Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 29 εγγραφές  [0-20]

  Βιβλ.αναφορά : Ανων., Ιστ. σημ.

  • αιχμαλωτεύω,  
    Τρωικά (Praecht.) 52518, Παράφρ. Μανασσ. (Tièche) 348, Διγ. (Καλ.) Esc. 99, Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 3018, Διγ. (Καλ.) A 421, 4254, Βίος Αλ. (Reichm.) 2744, Λίβ. (Lamb.) Sc. 2817, Λίβ. (Lamb.) Esc. 4004, Δελλ. (Μανούσ.) Α΄ 567, 593, 596, Χρησμ. (Λάμπρ.) 119, Αλφ. (Κακ.) 1417, Μαχ. (Dawk.) 815, 17, 19, 104, 6228, 11217, 1724, 20832, 36019, 43627, 4669, 6283, 67828, Δούκ. (Grecu) 614, 10312, 27912, 32324, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 215, 830, 10830, Ριμ. Βελ. (Wagn.) 125, Έκθ. χρον. (Lambr.) 4010, 7120, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 44, 100, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 13128, Ανων., Ιστ. σημ. (Σάθ.) ρμα΄, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 242, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 32120· αιμαλωτεύω, Μαχ. (Dawk.) 1724· αμαλωτεύω, Βεντράμ., Φιλ. (Ζώρ.) 342, Πεντ. (Hess.) Γέν. ΧIV 14, XXXI 26, XXXIV 29, Έξ. ΧΧΙΙ 9, Αρ. ΧΧΧΙ 9, Δευτ. ΧΧΙ 10· αμαλωτεύγω, Πεντ. (Hess.) Αρ. XXIV 22.
    Το μτγν. αιχμαλωτεύω.
    1) α) Πιάνω κάποιον αιχμάλωτο, αιχμαλωτίζω (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S): Και εχαλάσαν πολλές χώρες και κάστρη και αιχμαλωτεύσαν τον λαόν Μαχ. 817· Κόρην αιχμαλωτεύσατε την αδελφήν μας τώρα| και ταύτην  μην ευρίσκοντες δεν θέλομεν να ζούμε Διγ. A 421· Και άκουσεν ο Αβράμ ότι αιχμαλωτεύτην ο αδελφός του, και αρμάτωσεν τα παλληκάρια του ... και έδραμεν ως τη Δίαν Πεντ. Γέν. XIV 14· ότι να έβγης εις τον πόλεμο ιπί τον οχτρό σου και να τον δώσει ο κύριος ο Θεός σου εις το χέρι σου και να αμαλωτέψεις την αμαλωσιά του Πεντ. Δευτ. ΧΧΙ 10· β) αιχμαλωτίζω, κυριεύω ψυχικά: κόρη, τον ηχμαλώτευσεν ο πόθος δι’ εσέναν Λίβ. Sc. 2817. 2) α) Αρπάζω, οικειοποιούμαι: Διότι οι Σαρακηνοί το νησσίν αιχμαλωτεύσαν το και ευρέθησάν του και δύο χιλιάδες δουκάτα χρυσά και επήραν τα Μαχ. 67828· Και πάντα τα εκείσε τα μεν ηχμαλώτευσε, τα δε κατέκαυσε και ηφάνισεν Σφρ., Χρον. μ. 10830· β) (προκ. για ζώα ή πράγματα): Ότι να δώσει ανήρ προς τον σύντροφό του γαδούρι γή ( = ή) βόδι γή πρόβατο και παν χτηνό να φυλάξει και απέθανεν γή ετσακίστην γή αμαλωτεύτην Πεντ. Έξ. ΧΧΙΙ 9. 3) Καταλαμβάνω, κατακτώ: Θωρώντα ο αφέντης της Σπάρας πως το δελοιπόν στόλος δεν εφάνην, αιμαλώτευσεν την Τρίπολιν και εστράφησαν εις την Κύπρον Μαχ. 1724· Εκρούσευσαν γαρ τα πέριξ καστέλια και ηχμαλώτευσαν αυτά Έκθ. χρον. 7120. — Πβ. και αιχμαλωτίζω.
       
  • ακρίβεια  
    η, Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 412, Διγ. (Καλ.) A 864, Βέλθ. (Κριαρ.) 440, 611, Ωροσκ. (Λάμπρ.) 413, 16, Βίος οσ. Αθαν. (Βέης) 253, Ανων., Ιστ. σημ. (Σάθ.) ρμα΄, Κώδ. Χρονογρ. (Άμ.) 63, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 34, Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 182 κα΄· ακριβεία, Μαχ. (Dawk.) 5246, Βεντράμ., Φιλ. (Ζώρ.) 58· ακριβειά, Ch. pop. (Pern.) 497, Κατζ. (Πολ. Λ.) Α΄ 191, Πανώρ. (Κριαρ.) Δ΄ 205, Ερωφ. (Ξανθ.) Γ΄ 374, Στάθ. (Σάθ.) Α΄ 71.
    Το αρχ. ουσ. ακρίβεια.
    1) α) Ακριβολογία (Η σημασ. αρχ.· βλ. και Preisigke-Kiessling στη λ. 1· και σήμ. στην Κάτω Ιταλία, ΙΛ στη λ. 1): και τα άνωθεν δηλωθέντα ου πάντα ελέχθησαν κατά λεπτόν ή ακρίβειαν Βίος οσ. Αθαν. 253· β) προσοχή, επιμέλεια (Η χρήση όχι μόνο αρχ., αλλά και στον Πορφυρογ., Έκθ. [Vogt] Β΄ 137 και στον Κεκ., Στρατ. (Wass.-Jern.) 51, 2924, 3026, 4315, 757, 7914, κλπ.): Ας ίδω εις ακρίβειαν λοιπόν και ας προσέξω| τας πικρογλυκοχάριτας του Ερωτοκάστρου τούτου Βέλθ. 440· γ) φροντίδα, έγνοια: σε πάντες έχομεν ψυχήν και θυμηδίαν μόνην·| και τούτο ακρίβειαν έχομεν, ίνα κακόν μη πάθεις Διγ. Τρ. 412· δ) καθιερωμένος, δίκαιος κανόνας, δικαιοσύνη (Χρήση ανάλογη στον Πορφυρογ., Έκθ. Α΄ 83· πβ. το ακρίβεια νόμων στον Ισοκράτη 7, 40): Έχω ορισμόν και θέλημα και μετά ακριβείας| να κρίνω και να στοχαστώ την καθεμιάν ως πρέπει Βέλθ. 611. Πβ. ακριβά ε. 2) Φιλαργυρία, τσιγκουνιά (Η σημασ. μτγν.· βλ. και Lampe, Lex. στη λ. 3. και Sophocl.· και σημερ., ΙΛ στη λ. 2): έπεψέν τους να πα ν’ αγοράσουν σιτάριν διά το κάστρον και διά την ακριβείαν τους εκρατήσαν τα καρτζά (= τα χρήματα) και το κάστρον έμεινεν εύκαιρον Μαχ. 5246· Ετύφλανεν η ακριβειά το φως τωνε περίσσα| και πάσα στράτα τσ’ αρετής σε μια μεράν εφήσα Πανώρ. Δ΄ 205· Δυο πράγματα με βλάφτουσι: η γιἀκριβειά η μεγάλη| τ’ αφέντη μου οχ τη μια μεριά ... Κατζ. Α΄ 101. Πβ. ακριβός 2α. 3) Υπερβολική επιθυμία (κάποιου πράγματος): Του πλούτου αχορταγιά, τση δόξας πείνα·| του χρυσαφιού ακριβειά καταραμένη Ερωφ. Γ΄ 374. Πβ. ακριβός 2β. 4) α) Ακρίβεια, ύψωση στις τιμές (Η σημασ. και σήμ. κοινή και σε ιδιώμ., ΙΛ στη λ. 4): της δε πολυποθήτου ωνής του σίτου ... πληθυσμός έσται μετά ακριβείας Ωροσκ. 413. Πβ. ακριβός 3· β) εποχή ακρίβειας: Εις ακριβειά μ’ εφίλησες και σε φθηνειά μ’ αφήσες| κι εγώ τον Θιόν παρακαλώ πάλε ακριβειά να γένει Ch. pop. 497. 5) α) Έλλειψη καρπών, σιτοδεία (Η σημασ. αρχ. και σήμ. σε ιδιώμ., ΙΛ στη λ. 3): Το έγραψα διά κινναβάρεως διά να εγνωρίζεται πως έγινε μεγάλη ακρίβεια Κώδ. Χρονογρ. 63· β) εποχή έλλειψης καρπών, σιτοδείας: Περί τιμουλκοσιώντων οπού αποθηκιάζουν γέννημα και πουλήσουν εις την ακρίβειαν Βακτ. αρχιερ. 182 κα’. — Για τις σημασ. βλ. και Βλάχ., λ. ακρίβεια και ακριβειά.
       
  • ακρίδα (Ι) 
    η, Ακ. Σπαν. (Legr.) 37291, Ωροσκ. (Λάμπρ.) 4122, Πουλολ. (Krawcz.) 383, Παρασπ., Βάρν. (Mor.) C 165, Μαχ. (Dawk.) 402, 6028, 727, 6824, Πεντ. (Hess.) Έξ. Χ 12, 13, 14, Λευιτ. ΧΙ 22, Δευτ. XXVIII 38, Ανων., Ιστ. σημ. (Σάθ.) ρμα΄, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 1274, Θρ. Κων/π. (Ζώρ.) Βαρβ. 16, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 39012.
    Το αρχ. ουσ. ακρίς.
    1) Ακρίδα (συχνά όπως και σήμ., σε περιληπτική χρήση, που απαντά ήδη στον 3. π.Χ. αι., (L‑S και L‑S Suppl.): Τον αυτόν καιρόν εφύσησεν πολλή ακρίδα Μαχ. 6824· σπόρο πολύ να βγάλεις εις το χωράφι και ολίγο να μαζώξεις, ότι να το καταλύσει η ακρίδα Πεντ. Δευτ. XXVIII 38. 2) Επιδρομή ακρίδων: εις τους 1351 άρχεψεν η ευλογημένη ακρίδα και ήρτεν εις την Κύπρον Μαχ. 6028· όταν γινίσκεται θανατικόν ή ακρίδα ή αβροχία, ... να εβγάλουν τον φανερωμένον σταυρόν και να τον λιτανεύσουν τριγύρου της εκκλησίας Μαχ. 727· έπεσεν ’ς τούτα τα νησιά αφανισμός κι ακρίδα Τζάνε, Κρ. πόλ. 39012.
       
  • απεκεί,  
    επίρρ., Τρωικά (Praecht.) 52328, Σπαν. (Hanna) B 445, Ασσίζ. (Σάθ.) 2128, 1753, 19731, 20121, Βέλθ. (Κριαρ.) 283, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 1053, Λίβ. (Wagn.) N 281, Χρησμ. (Trapp) Ι 383, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Legr.) 866, Μαχ. (Dawk.) 4686, 62813, Θησ. (Βεν.) Β΄ [63], Ψευδο-Σφρ. (Grecu) 55827, Αχέλ. (Pern.) 2535, Κώδ. Χρονογρ. (Άμ.) 54, κ.π.α.· απέκει, Λόγ. παρηγ. (Λάμπρ.) L 693, Λόγ. παρηγ. (Lambr.) O 465, Προδρ. (Hess.-Pern.) ΙΙ G 65, ΙΙΙ 158 (χφ g) (κριτ. υπ.), 211, 216Ι (χφ g) (κριτ. υπ.), 222 (χφ g) (κριτ. υπ.), 223, 398, 400q (χφ Η) (κριτ. υπ.), Ασσίζ. (Σάθ.) 38017, 46412, Διγ. (Hess.) Esc. 525, Διγ. (Καλ.) Esc. 303, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 861, 968, 1398, 2038, 3309, 3370, 4211, 4806, 6038, 6039, 6067, 6724, 8772, 8913, 8915, 9023, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 235, Φλώρ. (Κριαρ.) 1381, Λίβ. (Lamb.) Sc. 1048, Λίβ. (Lamb.) Esc. 1186, Λίβ. (Wagn.) N 135, 225, 511, 870, 2429, Ταμυρλ. (Wagn.) 87, Αχιλλ. (Haag) L 388. 961, Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 251, Λέοντ., Αίν. (Legr.) ΙV 11, Θησ. (Βεν.) Β΄ [951], Καραβ. (Del.) 50017, Γεωργηλ., Θαν. (Wagn.) 267, Γαδ. διήγ. (Wagn.) 156, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 68, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 132, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 7, Πένθ. θαν. (Ζώρ.) N 245, Πένθ. θαν. (Knös) S 332, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 1133, 12610, 1383, Θρ. Κύπρ. (Μ. Κιτίου) K 229, Αρσ., Κόπ. διατρ. (Ζαμπ.) σ. 371, Αλφ. (Κακ.) 1178, Ρίμ. θαν. (Κακ.) 116, Άλ. Κύπρ. 2470, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 588, Σταυριν. (Legr.) 992, Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 139, 150, Λίμπον. (Legr.) 89, Μαρκάδ. (Legr.) 695, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 21321, κ.π.α.· απέκεις, Ερωφ. (Ξανθ.) Ιντ. β΄ μετά στ. 62, 122· αποκεί, Ασσίζ. (Σάθ.) 527, Μαχ. (Dawk.) 4926, Καραβ. (Del.) 49310, 49520, Κώδ. Χρονογρ. (Άμ.) 68, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 2736, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Γ΄ 1469, Δ΄ 1184, Αποκ. Θεοτ. (Dawk.) ΙΙ 72, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 3128, 36027, 4028, 52123, κ.π.α.· ’ποκεί, Φαλιέρ., Λόγ. (Ζώρ.) 230, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Ε΄ 676· απόκει, Ch. pop. (Pern.) 675, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 9262, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 646, Δεφ., Λόγ. (Kar.) 563, Ανων., Ιστ. σημ. (Σάθ.) ρμα΄, Κατζ. (Πολ. Λ.) Δ΄ 239, Ε΄ 96, Πιστ. βοσκ. (Joann.) ΙV 2, 192 (έκδ. αποκιράσει· γράψαμε απόκει ’ράσσει), Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 1481, Β΄ 318, 1135, Γ΄ 1362, Δ΄ 69, 506, Ε΄ 240, 1538, Ευγέν. (Vitti) 336 Ροδολ. Α΄ [198], Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Γ΄ [594]. Φορτουν. (Ξανθ.) Β΄ 397, Γ΄ 393, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 30823, 47022, 4771, 53213, 5345, κ.π.α.· απόκεις, Κατζ. (Πολ. Λ.) Β΄ 13, Γ΄ 167, Δ΄ 44, Πανώρ. (Κριαρ.) Β΄ 21, 554, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 200, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 2098, Γ΄ 451, Δ΄ 1686, Ε΄ 976, 1389, Ευγέν. (Vitti) 204, 244, 1082, 1454, Στάθ. (Σάθ.) Β΄ 72, 289, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Β΄ μετά στ. 100, Γ΄ μετά στ. 88, Ροδολ. (Μανούσ.) Δ΄ μετά στ. [550], Διήγ. ωραιότ. (Ασώπ. Ειρ.) 292, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Α΄ [23], Β΄ [578], Ε΄ [472, 502], Φορτουν. (Ξανθ.) Α΄ 169, Ιντ. α΄ 131, Γ΄ 703, Δ΄ 401, Λεηλ. Παροικ. (Κριαρ.) 184, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 4226, 49522, κ.π.α.· απόκειας, Αποκ. Θεοτ. (Dawk.) Ι 169.
    Από την πρόθ. από και το επίρρ. εκεί. Στους τ. απέκει, απόκει(ς), απόκειας, ο αναβιβασμός του τόνου αναλογικά προς άλλα χρον. επίρρ. Για τον τ. απέκει πβ. τον τ. εδέκει του εδεκεί. Ο τ. απόκεις κατά άλλα χρον. επίρρ. (ύστερις, κλπ.). Ο τ. απόκειας κατά τα επίρρ. σε ‑ας. Βλ. και Χατζιδ., ΕΕΦΣΠΘ 1, 1927, 29, Μενάρδ., Αθ. 6, 1894, 146, Παπαδ. Α., Αθ. 29, 1917, ΛΑ 112-3. Η λ. και στον Πορφυρογ., Έκθ. (Vοgt) 158· βλ. και Du Cange, λ. απέκει. Η λ. και Οι τ. της και σήμ. στα ιδιώμ. (ΙΛ)· ο τ. απόκειας και σε κρητ. δημ. τραγ. (Ακ. Αθ., Δημ. τραγ. Α′ 14135).
    Α´ Τοπ. α) (Κίνηση από τόπο) από εκείνο το μέρος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): εμίσσεψα απέκει Χρον. Μορ. (Καλ.) H 6067· β) (κίνηση διά τόπου) από εκεί, διά μέσου: ήθασιν κι απέρασαν απέκει και εις τον Μορέαν εφτάσασιν Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1398· γ) (προέλευση): Έλπιζε εις τον ουρανόν να βοηθηθείς απέκει Λίβ. (Wagn.) N 870· φρ. (προκ. για αποπομπή) πηγαίνω απεκεί που έρχομαι: να πάσιν απεκεί που ήλθαν έως Μονοδενδρίου Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 866· δ) (προκ. Για στάση· ενίοτε με το λείπω· η χρ. και προκ. να δηλωθεί τοπικά διαίρεση, χωρισμός) από εκείνο το μέρος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1β): όταν δε γίνηται βουλή, ποτέ απεκεί μη λείπεις Σπαν. (Hanna) B 445· βλέπεις τον ευνουχόπουλον οπού προσκύπτει απέκει; Λίβ. Esc. 1186· εμπρός μας έναι θάλασσα, κρεμνός απέκει πάλιν Λίβ. N 2429· φρ. αποκεί και απάνω = από ένα σημείο και πέρα: αποκεί και απάνω θέλει να ένι οργιές δεκαέξι Καραβ. 49310. Β´ Χρον. α) Έπειτα, κατόπιν, ακολούθως (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2β): ανέγνωθεν τα γράμματα και απέκει εφίλησέν τα Διγ. Esc. 303· θώριε τον μπούσουλά σου| να μη παραστρατήσομεν κι απέκει, σφάκελά σου Γαδ. διήγ. 156· έστεκεν ως ένι το μάρμαρον· να είπες υπετάγην| ουκ είχα απέκει σπαραγμόν Λίβ. Sc. 1048· απέκ’ ύστερα γίνονται τα μήλα και τα φύλλα Κορων., Μπούας 7· β) φρ. απεκεί και ομπρός = από τότε και ύστερα (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2α): ημπορεί να το πουλήσει απεκεί και ομπρός Ασσίζ. 20121. Γ́. Γ´ 1) (Ως επακόλουθο μιας προϋπόθεσης) αποκεί και πέρα, κατόπιν: Μόνον ας έναι ευγενική κι απόκει αν σφάλλει σ’ άλλα| να τ’ απομένεις δύνεσαι Δεφ., Λόγ. 563· Τη χώρα ας μου δώσουσι κι απόκει ό,τι μ’ ορίσουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 5345. 2) (Με το σύνδ. και) ακόμη, προσέτι: έπειτα ο γεωργός να ’ναι καλός τεχνίτης και απεκεί ο σπόρος καλός Σοφιαν., Παιδαγ. 97. 3) (Με το σύνδ. και) επομένως (Πβ. το σημερ. απεκεί = λοιπόν, στην Κορσική, Blanken, Dial. Cargése 211): και απεκεί ουδέν είπεν καλά και αρμόδια; Σοφιαν., Παιδαγ. 102. Εκφρ. 1) Τα απέδω και τα απέκει = τα πoικίλα Προδρ. ΙΙ G 65. 2) Αποεκεί απού = ενώ, μολονότι Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 396. — Βλ. και εκεί.
       
  • αποθαίνω,  
    Σπαν. (Ζώρ.) V 512, Σπαν. V Suppl. 174, Ασσίζ. 5312, 654, Διγ. (Hess.) Esc. 159, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 493, 1134, Χρον. Μορ. P 4085, Περί ξεν. A 444, Ερωτοπ. 231, Απολλών. (Wagn.) 452, Αχιλλ. O 366, Μαχ. 36614, Θησ. (Foll.) I 12, Βουστρ. 483, Αγν., Ποιήμ. Β’ 74, Συναξ. γυν. 994, Κορων., Μπούας 133, Φαλιέρ., Ρίμ. AN 38, Τριβ., Ρε 89, Τριβ., Ταγιαπ. 226, Αχέλ. 2321, Θρ. Κύπρ. K 746, Ανων., Ιστ. σημ. ρμά́, Παϊσ., Ιστ. Σινά 2182, Αλφ. (Κακ.) 153, Κατζ. Β́ 36, 91, Έ́ 270, Πανώρ. Δ΄ 437, Ερωφ. Ά́ 204, Πιστ. βοσκ. V 3, 85, Βοσκοπ. 190, 352, Παλαμήδ., Βοηβ. 182, Ιστ. Βλαχ. 1280, Σουμμ., Ρεμπελ. 167, Ερωτόκρ. Ά́ 379, 954, Δ΄ 1086, Θυσ.2 152, 304, 656, 683 896, Ιντ. κρ. θεάτρ. Ά́ 69, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ́ [284], Έ́ [235], Ροδολ., Αφ. Φλαγγ. [9], Ροδολ.,Αφ. Φιορ. [5], Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά́ [204], χορ. δ́ [82], Λίμπον. Εισαγ. 53, 365, Ζήν. Δ́ 380, Διγ. O 1872, Τζάνε, Κρ. πόλ. 18016, 23818, 4408, κ.π.α.· απεθαίνω, Ασσίζ. 11815, 18526, 2191, 26324, Ερμον. Ρ 247, Μαχ. 37425, 4743, Πεντ. Γέν. II 47, XLVIII 21, IX 4, XXI 20, Αρ. XXVI 65, Δευτ. XXIV 16, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1, Άλ. Κύπρ. 1502, Διγ. Άνδρ. 34329, κ.α.· πεθαίνω, Ασσίζ. 22330, 26717, Αχιλλ. N 565, Μαχ. 187, 7213, 4383, 46628, 6144, 6429, Συναξ. γυν. 209, Πεντ. (Hess.) Γέν. II 17, V 11, VII 22, XLII 2, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [1478], κ.α. ΄ποθαίνω, Ασσίζ. 1293, Διγ. (Hess.) Esc. 121, Χρον. Μορ. P 7206, Αχιλλ. L 745, 1358, Αχιλλ. (Hess.) L 725, Μαχ. 29, 308, 11815, 36426, 48216, 59227, 61019, Βουστρ. 474, Κυπρ. ερωτ. 86, 914, 467, 816, 1233, Συναξ. γυν. 1093, 1146, Κορων., Μπούας 130, Θρ. Κύπρ. K 526, Κατζ. Ά́ 310, Γ́ 90, Ερωφ. Β́ 341, Έ́ 295, Πιστ. βοσκ. III 3, 39, Βοσκοπ. 438, Ερωτόκρ. Ά́ 611, 744, 1960, Β́ 1612, Δ́ 1070, Θυσ.2 189, 205, Ευγέν. Πρόλ. 90, Στάθ. Γ́ 228, Φορτουν. Γ́ 261, Ιντ. δ́ 173, Ζήν. Πρόλ. 52, Τζάνε, Κρ. πόλ. 38415, Διακρούσ. 11728, κ.π.α.· μτχ. απεθαμένος, Λίβ. N 2572, 3111, Αχιλλ. (Hess.) L 434, Θησ. Β́ [457], ΙΆ́ [57], Πεντ. Έξ. XII 30, Αρ. XII 12, XVII 13, 14, Σταυριν. 404, 1022, Διήγ. πανωφ. 58, Διήγ. ωραιότ. 800, Λίμπον. 212 κ.ά. απεθαμμένος, Ασσίζ. 17923, 35014, 39314, 46918, απεθανόντας, Κατζ. Έ́ 370· αποθαμένος, Διγ. (Hess.) Esc. 190, Διγ. A 3001, 3627, Βέλθ. 1149, Πόλ. Τρωάδ. 822, Ερωτοπ. 112383, Απολλών. (Wagn.) 710, Λίβ. Sc. 1402, Λίβ. Esc. 3466, Λίβ. N 3089, Ιμπ. 647, 651, Χούμνου, Π.Δ. II 23, Άσμα σεισμ. 9, Κορων., Μπούας 51, 97, 137, Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 240, Τριβ., Ρε 238, Πεντ. Έξ. XIV 30, XXI 34, Αχέλ. 439, Αιτωλ., Μύθ. 2711, Βοσκοπ. 30, Κατζ. Γ́ 49, 112, Ερωφ. Γ́ 108, Πιστ. βοσκ. II 2, 33, Σταυριν. 490, Ερωτόκρ. Ά́ 826, Γ́ 772, 974, Έ́ 753, Θυσ.2 311, 1004, Συναδ., Χρον. 70, Ροδολ. Ά́ [102, 538], Αποκ. Θεοτ. II 11, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά́ [522], Τζάνε, Κρ. πόλ. 16218, 2658, 45516, 5618, κ.π.α.· αποθαμμένος, Ασσίζ. 10510, 20613, Κυπρ. ερωτ. 1713, 2314, 6916· αποθάνοντας, Ερωτόκρ. Γ́ 108· μτχ. αποθανόντας, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 206v· πεθαμένος, Αιτωλ., Μύθ. 1366· πεθαμμένος, Ασσίζ. 20613· ’ποθαμένος, Θησ. Β́ [772], Κορων., Μπούας 79, Πικατ. 34, Αιτωλ., Μύθ. 7210, Ερωτόκρ. Γ́ 744, Ευγέν. 674, Τζάνε, Κρ. πόλ. 29016· ’ποθαμμένος, Κυπρ. ερωτ. 254, 7022, 8812, 9470, 10429, Θρ. Κύπρ. K 838.
    Από τον αόρ. απέθανον του αρχ. αποθνήσκω. Βλ. και Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 214, Χατζιδ., ΕΕΦΣΠΘ 1, 1927, 8, Κριαρ., Ελλην. 22, 1969, 167, Ανδρ., Αθ. 47, 1937, 189. Βλ. και μισαποθαμένος. Για τη μτχ. αποθάνοντας και τα συναφή βλ. Λαμπρινός, Ελλην. 33, 1981, 270.
    Α´ Αμτβ. 1) Πεθαίνω: πολλοί επεθάναν εις το μαρτύριον Μαχ. 4383· ζώντας μου κι αποθάνοντας κατάρα θέλω αφήσει Ερωτόκρ. Γ́ 108· την ημέρα όπου φας απ’ αυτό απεθαμό ν’ απεθάνεις Πεντ. Γέν. II 47· φρ. αποθαίνω μόνος μου = προκαλώ το θάνατό μου: μόνος σου γάρ να φονευτείς, μόνος σου ν’ αποθάνεις Αχιλλ. O 366. Βλ. και αναπαύω Β9, ανθυποκρύπτομαι, απαφήνω φρ. β, απεκβαίνω γ, απεκδύομαι, απέρχομαι 4, αποβγαίνω 3, αποθαινίσκω. 2) (Προκ. για τον ήλιο) σβήνω, χάνομαι, βασιλεύω: ελπίζομ’ ότι ο ήλιος π’ αποθαίνει| το βράδυ προς τη δύση, πάλιν| εις την ανατολήν να ξαναγένει Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. δ́ [82]. Βλ. και αναπληρώνω Β2). Β´ Μτβ. 1) Σκοτώνω, φονεύω (κάποιον) (Για τη σημασ. πβ. Kaps., Vorunters. 102 κ.ε.): μην τ’ αποθάνεις το παιδί με δίχως να σου πταίσει,| κύρη άπονο και αλύπητο μην κάμεις να σε λέσι Θυσ.2 683. Βλ. και αναλώνω A2, αποβάλλω 3, αποθανατώνω, αποκάμνω Β4, αποκοιμίζω 2. 2) Εξαφανίζω, εξαλείφω: αυτός ασήκωσε τες αμαρτίες μας εις το σώμα του, απάνω εις το ξύλον, διά να αποθάνομεν τες αμαρτίες και να ζήσομεν εις την δικαιοσύνην Χριστ. διδασκ. 80. Βλ. και αφανίζω Α1γ.
       
  • αρμάτα  
    η, Σφρ., Χρον. μ. 684, 13215, 36, Διήγ. Αλ. V 55δίς, Ανων., Ιστ. σημ. σ. ρμ΄, Άλ. Κύπρ. 1194, Σταυριν. 938, Τζάνε, Κρ. πόλ. 18218, 2118, 30126, 30417, 31720, 3222, 34310, 37218, 38625, 3908, 39818, 40726, 4089, 41127, 4146, 18, 4394, 46715, 4893, Διακρούσ. 878, 9111.
    Το ιταλ. armata. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) Πολεμικός στόλος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1β): διερχομένου μου την Κόρινθον τῃ λ΄ του Αυγούστου, ίνα εις τον Εύριπον τα κάτεργα της αρμάτας φθάσω Σφρ., Χρον. μ. 684· Τούρκοι εξανήλθασι με πλειότερη αρμάτα Τζάνε, Κρ. πόλ. 18218· Όλ’ η αρμάτα έριξε κανόνια και λουμπάρδες Τζάνε, Κρ. πόλ. 40726. 2) Εκστρατεία: ο Δαβίδ ... έκαμε αρμάτα κατά τους υιούς του Ααρών Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 196v. — Βλ. και αρμάδα 1.
       
  • βρούχος (Ι) 
    ο, Ανων., Ιστ. σημ. ρμα΄, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 8921.
    Το μτγν. ουσ. βρούχος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. βρούκος).
    Είδος ακρίδας χωρίς φτερά (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βρούκος 1): ήρτεν τόση ακρίδα και βρούχος εις το νησί απού εφάγε ούλα τα γεννήματα Ανων., Ιστ. σημ. ρμα΄.
       
  • επαίρνω,  
    Διδ. Σολ. Ρ 16, Διγ. (Trapp) Esc. 1854, Χρον. Μορ. H 391, 564, 6307, Περί ξεν. A 31, Λίβ. P 2367, 2441, Λίβ. Sc. 2490, 3224, Λίβ. N 2929, Αχιλλ. L 235, Αχιλλ. N 164, Αχιλλ. O 248, Χρον. Τόκκων 1276, Χούμνου, Κοσμογ. 639, 640, 1252, 1603, 1839, Αλεξ. 2347, Σαχλ. N 285, Σαχλ., Αφήγ. 398, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 174, Δεφ., Σωσ. 109, Πτωχολ. α 255, Ιστ. πατρ. 1884, Βακτ. αρχιερ. 135, 147, 163, 170 κ.π.α.· απαίρνω, Παράφρ. Μανασσ. (Tièche) 344, Πόλ. Τρωάδ. 585, Χρον. Μορ. H 129, 138, 205, 397, 738, 1036, 1370, 1416, 1424, 5012, 5145, 6119, 7612, 7865, 9093, Σφρ., Χρον. μ. 429, 615-6, 8011, 12619, 12814, 32, 13213, 1404, 14226, Γεωργηλ., Βελ. 114, Ψευδο-Σφρ. 56420, 56635, κ.π.α.· απαίρω, Προδρ. I 173· επαίρω, Προδρ. II 19i (κριτ. υπ.), Λίβ. Sc. 149, Καλλίμ. 1763, Βυζ. Ιλιάδ. 28· παίρνω, Ασσίζ. 7826, 4284, Χρον. Μορ. H 8902, Αχιλλ. (Haag) L 1280, Πικατ. 352, ] Αιτωλ., Μύθ. 597, Θρ. Κύπρ. M 451, Χρον. σουλτ. 1107, Ερωφ. Δ΄ 561, Βοσκοπ. 260, Φαλλίδ. 119, Παλαμήδ., Βοηβ. 504, 746, Ερωτόκρ. Α΄ 1210, Β΄ 2273, Δ΄ 248, 500, 520, Ε΄ 387, Τζάνε, Κρ. πόλ. 18622, 22019, 24226, 38810, 5051, Αποκ. Θεοτ. II 84, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [49, 1218], Δ΄ [592], Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 182, Ε΄ 84, Ζήν. Α΄ 300 κ.π.α.· ’παίρω, Χρον. σουλτ. 6412, Έγγρ. του 1634 (Βισβίζη, ΕΚΕΙΕΔ 12, 1965, 7831)· προστ. ενεστ. έπαιρνε, Δεφ., Λόγ. 63· αόρ. ηπήρεν, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 59r.
    Από το αρχ. επαίρω (Κοραή, Άτ. Α΄ 115 και Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 426 σημ. 1). Ο τ. παίρνω και σήμ. (Δημητράκ.). Για την παλαιότ. χρ. των τ. βλ. Psalt., Gramm. 246, Pern., Ét. linguist. B΄ 345, Χατζιδ., ΜΝΕ A΄ 295 και Καλιτσ., BZ 44, 1951, 308· για τη σημερ. χρ. βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 444, Ξανθουδίδη [Ερωτόκρ. σ. 649], Κριαρ., Ν. Εστ. 94, Χριστούγ. 1973, σ. 20 και [Ανακάλ. σ. 14, 38] και Andr., Lex., λ. επαίρω. Ο τ. ’παίρω και σήμ. σε ιδιώμ. (Andr., Lex.).
    1) α) Παίρνω (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. παίρνω 1): ήπαιρνε το λαγούτον του και σιγανά επορπάτει Ερωτόκρ. Α΄ 391· εμείς το δίκαιο ας πάρομεν με τ’ άρματα απατές μας Θησ. (Foll.) I 35· (φρ.) (1) (ε)παίρνω απάνω ή επάνω μου = (α) αναλαμβάνω την ευθύνη (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. παίρνω 12): ει μεν τό ποιήσεις ως λαλώ, απάνω μου το επαίρνω Χρον. Μορ. H 6333· (β) αλαζονεύομαι (Η σημασ. και σήμ.): περίσσια το επήρε απάνου τους, διότι η δικαιοσύνη δεν τους επαίδευε και την κατεφρονούσαν και φόβον κανένα δεν είχαν από τινάν Σουμμ., Ρεμπελ. 147· (2) παίρνω απόφαση = αποφασίζω (Η σημασ. και σήμ.)· (3) παίρνω βεντέτταν, εκδίκησιν, σοτισφατσιόν =εκδικούμαι (Η φρ. παίρνω εκδίκησιν και σήμ.)· (4) παίρνω την βουλήν (μου, σου, κλπ.) =συσκέπτομαι, κάνω συμβούλιο: είχαν ποιήσει σώρεψην να επάρουν την βουλήν τους| διά τα μαντάτα οπού ήκουσαν Χρον. Μορ. H 4394· (5) δίδω και παίρνω βλ. ά. δίδω I Α΄ 1α φρ.· (6) παίρνω εγγράφως = καταγράφω: Γαδάρου τ᾽ αμαρτήματα εγγράφως να τα πάρει Γαδ. διήγ. 324· (8) παίρνω τα μάτια μου και … = φεύγω (από απογοήτευση, ανάγκη κλπ.) (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. παίρνω 1): επάρε τα μάτια σου και πήγαινε αλλού ποθές εις μακρινόν τόπον Συναδ., Χρον. 58· (9) επαίρνω οπίσω = (νομ.) ακυρώνω: Περί αρραβώνος, ότι τον επαίρνουν οπίσω οι γονείς, αν ευρεθεί αιτία χωρίσεως Βακτ. αρχιερ. 136· (10) παίρνω όρκον = ορκίζομαι (Η σημασ. και σήμ.)· (11) παίρνω τον όρκον κάπ. = ορκίζω κάπ.: έπεψεν α΄ καβαλάρην να πάρει τον όρκον τους εις την Κερυνείαν Μαχ. 524· (12) παίρνω τον σκοπόν μου = (α) παρατηρώ: ο φοβερός ο λέων (παραλ. 2 στ.) … το κεφάλιν του ψηλά σηκώνει και γυρίζει| εδώ κι εκεί τα μάτια του και παίρνει τον σκοπόν του Θησ. Ζ΄ [1216]· (β) προσέχω: να το μηνύσουν του αφέντη μου να παίρνει σκοπόν είντα ανθρούπους πέμπει μαντατοφόρους Μαχ. 1845· (γ) φυλάγομαι από κάπ.: Ηγαπημένε μας αδελφέ, έπαρε σκοπόν απέ τους Βουλγάρους, ότι συμβουλεύγουνται να σε σκοτώσουν Μαχ. 54626· β) παίρνω κοντά μου, μαζί μου (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. παίρνω 1): Έπαρ᾽ και τον Αλέξανδρον την τέχνη ν᾽ αρμηνεύσεις·| πάντα κοντά σου σύρνε τον να τονε μαθητεύσεις Αλεξ. 257· (φρ.) (1) με παίρνει ο άγγελος, ο θάνατος, ο Θεός, ο Χάρος = πεθαίνω (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. παίρνω 1)· (2) διάολ’ έπαρέ τονε (ως κατάρα): Χύσου διάολ’ έπαρέ τονε! και δε μπορά ᾽φουκρούμαι Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 222· γ) παίρνω μαζί μου βίαια, συλλαμβάνω (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. παίρνω 1): φοβούμεθα μηδέν έλθουν οι εχθροί σου και πάρουν σε, και δεν μας φαίνεται δίκαιο να σε πάρουν απέ τα χέρια μας Μαχ. 52629-30· δ) παρασύρω (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. παίρνω 1): εκατέβην ο ποταμός της Λεμεσού της βαθείας και επήρεν τα σπίτια Ανων., Ιστ. σημ. ρμα΄· μία βάρκα είδαμε κι η θάλασσα την παίρνει Διήγ. ωραιότ. 371· ε) παίρνω μακριά, απομακρύνω (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. παίρνω 2): όρισεν δε ο βασιλεύς … τον κλέπτην να μην πάρουσιν απάνω από την φούρκαν Συναξ. γυν. 383· Επάρετε τους φονιάδες και τους παράβουλους αππώδε! Μαχ. 57411· ϛ΄) αφαιρώ (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. παίρνω 2): οι χρόνοι και τα γερατειά την όρεξη μας παίρνου Πανώρ. Γ΄ 289· (φρ) (1) παίρνω τη ζωή κάπ. = σκοτώνω κάπ.: να τονε κατασφάξουσι, να πάρου τη ζωή του Τζάνε, Κρ. πόλ. 21921· (2) απαίρνω την κεφαλή = αποκεφαλίζω, σκοτώνω: πηδήσας κατά του θηρός, την κεφαλήν απήρα Διγ. Z 2839· (3) παίρνομαι από το νου μου = παραλογίζομαι, τρελαίνομαι: μιλώντας σαν μιλείς, από τον νου σου επάρθης.| Τ’ αλάφι να ’ναι ζωντανόν, πώς είναι μπορεμένον,| ανέν κι, ως λέγεις, στην καρδιάν βρίσκεται λαβωμένον; Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [658]· ζ) αναλαμβάνω: το επισκοπάτον του να το επάρει άλλος Σανκταμαύρας, Πράξ. Αποστόλ. 51· παίρνοντας την βασιλείαν ο Δαβίδ ... ελόγιασε να φέρει την κιβωτόν του Κυρίου στη Βηθλεέμ Ροδινός (Βαλ.) 96· η) οδηγώ, μεταφέρω κάπ. κάπου: αυτόν (ενν. τον Ισαάκ) διά αγάπην μου εις όρος έπαρέ τον Περί Ιωσήφ 25· παίρνοντάς τον μέσα στην θάλασσαν, να τον καταποντίσουν εις το πέλαγος Ροδινός (Βαλ.) 213. 2) α) Αποκτώ (Η σημασ. και σήμ.): να τον θαυμάσουσι πολλοί και όνομα να πάρει Αιτωλ., Μύθ. 964· Άμποτε, τέκνον μου καλόν, να πάρεις ευτυχίαν Αχιλλ. (Haag) L 258· (φρ.) (1) (ε)παίρνω καρδία(ν), ψυχή = ενθαρρύνομαι: επήραν καρδίαν και εστάθησαν και πολεμίζαν Μαχ. 13230· (2) παίρνω κακήν καρδία = στενοχωρούμαι: μεν πάρεις καμμίαν κακήν καρδία και εγώ να ποίσω πάσα πράμαν Βουστρ. 419· (3) παίρνω καλή καρδιά =ευχαριστούμαι: γιατ᾽ έρχουνται για λόγου τση μεγάλοι καβαλάροι| να κονταροχτυπήσουσι, καλήν καρδιά να πάρει Ερωτόκρ. Α΄ 1390· (4) παίρνω την πράξη = αποκτώ πείρα: είσαι| ακάτεχος στην αρχοντιά κι αμάθητος στην τάξη| και σήμερ’ από λόγου μου θέλω να πάρεις πράξη Ερωτόκρ. Β΄ 2122· β) (μεταφ.) μαθαίνω (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. παίρνω 14): Ω Παναγιά, πού τα ᾽μαθές και ᾽ς ποιο σκολειόν εμπήκες| κι εξόμπλιασες κι επήρες τα, τιβοτες δεν εφήκες Ριμ. κόρ. 689 (κριτ. υπ.)· γ) κερδίζω (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. παίρνω 10): εστάθηκε αδύνατά τον πόλεμον να πάρει Τζάνε, Κρ. πόλ. 16920· (φρ.) παίρνω καλόν = κερδίζω, ωφελούμαι: εσκοτωθήκανε πολλοί, και τι καλόν επήραν; Τζάνε, Κρ. πόλ. 45112· δ) κληρονομώ (Η σημασ. και σήμ.): Περί ανηλίκου, ότι είτι πουλήσει και απεθάνει, το επαίρνουν τα παιδιά του ύστερα Βακτ. αρχιερ. 135· ε) αποκτώ σύζυγο, παντρεύομαι (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. παίρνω 3): θέλει λάχει ως το ᾽στερο καμιά ʼλλη να τον (ενν. το Γύπαρη) πάρει Πανώρ. Γ΄ 371· παίρνοντας τον Πανάρετο κι όχι απ’ αυτούς κιανένα Ερωφ. Δ΄ 973· (φρ.) (1) (ε)παίρνω εις άντρα, εις γυναίκα, (για) γαμπρόν ή νύφην, εις δέσποιναν, συμβίαν = παντρεύομαι: απήρεν εις άντρα ευλογητικόν τον … Χρον. Μορ. H 3273· να επάρει εις γυναίκαν του του βασιλέως θυγάτηρ Χρον. Μορ. H 2477· μήνυμα τον εμήνυσεν γαμπρόν να τονε πάρει Λίβ. N 2476· να έπαιρνε διά νύφην του αυτός ο ρήγας Κάρλος Χρον. Μορ. H 6288· ει μη την κόρην την καλήν εις δέσποιναν επάρεις Καλλίμ. 1123· μετά παίρνει έτερην συμβίαν Ασσίζ. 14028· (2) επαίρνομαι εις ορμασίαν = παντρεύομαι: επάρθησαν εις ορμασίαν Ασσίζ. 3662· ϛ΄) ανακτώ: πάλιν η αυθεντιά της Βενετιάς επαίρνε τους τόπους οπού έχασε Κορων., Μπούας 102· ζ΄) καταλαμβάνω, κυριεύω (Η σημασ. σε δημ. τραγ., Δημητράκ., λ. παίρνω 2): επήρεν ο άνομος Τούρκος την Πόλην Μαχ. 68221· (μεταφ.) καταλαμβάνομαι, κυριεύομαι από κάπ. συναίσθημα: το τόσον μανικόν επήρεν η ψυχή σου| και ήθελες να είδες άνθρωπον άδικα νεκρωμένον Λίβ. Esc. 1959· (φρ.) με παίρνουν τα δάκρυα, το κλάμα = ξεσπώ σε δάκρυα, κλάμα (Η σημασ. και σήμ.): τότε πάλι η λυγερή τα δάκρυα την επήραν Ερωτοπ. 320· γροικώντα τούτα τα λογία, επήρεν τους το κλάμαν Μαχ. 65027· η) αρπάζω, κλέβω (Η σημασ. σε δημ. τραγ., Δημητράκ., λ. παίρνω 2): τους παίρνει το βασίλειον κι εις άλλους το χαρίζει Διακρούσ. 1024· μισέρη, κλέπτης, πιάσε τον, ’τι παίρνει τα καλίγια Πουλολ. 358. 3) Δέχομαι: σαϊτιά πάσα καρδιά ζητά από σε να πάρει Ερωφ. Ιντ. γ΄ 48· λουμπαρδιά δεύτερη παίρνει και εθανατώθη Τζάνε, Κρ. πόλ. 34622· εκ τες ξυλιές οπού ᾽παιρνε ώστε να ξεφορτώσει Γαδ. διήγ. (Wagn.) 20. 4) Θεωρώ (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. παίρνω 11 ): εσού οπού είσαι σοφός, γεμάτος σοφίαν, έπαρ’ τα ως γιο να ’χε σου πειν ο Αριστοτέλης Μαχ. 4726· (φρ.) (1) παίρνω βάρος ή σε βάρος ή σε βαρύ = (α) στενοχωριέμαι: αν είπαμε και τίποτες μηδέν το πάρεις βάρος Ch. pop. 846· αν δεν έρτεις, ξέρε το, πως το παίρνω σε βάρος Διγ. O 2004· (β) βαριέμαι: μη το πάρεις σε βαρύ να μου γράψεις κι εμένα δύο λόγια Μανολ., Επιστ. 173· (2) (ε)παίρνω κ. εις γέλιο = θεωρώ κ. γελοίο, κοροϊδεύω κ.: όρισεν ο βασιλεύς να το έχει εις άπαντας αιώνας και επήραν το ο κόσμος εις γέλιον Διήγ. Αγ. Σοφ. 1509· (3) (ε)παίρνω κάπ. σ’ έχθρητα ή από κακού = αντιμετωπίζω κάπ. εχθρικά, εχθρεύομαι κάπ.: γυναίκα πονηρά σ᾽ έχθρητα να σε πάρει Βεντράμ., Γυν. 10· επήρασί με από κακού Χειλά, Χρον. 356. 5) Χωρώ (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. παίρνω 13): οι κάμποι δεν τ’ αρέσουσι κι ο τόπος δεν τον παίρνει Ερωτόκρ. Β΄ 347. 6) Αρχίζω να …, ξεκινώ να … (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. παίρνω 17): όταν έπαιρνεν η ημέρα να βραδιάσει Διγ. Άνδρ. 39415· (φρ.) παίρνω γλώσσα = αρχίζω να μιλώ: Οι σανιτάδες ήσαν κει, κι απής επήρα γλώσσα,| σε λίγο τότες παρευθύς την πράτικα μας δώσα Στάθ. (Martini) Γ΄ 81. 7) Προχωρώ, κατευθύνομαι: γυρεύει τόπον για φορτί και προς τη ρούγα παίρνει Τζάνε, Κρ. πόλ. 1899· στα ξένα εδιάβηκεν, την ξενιτειάν επήρε Σπαν. O 5· (φρ.) (1) παίρνω αποπάνω κάτω = κατηφορίζω: αμεριμνήσαν κι εκάθουνταν κάτω χαμηλά· και τότε (ενν. οι Γενουβήσοι) επήραν απουπάνω κάτω Μαχ. 45213· (2) παίρνω τα βουνία = από φόβο ή παραφροσύνη κατευθύνομαι προς τα βουνά (Η σημασ. και σήμ.): ως είδαν δε ότι έφυγαν κι επήραν τα βουνία Χρον. Μορ. P 4852· (3) δεν παίρνω ζάλο = δεν κάνω βήμα από τη θέση μου: πήγαινε εσύ κι αποδεκεί ποτέ μην πάρεις ζάλο Στάθ. (Martini) Γ΄ 63· (4) (ε)παίρνω τα ζάλα, το πάτημά μου = περπατώ, προχωρώ: πλια βια ’χα ογιά το δάσκαλο και πλια ήπαιρνα τα ζάλα| παρά η γαϊδάρα όντας γλακά Στάθ. (Martini) Β΄ 79· θωρείς τηνε το πώς κλεφτά παίρνει το πάτημά της Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [1179]· (5) παίρνω την οδόν (μου, κλπ.) = φεύγω: ως το είπεν ο μισέρ Τζεφρές …,| ούτως και το επλήρωσεν κι επήρε την οδόν του Χρον. Μορ. P 1608· (6) παίρνω τα πόδια μου = περπατώ (Η σημασ. και σήμ.): Να μην δύναται ουδεποσώς να πάρει τα πόδια του Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 461. Φρ. 1) Παίρνω (σαν) αέρα = ανακουφίζομαι, ξεκουράζομαι: Ας πούμε άλλο τίποτες να πάρω σαν αέρα,| διατί σε τέτοιον λογισμόν αν ήμουν όλη μέρα,| ήθελα σκάσει ... ωσάν σύκο ή πεπόνι Δεφ., Λόγ. 509· Τώρα λοιπόν ανάσανα κι επήρα λίγο αέρα| από τα τόσα βάσανα τα έχω νύχτα μέρα Φαλιέρ., Ενύπν.2 7. 2) Παίρνω ανάπαψη = βρίσκω ησυχία: τ’ αλάφι ...| λογιάζοντας ανάπαψη στον πόνον του να πάρει| ώρες ʼς τσι κάμπους πορπατεί κι ώρες στα δάση μπαίνει Πανώρ. Β́ 150· τα μέλη μου είντ’ ανάπαψη να πάρουσι μπορούσα ...; Πανώρ. Α΄ 162· ήρθεν η γι-ώρα, Γύπαρη, να σμίξεις μετά κείνη| απού ’λεγες ανάπαψη να πάρεις δε σ’ αφήνει Πανώρ. Ε΄ 332. 3) Παίρνω βουλή = αποφασίζω: τινάς ουδέν επιάνε τον εις φρόνα και εις γνώσιν.| Εκείνος τες καλύτερες πάντα βουλές επαίρνε Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.) 4348. 4) Παίρνω εξουσιά μου = έχω υπό τον έλεγχό μου, εξουσιάζω: Όρισε τι έν’ τό ʼρέγεσαι. Τον πήρα εξουσιά μου| αυτόν που μέλλει ν’ αγρυπνά πλια παρά σεν, κυρά μου Φαλιέρ., Ενύπν.2 23. 5) Παίρνω θάνατο = πεθαίνω: να πάρεις θάνατο δε θέλω να σ’ αφήσω Πανώρ. Β́ 580· για τούτη θάνατους πικρούς χίλιους την ώρα παίρνω Πανώρ. Α΄ 110. 6) Παίρνω καλόν καιρόν = τυχαίνω σε καλοκαιρία: στο κάτεργον εμπήκασι …,| καλόν καιρόν επήρασι και μετ’ αυτόν επηαίναν,| νύκτα και μέρα περπατούν Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [881]. 7) Παίρνομαι κάτω = απογοητεύομαι, πέφτει το ηθικό μου: σαν τη λυγερήν ιδού κι είν’ πάντα ξεγνοιασμένη (παραλ. 2 στ.), παίρνουνται κάτω το ζιμιό σκολάζουσι τον κόπο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1130. 8) Παίρνω κρίση = ενημερώνομαι σε απόφαση: το πουρνό να έλθετε να πάρετε την κρίσιν Βυζ. Ιλιάδ. 217. 9) Παίρνω λόγο (από το στόμα κάπ.) = επιδιώκω να ακούσω κ.: εγύρευαν να πάρουν από το στόμα του λόγον Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Λουκ. ια΄ 54. 10) Παίρνω το νου κάπ. = αιχμαλωτίζω τη σκέψη κάπ.: την καρδιά μου εξέσκισε κι επάρε μου το νου μου Πανώρ. Α΄ 164. 11) Παίρνω ξόμπλι = παραδειγματίζομαι: όποιοι άλλοι τα διαβάσουσι να παίρνουσι από μένα| ξόμπλι να φεύγου τα μαλλιά τα παραχρουσωμένα Πανώρ. Β΄ 461· ιδές τα έργα των γονεών ...,| έπαρε ξόμπλι απ’ αυτούς ως για την κορασίαν Δεφ., Λόγ. 292. 12) Παίρνω (τ’) όνομα(ν), βλ. ά. όνομα Φρ. 8α. 13) Παίρνω την παραγωγή μου (προκ. για λέξη) = παράγομαι, ετυμολογούμαι: η πατρίδα ... εκράχτηκε μ’ αυτό το γλυκύ όνομα ... παίροντας την παραγωγήν του από όνομα οπού περισσότερον ... αγαπιέται Ροδινός (Βαλ.) 161. 14) Παίρνω παρηγοριά = παρηγορούμαι: πάντα παρηγοριά πολλή παίρνουν όσοι μπορούσι| την απονιά τση κόρη τως κλαίγοντας να μιλούσι Πανώρ. Α΄ 223· έπαρ’ κι εσύ παρηγοριά, ως έκαμεν κι εκείνος Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1516]. 15) Παίρνω πρίκα = πικραίνομαι, στενοχωρούμαι: αντίς χαρά π’ ανίμενα πολλήν επήρα πρίκα Πανώρ. Δ́ 246. 16) Παίρνω την τιμή κάπ. = ατιμάζω: όλοι τους θέλουν την εντροπή μας| κι ολημερνίς γυρεύγουσι να πάρουν την τιμή μας Πανώρ. Δ́ 26· φοβούμαι μήπως και κιανείς βοσκός την απαντήξει (παραλ. 1 στ.) κι οϊμέ χαλάσει μού τηνε και την τιμή τση πάρει Πανώρ. Β΄ 55. 17) Παίρνω χαρά = χαίρομαι: δε μπορεί κιανείς σωστή χαρά να πάρει| δίχως να γνώσει παραμπρός πρίκες πολλές και βάρη Πανώρ. Πρόλ. 85. — Βλ. και επαίρω.
       
  • εύκαιρος,  
    επίθ., Ασσίζ. 15220, 19814, 44922, Πόλ. Τρωάδ. 187, Χρον. Μορ. H 3836, 5608, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 118, 1736, Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 592, Μαχ. 12021, 27237, 3983, 42017, 4781, Θησ. (Schmitt) 336 VII 11, Χούμνου, Κοσμογ. 456, Αλεξ. 1819, Ιμπ. (Legr.) 958, Πεντ. Γέν. XXXI 42, XXXVII 24, Δευτ. XXXII 47, Αχέλ. 2536, Παϊσ., Ιστ. Σινά 2153, Ερωφ. Α΄ 181, Β΄ 102, Παλαμήδ., Βοηβ. 1230, Ιστ. Βλαχ. 929, Διγ. Άνδρ. 38520, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [162], Δ΄ [39], Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [775], Γ΄ [651], Δ΄ [747], Ε΄ [1563], Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. β΄ 77, Δ΄ 97, Ε΄ 59, Διγ. O 2291, Διακρούσ. 819, Τζάνε, Κρ. πόλ. 17118, 1962, 25119, 4722, κ.π.α.· εύχαιρος, Ανων., Ιστ. σημ. ρμ΄, Τζάνε, Κρ. πόλ. 55917, 56321· όφκαιρος, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 402, Πανώρ. Ε' 65, Πιστ. βοσκ. III 6, 132, Ερωτόκρ. Β΄ 1881, Γ΄ 164, Τζάνε, Κρ. πόλ. 14817, 40818.
    Το αρχ. επίθ. εύκαιρος, Ο τ. όφκαιρος και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.), στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ́, λ. όφκαιρος), στη Χίο (Βλ. Άμ., Χιακ. Χρον. 6, 1925, 51) και στην Κύπρο (Φαρμακ., Γλωσσάρ. 85). Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
    1) Που γίνεται στην ώρα του, έγκαιρος: εδωρήσατο ημίν χάριν και έλεος εις εύκαιρον βοήθειαν Χειλά, Χρον. 347. 2) Διαθέσιμος, που δεν έχει δουλειά (Η σημασ. και σήμ., Πρωίας Λεξ.): Λογιάζεις πως είμαι εύκαιρος και μόνο τσ᾽ έγνοιες σου έχω; Φορτουν. (Vinc.) Δ 516· Θεά δεν είσαι μοναχά των εύκαιρων ανθρώπων,| των άνεργων Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1078]. 3) α) Άδειος, κενός (Η σημασ. και σήμ. σε ιδιώμ., Πρωίας Λεξ.): είχε το κεφάλι| εύκαιρον ωσάν τσουκάλι Αιτωλ., Βοηβ. 341· την ψυχήν του εχώρισεν μέσ᾽ απού το κουφάρι| και το κορμίν του επόμεινεν εύκαιρον σαν φηκάρι Χούμνου, Κοσμογ. 188· η σέλα ᾽πόμειν᾽ όφκαιρη δίχως τον καβαλάρη Ερωτόκρ. Β΄ 1516· τα κάτεργα …| από φουσσάτον εύκαιρα, γεμάτα δ’ από θρήνον Αχέλ. 2536· (προκ. για αξίωμα): να αναπληρώσει τον τόπον των γιανιτσάρων και των λοιπών οφφικιτσιάλων οπού εχάθησαν εις την αρμάτα· και … επλήρωσεν όλους τους τόπους των οφφικίων των ευκαίρων και έκαμεν την τάξιν … σώαν Επιστ. του 1572 (Παπαδοπούλου Στ., Μνήμ. Αμ. 42103)· β) έρημος, εγκαταλειμμένος (Η σημασ. και σήμ. στη λογοτ., Δημητράκ. στη λ. 3): όταν ήρτασιν, ηύρασιν τα σπίτια εύκαιρα, ότι τοίοι επήγαν εις την Κερυνίαν Μαχ. 42212· Θωρώντα οι Γενουβήσοι ότι η Λευκωσία έμεινεν εύκαιρη από τους αφέντες, επέψαν από τους λας τους και εκουρσέψαν την Μαχ. 40411. 4) Στερημένος (από κ.): εφτά δαμαλίδες … φτωχές και κακόθωρες πολλά και εύκαιρες του κρεάς Πεντ. Γέν. XLI 19· α δεν ει λωλός κι εύκαιρος από γνώση Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [202]. 5) α) Μάταιος, άσκοπος (Η σημασ. και σήμ. στην Κρήτη, Ξανθουδίδη [Ερωτόκρ. σ. 646]): έχεις τον κόπον εύκαιρον και ό,τι κοπιάζεις χάνεις Χούμνου, Κοσμογ. 938· μακρά απού τσ’ έγνοιες τσ᾽ όφκαιρες, οπού χαλού τη νιότη Ερωφ. Ιντ. α΄ 82· Μη θες μ᾽ ελπίδες εύκαιρες να θρέφεσαι Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [1097]· Τώρα τι θέλετε σ’ εμέ κάλλη μου κι ομορφιές μου| που μου ’στεν πάντα εύκαιρες και πάντα ’πίβουλές μου ; Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1585]· μη δουλεύσεις εύκαιρους θεούς Χούμνου, Κοσμογ. 633· β) άχρηστος: όπου είχεν η χώρα τοίχους εύκαιρους εχαλάσαν τους Μαχ. 59027, γ) άπρακτος: εύκαιροι εγύρισαν, την στράταν επηγαίνα Αιτωλ., Μύθ. 175· ο άλλος Σαρακηνός εξέβηκεν εύκαιρος Μαχ. 6647· δ) «που έχει άδεια χέρια»: κείνες (ενν. οι μέλισσες) πὄρχονται εύκαιρες, έρχοντα στο γουψέλι| κλοτσοκοπούν και διώχνουν τες να πα να φέρουν μέλι Δεφ., Λόγ. 213. 6) Ανόητος, άτοπος: εύκαιρην δόξαν έδειξες διά να φανεί η αφεντία σου· τον βασιλέαν απίστησες Χρον. Μορ. H 5547. 7) (Προκ. για γυναίκα) επιπόλαιος, άστατος: δίχως γυναίκας πράξιν,| έτσι εύκαιρης κι ασύστατης κι έτσι εύκολης ν’ αλλάξει Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1042]. — Βλ. και ά. ευχερής.
       
  • ήμισος, 
    επίθ., Σπαν. (Μαυρ.) P 117, Ασσίζ. 14017, 1699, 1702, 19816, 22213, 2301, 9, 2311, 23714, 31621, 33728, 3613, 42121, Act. Xér. 933, Χρον. Μορ. H 3097, 3248, 7658, 7659, Απολλών. 394, 409, 551, Χρον. Τόκκων 2556, 3654, Φυσιολ. (Legr.) 827, 828, Μαχ. 2415, Διαθ. Ντεφαΐτζ. 177, Γεωργηλ., Θαν. 151, Βυζ. Ιλιάδ. 1014, Διαθ. ηγουμ. Μακαρίας 16423, 24, Ανων., Ιστ. σημ. ρμα΄· ημισός, Σταφ., Ιατροσ. 12350, Καραβ. 49218, 4964, 4976· εμισός, Στάθ. (Martini) Β΄ 149, Γ΄ 453, Διήγ. πανωφ. 59, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 84, 10‑11, 6315, 7715, 10315· μισός, Κομν., Διδασκ. Δ 361, Γεωργηλ., Θαν. 151, Σαχλ., Αφήγ. 88, Κορων., Μπούας 32, Πεντ. Γέν. XXIV 22, Ερωτόκρ. Δ΄ 1699, Στάθ. (Martini) Α΄ 181, Β΄ 271, Γ΄ 213, Λίμπον. 51· θηλ. ημίση, Μαχ. 5442.
    Από το επίθ. ήμισυς. Για τη λ. βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 11. Για τους τ. ημισός, μισός βλ. Χατζιδ., Αθ. 1, 1889, 492 και Αθ. 18, 1906, 431 κε. Η λ. στον Κατσαΐτ., Θυ. Γ΄ 62, 383 και σε έγγρ. του 1721 (Έγγρ. Σύρου 44). Η λ. και σήμ.
    Μισός: επλέρωσεν τα ζ΄ σορδία και ήμισον του απίστου εγκλήματος τόν εποίκεν απάνω του Ασσίζ. 21913· με τους Κεφαλληνούς, με δέκα φαμιλίτες| την αφεντιάν την ήμισην ηπήρεν των Σπαταίων Χρον. Τόκκων 1370. Το ουδ. ως ουσ. = το μισό: εφάνη του ότι εκέρδισε το ήμισο του κόσμου Χρον. Μορ. P 3248· εις την εχρονίαν ατμη΄ έπεψεν ο Θεός θανατικόν μέγαν διά τας αμαρτίες μας, και επέθανεν το ήμισον του νησσίου Μαχ. 6027.
       
  • Ιανουάριος 
    ο· Γεννάριος, Λίβ. Esc. 1092, Ανων., Ιστ. σημ. ρμα΄· Γεννουάριος, Μαχ. 44214· Ιουνάριος, Βίος Αλ. 1385· Ιουννουάριος, Μαχ. 45029.
    Το μτγν. ουσ. Ιανουάριος.
    Ο πρώτος μήνας του χρόνου: Στην Βενετίαν έσωσε στο τέλος Γενναρίου Χρον. Μορ. P 2174· (ως προσωποπ.): Ιανουάριος ήτον ... και εκείνος,| άνθρωπος όλος κυνηγός Λίβ. N 947.
       
  • καλός, 
    επίθ., Πανώρ. Β΄ 133, 492, Γ΄ 22, 34, 423, Δ΄ 282, Ερωφ. Δ΄ 221, 507, 523, 547, 635, Ιστ. Βλαχ. 89, 247, 833, Ερωτόκρ. Α΄ 496, 1031, 1325, 1987, Β΄ 2365, Θυσ.2 7, 790, Τζάνε, Κρ. πόλ. 17410, 1689, 22924, 36920, 48922 κ.π.α.
    Το αρχ. επίθ. καλός.
    1) Αγαθός (ηθ.), ενάρετος, έντιμος: πλούσιοι, φτωχοί, καλοί, κακοί, όλοι την εγροικήσα Ερωτόκρ. Δ΄ 1608· ευχαριστώ τους Έρωτας, καλόν άνδρα μ’ εδώκαν Διγ. (Trapp) Esc. 1138· άλλο την ψυχήν δεν σώνει, μόνον η καλή ζωή Άρχ. Μεγ. B 48. 2) Άψογος: τούτον ένι δίκαιον και κείμενον κατά τα καλά συνήθια του ρηγάτου των Ιεροσολύμων Ασσίζ. 16013. 3) Αξιόπιστος: Περί εκείνου του ανθρώπου οπού δέρει άλλον άνθρωπον και ένι ένοχος με καλήν μαρτυρίαν Ασσίζ. 2692. 4) Δίκαιος, αμερόληπτος: αφήκεν τον κακόν νόμον διά τον καλόν Ασσίζ. 1966· η ασσίζα και το δίκαιον ορίζει ότι να έχει ούτος καλόν δίκαιον, καθάπερ ένα ξένον Ασσίζ. 3229. 5) Σταθερός: διότι δεν επέρνα καλή αγάπη ανάμεσόν τους Σουμμ., Ρεμπελ. 175· ότι με τον πρίγκιπα έχει καλήν αγάπην Χρον. Μορ. H 8783. 6) Συνετός: βουλήν αξιοτάτην,| ωφέλιμον εις άπαντας, καλήν, τιμιοτάτην Κορων., Μπούας 23. 7) Αγαπητός, προσφιλής: Οϊμέν αδέλφι μας καλόν, ουδέν σε θεωρούμεν Διγ. (Trapp) Esc. 105· τι κάμνει το καλόν πουλίν και ουδέν με εθυμάται Ερωτοπ. 374· πότε πάλιν άπαντα ταύτα διαπεράσω,| εν τοις μέρεσιν έλθομεν της καλής Ρωμανίας Διγ. (Trapp) Gr. 660. 8) Ευμενής, καλοδιάθετος: ο σουλτάνος επροσδέκτην τους με καλόν πρόσωπον Μαχ. 16216. 9) Ευχάριστος: τα μαντάτα τα καλά τούτα να τωσε πούμε Πανώρ. Ε΄ 272· Αν αγαπάτε σαν κι εμάς ολπίζετε να δείτε| τέλος καλό στον πόθο σας Πανώρ. Ε΄ 415· καλόν έναι το αφήγημα, λέγε μη το οκνήσεις Λίβ. N 2483. 10) Πρόθυμος: μετά καλού θελήματος, μετά καλής καρδίας Καλλίμ. 71. 11) Αξιόλογος, υπολογίσιμος: φιλώ την κονταρέαν σου και την καλή σου τόλμη Αχιλλ. O 571· κάμνουσιν τον γέροντα πλούσιον, καλόν της χώρας Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1824]. 12) Χρήσιμος, ωφέλιμος: Είδιεν ο Θεός το φως ότι καλό Πεντ. Γέν. I 4· εις τ’ άνθος μόνον βόσκεται και το καλόν λαμβάνει| κι εκείνο που ’ναι εις αυτό αχρείον καταλιμπάνει (ενν. το μελίσσι) Κορων., Μπούας 20· παν είτι καλόν και προς σύστασιν και ευκοσμίαν Σφρ., Χρον. μ. 5016. 13) Πρόσφορος, κατάλληλος, ευνοϊκός: Όλος δε ο καλύτερος εκεί καιρός εχάθη Κορων., Μπούας 126· Η νύκτα ήτον σκοτεινή, καλός καιρός του έργου Διγ. A 2586. 14) Σωστός, ενδεδειγμένος: Άξιον έναι ... και των πενήτων τα παιδία να παιδεύονται την καλήν και γενναίαν παίδευσιν Σοφιαν., Παιδαγ. 112· τη στράτα κείνη την καλή, βλέπω, ήλλαξες την πρώτη Ερωτόκρ. Α΄ 834. 15) Επιτήδειος, ικανός: Ήτονε στ’ άλογο καλός κι εκράτει τ’ άρματά του Τζάνε, Κρ. πόλ. 4063· Δεξιώτης ήμουνε καλός κι αγάπου το κυνήγι Πανώρ. Δ΄ 3. 16) Επίλεκτος, εκλεκτός, γενναίος: Καλά φουσσάτα σύναξε πολεμικά κι ανδρεία Κορων., Μπούας 68· αν έχεις όρεξιν να ακούεις πράξες καλών στρατιώτων Χρον. Μορ. H 1349. 17) Ευγενικός (στην καταγωγή): οι τάξες και αρετές σου| δείχνουσι πως από καλό αίμα να κατεβαίνεις Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 213. 18) (Προκ. για τρόπο συμπεριφοράς) ευγενικός: τρόπος καλός κι ενάρετος και καθαρότης βίου Κομν., Διδασκ. Δ 175. 19) Εύστοχος, αποτελεσματικός: σπαθέαν ουν μοι δέδωκεν καλήν εις το σκουτάριν Διγ. Z 3065· καλήν ραβδέαν έδωκα την φάραν στο κεφάλιν Διγ. (Trapp) Esc. 1267· ο σύντροφος οπού ’συρνε ογιά καλό σημάδι Τζάνε, Κρ. πόλ. 35611. 20) Αντάξιος: λοιπόν ουκ οίδα τις εστιν άξιος εις ετούτο,| να γεννά βουλεύματα καλά της αριστείας Γεωργηλ., Βελ. 148. 21) (Προκ. για κάστρο) ισχυρός, ανθεκτικός: εδιάβη και απόκλεισε το πρώτο κάστρο, το καλύτερο Χρον. σουλτ. 3024. 22) Σίγουρος, ασφαλής: έθεκεν φύλαξες καλές, εις τ’ όνομάν του ομόσαν Χρον. Μορ. H 1236· ποσώς δεν εφοβήθη εκεί τας βίγλας τας καλάς ουδέ τους στρατιώτας Διγ. Z 1813. 23) Καθαρός, γνήσιος, αμιγής: χωρίζει το καλόν χρυσάφιν ’πό το άλλον Σαχλ. Β′ (Wagn.) P 178· Λαβών περιστεράν πότισον αυτήν άσαρ μετά καλού οίνου Ιερακοσ. 34622. 24) Ωραίος: η γη μαραίνει τας καλάς και χιονώδεις σάρκας Διγ. Z 4478. 25) (Επιτ.) που έχει ιδιότητα σε μεγάλο βαθμό: είχε κοντά του τους καβελάρους και απεζούς, όλους τους καλύτερους ανδρειωμένους Χρον. σουλτ. 7235· υπερπηδά το πύργωμαν μετά καλής ανδρείας Καλλίμ. 276· οι Μούζες τόσες αρετές καλές τού δασκαλέψα Πανώρ. Αφ. 20· άνεμον είχασι καλόν κι ήτον καλή ευδία Γαδ. διήγ. (Wagn.) 169· ο Νεκτέναβος ιδόντας την Ολυμπιάδα ... και τα καλά της κάλλη Διήγ. Αλ. V 25. Η κλητ. του αρσ. στον εν. ως άκλιτη προσφώνηση ή ως παραπλήρωμα: απάκρισιν καμίαν εσέν, καλέ, να δώσουν| αυτού εις τα παραδείγματα Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2119· σε ποιαν μεράν επήγασι, καλέ, και δε μπορούμε| σ’ ουδεκιανένα σήμερο τόπο να τες ευρούμε; Πανώρ. Ε΄ 305. Το αρσ. και το θηλ. ως ουσ. = σύζυγος, αγαπητικός: Συ δε, φιλτάτη μήτερ μου, έμπροσθέν μου ελεύσει| εις Ρωμανίαν να έλθομεν, να ιδείς την καλήν μου Διγ. Z 1089· εκείνη δε ως ήκουσεν τα λόγια του καλού της, ... Διγ. (Trapp) Esc. 1794. Φρ. (Ευχετικά) να ’χει (την) καλή του ώρα = ας είναι καλά: ήλθε και αφέντεψε, καλή του ώρα να ’χει,| διότι επεράσαμεν καλά εις τον καιρόν του Ιστ. Βλαχ. 478. Εκφρ. 1) Καλή καρδία = καλοσύνη, προθυμία: Καλήν καρδίαν έχετε το γένος των γαδάρων Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 712· εις την γην φυτεύει τα και με καλήν καρδία| ποτίζει και σκαλίζει τα Κορων., Μπούας 113· παρακαλώ σας όλους σας μετά καλής καρδίας| συντροφιάν να με ποίσετε Θησ. (Foll.) I 17. 2) Καλή ώρα = σε ευτυχισμένη ώρα: να πάρεις, θυγατέρα μου, άνδρα σου τον υγιόν του| εκείνον το χρυσόν αϊτό που βρέθηκε καλή ώρα Ερωτόκρ. Δ΄ 283. 3) Καλόν πωρνόν = πολύ πρωί: τῃ ϛ΄ του αυτού μηνός καλόν πωρνόν εφτάσαν (ενν. τα κάτεργα) εις τον Σταυρόν τον Μέσον Ανων., Ιστ. σημ. ρμ΄.
       
  • καστέλλιον 
    το, Σφρ., Χρον. μ. 5617, Δωρ. Μον. XIX· καστέλλι(ο)ν, Ηπειρ. 22712, Αχιλλ. L, 302, Αχιλλ. O 306, Μαχ. 14837, 1924, Σφρ., Χρον. μ. 465, 14015, Έκθ. χρον. 7120, Δωρ. Μον. XXXII, Διήγ. πανωφ. 55· καστέλλι(ν), Χρον. Μορ. H 3677, Χρον. Μορ. P 8284, Αχιλλ. L 327, Αχιλλ. O 523, Χρον. Τόκκων 338, 2049, 3243, Μαχ. 11622, Θησ. (Foll.) I, 81, Βυζ. Ιλιάδ. 700, Βεντράμ., Φιλ. 311, Σκλάβ. 23, Γεωργηλ., Βελ. 362, Κορων., Μπούας 6, 95, 139, Πορτολ. A 3311, 6014, 20520, 21132, 22822, 23914, Πορτολ. B 2913, 4114, Αχέλ. 237, 458, 619, 1455, 1753, 2137, Θρ. Κύπρ. M 746, Χρον. σουλτ. 3131, 704, 7927, Ανων., Ιστ. σημ. ρμα΄, Ιστ. πατρ. 16921, Δωρ. Μον. XIX, XX, Ιστ. Βλαχ. 904, 919, Ψευδο-Σφρ. 3285, Διήγ. πανωφ. 58, Διήγ. ωραιότ. 207, 211, Διακρούσ. 856, 1043, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1521, 21215, 21425, 2422, 24410, 35012, 36111, 3722, 37524, 41527, 50419, 50822, κ.π.α.· καστέλλιν, Λόγ. παρηγ. O 427, Χρον. Μορ. H 1402, 1760, 8094, 8284, Αχιλλ. L 299, 305, 975, Αχιλλ. N 396, Αχιλλ. O 205, 224, 313, 327, Μαχ. 9821, 3523, 39821, 52430, 63028, 67821, Σφρ., Χρον. μ. 14227, Βουστρ. 433, Κορων., Μπούας 97, Θρ. Κύπρ. K 8, Θρ. Κύπρ. M 595, 635· καστίλλι(ον), Μαχ. 38422‑3.
    Από το λατ. castellum.
    α) Κάστρο, φρούριο, οχυρό: την δύναμιν του καστελλιού κανείς δεν την εμέτρα Ιστ. Βλαχ. 892· θωρώντας ο πασάς κι οι άρχοντες οι άλλοι (παραλ. 1 στ.) μικρόν καστέλλι σαν αυτό να στέκει ενάντιά τους ... Αχέλ. 762· άλλο καστέλλι έστησε στον άγιον Αθανάση Τζάνε, Κρ. πόλ. 21212· Εκεί καστέλλι ηυρίσκετον πλησίον εις την Άρταν Χρον. Τόκκων 2041· καθ’ εκάστην πολεμούν του καστελλιού την πόρταν Αχιλλ. O 208· β) κώμη σε ύψωμα: να ’ρθομεν στο καστέλλι μας τα σπίτια μας να δούμεν Διήγ. ωραιότ. 674· Ορίζω χώρες άμετρες και τόπους αφεντεύγω,| καστέλλια πλήσα και πολλά έχω και βασιλεύγω Τζάνε, Κρ. πόλ. 57514. Η λ. ως τοπων.: καράβια, κάτεργα χοντρά και σ’ ορδινιά εβάλα| εις το λιμιώνα να ’μπουνε, μα το Καστέλλι αρχίζει| κι άφτει λουμπάρδες Τζάνε, Κρ. πόλ. 41423· Ολόγδυμνα κοράσια εκεί καήκαν| εις το Καστέλλι κάτω κι εχαθήκαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 13826· όπου είναι σήμερον το κινούργιον Καστέλλιν Μαχ. 7810· από το κάβο Ρεσούτο εις μίλια 6 ... ευρίσκεις μία χώρα και λέγουν την Καστέλλι Πορτολ. A 33013.
       
  • μαγαζένι(ν) 
    το· μακζενία τα, Μαχ. 31431, 6084· μαχαζένι(ν), Μαχ. 608 κριτ. υπ..
    Από το βενετ. magazén. Για τον τ. μακζενία τα βλ. Χατζ., Ξέν. στοιχ. 61, Dawkins [Μαχ. Β΄ σ. 254] και Φαρμακ., Γλωσσάρ. 401 (λ. μακζενίον). Για τον τ. μαχαζένι(ν) βλ. Κυριακ., ΛΑ 5, 1918/20, 117, Dawkins [Μαχ. Β΄ σ. 254] και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 653).
    Αποθηκη εμπορευμάτων, κατάστημα: το παζάρι τα χανουτία τους Τούρκους και τα μαγαζένια Ανων., Ιστ. σημ. ρμα΄· τα μακζενία είναι γεμάτα πραματείες Μαχ. 20824. — Βλ. και μαγαζάς, μαγαζί, μαγατζές.
       
  • μερτικόν  
    το, Προδρ. III 57, 393, Ασσίζ. 5027, 1221, 1511-2, 33 229-30, 40611, Φυσιολ. (Legr.) 379, Μαχ. 8222, 19411, 5049, 66017, Θησ. Η΄ [723], Βουστρ. 446, Άνθ. χαρ. 2902, Αιτωλ., Μύθ. 927, 1022, Διήγ. Αλ. G 287, Πηγά, Χρυσοπ. 304(1), 305(2), Ψευδο-Σφρ. 5588-9, Βακτ. αρχιερ. 145, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ματθ. κδ΄ 51, Ροδινός (Βαλ.) 154, κ.π.α. εμερτικόν, Βεντράμ., Φιλ. 151· μερδικό, Διαθ. 17. αι. 3307, 1044· μερδικό(ν), Πορτολ. A 1619, Διαθ. 17. αι. 317, 93, 134 κ.α.· μερδικόν, Σφρ., Χρον. μ. 2019 κριτ. υπ. 9211 κριτ. υπ., Νομοκριτ. 75, Διαθ. 17. αι. 3193, 272, 276‑7. μεριδικόν, Σφρ., Χρον. μ. 2019, 9211· μερτικό, Rechenb. 93, Βεντράμ., Φιλ. 342, Δεφ., Λόγ. 529, 533, Πεντ. Γέν. XIV 24, XLVII 24, Πεντ. Λευιτ. VI 10, Πεντ. Αρ. XVIII 20, Πεντ. Δευτ. XII 12, XVIII 8, Διήγ. Αλ. G 287, Πανώρ. Α΄ 379, 391, Σεβήρ., Διαθ. 192, Στάθ. (Martini) Ιντ. α΄ 21, Ροδολ. Ε΄ [457]· μερτικό(ν), Rechenb. (Vog.) 918-9, Νομοκριτ. 75, Φαλιέρ., Λόγ. 369, Χούμνου, Κοσμογ. 1491, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1283], Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. 238, Χρον. σουλτ. 10320.
    Από το ουδ. του επιθ. μεριτικός (L‑S, λ. μεριτικός), που απ. ως ουσ. ήδη τον 6. αι. (Βλ. Θαβώρ., Ουσιαστ. 73) και σε έγγρ. του 13. αι. (Βλ. Tsopanakis, Italia linguistica A’, 1976, 381). Για την ετυμ. βλ. και Κοραή, Άτ. Α΄ 186, Β΄ 243, Χατζιδ., Αθ. 22, 1910, 254 και Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 407, κ.α. (Εσφαλμ. ο Meyer, NS II 40). Ο τ. μερδικόν (<μεριδικόν) στο Somav. και μερδικό στο Βλάχ. και σήμ. σε ιδιώμ. (Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Β΄ 149, κ.α.)· απ. επίσης σε έγγρ. του 16. αι. (Λατ. έγγρ. πατμ. αρχ. 367, Έγγρ. Σύρου Α΄ 24, Μαυρομάτης, Θησαυρ. 16, 1979, 213) και 17. αι. (Βισβίζ., ΕΚΕΙΕΔ 1, 1948, 91, <Ζερβογιάννης>, Αμάλθ. 8, 1977, 366 κ.α.). Ο τ. μεριδικόν (από επίδρ. του ουσ. μερίς ή μερίδων) σε έγγρ. του 14. αι. (Act. Lavr. 983,5,18,22, Θεοχ., Τζαμπλάκ. 139, 140) και 15. αι. (Miklos.-Müller, Acta Β΄ 545, Act. Lavr. 16158,59). Η λ. στο Meursius και σε έγγρ. του 15.-17. αι. (Τσοπ., Δωδεκαν. Αρχ. 5, 1970, 78, Manouss., Θησαυρ. 13, 1976, 18, Seremetis, Πεπρ. ΙΒ′ ΔΒΣ Β΄ 518, Μπρούσκαρη, Θησαυρ. 18, 1981, 322, Κονόμ., Εραν. 8, 1970, 231, κ.π.α.). Ο τ. μερτικό και σήμ.
    1) α) Μερίδιο: να ποίσουν λογαριασμόν και να ψηφίσουν το χασιμιόν, διά να δώσουν του καθενού το μερτικόν του Ασσίζ. 4727· Περί τα πράματα τά ρίπτουνται εις την θάλασσαν διά κακόν καιρόν … και τείντα τον μερτικόν να λάβει εκείνος απού τα ηύρεν εις τον αφρόν της θαλάσσης Ασσίζ. 25226-7· Σύντροφ(οι) ιδ' ίχουσιν εις το μέσον κέρδος άσπρ(α) ˏα .. α’· να λαμβάνωσιν οι ι’ σύντροφοι σώον μερτικόν Rechenb. 241· Πλήθος οψάριν έπιασαν (ενν. οι ναύτες) …| Εβγάνουν και έναν μερτικόν, στέλνουν στο μοναστήριν| ψάρια μεγάλα Ιμπ. 609·   β1) κληρονομικό μερίδιο: ζητά (ενν. ο άσωτος) του πατρός του να του δώσει το μερτικόν τον Πηγά, Χρυσοπ. 304 (1)· εμοίρασά μεν μοναχοί μας τα τίποτα του πατρός … και έλαβεν πασαείς το μερτικόν του, όλοι ίσια Συναδ., Χρον. 53· το μερτικόν της μητρός κατεβαίνει των τέκνω της Ασσίζ. 3839· (σε ιδιάζ. χρ.) Εκ της σελήνης έπεσεν εκείνη τας αγκάλας| και το λαμπρόν της μερτικόν απέσπασεν και απήρεν Βέλθ. 681· β2) (μεταφ. προκ. για τον περιούσιο λαό του Θεού· πβ. Lampe, Lex., λ. μερίς A2b): μερτικό του Κύριου ο λαός του· ο Ιαακώβ μοίρα της κλερονομιάς του Πεντ. Δευτ. XXXII 9· β3) κτήμα, ιδιοκτησία: ο Λεβί ός εις τα κάστρη σου μη τον αφήσεις, ότι δεν είναι αυτουνού μερτικό και κλερονομιά μετ’ εσέν Πεντ. Δευτ. XIV 27· γ) (προκ. για φόρο): ο νοικοκύρης αν είχεν υιούς και κόρες εις την τάβλαν του και εις τον καπνόν του, εκείνος μοναχά επλέρωννεν· και άντα να χωρίστησαν ο υιός, ή κόρη να αρμαστήν, επλέρωννεν πασαείς το μερτικόν τον Μαχ. 837. 2) Ορισμένο ποσό: ο ένας (ενν. καμουχάς) αξιάζ(ει) έν μερτικό και ο έτερος α΄ α/β μερτικό και φλουριά η΄ πλέον Rechenb. 183· Αφήτε με στο μόδο μου κι α δεν σας διαφορέψω| περίτου δέκα μερτικά, εις τόδες να σε στρέψω Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1398]. 3)   α1) Τμήμα (από ενιαίο σύνολο), κομμάτι: σχίζει εις δύο μερτικά αυτό το … δένδρον Ροδινός (Βαλ.) 153· ετούτον το καναβάτσου θέλεις να το μοιράσεις εις επτά μερτικά Καραβ. 49515· έβαλεν εις την καρδίαν του σταυρού μερτικόν απέ το τίμιον ξύλον Μαχ. 637· εθέλησε να τους δείξει έναν μερτικόν του θησαυρού του Μαχ. 8214· Περί του χρειού τό ομολογά ο χρεοφειλέτης μερτικόν και άλλον αρνάται Ασσίζ. 727· έχει (ενν. η Σάμαστρος) ξέρες πολλές …και μερτικά από κείνες φαίνονται απάνω εις το νερό Πορτολ. A 23919· να σας ειπώ μερτικόν από την αρχοντίαν τήν είχεν ο σιρ Φρασές Μαχ. 823· αν εγροίκας μερτικό εκ τα παθήματά μου Φαλιέρ., Ιστ.2 564 κριτ. υπ.· ήσαν έως τρεις χιλιάδες άνθρωποι … Και ο Σαούλ τους εχώρισε εις δύο μερτικά Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. 187v· οι άγγελοι οι καλοί … είναι τάγματα εννέα … Και χωρίζονται … εις τρία μερτικά Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. 27r· α2) (σε μεταφ.): τον πόνον ας μοιράσομε και μερτικά μού δώσε| να σ’ αλαφρώσω οκ το πολύ βάρος Θυσ.2 574· να σβήσω μερτικόν αχ το λαμπρόν μου Κυπρ. ερωτ. 1046· α3) (προκ. για λεία, λάφυρα): ουδέ πρέπον γαρ υπάρχει ίνα πάλιν μεταστρέψουν άπαντες τα μερτικά τους κι εκ δευτέρου μοιρασθήναι Ερμον. Θ 37· Ο Μοτσενίγος κάτεργο παίρνει στο μερτικόν του Τζάνε, Κρ. πόλ. 37825· β) (προκ. για τόπο, έκταση): επήραν μερτικόν απέ το περιβόλιν του σιρ Πιέρ Μαχ. 59014· έχει πλέο παρά το ένα μερτικόν του χωρίου Άγιο Σίλα αγορασμένο Κατά ζουράρη 16· γ) (προκ. για απόσταση): μοιράζεις το κανάλιν εις γ΄ και αφήνεις τα β΄ μερτικά εις το νησόπουλον … και θέλεις έχει φούντος οργιές ζ΄ Πορτολ. A 1619· δ) (προκ. για ποσότητα πραγμάτων ) «παρτίδα»: έδωκεν τους μαντατοφόρους α΄ μερτικόν αγγεία αργυρά να τα φέρουν του ρηγός Μαχ. 3469· ε) συστατικό μέρος, στοιχείο: ’Σ δυο μερτικά μοιράσετε πάσαν ζωήν τ’ ανθρώπου,| εις έναν της αναπαγής, στ’ άλλον του μέγα κόπου Σκλέντζα, Ποιήμ. 189· ας τελειώσει μοναχό τση δόλιας το κορμί μου| να ζει το κάλλιο μερτικόν, απού ʼσαι συ, ψυχή μου Ροδολ. (Μανούσ.) Ε΄ [250]. 4) α) Κλασματικό τμήμα ποσού, ποσοστό: επεθάναν από τα τρία μερτικά τα δύο Ανων., Ιστ. σημ. ρμα΄· Πού να μπορώ να θυμηθώ όσα ʼχεις γεναμένα,| από τα δέκα μερτικά δεν μελετώ το ένα Κορων., Μπούας 150· ο είς τους συντρόφους να έχει δ́ μερτικά απέ το διάφορο και ο άλλος σύντροφος να έχει το πέμπτον μερτικόν Ασσίζ. 832· τόσο γέννημα εγίνην εις την Μακεδονίαν, ότι απέμεινεν το τέταρτον μερτικόν αλώνιστον Συναδ., Χρον. 66· β) πηλίκο: γίνουνται βγ.δ΄ και τόσος έναι ο αριθμός, να μοιράσεις μετ(α) λς΄ και να έρθει το μερτικόν ξδ΄ Rechenb. 713. 5) α) Μερίδα φαγητού: το βραδύ να μ’ έδιδαν μεγάλην κομματούραν (παραλ. 1 στ.) και μονοκύθρου μερτικόν εκ τα λαπαριμαία Προδρ. IV 118· τον λέοντα πολύ φαγί έδωκε (ενν. η αλεπού) με την γνώση·| είπε τον: «Λίγο μερτικόν εμένα θέλει σώσει» Αιτωλ., Μύθ. 3714· (σε ιδιάζ. χρ.): κι ωσάν αρνιά τους σφάζανε (ενν. τους Τούρκους) κι εκομματιάζασί τσι| και μερτικά τους κάνασι κι εμαγερεύγασί τσι| με ρύζι Τζάνε, Κρ. πόλ. 44114· β) (μεταφ. ): η Μαρία εδιάλεξε το καλόν μερτικόν Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Λουκ. ι΄ 42. 6) α) Αυτό που αναλογεί, ό,τι δικαιούται κάπ.: από το κριάρι των γεμωσμάτων τον Μωσέ ήτον για μερτικό, καθώς επαράγγειλεν ο Κύριος τον Μωσέ Πεντ. Λευϊτ. VIII 29· εις τους πτωχούς που ντρέπονται το μερτικόν να πέψεις Δεφ., Σωσ. 334· εγώ στο μερτικό μου| θέλω να σ’ έχω Τύχη μου, Μοίρα και Ριζικό μου Φαλιέρ., Ιστ.2 151· Μα ʼχει κι η σάρκα μερτικό και το δικό τση θέλει Θυσ.2 213· β) ανταμοιβή, δωρεά (εδώ ως σύστ. αντικ.): εμερτίκωσέ με ο Θεός εμέν μερτικό καλό τη φορά· να μονιάσει μετ’ εμέν ο άντρας μου ότι εγέννησα αυτουνού εξι υιούς Πεντ. Γέν. XXX 20. 7) α) Σύνολο, ομάδα (ανθρώπων), μερικοί: ήλθαν … ο καθείς με μερτικόν απέ την συντροφιά του Θησ. Ζ΄ [1372]· έστειλε (ενν. ο Λουννάδης) και ένα μερτικό από το φουσσάτο του Χρον. σουλτ. 674· εχώρισε (ενν. ο σεβαστόκράτωρ) τους καβαλαραίους και τους έκαμε με μερτικά Δωρ. Μον. XXXVII· ωσάν εκατέβηκεν (ενν. το λιοντάριν) από το όρος … συγχύζοντας το θέατρον και κάμνοντάς το δύο μερτικά Ροδινός (Βαλ.) 218· μερτικόν της βουλής εφάνην τους να ’πομένουν να μάθουν καλλιότερα Βουστρ. 442· θεριά γενείτε μερτικό να βλέπομε τον τόπο (παραλ. 1 στ.) άλλοι ας γενούσινε πουλιά Ερωφ. Ιντ. α΄ 59· απ’ αύτους τρέχουν μερτικόν να φέρουν τον νοτάρην Σαχλ. Β′ (Wagn.) P 123· μερτικόν σολδάτοι του ρηγός Σιτσιλιανοί Μαχ. 12630· β) (προκ. για αντίπαλες στρατιωτικές παρατάξεις): επόθαναν και ελαβώθησαν πολλοί και απέ το ʼναν μερτικόν και απέ το άλλον Μαχ. 36427· γ) (?) κοινωνική μερίδα, τάξη (Για τη σημασ. βλ. και Αλεξ. Στ. [Απόκοπ. σ. 233]): όπου του κόσμου την στρατιάν ενίκησεν το πάλιον| και όπου του κόσμου αφέντεψεν το μερτικόν το κάλλιον Απόκοπ.2 296. 8) α) Τμήμα γης, τόπος, περιοχή: Εις τα μέρη της παλαιάς Ρώμης εις ένα μερτικόν ήτονε τινάς αφέντης Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 410· β) διοικητική περιφέρεια (;) (Πβ. Σάθ., ΜΒ Β΄ 619)· βασίλειο, κράτος: ήρτεν έναν θανατικόν και επάντησεν δυόμισι χρόνους και επέθανεν τα τρία μερτικά του νησιού Βουστρ. 470· τέσσαρα μερτικά, ήγουν τέσσαρες βασιλείες ήσαν εις τον κόσμον από την αρχήν, … αμή οι δύο … έστεκαν απάνω από τες αυθεντίες ολουνού του κόσμου Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 105v· γ) τμήμα τόπου, θέση, σημείο: ανάστησεν πολλούς τόπους και εψήλωσεν και πολλά μερτικά το τειχοκάστρι και τον πύργον Μαχ. 1168. Η αιτιατ. επιρρ. = α) εν μέρει: Σαν τ’ άκουσε ο Ρωτόκριτος, δε θέλει πλιο να χώσει| τά εκούρφευγε, μα μερτικά θε να ξεφανερώσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 738· β) ως ένα βαθμό, κάπως, λιγάκι: μερτικό φοβάτονε (ενν. ο Παλαμών) κι είχε ζηλειά μεγάλη Θησ. Ε΄ [21]· παραπονάται (ενν. τινάς) μερτικόν και ʼπνάζει Κυπρ. ερωτ. 7521. Εκφρ. 1) Από το μερτικόν μου = από μέρους μου, με δική μου πρωτοβουλία: Έγραψε τότ’ (ενν. ο Αλέξανδρος) επιστολή εις τον διδάσκαλόν του,| τ’ Αριστοτέλη το λοιπόν, από το μερτικόν του Αλεξ. 1992. 2) Εις (ή σε) μερτικόν (κανένα) = κάπως, ως ένα βαθμό, ως κάποιο σημείο: νικούσι (ενν. η πρίκα κι η συνείδησή μου) εις μερτικό τσι φλόγες απού γνώθω| για τση Αρετούσας τση όμορφης κι ευγενικής τον πόθο Ροδολ. Α΄ [315]· τότε ’θελά ʼχει ʼπομονή εις μερτικό καμπόση Θησ. I΄ [407]· Πούρι γυρέψειν ήθελα σε μερτικό κιανένα| τ’ αμέτρητα καμώματα, τ’ άξα και δοξασμένα (παραλ. 2 στ.) να γράψει το κοντύλι μου Φορτουν. (Vinc.) Αφ. 17. 3) Μερτικόν … μερτικόν = κατά ένα μέρος …κατά το υπόλοιπο: η χώρα του Δοράτσου μερτικόν στέκει απάνω εισέ βουνί και μερτικό εισέ χαμηλάδα Πορτολ. A 20222. 4) Εις το μερτικόν = σχετικά με: να έλθουν ως ώδε διά … τίποτε ζήτημαν εις το μερτικόν της βουλής οπού θέλουν να ποίσουν τούτην την νύκτα Μαχ. 25429. Φρ. 1) Βάνω ή έχω το μερτικό μου = συμβάλλω, βοηθώ: εσάλεψε κι ήπεσε απ’ τ’ άλογό του| κι ήβαλε και το ριζικόν εκεί το μερτικό του.| Δεν ήτο το κοντάρι μου άξο να τονε ρίξει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 2096· αφέντης ετσι θέλει,| να το ξεκαθαρίσουσιν η τζόγια τίνος μέλλει| κι ας έχει και το ριζικόν επά το μερτικό του Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 2243. 2) Έχω μερτικόν από κ. = απολαμβάνω: να μηδέν έχουν μερτικόν απέ τα αγαθά της αγίας εκκλησίας, ουδέ να εισέλθουν εις την αγίαν εκκλησίαν έως όπου να συγχωρηθούν απ’ εκείνην την ανομίαν Ασσίζ. 11422. 3) Έχω μερτικόν εις κ. = ενδιαφέρομαι (προσωπικά) για κ.: εφέραν την μαρτυρίαν (ενν. οι μάρτυρες), μη γινώσκοντα ταύτην την πονηριάν οι κριτάδες, ότι είχαν μερτικόν εκ το ζήτημαν Ασσίζ. 1016· αν γίνεται ότι εσύραν την μαρτυρίαν (ενν. οι μάρτυρες) χωρίς να το νώσουν οι κριτάδες το πως είχαν μερτικόν εις το έγκλημαν ού εφέραν την μαρτυρίαν άδικα διά κανένα βίον τόν επήραν Ασσίζ. 3519· ουδέ δίκαιον ουδέ ο νόμος ορίζει ότι κανείς άνθρωπος οπού έχει μερτικόν εις το έγκλημαν ή εκείνος ένι απού εκείνον το πράγμαν το ζητούν μερτικάρης … οπού ουδέν εντέχουνται να ένι πιστευμένοι εις την αυλήν με το δίκαιον Ασσίζ. 10124. 4) Έχω μερτικόν με κάπ.= συμμερίζομαι (κ.), συμφωνώ (σε κ.) με κάπ.: τι μερτικόν έχει ο πιστός με τον άπιστον; Χριστ. διδασκ. 123. 5) Κάνω μερτικά· βλ. ά κάμνω Φρ. 6) Παίρνω μερτικό = γίνομαι συμμέτοχος, συμπαραστέκομαι: Του βασιλιώς την όργητα, λογιάζεις, δεν μπορούσι| το στήθος κι η καημένη μου καρδιά να δυναστούσι| κι ήρθες να πάρεις μερτικό κι εσύ, να μ’ αλαφρώσεις Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 109.
       
  • όλος,  
    επίθ., Ασσίζ. 14613, Χρον. Μορ. H 1229, 3594, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 60, 193, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 343, Σαχλ., Αφήγ. 503, Φαλιέρ., Ιστ.2 79, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 771, Κορων., Μπούας 76, Πεντ. Γέν. VIII 1, Πανώρ. Γ΄ 220, 293, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 357, 455, Δ́ 87, 722, Έ́ 227, Ιστ. Βλαχ. 1225, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 301, 567, Γ́ 114, Δ́ 1775, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1811, 40720, Μπερτόλδος 68, κ.π.α.· γεν. εν. (αρσ., ουδ.) ολονού, Διήγ. Αλ. V 50, Κορων., Μπούας 4, Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 296, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 349· ολουνού, Καραβ. 49216, Διήγ. Αλ. V 26 (δις), 28, Διήγ. Αλ. G 263, 265, 266, 268, 269, 272, 276, 281 (δις), 285, Πεντ. Αρ. XI 13, XVI 29, Δευτ. XIII 10, Σουμμ., Ρεμπελ. 17827, Μπερτόλδος 19· (θηλ.) οληνής, Πεντ. Γέν. I 29, Αρ. XX 27· αιτιατ. εν. (αρσ.) όλονο, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [1005]· γεν. πληθ. ’λωνών, Αλεξ. 1106· ολουνών, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 168r, Σανκταμαύρας, Πράξ. Αποστόλ. 1859· ολών, Ασσίζ. 166, Χρον. Μορ. H 230, 418· ολωνώ, Πανώρ. Β́ 442, Δ́ 78, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 546, 584, Β́ 214, Γ́ 203, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 2458· ολωνών, Σκλέντζα, Ποιήμ. 74, Γεωργηλ., Θαν. 196, Πεντ. Γέν. XVI 30 (δις), Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 122, Ά́ 130, Επιστ. Ηγουμ. 174, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 920, Β́ 299, 412, Ροδινός (Βαλ.) 81, 121, Μπερτόλδος 64· ολωνώνε, Χρον. σουλτ. 10429· αιτιατ. πληθ. (αρσ.) όλου, Κυπρ. ερωτ. 10815· ολουνούς, Διήγ. Αλ. G 271, Άλ. Κύπρ. 1267, Ιστ. Βλαχ. 1911, Μπερτολδίνος 125· ούλος, Ασσίζ. 10925, Συναξ. γαδ. 307, Ανακάλ. 41, 57, Παρασπ., Βάρν. C 323, Μαχ. 5225 Βουστρ. 415, 419, Κυπρ. ερωτ. 2416, 9042, 10629, 10919, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 556, Έ́ 100, 106, Πιστ. βοσκ. I 1, 51, Στάθ. (Martini) Γ́ 356, Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ́ 5, Λίμπον. 474, Μαρκάδ. 524, Τζάνε, Κρ. πόλ. 27912, 50721, κ.π.α.
    Το αρχ. επίθ. όλος. Οι γεν. πληθ. ολουνών και ολών και η αιτιατ. πληθ. ολουνούς, καθώς και ολωνούς στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Η γεν. πληθ. ολωνών και σήμ. Για την αιτιατ. πληθ. όλου βλ. Siapkaras - Pitsillides [Κυπρ. ερωτ. σ. 257] και Μενάρδος, Αθ. 8, 1985, 439, καθώς και Σακ., Κυπρ. Β́ ξά́. Ο τ. ούλος, για τον οποίο βλ. Kahane, BZ 66, 1973, 24 και σήμ. ιδιωμ. (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ. 457, όπου και τ. ούλλdος, Παπαδ. Α., Λεξ. και Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ́ 180). Επίσης τ. ούλλος στην Κύπρο (Φαρμακ., Γλωσσάρ. 191) και ούλους στην Ήπειρο (Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Ά́ 281). Η λ. και σήμ.
    1) Ολόκληρος α) α1) (χωρίς άρθρο πριν από άναρθρο ουσ.): χέρι των μαρτύρων να είναι εις αυτόν εις την αρχή να τον θανατώσουν και χέρι ολονού λαού εις το υστερνό Πεντ. Δευτ. XVII 7· α2) (με προηγ. άρθρο): Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 319, Καλλίμ. 564· α3) (πριν ή ύστερα από έναρθρ. ουσ.): έτρεξεν ούλη η χώρα Βουστρ. 420 κριτ. υπ.· ούλη η Ρόδος Βουστρ. 419 κριτ. υπ.· ετρόμαξεν το νησίν ούλο Ανων., Ιστ. σημ. ρμά́· α4) (με επόμ. το επίρρ. ομάδι επιτ.): Τη θάλασσα περνά (ενν. η Περηφανειά), τη γη χωρίζει,| ’ς τσ’ ανθρώπους διαφορές και μάχες φέρνει| κι όλο τον κόσμο ομάδι αναμιγίζει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Χορ. β́ 511· πλήσο εβγήκαν| σκούληκες αγριότατοι που κατοικούν στον Άδη| και εφάγασί μου την καρδιάν και όλην την σάρκα ομάδι Τζάνε, Κατάν. 22· α5) (με επανάληψη του άρθρου): ίνα ...ολοαρμάτωτος ευρίσκωμαι προς ούς γνωρίσω ότι επιβουλεύονται την βασιλείαν υμών, αλλά και υπέρ της όλης της υμετέρας <χώρας> Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 429· β) β1) (προκ. για πρόσ.) που αφορά όλη του την υπόσταση: δούλη σου όλη γέγονα, να μην το απιστήσεις Διγ. Z 242· Ο πατήρ του ως ήκουσεν τον ερχομόν ετούτου (ενν. του Ακρίτη),| όλος εγένετο χαράς, ευθύς καβαλικεύει Διγ. Z 2149· Με την αγάπη καίγομαι κι όλος αναλαμπαίνω| και με το φόβο τον πολύ σα χιόνι αποκρυγιαίνω Πανώρ. Ά́ 199· β2) (εδώ προκ. για ποταμό): ο ποταμός κοκκίνησε κι έγινεν όλος αίμα| και τ’ άθλια τα σώματα κάτω σέρνε το ρεύμα Κορων., Μπούας 38. 2) (Επιρρ. πριν από επίθ. ως επιτ. της σημασίας του) πολύ: Η Βασίλισσα είναι όλη εύσπλαγχνος και επιθυμεί να σε ιδεί Μπερτόλδος 23· φίλον ...| έγκαλον, όλον πρόθυμον, πολλά ηγαπημένον Σαχλ. Β′ (Wagn.) P 90· άνθρωπον όλον γέροντα την τρίχαν και την όψιν Λίβ. Esc. 1099. 3) (Στον πληθ., για πλήθος προσώπων ή πραγμάτων) όλοι α) (πριν από έναρθρ. ουσ.): Των αρετώ τα ’πωρικά πάντά ’ναι μυρισμένα| κι όλοι οι ανθρώποι τα ’χουσι πολλά πεθυμισμένα Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 42· Στη δούλεψη κι εις τσι καημούς μικρή περίσσα εμπήκα| τσ’ αγάπης, κι όλα τα κακά κι οι παιδωμές μ’ ευρήκα Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 16· β) (μετά το έναρθρ. ουσ.): να έλθουσιν οι ιερείς όλοι από την χώραν Ιμπ. 689· γ) (με επόμ. το επίρρ. ομάδι επιτ.) όλοι μαζί: Κορμιά που γεννηθήκατε σήμερο όλα ομάδι| κι όλ’ αποθάνετε μαζί Ιντ. κρ. θεάτρ. Γ́ 89· όλες ομάδι τσι τιμές και δούλεψες ξεφεύγω Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 19· Τα πράματα όλα ομάδι όλου του κόσμου (παραλ. 2 στ.) όσα εγενήκα κι όσα γεννηθούσι (παραλ. 1 στ.) τα ’δα και βλέπω πού και τι ποθούσι Ροδολ. (Αποσκ.) Πρόλ. Μελ. 65· στολίσου| τα ρούχα τα βασιλικά για να σε προσκυνήσου| οι στρατηγοί κι η χώρα μας κι όλα τα έθνη ομάδι Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 185· δ) (με προηγ. το άρθρο): μετά το ερωτηθήναι οι όλοι μάρτυρες, αναγινώσκονται αι μαρτυρίαι όλαι παρρησίᾳ των δύο μερών Ελλην. νόμ. 57530· ε) (μετά το ουσ. με επανάληψη του άρθρου): τα μικρά στρουθόπουλα τα όλα να μισεύουν Πουλολ. (Τσαβαρή)2 374. 4) (Στον πληθ. ως ουσ.) όλοι οι άνθρωποι, σύνολο ατόμων ή πραγμάτων α) (έναρθρ.): να ποίσετε ομόνοιαν εις μιαν καρδιάν οι όλοι Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 451· Οι πάντες τον ζηλεύουσιν, οι όλοι τον τιμούσιν Σπαν. O 160· β) (χωρίς άρθρο): μέσα σ’ όλους ήλαμπεν (ενν. ο Ρωτόκριτος) ωσάν τση μέρας τ’ άστρο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 520· τ’ αμμάτι και το πρόσωπον όλα τα φανερώνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 1956· γ) (με τους εγκλιτικούς τύπους της προσωπικής αντων. μας, σας, τους, τως): ν’ αφήσομε τσι τόπους μας, τα σπίτια, τα παιδιά μας| κι έτσι μακριά να φέρομε όλοι μας τα κορμιά μας Ερωφ. Ιντ. δ́ 8· Περίσσια είχα πεθυμιά, κοράσια μ’ ακριβά μου,| να σασε δούσιν όλες σας τ’ αμμάτια τα δικά μου Ερωφ. Ιντ. ά́ 128· εσπουδάζουν όλοι τως να ’χουσι πάσα μέρα| χιλιώ λογιώ ξεφάντωσες στη νιότη κι εις τα γέρα Πανώρ. Πρόλ. 23· δ) (με επόμ. τα επιρρ. αντάμα και ομάδι επιτ.) όλοι μαζί: παραύτα ούλοι αντάμα έναν στόμαν εβάλαν φωνήν: «Ζει ο ρε Πιερ!» Μαχ. 45632·· ανέν κι ετούτ’ η γεγλογή σάς άρεσε, όλοι ομάδι| κάμετε να το γνώσομε με τίβοτας σημάδι Πανώρ. Έ́ 421· όλοι ομάδι συχνιά τον ουρανόν ευχαριστούσα Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 480· ε) (με επόμ. γεν. ουσ. προκ. να δηλωθεί το σύνολο από αυτό που δηλώνει το ουσ.): ούλοι του φουσσάτου επήγαν εις την Αμόχουστον Μαχ. 51623. Το θηλ. στη γεν. εν., επιρρ. =συνεχώς: συ εί παιδίον παίζον, όλης παίζον και χάνον τας ημέρα[ς] σου, μεταμέλεσαι ύστερον Sprachlehre 91. Το ουδ. ως ουσ. = 1) α) Το σύνολο: το όλον του προσώπου της ανάλογον να κείται Λίβ. N 2134· έδωσα εσάς το όλ.ο Πεντ. Γέν. IX 3· (σε αιτιατ. της αναφοράς): την αξιοπρεπέστατην την Κωνσταντίνου πόλιν (παραλ. 2 στ.) Ανατολής το καύκημα και των Ρωμαίων η δόξα,| τό είδεν και τό έλαβεν πολέμους αριθμήτους| και τυραννίσματα πολλά, αρίθμητα το όλον Θρ. Κων/π. (Mich.) 62· β) (στον πληθ. επιτ. με προηγ. την αντων. πάντα): εκείνος οπού είδε τα πάντα όλα Σουμμ., Ρεμπελ. 168· κλέφτει το και χώνει το μέσα σε μιαν σακκούλα,| εγάπαν το και πρόσεχε παρά τα πάντα ούλα Χούμνου, Κοσμογ. 1498· γ) (χωρίς άρθρο): έδωσεν αυτουνού δέκατο από όλο Πεντ. Γέν. XIV 20· Όταν πρησθεί όλον του σώματος Σταφ., Ιατροσ. 371· να μην απεθάνει από όλο των παιδιών του Ισραέλ τίπετα Πεντ. ΄Εξ. IX 4· εδώ θέλετε ακούσει την ζωήν ενός απλού, ειπές πούρου μπαλόρδου, αν δεν είναι εις όλον, το ολιγότερον εις μέρος Μπερτολδίνος 91· (εδώ για σύνολο υπαρχόντων, περιουσίας): εσύ υπηγαίνεις εις το σπίτι της νύφης και με τον καιρόν θέλεις γένει κληρονόμος εις όλον και θέλεις τιμάσαι από όλους σαν άρχοντας Μπερτόλδος 62. 2) Ο αντικειμενικός σκοπός, το σπουδαιότερο πράγμα, το παν: το δέ όλον ήτονε ίνα διώξῃ παντελώς εκείθεν τους Σιναΐτας Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 220. Εκφρ. 1) Διά όλων =ολοκληρωτικά: δοξάζω σε, Θεέ και ποιητά των όλων,| ότι ενικήθη απ’ εμού εχθρός μου διά όλων Κορων., Μπούας 132. 2) Δι’ όλης νυκτός και ημέρας =συνεχώς, ασταμάτητα: δι’ όλης νυκτός και ημέρας πολεμίζων το κάστρον ουκ αφίστατο (ενν. ο Καντακουζηνός) Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 90. 3) Μεθ’ όλης της καρδίας =«με όλη μου την καρδιά»: τον εμαυτόν μου δίδω τον μεθ’ όλης της καρδίας| και ως άδικον και αλλότριον όρισε με φονεύσουν Αχιλλ. N 852· πβ. και ά. καρδία 10. 4) Με προηγ. την πρόθ. με (μ’) και στις εκφρ. με (μ’) όλ(α) αυτά ή αυτείνα, κείνα, τούτα, με (μ’) όλον εκείνο ή (ε)τούτο(ν), απού, (ο)πού, τούτο οπού, τούτον όλον, τούτο όλον οπού, ούλο ετούτο· βλ. και ά. μετά 19: ιμπορτάρησεν υπέρπυρα σαράντα δύο, μ’ ούλο ετούτο ο λεγόμενος Στράτης, διά να ’ναι πάλι κοντέντος, του τα απόσωσεν έως υπέρπυρα εβδομήντα Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 84626. 5) Όλον καιρόν =συνέχεια: Κάμποι, που πρασινίζετε| ολον καιρόν με τα νερά,| ραχίδια, δέντρη τρυφερά,| νερά που τα δροσιζετε Κυπρ. ερωτ. 1252. 6) Όλος εξ ολοκλήρου =(επιτ.) όλος μαζί, ολόκληρος: Οδοντοτύραννος εκεί θηρίον εφιζάνει,| λίαν πολύ το μέγεθος, ώστε πιείν ακόπως| ελέφαντα τον ισχυρόν όλον εξ ολοκλήρου Βίος Αλ. 4844. 7) Ούλοι οι περίτου =οι περισσότεροι (Για τη σημασ. βλ. Dawkins [Μαχ. Β́ σ. 261]): ελευθερώθησαν πολλοί ούλοι οι περίτου και εσυνπιάσαν πολλύν λογάριν Μαχ. 19622. 8) Σ’ όλον το ύστερον =τελικά: εβάλαν τα κοράσια τους διά να φυλαχθούσιν,| με τα παλληκαράκια τους διά να μην σκλαβωθούσιν,| αμμέ σ’ όλον το ύστερον φοβούμαι μην τα πάρουν| οι Τούρκοι εις τας χείρας τους και να τα τραπατσάρουν Θρ. Κύπρ. M 287. 9) (Το) όλο ος =όλα (όσα): εσείς είδιετε το όλο ος έκαμεν ο Κύριος Πεντ. Δευτ. XXIX 1· η πείνα ήτον ιπί όλα τα πρόσωπα της ηγής και άνοιξεν ο Ιωσέφ το όλο ος εις αυτουνούς και επούλησεν της Αίγυφτος Πεντ. Γέν. XLI 56· σαν όλο ος επαράγγειλεν ο Κύριος τον Μωσέ, έτσι έκαμαν τα παιδιά του Ισραέλ Πεντ. Αρ. IX 5· απέ το χτήνο το καθάριο και απέ το χτήνο ος δεν είναι καθάριο και απέ το απετούμενο και όλο ος σερπετεύγει ιπί την ηγή Πεντ. Γέν. VII 8· απέστειλαν αυτόν και τη γεναίκα του και όλο ος αυτουνού Πεντ. Γέν. XII 20.
       
  • οπίσω,  
    επίρρ., Ασσίζ. 11519, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 205, Πόλ. Τρωάδ. 769, Χρον. Μορ. H 817, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 104, Απολλών. (Wagn.) 500, Αχιλλ. L 317, Ιμπ. 204, Χρον. Τόκκων 2110, Φαλιέρ., Ιστ.2 390, Μαχ. 223, Θησ. Β΄ [65], Ch. pop. 701, Χούμνου, Κοσμογ. 1107, Διήγ. Αλ. V 2, Απόκοπ.2 154, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 100, 108, 113, Πικατ. 49, Διήγ. Αλ. G 270, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 6v, Θυσ.2 363, Κυπρ. ερωτ. 8632, Πανώρ. Β΄ 234, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 210, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1652, Στάθ. (Martini) Β΄ 128, Ροδολ. (Αποσκ.) Ε΄ 390, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [234], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 268, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 118, Λεηλ. Παροικ. 57, Πτωχολ. B 275, Τζάνε, Κρ. πόλ. 3156, κ.π.α.· απίσω, Μπερτολδίνος 93, 164· επίσω, Σπαν. (Μαυρ.) P 388· οπίσου, Παρασπ., Βάρν. C 394, Πεντ. Γέν. XXXI 23, XLIX 17, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 38v, 69r· ουπίσω, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Δ΄ [133]· πίσω, Σπαν. (Μαυρ.) P 97, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 270, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 257v, Αλφ. (Mor.) IV 44, Παλαμήδ., Βοηβ. 192, 314, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 58· τάπισα, Ασσίζ. 724, 531, 5930, 1941, 2024, 21824, 40620‑21, Μαχ. 69, 1810, 2627, 528, 9412, 11631, 12833, 1907, 33624, 42426, 55221, 60621, 6804, Βουστρ. 448, 455, 500, Άνθ. χαρ. 2905, 29612, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 74, 75, 83, 135, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.) 238, κ.π.α.· ταπίσα, Βουστρ. 490, 534· ταπισά, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 101, Κυπρ. ερωτ. 9242, 12926· τάπισον, Βουστρ. 428· ταπίσον, Βουστρ. 431, 501, 504· ταπισόν, Άνθ. χαρ. 2961, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 99, Κυπρ. ερωτ. 9463· ταπισόντα, Κυπρ. ερωτ. 847· ταπίσω, Ανων., Ιστ. σημ. ρμα΄.
    Το αρχ. επίρρ. οπίσω. Ο τ. επίσω, που απ. σε έγγρ. του 15. αι. (Lefort, Documents 174), πιθ. με επίδρ. του επιρρ. εμπρός. Για τον τ. οπίσου βλ. Χατζιδ., Αθ. 24, 1912, 45. Ο τ. πίσω στο Meursius και σημ. Οι τ. τάπισα κε. από συνεκφ. με το άρθρο τα. Η λ., καθώς και οι τ. οπίσου, τάπισα, ταπίσα και ταπισόν, και σήμ. σε ιδιώμ., όπου και άλλοι τ. (Παπαδ. Α., Λεξ. στη λ., Κωστ., Λεξ. τσακων. Γ΄ 59, λ. πίσω, Σακ., Κυπρ. Β΄ 818, λ. τ’ άπισα και Φαρμακ., Γλωσσάρ. 436, λ. ταπίσα).
    Α´ Επίρρ. 1) (Τοπ.) α) Πίσω (το αντίθ. του εμπρός): Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 483· Αχιλλ. (Smith) O 457· (με την πρόθ. εις): έχωσεν (ενν. η ρήγαινα) οπίσω εις τες άρτζες τον σιρ Φρασέσκην Μαχ. 54811· β) (προκ. για δήλωση επιστροφής) προς τα πίσω, προς το σημείο αφετηρίας: Αχιλλ. (Smith) O 210· (μεταφ.): οπίσω α θέλω να συρθώ, η πεθυμιά μ’ αμπώθει| σ’ εκείνο που ο λογαριασμός κι η γνώση πλιο δε γνώθει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 293· όντε μέλλει| το πράμα, δύσκολα κιανείς μπορά να στρέψει οπίσω Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 197· το σφάλμα σα γενεί κι οπίσω δε γυρίζει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 101· (εδώ προκ. για επιστροφή στην πατρίδα): ξένε μου πού ευρίσκεσαι, ξένε πού παραδέρνεις;| την μάννα σου αλησμόνησες και τα γλυκά σου αδέλφια| και δεν θυμάσαι καν ποσώς οπίσω να γυρίσεις; Περί ξεν. A 315· (με τις προθ. εις και προς): Έκαψαν, εκατέλυσαν, ερήμαξαν τον τόπον| και απαυτού εστράφηκαν εις τα Ιωάννινα οπίσω Χρον. Τόκκων 2367· τον έστειλαν (ενν. το γέρο) οπίσω| εις τον τόπον του Πτωχολ. B 412· Στραφείς δ’ οπίσω προς αυτήν (ενν. την κόρη) και το κελλίν ανοίξας Καλλίμ. 642· γ) (προκ. για δήλωση κατεύθυνσης) προς τα πίσω: οπίσω εστοχάζετον διά την ποθητήν του Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 485· (εδώ προκ. να δηλωθεί το στρέψιμο του κεφαλιού): εσκέπασαν την ασκημιά του πατρός τους και τα πρόσωπά τους οπίσω και την ασκημιά του πατρός τους δεν είδαν Πεντ. Γέν. IX 23· δ) (με την πρόθ. από + αιτιατ). μακριά από· (εδώ μεταφ.): όλοι να συγκλίνομεν στον άγιον τον πάπαν, (παραλ. 1 στ.), τινάς οπίσω μη συρθεί από τον ορισμόν του Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Wagn.) 802. 2) Το πίσω μέρος πράγματος ή ζώου: το ιππάριν του ήτον αρματωμένον| κουβέρταν χρυσοπράσινην έμπροσθεν και οπίσω Φλώρ. 535· (προκ. για το ανθρώπινο σώμα): δε βλέπεις μηδέ ακούγεις| οντέ μαλώνεις, μα όποιο βρεις ομπρός και οπίσω κρούγεις; Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 184· οπίσω τα μαλλιά μου| ’ν’ σκορπιστά ’ς τσι νώμους μου Πανώρ. Πρόλ. 10· (με την πρόθ. εις): πρασινορόδινος αετός στην σέλλαν ήτον πίσω,| ζωγραφισμένος ήτονε με καθαρόν χρυσάφι Διγ. Z 308· ήλθε σύντομα τούτη η χωριατοπούλα| οπού είχε χίλιες βουκεντρές οπίσω εις την καπούλα Σαχλ., Αφήγ. 697· (υβριστ.) στα οπίσθια: γυναίκα κακορίζικε, …,| οπού είσαι οπίσω ανοικτή και από ’προσθεν σκισμένη Συναξ. γυν. 128. 3) (Προκ. για βιβλίο) παραπάνω, προηγουμένως (Η σημασ. στο Lampe, Lex., στη λ. 2): επί της βασιλείας αυτού έγιναν αυτοί οι πατριάρχαι οπού εγράψαμεν οπίσω τα ονόματα αυτών Ιστ. πατρ. 12618· Ήδη εσύ ήκουσες καλα —οπίσω σε το γράφω—| το πώς είχεν τα Βομπλιανά μαχαίριν της η Άρτα Χρον. Τόκκων 2677· Ως γιόν σας εξηγήθηκα οπίσω την αγάπην τήν είχεν ο ρήγας με την ρήγαιναν Μαχ. 2227· (με την πρόθ. εις): Καθώς σε το αφηγήσαμουν οπίσω εις το βιβλίον| ότι τον εσυμπάθησεν ο πρίγκιπας ατός του Χρον. Μορ. P 6249. 4) (Με τα ρ. γιαγέρνω, γυρίζω, δίνω, παίρνω, στρέφω προκ. να δηλωθεί η επιστροφή ενός πράγματος): Ετούτα τα κανίσκια του πρέπει να τα κρατήσω;| γή, ογιά τιμή, τυχαίνει μου να τα γιαγείρω οπίσω; Ροδολ. (Αποσκ.) Γ΄ 540· γυρίζει σου απίσω τα αυτία του (ενν. του γαΐδάρου) Μπερτολδίνος 162· Περί αφηλίκων … είτι πουλήσει άνευ γνώμης του επιτρόπου, ύστερον το επαίρνει οπίσω Βακτ. αρχιερ. (κώδ. 1373, ΕΒΕ) 135· (εδώ προκ. για πόλη ή κάστρο): έστερξαν με τοιούτο, ότι να τουσε δώσει (ενν. ο Μουσταφάς) την Καλλίπολη οπίσω, οπού την είχανε παρμένη οι Τούρκοι πρωτύτερα πολύν καιρό Χρον. σουλτ. 5717· με το καλόν, με την τιμήν, στρέψε το κάστρο οπίσω| και θέλεις έχει ευεργεσίαν Χρον. Μορ. P 8425. 5) (Χρον.) α) ύστερα, κατόπιν, εν συνεχείᾳ· στο μέλλον: τα εξοδίασεν όλα του τα πράγματα εις φαν και πγειν … και τάπισα αγκρίζεται με την αμαρτωλήν και ζητά να του στρέψει τό εξοδίασεν διά λόγου της Ασσίζ. 1639· τάπισα επήγαν εις την Λευκωσίαν και επήραν την από σπαθίου Ανων., Ιστ. σημ. ρμα΄· Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 506· β) (με την πρόθ. εις + αιτιατ.) ύστερα από: οπίσω εις πολλές πλημμελείες ο πάπας και οι γαρδενάληδες εμπήκαν μεσόν τους οτόσα, ότι εμπάσαν τους κατά τον πρώτον σασμόν Μαχ. 11434· γ) στο τέλος, τελευταία: Ανάθεμα το ριζικό στά φύλαγεν οπίσω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 988· ει δ’ ένι οπίσω τα καλά εν τῳ τέλει του βίου,| όλα καλά υπάρχουσι και μυριοευλογημένα Βέλθ. 1346· δ) στο παρελθόν: να πάψω θέλω παντελώς τα περασμένα πίσω Θησ. Πρόλ. [134]. 6) (Με προηγ. το σύνδ. και προκ. να δηλωθεί αντίθεση) κι ύστερα· κι απ’ την άλλη: ένι (ενν. η κάμηλος) το περίτου λουξουριούζικον κτηνόν τό έχει στον κόσμον, εις λογήν ότι ήθελεν πάγει καλά εκατόν μίλια οπίσω μιας καμήλας διά να την έχει και τάπισα έχει τόσην απομονήν και τεμπεράντσα απάνω του, ότι εστόντα με την μάναν του ού με τες αδερφάδες του δεν τις εγγίζει ποττέ σαρκικά Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 135. Εκφρ. 1) Απώδε και οπίσω, βλ. απώδε Β΄ 2. 2) Εμπρός οπίσω, βλ. εμπρός 2. Φρ. 1) Αφήνω κάπ. οπίσω = ξεφεύγει κάπ. απ’ την αντίληψή μου: οπίσω τον αφήκα| τση νύκτας τον τραγουδιστή που ’θελα να κατέχω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 494. 2) Γυρίζω οπίσω = αναβάλλω· μετανιώνω: θα κάμεις ταραχή, σα σου το ’μολογήσω,| κι όντα βαλθώ να σου το πω, πάντα γυρίζω οπίσω Θυσ.2 134· κι ας ήτο μπορετό να δεις εις τ’ όνειρό σου| σ’ είντα γκρεμό, σ’ είντα βυθό σε πάει το ριζικό σου,| κι αν τύχει να φοβήθηκες κι οπίσω να γυρίσεις| και τη δουλειάν οπού ’ρχισες ακάμωτη ν’ αφήσεις! Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 153. 3) Επαίρνω οπίσω, βλ. επαίρνω 1α φρ. 4) Πηγαίνω ή στρέφομαι (ο)πίσω = οπισθοχωρώ: άρχισαν (ενν. οι Τούρκοι) τα φευγεία,| να πάνε πίσω δεν μπορούν, εμπρός δεν τους αφήνει (ενν. ο Μιχαήλ) Παλαμήδ., Βοηβ. 289· ημείς να γένομεν δειλοί οπίσω να στραφούμεν; Σταυριν. 159. 5) Ποιώ στρέμμα οπίσω = επιστρέφω: ορίζει ο πρίγκηπας τον πρωτοστράτοράν του,| τα σαλπίγγια να δώσουσιν να ποίσουν στρέμμα οπίσω Χρον. Μορ. P 9130. 6) Στρέφω κάπ. οπίσω = αναγκάζω κάπ. να υποχωρήσει, τρέπω κάπ. σε φυγή: εκ το πλήθος των Ρωμαίων όπου έδραμαν στους Φράγκους,| δεύτερον τους εκρότησαν κι οπίσω τούς εστρέψαν Χρον. Μορ. P 5389. Β´ (Σε θέση πρόθ.) 1) (Τοπ.) α) (με γεν. ή αιτιατ. ονόμ. ή προσωπικής αντων.) πίσω από κάπ. ή κ.: οπίσω τούς λας των αρμάτων ήτον η ρήγαινα Μαχ. 41427· απέδω μου και απέκει μου και οπίσω μου και ομπρός μου| είχα τους αδιάκριτους, τους ερωτοδημίους Λίβ. (Lamb.) N 225· οπίσω του αμαξίου να έχει έναν ασκοφύσιν Μαχ. 57229· (εδώ μεταφ.): κριτήρια και αναστεναγμοί οπίσω σου και ομπρός σου, Χούμνου, Κοσμογ. 104· οι γειτόνοι ουδέν τον είδασιν εβγαίνοντα απέ το σπίτιν εκείνου, αμμέ ήκουσαν της φωνής οπίσω του κλέπτη Ασσίζ. 19018· (εδώ προκ. να δηλωθεί το στρέψιμο του κεφαλιού): εστράφηκεν οπίσω της, σφακέλωμαν εποίκεν Καλλίμ. 1165· οι εχθροί εφεύγασι, οπίσω τους εβλέπαν Στ. Βοεβ. 20· (μεταφ.) (1) κρυφά από κάπ., εν αγνοίᾳ του: ομπρός και οπίσω τως πάντα τσι ξατιμώνου (ενν. οι κοπέλες τους άντρες)| και χίλιες μύριες εντροπές και βούλες τσι κουκλώνου Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 397· (2) κατά την απουσία κάπ.: ειδέ και φανεί αναίτιος ο κατηγορηθείς, είτε ομπρός είτε οπίσω του κατηγόρου, ήγουν παρόντος και απόντος, να μηδέν εμποδίζεται η χειροτονία Μαλαξός, Νομοκ. 76· εμπρός μου και οπίσω μου όλοι με επαινάτε Ιστ. Βλαχ. 810· φρ. αφήνω κ. οπίσω μου = αγνοώ κ.: Της σάρκας τα πλανέματα οπίσω μου τ’ αφήνω Θυσ.2 731· β) (με γεν. ονόμ. ή προσωπικής αντων. προκ. να δηλωθεί συνοδεία ή ακολουθία): Φαρίν εκαβαλλίκευγεν …| και οπίσω του ακολούθει του σκυλίν με το λητάριν Λίβ. Esc. 3566· έτρεξαν (ενν. τα σκυλία) οπίσω του λαγού Μπερτόλδος 54· Εφεύγαν όλος ο λαός κι οι Τούρκοι τούς ζύγωναν| οπίσω τους κι ετρέχασιν και τους κατασκοτώναν Τζάνε, Κρ. πόλ. 23710· (εδώ μεταφ.): ποιος εκ τσ’ αθρώπους τσι μικρούς να ελπίζει πλιο τυχαίνει| σε δόξες, πλούτη και τιμές κι οπίσω τως να πηαίνει; Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 130. 2) (Χρον.) (με γεν. ονόμ. ή προσωπικής αντων. προκ. να δηλωθεί χρονική ακολουθία): Το καλοκαίρι ογλήγορα … διαβαίνει| κι οπίσω του … κρυγιός χειμώνας μπαίνει Πανώρ. Γ΄ 138· εκτίσαν οι ρηγάδες και οι άρχοντες ν-εις οπίσω του άλλου εκκλησίες Μαχ. 2628· μετά το θάνατο κάπ.: ο ζωντανός τάπισα του τεθνεώτος εντέχεται εκείνην την δωρεάν να την λάβει Ασσίζ. 15718‑19· οι πλείστοι άνθρωποι έναι πολλά δοσμένοι| εις φαγητά και εις ποτά κι εις αμέλειαν δοσμένοι| και φήμην δεν εβλέπουσι οπίσω τως ν’ αφήσουν Κορων., Μπούας 41. 3) (Με γεν. ονόμ. προκ. για κίνηση απομάκρυνσης) από: τα ομμάτια της ου στρέφονται οπίσω της θαλάσσης·| πότε να ιδεί μονόξυλον να στρέφεται εκ την νήσον; Πόλ. Τρωάδ. 313. 4) (Με γεν. ονόμ.) εκτός, πέρα από: οπίσω του Χριστού άλλην ουκ έχω ελπίδα Σκλέντζα, Ποιήμ. 768. Γ´ (Με άρθρο ως επίθ.) 1) (Τοπ. προκ. για δήλωση επιστροφής) προς τα πίσω: θωρεί τον ήλιον και πα να βασιλέψει| και αυτός τα πίσω βιάζεται, βούλεται να τον στρέψει Γεωργηλ., Θαν. 399· (με γεν. προσωπικής αντων.): καλόγερον ή καλογραίαν αν βρείτε στην οδόν σας,| διαγείρετε τα πίσω σας, διατί καλόν ουκ ένι Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 1296· (με προηγ. την πρόθ. εις): απαυτού εγύρισάμε εις τα οπίσου και ήλθαμε πάλιν εις την Λαύραν Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 38r. 2) (Με προηγ. την πρόθ. εις) στο πίσω μέρος του σώματος: Ιανουάριος άνδρας και αυτός τάχα μεσοκαιρίτης| ως πεζοδρόμος φαίνεται σφικτά διεζωσμένος| στα πίσω εις την ζώνην του πηγμένες οι ποδές του Ημερολ. 49. 3) (Χρον.) α) προηγούμενος, περασμένος: για να σ’ αναθυμήσω| το τι με μέναν έποικες εις τον καιρόν τον πίσω Θησ. Πρόλ. [120]· (με το άρθρο τα) τα περασμένα, το παρελθόν: σα γρα και φρόνιμη όλα τα πίσω εθώρει| και να γελάσει, να χαρεί σε τούτα δεν ημπόρει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 121· β) μελλοντικός· (εδώ) στερνός, τελευταίος: ποιο θάρρος έχω, ποια δροσά στα γέρα μου τα πίσω; Θυσ.2 384· (με το άρθρο τα) το μέλλον: Άμα θεοί το θέλουσι δεν έχω τι να ποίσω·| αυτείνοι γαρ προβλέπουσι τα μπρος και τα οπίσω Αλεξ. 178· (με προηγ. την πρόθ. εις) στο μέλλον: εάν νυν ο Ζευς ο μέγας| ουκ ετέλεσε τους όρκους,| εις τ’ ουπίσω τελειώσει Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Δ΄ [133]. Εκφρ. τα πίσω κώλοι = με τα οπίσθια: εις το να ντριμωθώ εις την κάμαράν σου, εμπήκα τα πίσω κώλοι Μπερτόλδος 47. Φρ. Γυρίζω, πηγαίνω, στρέφομαι, τρέχω (σ)τα πίσω (μου) = οπισθοχωρώ: είτις δειλιάσει και στραφεί, τα πίσω του γυρίσει,| αν είναι υιός του άνακτος, εγώ να τον φονεύσω Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 272· αρχίσασιν του Μιχάλη φουσσάτα| τα πίσω να παγαίνουσιν Παλαμήδ., Βοηβ. 596· δεν δυνόμεσθεν πλέο να πολεμούμεν,| αλλά ’ναι χρειαζόμενον στα πίσω να στραφούμεν Αχέλ. 2323· έβαλαν (ενν. οι χριστιανοί) τόσην δύναμιν και ανδρείαν, που τους κάμαν (ενν. τους Κουρκούτηδες)| πλέα παρ’ όταν ήλθασιν γοργά τα πίσω δράμαν Αχέλ. 606. — Πβ. αποπίσω, εξοπίσω και παραπίσω.
       
  • οσπίτιον  
    το, Λίβ. P 2721, Notizb. 15067, Rechenb. 61 Βησσ., Επιστ. 285, Σφρ., Χρον. (Maisano) 3820, Byz. Kleinchron. A΄ 829, 2066, Διήγ. Αγ. Σοφ. 15416, Ιστ. πατρ. 8212, Δωρ. Μον. (Hopf) 239, Διγ. Άνδρ. 33914, 4028, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 7232, Hagia Sophia ω 51214, 5146, κ.α.· εσπίτιν, Ασσίζ. 1010, 10829, 23329, 2435, Μαχ. 38611, 61014, κ.α.· ισπίτι, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1640, 2280· ισπίτιν, Διάλ. Ευθυμ. 131β400, 401 κριτ. υπ., Λίβ. Esc. 224, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1647, 3135, Απαρν. 14· οσπίτι, Χρον. Μορ. H 1419, 2060, 6039, Χρον. Μορ. P 2922, 5663, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 11913, Ιστ. πατρ. 13713, Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 124, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 38v, 82v, κ.α.· οσπίτι(ν), Αχιλλ. N 657, Χρον. Τόκκων 302 (γεν. εν. οσπίτι), μετά στ. 640, 642, 2797, 2801, Επιστ. Μωάμ. 674, Αρμούρ. (Αλεξ. Στ.) 177, Δωρ. Μον. XXIX, Βακτ. αρχιερ. 162· οσπίτιν, Σπαν. (Ζώρ.) V 337, 505, Προδρ. (Eideneier) I 28, 75,152, II 42 χφ Η κριτ. υπ., Διάλ. Ευθυμ. 131β400, 401, 404, Ελλην. νόμ. 52914, Ασσίζ. 39416, 47322, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 127, Πτωχολ. α 550, κ.α.· οσπίτι(ο)ν, Σπανός (Eideneier) Α 183, D 1752, Πανάρ. 6924, Χειλά, Χρον. 351, Σφρ., Χρον. (Maisano) 1584, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 339r, Κώδ. Χρονογρ. 617, Χρον. σουλτ. 9224, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 5416, Lettres 1453 876, κ.α.· σπίτι, Βησσ., Επιστ. 262, Διγ. Z 3422, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 220, Απαρν. 16, Θησ. Β΄ [875], Χούμνου, Κοσμογ. 608, Αλεξ. 2268, Συναξ. γυν. 632, Κορων., Μπούας 48, Βεντράμ., Γυν. 142, Πεντ. Γέν. VIΙ 1, Έξ. I 21, Αρ. III 24, Δευτ. XIX 1, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 195v, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1049, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 7121, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 55, Μεταξά, Επιστ. 4733, 35, Στάθ. (Martini) Β΄ 97, Ιντ. α΄ 39, Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 100, Βακτ. αρχιερ. 140, Λίμπον. 486, Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 382, Διακρούσ. 7812, 11615, Τζάνε, Κρ. πόλ. 16315, 17914, 40822, Hagia Sophia v 54310, f 5858, κ.π.α.· σπίτι (ν), Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2602, Αχιλλ. L 1036, Χρον. Τόκκων 1310, Byz. Kleinchron. A΄ 21017, 5084, Βεντράμ., Φιλ. 341, Δωρ. Μον. (Hopf) 239, Σεβήρ., Διαθ. 192, κ.α.· σπίτιν, Προδρ. (Eideneier) III 273-72 χφφ ΡΚ κριτ. υπ., Ασσίζ. 64, 7320, 23221, 48129 (έκδ. ‑ις), Ιατροσ. 23162, 165, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 601, Σπανός (Eideneier) Α 28, Χρον. Μορ. P 5094, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 215, 217, Σαχλ., Αφήγ. 230, Απολλών. 483, Χρον. Τόκκων 1174, Μαχ. 18411, 36214, Θησ. Ζ΄ [353], Άσμα σεισμ. 24, Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 251, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 348 (πληθ. σπίδια), Πηγά, Χρυσοπ. 233 (6), Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 448, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 14v, Ροδολ. (Αποσκ.) Δ΄ 563, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 696, κ.π.α.· σπίτι(ο)ν, Σπαν. O 101, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 400, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 945, Εκλογής χειρόγρ. 24710, Αιτωλ., Βοηβ. 122, Ανων., Ιστ. σημ. ρμα΄, Σουμμ., Ρεμπελ. 16923, Βακτ. αρχιερ. 26· σπίτιον, Αρσ., Κόπ. διατρ. [747], Διγ. Άνδρ. 34722, 35716, 36014, Διαθ. Νίκωνος 226, Βακτ. αρχιερ. 159, 167, 170, Μπερτόλδος 8, 15.
    Από το λατ. hospitium. Ο τ. εσπίτιν και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 545 και 794, λ. σπίτιν). Ο τ. ισπίτι σε βυζ. παροιμ. (Πολ. Ν., Επετ. Παρνασσ. 2, 1898, 118) και σε έγγρ. του 16. αι. (Bakk.-v. Gem., Κρητολ. 6, 1973, 35) και ισπίτιν σε έγγρ. του 16. αι. (Bakk.-v. Gem., Κρητολ. 6, 1973, 53, Μανούσ., Μεσ. Ν. Ελλ. Δ΄, 1992, 19). Ο τ. οσπίτι σε έγγρ. (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 27, 1984, 372) και σε γράμμα (Κυρίλλ., Επιστ. 1413) του 17. αι. Ο τ. οσπίτιν σε παπυρ. του 6.-7. αι. (Kaps., Vorunters. 98 και Ανδρ., ΕΕΒΣ 14, 1938, 533) και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. οσπίτιν). Ο τ. οσπίτι(ο)ν στο Lampe, Lex., λ. οσπίτι(ον), οσπήτιον. Ο πληθ. σπίδια σε κυπρ. ποιήμ. (Παπαδ. Θ., Κυπρ. Σπ. 36, 1972, 10866, 41, 1977, 20553) όπου και άλλοι τ. της λ. Ο τ. σπίτι από τον 5. αι. (Τριαντ., Άπ. 1, 25 σημ. 1), τον 8.-9. αι. (Lampe, Lex., λ. σπίτι) και σήμ. Ο τ. σπίτι(ν) και σήμ. στη Ρόδο (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. σπίτι(ν)). Ο τ. σπίτιν στο Meursius (λ. σπήτιον) και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. οσπίτιν, Σακ., Κυπρ. Β΄ 545 και 794, λ. σπίτιν). Ο τ. σπίτιον στο Meursius, λ. σπήτιον. Πληθ. χωσπίτια σε επιστ. του 17. αι. (Μαυροειδής, Δωδώνη 7, 1978, 15079) και σπίθια σε ποιήμ. (Τραγ. Αληδ. 112, 217, 299, 364, 368, Κρ. δημ. τραγ. XVI). Διάφ. τ. της λ. σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. οσπίτιν, Ανδρ., Ελλην. 29, 1976, 232). Η λ. σε παπυρ. του 4.-5. αι., σε Σχόλ. και στη Σούδα (L‑S Suppl.)· βλ. και Lampe, Lex., λ. σπίτι και Τριαντ., Άπ. 1, 25 σημ. 1.
    1) α) Σπίτι, κατοικία κάθε είδους: τους βγάνουν απ’ τα σπίτια τους (ενν. οι Τούρκοι τους χριστιανούς) κι εκείνοι κατοικούσιν Διακρούσ. 10921· το τέτοιον και παράξενον του Έρωτος το σπίτιν Λίβ. Esc. 285· Πρεπό ’τονε να στρέψομε σπίτι συντροφιασμένες,| καθώς κι αποδεκεί ’μεστα κι οι δυο μας μισεμένες Πανώρ. Β΄ 423· (στον πληθ. αντί εν.): αν γεννήσει (ενν. η γυναίκα μου) παιδίν αρσενικόν και ζήσει και πανδρευθεί, αφήνω τα οσπίτια μου του υιού μου, εις το οποίον σπίτιν εγώ κατοικώ Διαθ. Ακοτ. 146· Ήξευρε, πατέρα, ότι ήμαθα και ήλεγες να εβγάλεις την νύφην σου από τα σπίτια της, α μου έρθει τίβοτας Γράμμα κρ. διαλ. 7· εκφρ. (1) έξω σπίτια, βλ. έξω 4β· (2) σπίτι ανοιχτό, βλ. ανοιχτός 1α1 εκφρ.· β) (συνεκδ.) πρόχειρο κατάλυμα, (εδώ) στρατιωτικό κατάλυμα: πριν τότε δε αυγερινού ’κ το σπίτι του εξέβη Κορων., Μπούας 60· εγώ ήλθα εις την ντέντα μου, εκείνη (ενν. η Μαξιμώ) δε πάλιν υπήγεν εις το οσπήτιόν της Διγ. Άνδρ. 3948. 2) (Στον εν. και τον πληθ.) παλάτι, αρχοντικό: μετ’ αυτόν επέζεψαν εις του ρηγός το σπίτι Χρον. Μορ. H 6434· τες νύκτες εβλέπαν τες πόρτες του σπιτίου τού κοντοστάβλη Μαχ. 37421· ο ρήγας επήγε ν’ αλλάξει τα φορήματά του εις τα σπίτια του σιρ Τεμένζ Πετρέ, πουρζέζης της Αμοχούστου Μαχ. 31213· έκφρ. οσπίτια της αφεντίας = παλάτι: όρισεν (ενν. ο μισίρ Ντζεφρές, ο μπάιλος του Μορέως) κι αππλικέψαν τον στης αφεντίας τα οσπίτια Χρον. Μορ. H 2317. 3) Κατάλυμα ζώου, φωλιά: εις ένα σπίτιν όμορφον να πα να κοιμηθούμε (ενν. ο λύκος και η αλουπού) Γαδ. διήγ. (Pochert) 15e· στρέφουνται (ενν. πάσα πτηνόν) ποιον στο σπίτιν ποιον στο δάσος Κυπρ. ερωτ. 1065. 4) Τμήμα σπιτιού α) δωμάτιο (Για τη σημασ. βλ. Dawkins [Μαχ. Β΄ σ. 92]): εφέραν μίαν μεγάλην σανία … γεμάτην μαργαριτάριν χοντρόν και πέτρες ατίμητες … και εχένωσεν εις την γωνίαν του σπιτίου Μαχ. 8218· β) υπνοδωμάτιο: το οσπίτιον δε τούτο, όπερ ανεπαύοντο οι βασιλείς, κείται κατά την αριστεράν πλευράν του ναού Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 224· γ) κεντρική αίθουσα θρόνου σε παλάτι: Ο Δάρειος εκάθισεν εις ένα θρονίν υψηλόν … Ήσαν στύλοι εις τες τέσσερεις κόχες του σπιτίου Διήγ. Αλ. G 2762· δ) βασιλικά διαμερίσματα: συνηθείας και τάξεως ούσης εις τα των βασιλέων οσπίτια ότι του πατρός οι κελιώται να χωρώσι και εις τα κελία των υιών αυτού Σφρ., Χρον. (Maisano) 348· ε) πάτωμα σπιτιού: γράψον τούς … ψαλμούς με το αίμαν του μαύρου πετεινού και χώσε το εις το σπίτιν να περιπατούν απάνω Σταφ., Ιατροσ. 23. 5) Οικογένεια, φαμελιά: είναι (ενν. οι πραγματευτάδες) άνθρωποι ξένοι … και τρέφουσι τα σπίτια τους με μόχθους και με κόπους Ιστ. Βλαχ. 2156· ο Ιωάννης να δίδει κάθα χρόνον … υπέρπυρα δώδεκα εις έξι οσπίτια καλών ανθρώπων Διαθ. Ακοτ. 147· Εξ εμού του γράψαντος Αλεξάνδρου του υιού σου,| να σ’ εύρει η γραφή καλά με όλους του σπιτιού σου Αλεξ. 2680· έκφρ. (άνθρωπος) του σπιτιού = αυτός που ανήκει στην υπηρεσία κάπ.: Ακόμη εδώσανε άλλα εκατό ρεάλια ενού ανθρώπου του σπιτιού τού άνωθεν πρεβεδούρου Σουμμ., Ρεμπελ. 16728· Γυναίκα είχε κάποιος κακόγνωμην στους τρόπους,| κι εμίσα του σπιτίου της τους άλλους τους ανθρώπους Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 932· είπεν ο Αβραάμ προς το σκλάβο του, πρωτόγερος του σπιτιού του οπού ’ξουσιάζει εις όλο ος αυτουνού Πεντ. Γέν. XXIV 2· εκφρ. (1) γέννημα του σπιτιού, βλ. γέννημα(ν) 1β· (2) σπίτι γονεού ή γονεών, σπίτι … πατρικόν = η οικογένεια στην οποία γεννιέται κάπ., η πατρική οικογένεια: σηκώσετε το λογαριασμό όλης της συναγωγής παιδιά του Ισραέλ από υιόν είκοσι χρόνος και απάνου εις σπίτι των γονεών τους Πεντ. Αρ. XXVI 2· μεγαλωσιάνος σπίτι γονεού τού Γερσονι Ελιασερ υιός τού Λαέλ Πεντ. Αρ. III 24· βουτάς … και τρώγεις την (ενν. την αθερίνα) ολώμην| ως έμαθες στο σπίτιν σου, πτωχή, εις το πατρικόν σου Πουλολ. (Τσαβαρή)2 349· (3) υιός του σπιτιού = οικογενής, αυτός που γεννήθηκε από γονείς στην υπηρεσία κάπ.: ιδού εμέν δεν έδωσες σπορά, και ιδού ο υιός του σπιτιού μου κλερονομάει εμέν Πεντ. Γέν. XV 3· (4) ψυχές του σπιτιού = υπηρέτες: επήρεν ο Εσαύ τις γεναίκες του και τους υιούς του και τις θεγατέρες του και όλες τις ψυχές του σπιτιού του και το ζωντόβολό του Πεντ. Γέν. XXXVI 6. 6) Το αφεντικό, ο κύριος του σπιτιού: τοιούτον άνθρωπον ακόμη| άλλο οσπίτι μη τον έχει Πτωχολ. α 281· ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Η ομορφιά με σκλάβωσε η τόση της κεράς σου| κι ήθελα να την ήκαμες …| δυο λόγια να μ’ αφουκραστεί, … (παραλ. 13 στ.) ΦΟΛΑΣ: Πού τό ’βρηκες το τόλαρο; ΠΕΤΡΟΥΤΣΟΣ: Λόγο να πω στο σπίτι| μου το ’δωσε ο Δάσκαλος, κι επιάσε με μεσίτη Στάθ. (Martini) Β΄ 193· έκφρ. κυρά του οσπιτίου, βλ. κυρά 6 έκφρ· 7) (Με τα επίθ. καλός, μεγάλος) επιφανής οικογένεια ή καταγωγή: ήτον (ενν. ο σερ Τζονάν Αρόνιος) απού καλόν σπίτιν, Κατελάνος, και ο ρήγας εποίκεν του πολλά καλά Βουστρ. 479· άλλοι είναι από τα Χανιά, από μεγάλο σπίτι·| και αρχόντισσες ευγενικές εις διακονιάν γυρίζουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 2336. 8) α) Βασιλικός «οίκος», δυναστεία: Ο δε μακαρίτης και αυθέντης μου ο βασιλεύς τι ουκ έπραξε κρυφίως και φανερώς προς βοήθειαν του οσπιτίου αυτού και των Χριστιανών ή της ζωής αυτού; Σφρ., Χρον. (Maisano) 14021· β) βασιλική «αυλή»: εν Κερκύρᾳ μετά της βασιλίσσης μείνω, άρχων του οσπιτίου αυτής Ψευδο-Σφρ. 5507· εγώ από τε του ελέους τού … Θεού, από τε της λύπης …, από τε της αταξίας πάντων των του οσπιτίου αυτού ανήκοος εγενόμην Σφρ., Χρον. (Maisano) 16824· γ) βασίλειο: επλήγωσεν ο Κύριος το Φαρώ πληγές μεγάλες και το σπίτι του ιπί αφορμή της Σαραί, γεναίκα του Αβράμ Πεντ. Γέν. XII 17· από της λύπης ήθελεν γενείν και ασθενέστερος και ολιγοχρονιότερος (ενν. ο αμιράς)· και μέσον τούτου ήθελεν αναρρωσθήναι και το οσπίτιον εκείνο Σφρ., Χρον. (Maisano) 1084. 9) α) Έθνος, φυλή: τα πρόβατα τα χαμένα του σπιτίου του Ισραήλ Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ματθ. ι΄ 6· ανήρ από το σπίτι του Ισραέλ Πεντ. Λευιτ. XVII 8· (εδώ προκ. για μια από τις 12 φυλές του Ισραήλ): εδιάβην ανήρ από το σπίτι του Λεβί και επήρεν τη θυγατέρα του Λεβί Πεντ. Έξ. II 1· β) (συνεκδ.) ο λαός, οι πολίτες ενός έθνους: έκραξαν το σπίτι του Ισραέλ το όνομά του Μαν Πεντ. Έξ. XVII 31· έκφρ. τα σπίτια τούς λας, βλ. λαός 3γ έκφρ. γ. 10) Πατρίδα: εστράφην εις το σπίτιν του, στων Αθηνών την χώρα Βεντράμ., Φιλ. 26· επίστρεψαν όλοι οι Ιουδαίοι εις τα σπίτια τους εις την Ιερουσαλήμ Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 212r. 11) Σπιτικό, νοικοκυριό: Ταύτα δε πάντα (αναφ. σε φαγητά) χρήζουσι κατ’ έτος εις το οσπίτιν| και πλούσιοι και πένητες … Προδρ. (Eideneier) II 73· Εγώ κρατώ το οσπίτιν σου και την υποταγήν σου Προδρ. (Eideneier) I 90. 12) Περιουσία: Ορίζει ο νόμος και η ασσίζα ότι ο αυθέντης ένι κρατημένος να πλερώσει όλα, και ας βλέπεται ο καθές καλά ποταπού ανθρώπου δίδει το εσπίτιν του Ασσίζ. 1601· ας βλέπεται καλά πάσα άνθρωπος ποταπού ανθρώπου παραδίδει την εμπαλίαν του εσπιτιού του Ασσίζ. 41117. 13) Κτήριο, οικοδόμημα, οίκημα: έλεγε (ενν. η γυναίκα που ταυτίζεται με την πατρίδα): «να βουλίζανε κι εις τ’ άκταφα να πάσι| τα σπίτια και το πέλαγος εμένα να σκεπάσει …» Τζάνε, Κρ. πόλ. 17811· την χώραν την αφάνισεν που κάτω που τον πάτο,| τα σπίτια και τα τείχη της έβαλεν άνω κάτω Παλαμήδ., Βοηβ. 198· έβαλε (ενν. ο ρε Λέουν) να πλερώννουν δέκατον το ρέντον τούς καβαλλάρηδες και παροίκους και ελευθέρους, και όλα τα σπίτια της Λευκωσίας, φούρνους, μύλους, λουτρά Μαχ. 60633. 14) α) Μοναστήρι: ημείς, αυθέντα, οι καλόγηροι, oπ’ ευρισκόμεσθεν εις αυτό το μοναστήριον, ήλθομεν να σε προσκυνήσομεν … να γλυτώσεις με την ευσπλαγχνίαν σου τούτο το σπίτι, όπου λέγεται και είναι οίκος Θεού Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 194· πάντες (ενν. οι μοναχοί) εσηκώθησαν, εφύγασιν αυτίκα,| ελπίζοντες ότι χαλά το σπίτιν να τους πνίξει Προδρ. (Eideneier) III 253 χφ Ρ κριτ. υπ.· β) οίκημα στη δικαιοδοσία μοναστηριού: Εάν γένηται ότι είς άνθρωπος κανονισμένος οπού ένι αρχηγός ή οικονόμος ή οριστής και διδοί, ήγουν νοικιάζει σπίτια ή εις έφυτα και έρχεται και αγκαλεί εις την αυλήν Ασσίζ. 9322‑3· ο μέγας μάστορος να ορδινιάσει τοιούτον αδελφόν εμπαλήν επάνω εις τα σπίτια Ασσίζ. 9413· Εάν γίνεται οτι είς άνθρωπος οπού ένι της ευσεβείας, οπού ένι μαΐστορος ού κουμεντούρης ενού εσπιτίου Ασσίζ. 34317· γ) έκφρ. σπίτι ασκητικό = ασκητήριο, σκήτη: Έδωκε και τους κληρικούς κελλία τριγύρου από την εκκλησίαν κατά την τάξιν τους. Έδωκε και τες ψάλτριες σπίτια ασκητικά Hagia Sophia f 59728. 15) α) Λατρευτικός χώρος, οικοδόμημα αφιερωμένο στη λατρεία του Θεού: λεγόντων ημών των χριστιανών προς υμάς: «Πόθεν απέρχεσθε και προσκυνείτε;» Λέγετε δε υμείς ότι «Εις του Θεού το οσπίτι» Διάλ. Ευθυμ. 131α399, 403· (εδώ προκ. για το ναό της Αγ. Σοφίας): να σε δοξάζουν (ενν. Θεέ) ασεβείς στο άγιόν σου σπίτιν,| απέσω στην Αγιάν Σοφιάν, στα άγια των αγίων; Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 154· (εδώ προκ. για το όρος Χωρήβ, στη χερσόνησο του Σινά): Ο δε των πάντων Βασιλεύς Θεός … εδιάλεξε τούτο το αγιότατον όρος· το οποίον έκαμε σπίτι και παλάτιόν του με το να φανεί εις αυτό και να δώσει … τον Νόμον, λέγω, των δέκα εντολών Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 48· β) (προκ. για εβραϊκή συναγωγή): μη φέρεις δώσμα κούρβας και τιμή σκυλιού σπίτι του Κυρίου του Θεού σου εις παν τάγμα Πεντ. Δευτ. XXIII 19· γ) (προκ. για τον τάφο του Μωάμεθ στη Μέκκα): ει μεν επαναπαύεται ο Θεός εν τῳ οσπιτίῳ εκείνῳ και μόνῳ, εξ ανάγκης ην και φοβερόν μυστήριον εν τῳ τόπῳ Διάλ. Ευθυμ. 131407. 16) α) Ξενοδοχείο: FILOCRATE: Πού στέκει ο Δημόφιλος ο μέγας ξενοδόχος; (παραλ. 32 στ.) CALONIDE: (παραλ. 1 στ.) … μ’ ερωτάς διά τον πενθερόν μου.| Ημείς έναι καιρός πολύς όπου κανένα ξένον| εδέχθημαν στο σπίτιν μας Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 50· Έχω και φόβον ου μικρόν να πάγω εις άλλο σπίτιν,| ότι βαστώ πολύτιμα λιθάρια και χρυσάφιν Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 71· β) ξενώνας φιλοξενίας (Για το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ 2, 135): ευθύς επρόσταξε (ενν. ο αυθέντης του Μπουκουρέστι) σπίτια να ετοιμάσουν| σ’ αυτά να τους πεζεύσουσι και να τους αναπαύσουν Μαρκάδ. 695· γ) ξενώνας φιλανθρωπικός (Για το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ 2, 130 κε.): σπίτιν και απαντοχή να καλυβιστούν, να πέσουν| ξένοι τινές αιχμάλωτοι … Γεωργηλ., Θαν. 610. 17) (Εδώ) η κιβωτός του Νώε (Για τη σημασ. βλ. Τσαβαρή [Πουλολ.2 σ. 405]): Ηξεύρεις, όταν ήμεθεν εις ένα σπίτι οι δύο| έναν αυθέντην είχαμεν (ενν. το Νώε) Πουλολ. (Τσαβαρή)2 535. 18) Αποθήκη: έχεις (ενν. ασβέστην) ένα σπίτιον γεμάτο Διαθ. Νίκων. 22623· έκφρ. του σιταριού το σπίτι = αποθήκη σιταριού: Ήσωσεν ο Ρωτόκριτος στου σιταριού το σπίτι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 573. 19) Μαγαζί, (εδώ) φούρνος, αρτοποιείο: Ως γαρ εδιέβαινα προχθές πλησίον μαγκιπείου,| και βλέπω την μαγκίπισσαν έσωθεν ισταμένην (παραλ. 2 στ.). Εσέβηκα στο σπίτιν της και προσεκύνησά την Προδρ. (Eideneier) III 171 χφ Ρ κριτ. υπ. 20) Κακόφημο σπίτι, πορνείο: έβαλε (ενν. ο Χέοψ) την θυγατέρα του εις ένα σπίτιον, όποιος θέλει να παγαίνει εις ταύτην με μισθόν αισχρού έργου Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 239· εάν θέλει (ενν. κανείς άνθρωπος) να λάβει εκείνο τό έδωκεν της γυναίκας της αμαρτωλής, εντέχεται να ποιήσουν να έλθει είς Σαρακηνός εις ένα σπίτιν να πέσει μετά του με α΄ παλούκιν ξυλένον Ασσίζ. 4154. 21) Τόπος, επικράτεια: εγώ ήρτα εις τα χέρια σας ως γοιον απελπισμένος εις το σπίτιν σας, και εμόσετέ μου να με συντροφιάσετε ως την Βενετίαν εις τον έξοδόν μου Μαχ. 53222· ουδέν ουν εφάνη πρέπον εχθρούς … ημών να τους φήσομεν να επάρωσι τοιούτον κάστρον εις την μέσην του τόπου μας … Και εξετάσαντες το πράγμα εστήσαμεν να μηδέν γένηται και … ήλθομεν εις το οσπίτιον ημών Σφρ., Χρον. (Maisano) 5813. 22) Διοικητική έδρα (Για τη σημασ. βλ. Βρανούσης, ΕΜΑ 12, 1962, 61, 72): ήτον (ενν. ο Σπάτας) αυθέντης μέγας και εξουσιαστής εις το Δέλβινον, Φοινίκι και όλην την Αλβανίαν … υποκείμενος τῳ των Ρωμαίων βασιλεί, και το οσπίτιόν του ήτον εις το Φοινίκι Ιστορ. δεσποτών Ηπείρ. 1728‑29. 23) Πόλη, (εδώ) η Κωνσταντινούπολη: αυτό το σπίτιν το άπειρον, η Κωνσταντίνου πόλις Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 644· τον αγριόπιστον να εβγάλετ’ εκ το σπίτι,| εκ την Κωνσταντινούπολιν, τη νέα Ρώμη λέγω Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 610· Εχάσασιν (ενν. οι Ρωμαίοι) το σπίτιν τους την Πόλιν την αγία Ανακάλ. 3. Εκφρ. 1) Σπίτι σκλαβιών ή σκλάβων = τόπος, γη δουλείας: σε έβγαλεν από την ηγή την Αίγυφτο από σπίτι σκλαβιών Πεντ. Δευτ. XIII 11· είπεν ο Μοσέ προς τον λαό: «Θυμού την ημέρα ετούτη ος εβγήκετε από την Αίγυφτο, από σπίτι σκλάβων …» Πεντ. Έξ. XIII 3. 2) Του Πλούτωνος σπίτια = Άδης: εις σκοτεινά του Πλούτωνος σπίτια ουδέν εσέβη Κορων., Μπούας 62. 3) Σπίτι της φυλακής ή της φύλαξης  = φυλακή: επήρεν ο αφέντης του Ιοσέφ αυτόν και έδωσέ τον προς σπίτι της φυλακής, τόπος ος οι φυλακωμένοι του βασιλεά Πεντ. Γέν. XXXIX 20· αδερφός σας ένας να φυλακωθεί εις σπίτι της φύλαξής σας Πεντ. Γέν. XLII 19. Η λ. και σε τοπων.: Πορτολ. A 2464, 6, 7· έκφρ. σπίτι του Πεόρ = (πιθ.) το βουνό Φογώρ (Για τη σημασ. βλ. ΠΔ, Δευτ. 34, 6): Πεντ. Δευτ. XXXIV 6.
       
  • παζάρι(ο)ν  
    το, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 319v, Λούκαρ., Διάλογ. 225· παζάρι, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 121 χφ Ζ κριτ. υπ., Γαδ. διήγ. (Pochert) 4b, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1399], Συναξ. γυν. 603, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 393, Αρσ., Κόπ. διατρ. [72], Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 425, Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 122, 125, Βίος Δημ. Μοσχ. 311, Σταυριν. 480, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 33v, 166r, Βακτ. αρχιερ. 143, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 190, 241, Πτωχολ. B 81, Ιστορ. δεσποτών Ηπείρ. 286, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Μάρκ. ζ΄ 4, Hagia Sophia ω 5146, ν 5461, Νομοκριτ. 73, κ.α.· παζάριν, Σαχλ., Αφήγ. 866 (έκδ. παζαρευόσουν· διορθώσ.· βλ. παζαρεύω), Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 600.
    Το τουρκ. pazar. Ο τ. παζάρι στο Meursius (λ. παζάρη, παζάριον), σε έγγρ. του 18. αι. (Σκουβαρά, Ολυμπιώτ. 349, 468), στο Κατσαΐτ., Ιφ. Ε΄ 725, Κλ. Α΄ 733, Β΄ 669, 873, Γ΄ 538 και σήμ. Ο τ. παζάριν και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Η λ. στο Meursius (λ. παζάρη, παζάριον).
    1) α) Τόπος αγοραπωλησίας εμπορευμάτων και υπηρεσιών, αγορά, παζάρι: τα δε αβγά πουλιούνται εις το παζάρι Rechenb. 431· επήγαμε και εις το Πορτάτο, εις το παζάρι των καλογέρων, και εκάμαμεν σεριάνι Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 38r· έξελθε ταχέως … εις τας πλατείας … και εις τους φόρους και εις τα παζάρια της χώρας Πηγά, Χρυσοπ. 220 (30) β) (προκ. για αγοραπωλησία σκλάβων): δεμένον εκ τραχήλου| τον επήγαν στο παζάρι| ωσάν σκλάβον, ωσάν δούλον,| κι άρχισαν και διαλαλούσαν| πως πουλούν εις το παζάρι| ένα γέρο γεροντάκη Πτωχολ. B 35, 38· Χαράτσι όταν δεν έχουσι να πληρώσουν,| τα πουνιά παιδιά τους θέλουν να δώσουν (παραλ. 1 στ.), κι έρχονται στο παζάρι και τα πωλούσιν Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1404· γ) (προκ. για μίσθωση εργατών): εστέκουνταν εις το παζάρι χωρίς δουλεία Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ματθ. κ΄ 3· δ) (συνεκδ.) οικήματα, μαγαζιά της αγοράς: οπίσω εκατέβην ο ποταμός της Λεμεσού … και επήρεν τα σπιτία του Βαθυμπέρτου … και το παζάρι τα χανουτία τους Τούρκους και τα μαγαζένια και το Καστέλλι έχωσε το ήμισο Ανων., Ιστ. σημ. ρμα΄. 2) α) Διαπραγμάτευση της τιμής αγοράς ή των όρων αγοραπωλησίας ενός πράγματος ή ανθρώπου, παζάρεμα: έως να κάμουν του σπιτίου το παζάρι ανέμεινεν πάσα χρόνον Διήγ. Αγ. Σοφ. 14937· είπε τους ο βασιλέας:| «Σύρετε αγοράσετέ τον (ενν. το γέρο)»!| Τότε πάσι στον υιόν του| να ποιήσουν το παζάρι (παραλ. 2 στ.). Λέγει τους ο υιός του γέρου (παραλ. 1 στ.): «Πέντε χιλιάδες γρόσια| δότε, αγοράσετέ τον».| Κι είπανε οι μεγιστάνοι:| «Σαν πολλά ’ναι! Συ, καλέ μου,| σε πολλή τιμή τον λέγεις·| μόν’ κατέβασέ τον λίγο»! Πτωχολ. A 67· β) (προκ. για αγοραίο έρωτα): σκολάζω με πολιτικές, μαζώνω και γαμούν τες,| και φέρνουν εις το σπίτι μας και κάμνουν το παζάρι Σαχλ., Αφήγ. 871· πέντε μεγάλες πολιτικές εμείναν μετ’ εκείνην,| παζάριν εκρατήσασιν ένα ημερονύχθι Σαχλ., Αφήγ. 816· γ) εμπορική συναλλαγή· πώληση: τόσον πανί επέμεινεν από το δεύτερον παζάρι Rechenb. 8417. — Βλ. και λ. μπιτ παζάρι.
       
  • περίτου, 
    επίρρ., Ασσίζ. 721‑22, 817, 3726, 414, 5, 551‑2, 6011, 782, 1042, 10931, 1447, 14819, 1505, 15224, 15426, 1582, 17120, 3109, 10, 32429, 3253, 33411, 34222, 36011, 3865, 4765‑6, Μαχ. 4212, 2582, 43621, 25, 48828, 49035, 55618, 20, 62634, 64213, Βουστρ. (Κεχ.) 1216, 249‑10, 887, χφ Β 28513, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 73, 75 τρις, 80, 81, 86, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) V 779, 1406, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 628, Ανων., Ιστ. σημ. ρμ́, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 67, 361, Κυπρ. ερωτ. 293, 9232, 37, 9318, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 4530, Κανον. διατ. Α 351, Β 433, Παλαμήδ., Βοηβ. 544, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 38, κ.α.
    Κατά Συμεων., Ιστ. κυπρ. διαλ. 138 από υπέρ τι> υπέρ το> περίτο> περίτου· για ετυμ. από το περιττός, ‑ώς ή από έκφρ. εκ περιττού βλ. Χατζ., Διασπ. 521, Georgac., Glotta 31, 1951, 228 (για την απλοποίηση του διπλού ττ βλ. Χατζ., Διασπ. 521, Χατζ., Διασπ. 234). Τ. πιρίτου (πιρίττου) σήμ. στη Μακεδονία (Andr., Lex., λ. περιττός) και πουρούτου σε δημ. τραγ. της Ρόδου (Παπαχριστοδούλου, Λαογρ. 19, 1960-61, 144). Η λ. και σήμ. ιδιωμ. (Λουκά, Γλωσσάρ., Φαρμακ., Γλωσσάρ. 88, Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.2 Δ́ 504, Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ. (‑ττ‑), Καρανικόλας Αλ., Συμ. 3, 86, Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ. (‑ττ‑)).
    1) Περισσότερο (σε ποσότητα, ένταση): σκορπίζοντα, διαμοιράζοντα και διδόντα τες χάριτές του περίτου χαίρεται (ενν. ο Θεός) και αγάλλεται παρά εκείνον οπού τες περιλαμβάνει Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 445· ο ρήγας δεν είχεν τινάν απού τον αγάπαν περίτου του αποστολέ Βουστρ. (Κεχ.) 3614· (για χρον. διάστημα): τους υί Χριστού ήλθεν άλλον θανατικόν όπου ’πάντησεν περίτου παρά ά χρόνον Μαχ. 6224· (για έκταση σε χώρο): αν γίνεται  ... το εξωπέταστον να εμπαίνει εις τον στενόν το ρηγάτικον περίτου παρά το τρίτον του στενού ... Ασσίζ. 20315· όσον/ώσπου περίτου ... οτόσον/τόσον = όσο περισσότερο ... τόσο: Όσον περίτου, πόθε, με παθιάζεις| οτόσον πεθυμώ να σ’ ακλουθήσω Κυπρ. ερωτ. 381· Όντας σ’ εμέν γυρίζουν (ενν. τα ’μνοστα ’μμάτια) και θωρούμ με,| νιώθω κι άφτει καρδιά μου μαρτυρώντα| κι εκείνα νιώθουν κι αξανά βιγλούν με| κι ώσπου περίτου πάσκει πολεμώντα (παραλ. 1 στ.) τόσον εκείνα στέκω πεθυμώντα Κυπρ. ερωτ. 612· όσα ... τόσον περίτου = όσο ... τόσο περισσότερο: όσα ’πό ’ξαυτόν της ’ξωμακρίζω| τόσον περίτου αξάφτω και βακρύζω Κυπρ. ερωτ. 648. 2) α) (Με επόμ. επίθ., μτχ. επίθ. ή επίρρ. θετ. βαθμού σχηματίζει περιφραστικό τ. του συγκρ. βαθμού· βλ. και Συμεων., Ιστ. κυπρ. διαλ. 213) πιο: καλλιότερον και περίτου αρεστόν του Θεού, ... το πάσα άνθρωπος θεοσεβής και φιλόχριστος να καθαρίζεται απατός του με πάσα αγαθοεργίαν Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 503· δεν έν’ θαύμα, αν είσαι| αξαύτου μου περίτου αγαπημένη| παρά που ’σαι γλυκιά Κυπρ. ερωτ. 8716· εθέλησεν ο πάπας να μάθει περίτου καθαρά Μαχ. 149· (με επίθ. συγκρ. βαθμού για επίταση της σημασ. του): είναι περίτου μεγαλύτερον το διλίτιν το γνωστικόν παρά το αισθητόν του κορμιού Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 80· β) (με άρθρο και επόμ. επίθ. θετ. βαθμού σχηματίζει περιφραστικό τύπο του υπερθ. βαθμού): ήτον ο περίτου δυνατός και ομορφόττερος καβαλλάρης οπού ευρίσκετον εις την Κύπρον Μαχ. 7229· εποίκα ως γιον εκείνον οπού ένι εις ένα λιβάδιν μεγαλότατον εις το ποιον ένι διάφοροι και παράξενοι αθθοί και διαλέγει πάντα τες περίτου άξιες κορφές διά να ποίσει το στεφάνιν του Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 73. 3) Ως ουσ. (συν. με το άρθρο) α) η πλειονότητα, οι περισσότεροι: το δίκαιον ... ορίζει ότι εκεί οπού οι περίτου συμπαύγουν εκείνο να ένι στερεωμένον Ασσίζ. 17626· εβουλεύσαν τον οι συγκριτικοί να συντύχῃ με τον ρήγα, και .. να ελευθερώσει τους λας τους περπεριάρηδες, όπου ήσαν ... περπεριάρηδες, οι περίτου του συγκρίτου και ούλον το αρχοντολόγιν Μαχ. 14017· β) ο πληθ. ουδ.: τα περίτου = τα υπόλοιπα, τα επιπλέον: Περί εκείνου οπού πουλεί το αμάχιν του εγγυητή του περίτου παρά του εχρώστεν, και πώς να στρέψει τα περίτου Ασσίζ. 817‑18· γ) (με επιρρ. σημασ.) τες περίτου = τις περισσότερες φορές: Ελάφιν τόσα γλήγορα στην στράταν| δεν τρέχει ..., (παραλ. 3 στ.) γιον φεύγουν ταύτης της ζωής οι χρόνοι.| Ω ψευδείς και προσωρινοί μας χρόνοι,| που τες περίτου λείβγιετε την στράταν Κυπρ. ερωτ. 1078· δ) το περίτου (με επιρρ. σημασ.) = ο κυριότερος λόγος, κυρίως: η βασίλισσα επήγεν μοναχή της εις τον καθέναν και επαρακάλεν το να τελειωθεί, ότι το περίτου τό ήλθεν, ήλθεν διά να το τελειώσει Μαχ. 32828· ε) ? ούλοι οι περίτου / ούλοι ή περίτου = η πλειονότητα, οι περισσότεροι/όλοι ή οι περισσότεροι (βλ. Dawkins [Μαχ. σ. 261]· βλ. και Κεχαγιόγλου [Βουστρ. σ. 285 κριτ. υπ., 481]): ο αφέντης μας ο ρήγας ... και ο αφέντης μας ο πρίντζης και ούλοι οι περίτου καβαλλάρηδες, δεν τους ακανεί; Μαχ. 37231· ούλοι ή περίτου ήτον αρμασμένοι και με παιδία Βουστρ. (Κεχ.) χφ Μ 28513· στ) διά περίτου = για περισσότερα χρήματα: εάν το σπίτιν πουληθεί διά περίτου παρά όσα ένι το χρείος, η αυλή ένι κρατημένη να περιλάβει τα περίτου και να τα στρέψει εκείνου ού εκείνης οπού ήσαν τα σπίτια Ασσίζ. 28931. 4) (Ως επίθ. με επόμ. ουσ.) περισσότερος, μεγαλύτερος: διά περίτου στερέωμαν στέλλω σου οκτώ καραβοκυρούς εις την συντροφιάν σου να τους κρατείς διά σιγουρτάν εις το κάτεργόν σου Μαχ. 50229· Γροικώντα το κουμμούνιν της Βενετίας τα μαντάτα της Αλεξάνδρας, επικράνθησαν πολλά, διότι το περίτου διάφορος των πραματείων ήτον εκεί Μαχ. 15613· (εδώ με άρθρο και ουσ. στον εν. = το μεγαλύτερο μέρος από): Κυρά μου, ... να ηξεύρει η αφεντιά σου, ότι η περίτου τζούρμαν των καραβίων εθελήσα να σας θανατώσουν Μαχ. 39628· (εδώ με β́ όρο σύγκρισης): περίτου παρά είκοσι ...| στον άδην έπεμπεν εχθρούς Παλαμήδ., Βοηβ. 607· αναμίκτησαν και εσυμπιάστησαν περίτου παρά γ́ χιλιάδες άνδρες καβαλλάρηδες Μαχ. 37227. Εκφρ. α) ή περίτου ή παρ(α)κάτω (βλ. και Χατζ., Διασπ. 521) = ή περισσότερο ή λιγότερο: Ώδε λαλεί το δίκαιον εκείνου οπού δανείζει το εδικόν του ετέρου ανθρώπου, και όταν του το ζητήσει, εκείνος απολογάταί του ή περίτου ή παρακάτω οπού του ζητά, και διά τούτο έρχεται εις την κρίσιν Ασσίζ. 5213· β) περίτου και περίτου (βλ. και Λουκά, Γλωσσάρ. 369) = όλο και περισσότερο: καθημερινόν περίτου και περίτου με βλέπουν και διαφεντεύγουν με να μεν έβγω αππώδε Μαχ. 3802.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης