλάσαι αποχήν φίλου δηλοί Ον. 360178. 3) α) Απόσβεση χρέους (βλ. Πιτσάκης [Αρμεν., Εξάβ. σ. 80 σημ. 1]): πεποίηκεν αυτῴ (=τῴ συζύγω) αποχήν, ήτοι ελευθερίαν του χρέους … γράψασα ότι τα τετρακόσια νομίσματα ά μοι εχρεώστεις … από δανείου έχω λαβούσα … και βούλομαι είναι πάντα παρά σοι ως προίκα· τούτο δε πεποίηκεν ίνα και ο ανήρ μηκέτι εστί χρεώστης, αλλά δανειστής και χρεωστούμενος, προίκα … και κινούντων των ετέρων δανειστών, νικά αυτός και εκβάλλει εκείνους κενούς … ως δυνατώτερα έχων δίκαια Αρμεν., Εξάβ. A΄ 1330 (σχόλ.)· β) εξοφλητική απόδειξη (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. III· βλ. Πιτσάκης, Αρμεν., Εξάβ. γλωσσ. λ. αποχή): Εάν γυνή επί περιγραφή (=καταδολίευση) δανειστών χρεωστούντι τῳ ανδρί ποίησει αποχήν ονόματι προικός, όλον το χρέος απαιτείται ο ανήρ και σβέννυται η προίξ Αρμεν., Εξάβ. Γ΄ 580 (βλ. και απόδειξις 2).
       
  • αποχρώμαι,  
    Αρμεν., Εξάβ. Ε΄ 130.
    Το αρχ. αποχρώμαι.
    Φρ. αποχρώμαι εμαυτόν = αυτοκτονώ (Πβ. L‑S στη λ. Β3): εν υγεία διαθέμενος ύστερον απεχρήσατο εαυτόν ου συνειδήσει πταίσματος τινός, άλλ’ ή ως την ζωήν αποστρεφόμενος ή … Αρμεν., Εξάβ. Ε΄ 130 (βλ. και ανασφάζομαι, αρπάζω Α7 ιδιάζ. έκφρ., σκοτώνομαι). — Βλ. και
       
  • απρόθεσμος,  
    επίθ., Αρμεν., Εξάβ. A΄ 412.
    Το μτγν. επίθ. απρόθεσμος.
    Που γι’ αυτόν δεν έχει οριστεί προθεσμία (Η σημασ. μτγν., L‑S): απρόθεσμος επιφώνησις δέκα ημέρας έχει προθεσμίαν Αρμεν., Εξάβ. A΄ 412.
       
  • άπροικος,  
    επίθ., Ελλην. νόμ. 5427-8, 54310, 58119, Αρμεν., Εξάβ. Δ΄ 1116, Ε΄ 883, Βακτ. αρχιερ. 136.
    Το αρχ. επίθ. άπροικος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    Που δεν έχει προίκα (Η σημασ. αρχ., L‑S και σημερ., ΙΛ): επήρεν την γυναίκα άπροικον Ελλην. νόμ. 58119· Περί άπροικου γάμου Βακτ. αρχιερ. 136.
       
  • απρονόητος,  
    επίθ., Αρμεν., Εξάβ. A΄ 1834, Γρηγορίου, Βίος οσ. Ρωμύλ. 1316.
    Η λ. στον Αριστοτέλη.
    Που γι’ αυτόν δεν υπάρχει καμιά πρόνοια (Η σημασ. μτγν., L‑S): Ο απρονόητος δε εστιν ή ο μηδένα τον προνοούμενον έχων αυτού ή ο μη δυνάμενος εαυτού προνοείσθαι Γρηγορίου, Βίος οσ. Ρωμύλ. 1316.
       
  • απρόσδεκτος,  
    επίθ., Αρμεν., Εξάβ. Λ΄ 439.
    Το μτγν. επίθ. απρόσδεκτος.
    Απαράδεκτος (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. I): ο τούτο βουλόμενος ποιείν παντελώς έστιν απρόσδεκτος Αρμεν., Εξάβ. Λ΄ 439.
       
  • απροσπόριστος,  
    επίθ., Αρμεν., Εξάβ. Ε΄ 24δις.
    Από το στερ. α‑ και το αρχ. προσπορίζω. Για τη λ. βλ. Sophocl. και Lampe, Lex.
    Που δεν παρέχει πόρο, εισόδημα: απροσπόριστα μεν εστιν όσα εκ μητρικής κληρονομιάς … και τούτων την μεν χρήσιν έχει ο πατήρ, την δε δεσποτείαν οι παίδες Αρμεν., Εξάβ. Ε΄ 24δις.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης