Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 23 εγγραφές  [0-20]

  Βιβλ.αναφορά : Ανέκδ. ιντ. κρητ. θεάτρ.

  • ανάξιος  
    επίθ., Προδρ. (Hess.-Pern.) ΙΙΙ 447, Ελλην. νόμ. (Σάθ.) 52622, Διγ. (Mavr.) Gr. IV 86, VIII 167, Διγ. (Hess.) Esc. 1837, Διγ. (Καλ.) A 2959, Ερμον. (Legr.) Ω 37, 111, Βίος Αλ. (Reichm.) 2468, Θεολ., Τζίρ. (Λάμπρ.) 35515, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 14415, Σκλέντζα, Ποιήμ. (Κακ.) 766, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΙΘ́ [133], Αιτωλ., Μύθ. (Legr.) 495, Ιστ. πολιτ. (Βόνν.) 384, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 18311, Πιστ. βοσκ. (Joann.) V 2, 143, Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 155, 217, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) A΄ [83, 560], Γ΄ [403], Δ΄ [1038], Χορ. δ΄ [74]. E΄ [216], Ζήν. (Σάθ.) Γ΄ 135· ανάξος, Ροδολ. (Μανούσ.) Δ΄ [330], Ανέκδ. ιντ. κρητ. θεάτρ. Β́ 8.
    Το αρχ. επίθ. ανάξιος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) Που δεν αξίζει την προστασία (κάποιου προσώπου) ή δεν είναι άξιος κάποιας εκδήλωσης (Η σημασ. αρχ.): τρις των αχράντων μυστηρίων με εκοινώνησαν τον ανάξιον Σφρ., Χρον. μ. 14415· κι εσύ, κοπέλι πελελόν, ανάξιο τέτοιας χάρης Σουμμ., Παστ. φίδ. A΄ [83]· και παντελώς ανάξιοι εσμέν του σου ελέους Διγ. Gr. VIII 167. 2) Ανίκανος, ανεπιτήδειος (σε κάτι) (Η σημασ. αρχ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): εις την μάχην ουκ εμβαίναν ως ανάξιοι πολέμου Ερμον. Ω 111· ανάξιος παντάπασιν πολεμείν τα θηρία Διγ. Gr. IV 86. 3) Ευτελής, ταπεινός (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): Πάντα της (ενν. η γυναίκα) τον ανάξιον ποθεί και τον ψηλώνει Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1038]· και δούλος ων ανάξιος τολμήσας εδεήθην Προδρ. ΙΙΙ 447. 4) Αναξιοπρεπής (Πβ. ΙΛ στη λ. 1β): μ’ όλο απού ’ναι κάμωμα σφαλτό και ντροπιασμένο| κι ανάξο Ροδολ. Δ΄ [330]. 5) (Προκ. για γεγονότα ή πράγματα) αταίριαστος, αποτυχεμένος: Επί των αναξίων γάμων ... εάν λάβει άνθρωπος ... και μεταμεληθεί ... οι αρραβώνες ... στρέφουνται ως εδόθησαν Ελλην. νόμ. 52622· Λύσετέ την και τ’ ανάξια| ρίξετε τα σκοινιά Πιστ. βοσκ. V2, 143· έπαινους ανάξιους που μου δίνεις Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [403].
       
  • ίχιτα(ς), 
    επιφ., Πανώρ. Ε΄ 343, Ανέκδ. ιντ. κρητ. θεάτρ. Ά́ 157.
    Ονοματοποιημένη λ. (Για την ετυμολ. βλ. Κριαρά [Πανώρ. σ. 241, λ. ίχιτας].
    Επιφώνημα από ευχαρίστηση, ικανοποίηση: Ίχιτας εδροσίστηκα! Κούτομαι ν’ ακουμπήσω| να κοιμηθώ, τα μέλη μου λιγάκι να δροσίσω Πανώρ. Β́ 143.
       
  • κυριότης ‑τητα 
    η, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. Ι52v, 213r, 363r, Τζάνε, Κατάν. 295, Ανέκδ. ιντ. κρητ. θεάτρ. 2.
    Το μτγν. ουσ. κυριότης. Η λ. κυριότητα στο Βλάχ. και σήμ.
    1) Κυριαρχία, εξουσία: εχειροτόνησεν αυτόν πατριάρχην … Και πάσαν την κυριότητα της πατριαρχείας έλαβε Ιστ. πατρ. 959. 2) (Στον πληθ.) (εκκλ.) τάγμα αγγέλων: όν (ενν. τον Ναζωραίον) τρέμουσιν άγγελοι, αρχάγγελοι, θρόνοι, κυριότητες, αρχαί και εξουσίαι Σταφ., Ιατροσ. 1952.
       
  • ορεκτικός,  
    επίθ., Θησ. Ε΄ [944], Μάρκ., Βουλκ. 35018‑19, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 1823, 2816, Γύπ. Πρόλ. θεάς 58, Ανέκδ. ιντ. κρητ. θεάτρ. Γ΄ 9, Σουμμ., Παστ. φίδ. χορ. α΄ [35]· ερεκτικός, Στάθ. (Martini) Β΄ 162· ορεχθικός, Φλώρ. 1418· ορεχτικός, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 41r, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [21], [242]· οροχτικός, Πεντ. Γέν. XLIX 20· ’ρεκτικός, Θησ. Θ΄ [405], Παλαμήδ., Ψαλμ. 426.
    Το επιθ. ορεκτικος που απ. στον Αριστοτέλη. Για τον τ. οροχτικός βλ. Pern., Ét. linguist. A΄ 91. Ουδ. ’ροχτικόν σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. ορεχτικόν). Ο τ. ορεχτικός και η λ. και σήμ.
    1) α) Αρεστός· αγαπητός: πολλά του εφάνη ορεχτική η τρέβα κι η αγάπη| να έχει με τον πρίγκιπα εκείνον του Μορέως Χρον. Μορ. H 8765· ανδρόγυνον ορεκτικόν, στον κόσμο ηγαπημένον Ιμπ. (Legr.) 37· β) ποθητός, επιθυμητός (ερωτικά): Έμορφη … κι ορεκτική παρ’ όλες,| ακόμη ότι βρίσκεται νεούτσικη φεδούλα Θησ. Γ΄ [403]· Παληκαράκι ορεχτικό, π’ εσύ είσαι η φωτιά μου Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [541]· Γλυκύ έναι, ναι, και ζαχαράτο| εκείνο το φιλί που παίρνεται από ένα| ρόδο κοκκινισμένο και δροσάτο| ενού προσώπου ορεκτικού Σουμμ., Παστ. φίδ. χορ. β΄ [37]· γ) γοητευτικός: Στους ουρανούς κι εδώ στη γη, στη θάλασσα, στον Άδη,| κάλλη δε βρίσκουνται ποθές μηδέ ομορφιές αμάδι| καλύτερες και ορεχτικές Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. α΄ 87· δ) (προκ. για πράγμα ή τόπο) αρεστός, όμορφος: εμεταντύθηκαν ρούχα λαμπρά κι ωραία,| ορεκτικά και όμορφα Θησ. Θ΄ [616]· γελάς και μέφεσαι τ’ ορεκτικόν μου ρούχον,| ακόμη και το σκιάδι μου …| που ο βασιλεύς με το ’δωσε, ως ευγενής οπού ’μουν; Πουλολ. Αθ. 264· χορτάρια τρυφερά κι ορεκτικά λουλούδια Θησ. Γ΄ [64]· Είχε περβόλι ορεχτικό με δέντρη μυρισμένα,| σαν κείνον ομορφύτερο δεν ήτον άλλον ένα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1393. 2) Ευχάριστος, απολαυστικός: Μόνον τραγούδου ’ρωτικά τραγούδια που ’ρεγέτον,| μ’ ορεκτική πολλά φωνή κι ηδονικήν λαλίτσα Θησ. Γ΄ [294]· θωρώ τ’ ορεκτικόν αηδόνι Φαλιέρ., Ιστ.2 321. 3) Πρόθυμος: Λοιπό όσον έχουν την πυρά κι αυτείν’ οι δυο του πόθου| και τη δουλειάν ορεχτικοί να πάγει ομπρός πιλώθου …. Πανώρ. Δ΄ 70· προξενήτρα εθέλησα κιόλας εσέ να κάμω,| ανέναι κι είναι ορεχτικός να κάμομε το γάμο Πανώρ. Ε΄ 162· να έναι ορεκτικός να πλερώσει και να σατισφάρει την άνωθέν του εγγονή Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 1184. 4) Που ανοίγει την όρεξη, ορεκτικός: η ιστία οποία έναι ζεστή και ξερή κάνει και αυξάνει η χάρις η ορεχτική, οπού δίδει την όρεξιν να φάγει Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 41r. 5) (Το ουδ. άκλ. ως επιθετ. προσδιορισμός ουσ. κάθε γένους και αριθμού) πολύτιμος: από ορεχτικό εσοδιές του ηλίου και από ορεχτικό διώγμα φεγγαριών Πεντ. Δευτ. XXXIII 14δις· από ορεχτικό λαγκάδια του ναιώνα Πεντ. Δευτ. XXXIII 15. Το ουδ. ως ουσ. = 1) Απόλαυση: από τον Άσερ λιπαρό το ψωμί του και αυτός να δώσει οροχτικά του βασιλεά Πεντ. Γέν. XLIX 20. 2) Ορεκτικό φαγητό: κάμε εμέν ορεχτικά καθώς αγάπησα και φέρε εμέν και να φάγω για όμως να σε ευλογήσει η ψυχή μου ιμπρού να πεθάνω Πεντ. Γέν. XXVII 4. 3) (Άκλ.) πολύτιμα δώρα: βλογημένη του Κύριου η γης του από ορεχτικό του ορανού, από δροσιά και από άβυσσο σταλίζει κάτου Πεντ. Δευτ. XXXIII 13· από ορεχτικό ηγής και το γέμισμά της Πεντ. Δευτ. XXXIII 16.
       
  • παθαίνω,  
    Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1213, Βέλθ. 190, 1097, Χρον. Μορ. P 78, Φλώρ. 577, 1094, Ερωτοπ. 598, Λίβ. P 385, 2090, Λίβ. Esc. 703, 3399, Αχιλλ. N 1737, Ιμπ. 5, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 501, Αχέλ. 1805, Πεντ. Γέν. XLII 20, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 397, Γ΄ 213, Κυπρ. ερωτ. 1415, Διγ. Άνδρ. 31631, 38010, Πανώρ. Γ΄ 536, Στάθ. (Martini) Γ΄ 239, Φορτουν. (Vinc.), Πρόλ. 102, Δ΄ 331, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 14520, κ.π.α.· παθάννω, Μαχ. 4363‑4· παθάνω, Λόγ. παρηγ. L 86, 357, 725, Συναξ. γυν. 955, Φλώρ. 502, 512, Σαχλ. N 45, 356, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 331, Περί ξεν. V 7, 544, Ερωτοπ. 146, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 200, Αλεξ. 2644, Ριμ. Απολλων. 1540· παθθάννω, Κυπρ. ερωτ. 293· πανθάνω, Σπαν. A 31, Γλυκά, Στ. 177, Καλλίμ. 1859, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 393, Περί ξεν. V 120, Ιμπ. 15, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. IV 1121-2, Ch. pop. 538, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 12915· μτχ. παθητ. παρκ. παθωμένος, Ανέκδ. ιντ. κρητ. θεάτρ. Α΄ 40, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 13639, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 154, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 45913, 49611.
    Το μτγν. παθαίνω. Ο τ. παθάνω και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. πανθάνω <έπαθον, αόρ. του πάσχω (Ανδρ., Λεξ., στη λ.· πβ. και Steph., Θησ.) απ. τον 8. αι. (Sophocl.), στο ΕΜ (L‑S) και στο Meursius (λ. πανθάνειν). Η μτχ. παθητ. παρκ. παθωμένος και σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ΄ 189). Τ. παθθαίννω σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 707, λ. παθθαίνω). Τ. παθθαίνω και παθθάνω στο Meursius (λ. παθθαίνειν). Η λ. και σήμ.
    Α´ Μτβ. 1) α) Υφίσταμαι συμφορές, βάσανα· δοκιμάζω κ. οδυνηρό, επιζήμιο ή πολύ δυσάρεστο· ν’ αρχίσω ο κακότυχος να γράψω τά παθαίνω,| τά έπαθ’ ο κακόμοιρος και τά με περιμένουν Περί ξεν. A 279· Τόσα έπαθαν, υπέμειναν δι’ όλην την εβδομάδα,| έπλευσαν, εκινδύνευσαν, ήλθαν εις τα εδικά τους Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.) 1488 (Δωδώνη 8, 1979, 361)· β) (προκ. για ερωτικά βάσανα): να μην έμπει η καρδία σου εις πόθον (έκδ. πάθον· διορθώσ.) κορασίου·| και εάν το πάθεις τούτο και λαβωθείς,| τότε να γνωρίσεις καλά την σαγίταν της αγάπης Αχιλλ. L 205· (με σύστ. αντικ.): Αυτήν την κόρην κατιδών Καλλίμαχος ο ξένος| πάθος πανθάνει φοβερόν εκ των μυθευομένων Καλλίμ. 1826· γ) (προκ. για απονομή δικαιοσύνης) δέχομαι τιμωρία: Το άλογον δεν άκουσεν, κι ιδέτε τι παθαίνει Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1247· Περί παραχωρήσεως τινών, οπού κρεμνίζονται ή πνίγουνται, αν από Θεού το παθαίνουν ή από δαίμονος Βακτ. αρχιερ. 177· δ) (με αντικ. ουσ. που δηλώνουν συγκεκριμένη σωματική, ηθική, ψυχική, υλική και άλλων ειδών βλάβη) υφίσταμαι, δοκιμάζω· ανάγκη (βλ. λ. 2β): πολλές ανάγκες έπαθες διά την εμήν αγάπην Λίβ. N 2705· αντροπή (βλ. εντροπή 1, 2, 4): Θωρώντα ο άνωθεν Καζάς την αντροπήν οπού έπαθεν είπεν του Μαχ. 20638· ατιμία (βλ. λ. 1α): Δέσποτα, …| μη πέσουν τα φουσσάτα σου και πάθεις ατιμίαν Αχιλλ. N 538· βάσανο(ν) (βλ. λ. 2): γράφεις μου και τις πρίκες σου και τα βάσανά σου όπου τζα παθαίνεις Σεβήρ.-Μανολ., Επιστ. 17113· βία (βλ. λ. 1α): πόλεμος ήτο φοβερός …,| μεγάλην βία έπαθον Πόλ. Τρωάδ. 589· δεινόν (βλ. λ.): διά την αγάπην σου τόσα δεινά πανθάνω Λίβ. P 1376· δήμευσις: Περί κληρονομίας παιδίων εις τα του πατρός τους πράγματα, αν τον εθανάτωσεν η κρίσις ως κακούργον ή αν έπαθε δήμευσιν Βακτ. αρχιερ. 161· ζημία (βλ. λ. 1δ): Περί πουλημένου είδους, όπου το έλαβαν και τα άσπρα δεν εδόθησαν και εκείνο έπαθε ζημία Βακτ. αρχιερ. 177· καημός (βλ. λ. 4β): πόσον έπαθα καημόν ώστε να ιδώ γραφήν της Λίβ. Esc. 1997· κακομοιριά (βλ. λ.): αν είναι να φανερωθεί κι ο ρήγας να το μάθει| κακομοιριές το σπίτι σας έχει πολλές να πάθει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1992· κακόν (βλ. λ. 4): θαρρώ να γδικαιωθώ σ’ όσα κακά πανθάνω,| όσα με φυλακίσασιν, εις όσα δηνέρια χάνω Σαχλ., Αφήγ. 616· κάκωσις (‑ση) (βλ. λ. 2α): τας κακώσεις μου τάς έπαθα εις τον κόσμον Λίβ. Esc. 3128· νοβέλλα (βλ. λ.)· οδύνη (βλ. λ. 3γ): έπαθεν πολλάς οδύνας έως νά ’βρει την ωραίαν Λίβ. Sc. 829· πειρασμός: τους πειρασμούς και τα κακά τα ήθελες παθάνει Σαχλ. N 45· πικρία: έπαθεν η καρδία μου πικρίας αναριθμήτους Λίβ. P 2576· πομπή: την εδιώξαν (ενν. την κουρούνα) κι έπαθε τότε πομπές μεγάλες Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 10016· πληγή: έπαθεν η καρδία σου πληγήν από του πόθου Λίβ. (Lamb.) N 580· πόνος: έπαθεν πόνους φοβερούς διά κείνην η ψυχή μου Λίβ. Esc. 3511· πράγμα: έκλαιεν, επικραίνουντον πόπαθε τέτοιον πράγμα Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1135· σκλαβιά, σκλάβωση: τον πόλεμον και τη σκλαβιά που πάθαν οι καημένοι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 14520· όλοι τως λυπηθήκανε στη σκλάβωση που πάθα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 3906· φρ. (1) Παθαίνω θέαμα εις κάπ. = εξευτελίζομαι στα μάτια κάπ.: το θέαμα τό έπαθα εις εσάς ποτέ ουκ ελησμονώ το (παραλ. 4 στ.)· τα φουσσάτα εντροπίασα και όλην μου την γενεάν Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 153. (2) Παθαίνω κινδύνους = περνώ μέσα από δύσκολες και κρίσιμες καταστάσεις: πόσους κινδύνους έπαθα και ανάγκες υπεστάθην Λίβ. N 1144. (3) Παθαίνω κρίματα = υποπίπτω σε ηθικά σφάλματα, αμαρτάνω (πβ. κρίμα 3β): όλοι άρχοντες, οπού ’σαν στο σκαμνί τους| εχάθησαν, εφθάρησαν και πάγει η τιμή τους·| άτυχοι διά κρίματα, τά πάθαν απατοί τους·| τα μοναστήρια χάλασαν οπού ’ταν η τιμή τους Θρ. πατρ. 7. (4) Παθαίνω φόνο(ν) = μου τυχαίνει φονικό, σκοτώνομαι: Οι Τούρκοι τσι ζυγώνασι και φτάνουσί τσι οπίσω,| το φόνο οπού πάθανε πρέπει να τον αφήσω Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 3492· οι Τούρκοι έπαθαν φόνον εκεί μεγάλον Αχέλ. 691. (5) Την έπαθα (ενν. τη δουλειά) = μου συνέβη απρόοπτα κ. δυσάρεστο (η φρ. και σήμ.· βλ. και Παπαδ. Α., ΛΔ 4, 1948, 119): κοιτάζοντας τόσες φωτιές και κτύποι οπού βγήκα| κι εκείνοι την επάθανε ετότες κι εχαθήκα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 52310. 2) (Με αντικ. το ουσ. καλό): ωφελούμαι, ευεργετούμαι, ευημερώ: τι καλό να πάθω εγώ; και τι όφελος πάλιν να ’χω; Σπαν. (Ζώρ.) V 532· Πάλιν πληροφορήθητε και σεις οι ευτυχούντες| πόσα καλά παθάνουσι οι ευτυχοτυχούντες Λόγ. παρηγ. L 729· φρ. καλά να πάθει (προκ. για δήλωση ικανοποίησης για άτομο που υφίσταται τις συνέπειες των πράξεών του· η φρ. και σήμ.): καλά να πάθει και από τούτο ας λογιάσει πάσα άνθρωπος το τι λογής καπνούς και λογισμούς είχον οι άνθρωποι ετούτοι Σουμμ., Ρεμπελ. 176. Β´ Αμτβ. 1) Καταλαμβάνομαι από πάθος για κ.: εκείνος (ενν. ο κυνηγός) προς το όρνεον είπε πως έχει πάθει| κάστρον διά να βουληθεί να κάμει και να κτίσει Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 456. 2) α) Ταλαιπωρούμαι, υποφέρω, με βρίσκουν βάσανα: Ω Βελισάριε φίλτατε, πιστότατέ μοι φίλε| και ηγαπημένε των Ρωμαίων, έπαθες διά φθόνον Διήγ. Βελ. χ 134· ούτως γαρ να παθάνουσιν οι ξένοι εις τα ξένα Περί ξεν. A 120· β) (προκ. για σωματική βλάβη): καθεείς επάθαινεν στο φασκιωτόν κεφάλι.| Εβρέχασιν απάνω τους οι λίθοι σαν το χιόνι Αχέλ. 402· γ) (προκ. για ερωτικό πόνο): εφλέχθης διά τον έρωτα, ετρώθης δια την αγάπην,| έπαθεν η καρδία σου, επλήγην διά τον πόθον Λίβ. P 450. 3) Τιμωρούμαι: Δίκαιος έστιν ο Θεός και η κρίσις του δικαία, αξίως γαρ παθάνομεν οι αμαρτωλοί εν τῳ Άδῃ Ντελλαπ., Υπομν. 118· έτσι παθαίνουν οι κακοί που δε μετανοούσιν,| πεθνήσκουν θάνατον κακόν, καθώς τον αγαπούσιν Ιστ. Βλαχ. 1315.
       
  • παντρεύω,  
    Χρον. Μορ. P 8459, Συναξ. γυν. 268, 490, 493, 662, 683, 1032· πανδρεύω, Ιμπ. 284, Διαθ. Ακοτ. 146, Χειλά, Χρον. 348 (έκδ. επάνθρευεν· διορθώσ.), Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 41, Θησ. Γ΄ [308], [722], Δ΄ [87], Χούμνου, Κοσμογ. 1977, Άνθ. χαρ. 30113, 15, κ.α., Βεντράμ., Γυν. 260, 270, Διήγ. Αλ. F (Konst.) 1743, Χρον. σουλτ. 4327‑8, Κατά ζουράρη 22, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 12138, Λεηλ. Παροικ. 526· παντρεύγω, Απόκοπ.2 305, Πανώρ. Β΄ 331, 335, 511, Γ΄ 73, 259, 380, 528, Δ΄ 56, 83, 88, Ανέκδ. ιντ. κρητ. θεάτρ. Α΄ 144, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 533, Β΄ 302, Γ΄ 97, Δ΄ 40, κ.π.α., Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 33, Β΄ 445, 601, Δ΄ 333, Στάθ. (Martini) Β΄ 258, Γ΄ 368, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [780], Ε΄ [1214], [1263], Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 284, Β΄ 258, Γ΄ 41, 102, Ε΄ 185, κ.π.α., Διακρούσ. 7070, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 36920, 44222· υπανδρεύω, Σπαν. (Ζώρ.) V 469, Απολλών. 39, Σφρ., Χρον. (Maisano) 11416, Πτωχολ. α 516, Μαλαξός, Νομοκ. 336, Διήγ. Αλ. E (Konst.) 1753, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 7227, 1224, Βακτ. αρχιερ. (Γκίνης) 291· υπαντρεύω, Χρον. Μορ. H 8583, Ρ 5939, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 115r, 189v, 221r, κ.α.· β΄ πληθ. πρόσ. υποτ. μέσ. αορ. παντρευτήκετε, Πανώρ. Δ΄ 89.
    Από το υπανδρεύω (<μτγν. επίθ. ύπανδρος) που απ. σε έγγρ. του 16. αι. (Σάθ., ΜΒ S΄ 6872) και στο Du Cange (λ. ύπανδρος). Ο τ. πανδρεύω σε έγγρ. του 15. αι. (Τσοπ., Δωδεκαν. Αρχ. 5, 1970, 56) και στο Du Cange (λ. ύπανδρος)· (πβ. μτχ. πανδρεμένος στο Meursius). Ο τ. παντρεύγω στο Βλάχ. και μέσ. σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Δ΄ 484, λ. παdρεύγομαι) και στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 713, λ. παντρεύγομαι). Ο τ. υπαντρεύω σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Η λ. στο Du Cange (λ. ύπανδρος), και σήμ.
    I. Ενεργ. 1) α) Ενώνω με γάμο, παντρεύω κάπ.: εδέχθη αυτόν ο βασιλεύς μετά πάσης τιμής και τον υπάνδρευσε με του Καντακουζηνού την θυγατέρα Ιστορ. δεσποτών Ηπείρ. 213· ήθελεν ποιήσει ψυχικόν και έπαινόν του μέγαν,| να υπάντρεψε την ντάμα Ζαμπέα με έναν καβαλάρην Χρον. Μορ. H 8532· (εδώ ειρων.): Αύριον την Πόλιν επαίρνομεν … και τας καλογραίας σας με τους Τουρκοκαλογέρους να παντρέψομεν Καναν. 72 Β· β) αποκαθιστώ, νοικοκυρεύω κάπ.: Αυτές ένι οι υπόληψες των πρωτινών ανθρώπων (παραλ. 1 στ.), οπού ’γαπούσαν τ’ αρφανά και επανδρεύασίν τα Γεωργηλ., Θαν. 608. 2) (Προκ. για γονείς) παντρολογώ, βρίσκω τον κατάλληλο (ή την κατάλληλη) σύζυγο για το παιδί μου: άφσ’ τον καιρό να πορπατεί …| και του κυρού σου η μάνητα έχει να σιγανέψει| και μ’ όποιο θες κι ορέγεσαι εκεί να σε παντρέψει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1628· ο κύρης μου όντε βουληθεί και θε να με παντρέψει| και δω πως γάμο ’κτάσσεται και το γαμπρό γυρέψει … Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1443· μου φαίνεται πως είν’ πρεπό και δίκιο να γυρέψω| κιανέναν άξο βασιλιό, γοργό να την παντρέψω Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 540. IΙ. Μέσ. (μτβ. και αμτβ.) παντρεύομαι κάπ., συνάπτω γάμο (με κάπ.): Περί εκείνου οπού παντρεύγεται γεναίκαν οπού του συγγενιάζει Ασσίζ. 26014· Εις την Ζάκυνθο επαντρεύθη και επήρε μία χήρα διά γυναίκα του Σουμμ., Ρεμπελ. 172· έστειλα τον Πανάρετο να πα να τση μιλήσει,| να συβαστεί να παντρευτεί Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 184· (με εμπρόθ. προσδιορισμό): όσο μπορέσεις γύρεψε να τηνε συργουλίσεις| να συβαστεί να παντρευτεί μ’ όποιο απ’ αυτούς θελήσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 427· ο λογισμός οπού ’βαλες μπορεί να σου περάσει,| να παντρευτείς με βασιλιό και ρήγα ωσά σου πρέπει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 473· (ως αλληλοπαθές): Τέτοιας λογής παράνομο ποιος ημπορεί ν’ ακούσει,| δυο αδέρφια ανάμεσά τωνε ποτέ να παντρευτούσι; Στάθ. (Martini) Γ΄ 298· Έλα να παντρευτούμενε κι εμείς τα δυο τα ξένα Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 594. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = έγγαμος: οι παντρεμένοι καλά στέκεται να μην υπάν αλλού εις άλλην γυναίκα Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 380r· Παιδιά και νέοι και γέροντες, κορίτσια, πανδρεμένες,| δεν είναι αυτές οι κεφαλές που βλέπομεν γλυμμένες; Πένθ. θαν.2 95· γυναίκα σαν νερό εγλήγορα συμπέφτει,| θες παντρεμένη και ανύπαντρη, όπου την ρίξεις, πέφτει Τριβ., Ρε 356.
       
  • παρά, 
    προθ., Ασσίζ. 12011, 1692, 19124, 27431, Διγ. Z 3978, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1385, 1668, Βέλθ. 540, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 811, 1526, Χρον. Μορ. H 6920, Χρον. Μορ. P 3623, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 652, Φλώρ. 247, 1534, Λίβ. Sc. 2411, Λίβ. (Lamb.) N 175, Λίβ. Esc. 1701, Χρον. Τόκκων 726, Μαχ. 26220, 37227, 4865, 63833, Βουστρ. 431, 472, Κυπρ. ερωτ. 1082, 1097, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 137v, 222v, 226r, 234v, 353r, Πανώρ. Β΄ 7, 99, 206, Γ΄ 150, 236, 532, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφ. 42, Α΄ 554, Β' 434, Δ' 308, 655, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1009, 1208, Β΄ 822, 1434, Γ΄ 703, Δ΄ 743, 1244, Ε΄ 1258, κ.π.α.· πάρα, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 15614.
    Η αρχ. πρόθ. παρά. Για τον τ., που απ. και σήμ., βλ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 181. Η λ. και σήμ.
    Α´ Πρόθ. I. Με γεν. 1) Τοπ. α) (για δήλ. στάσης σε τόπο): Μόνον ουκ είχεν κηπουρόν ο τηλικούτος κήπος| και το πολύ της ηδονής ελαττωμένον είχε| εκ του μη φαίνεσθαι τινά παρά του κήπου τότε Καλλίμ. 288· β) κοντά σε: Παρά σπιτιού ήβαλά τα (ενν. τα χοιρομέρια),| γιατί αν τα πάγω σπίτι μας δε λείπου χίλια μπράτα Στάθ. (Martini) Β΄ 187. 2) Από α) (για δήλ. αιτίας): Εάν γένηται ότι το ανδρόγυνον χωρίζεται παρά του θανάτου του ανδρός … Ασσίζ. 12125· Του Καλλιμάχου θάνατος από του μήλου μόνον| και πάλιν αναβίωσις αυτού παρά του μήλου Καλλίμ. 1328· β) (για δήλ. απαλλαγής): αν σωστεί εκ της τζουΐζας, εντέχεται να μείνει ελεύτερος με το κείμενον παρά εκείνου του φόνου Ασσίζ. 47517. 3) Ενάντια σε κ. (η χρ. τον 4. αι., βλ. Lampe, Lex., λ. παρά Α4): ουδέν έν γέγονεν ποσώς παρά ’ρισμού Κυρίου Παρασπ., Βάρν. C 458. IΙ. (Με δοτ., για δήλ. ποιητ. αιτ.) από: η κόρη μου κατέλαβεν, πλην ίστατο μακρόθεν,| άντικρυς εξεπίτηδες του παρ’ εμοί οράσθαι Διγ. Z 3097. IΙΙ. Με αιτιατ. 1) Τοπ. α) δίπλα· μπροστά σε: Τούτον (ενν. το βασιλιά των Ερώτων) ιδών ο Βέλθανδρος πίπτει παρά τους πόδας| και παρευθύς ο βασιλεύς ο των Ερώτων λέγει:| «Ανάστα …» Βέλθ. 495· β) (μέσα) σε: Εγώ γουν υπισχνούμαι σοι δείξαι σοι …| χρυσού μεγίστους θησαυρούς εν Μηνιάδι χώρᾳ,| εν Σούσοις και τοις Βάκτροις τε πολλούς αναριθμήτους,| ους έθεντο παρά την γην εμοί πρώτοι πατέρες Βίος Αλ. 3700. 2) (Για δήλ. προέλ. με αιτιατ. προσώπου) από: Ο δε βασιλεύς αυτίκα| ακριβώς το ερευνίζει,| τους γονείς αυτής ετάζει,| την αλήθειαν μανθάνει| και παρά τους γείτονάς της Πτωχολ. α 601· ως ακούετον παρά πάντας, τα τόσα δεν ήτον καθάριος από την πορνείαν και μοιχείαν Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 32v. 3) (Για δήλ. εναντίωσης, αντίθεσης· η χρ. ήδη αρχ., βλ. L‑S, λ. παρά GIII 4): Ασσίζ. 7523, 24, Λίβ. Sc. 2192, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 702. 4) (Για δήλ. χρονικής εναλλαγής· η χρ. μτγν., βλ. L‑S, λ. παρά CII 9): δίδου αλόην καθαράν κέρατος ενός το μέγεθος παρά μίαν ημέραν Ιερακοσ. 46731. 5) (Για να δηλωθεί το λιγότερο): Εκοιμήθη ο μέγας Κομνηνός ο κυρ Αλέξιος … βασιλεύσας έτη λγ΄ παρά μήνας γ΄ Πανάρ. 644. 6) (Για δήλ. ποιητ. αιτ.): ταύτη γαρ η συγγενεία ουκ έστιν η λεγομένη παρά τους Λατίνους σάγγηνα, παρά δε τους Ρωμαίους αφ’ αίματος λέγεται Ελλην. νόμ. 56629. Β´ Σύνδ. I. Συγκριτ. 1) (Εισάγει β΄ όρο σύγκρισης έπειτα από επίθ. ή επίρρ. συγκριτ. βαθμού) α) (με αιτιατ.): Προδρ. (Eideneier) I 238, Χρον. Μορ. H 6065, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 75, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 61v, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 307, 308, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ 832· (με προηγ. το παρκάτω): ειδέ και κοιμηθεί άνθρωπος της γυναίκας και παρκάτω αν έναι παρά τους ιβ΄ χρόνους, εξιάζει η ορμασία Ελλην. νόμ. 54121· πολλήν χαράν επήρα όνταν επέσωσα εις τον τόπον σας και εθάρρουν πως δεν είμαι παρκάτω παρά τον δικόν μου Μαχ. 53012· (ποσοτ., χρον.): απέρνα ο νεούτσικος με τούτα και με κείνα (παραλ. 1 στ.) διαβάζοντας καθημερινώς πλιο παρά πέντε χρόνους Τριβ., Ρε 112· ο άγγελος τον ηπήρε τον Αββακούμ εις την Ιουδαίαν, ήγουν εις την Ιερουσαλήμ, εις ολιγότερον παρά μίαν ήμιση ώραν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 220r· (με παράλ. του επιθ. ή του επιρρ.): Άλλη (ενν. πολιτική) είπε: «Πίνω το κρασίν παρ’ άνδρα ή γυναίκα» Σαχλ., Αφήγ. 822· δουλεύω τα παιδία σου παρά βαβάν καλλίστην Προδρ. (Eideneier) I 91· β) (με γεν.): Ω Αντήνωρ, αδελφέ μου,| δε μου αρέσκουσι τά λέγεις·| δύνασαι και άλλον λόγον| κάλλιον παρ’ αυτού να είπεις Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Η [414]· (με παραλ. του επιρρ.): η καρδία του δύναται παρά πάντων Σπαν. A 70· γ) (με βουλητική πρόταση): καλλιά έχω την γυναίκα μου παρά να βασιλεύσω Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2011· Ω θυγατέρα μ’ ακριβή και πλήσι’ αγαπημένη,| πλια παρά να ’σουν απ’ εμέ τον ίδιον γεννημένη Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1264]· κάλλια βαλθείν ήθελα την άμμο| με ιδρώτα, με πόθο να μετρήσω| παρά τέτοιο βοσκό να μη βουηθήσω Βοσκοπ.2 80· (εδώ λόγω βραχυλογίας· βλ. Κριαράς [Πανώρ. σ. 208]): εμνόξασίνε (ενν. ο Αλέξης και ο Γύπαρης) … (παραλ. 2 στ.) … εσάς καλύτερω βοσκώ παρά εκεινώ ν’ αφήσου Πανώρ. Ε΄ 154· γ1) (με παράλ. του επιθ. ή του επιρρ.): Γαμβρούς μελέτησε να βρεις να ’χουν κορμιά ακέραια| παρά να λείπουν αρετές και να ’χουσι δηνέρια Δεφ., Λόγ. 540· γ2) (με προηγ. το ειμή): Ξεύρω κι εγώ καλά να πω, μα θέλω να σωπάσω,| γιατί δεν έχω μετά σε ειμή παρά να χάσω Φαλιέρ., Ιστ.2 594· γ3) (με προηγ. το αλλιώς): είμαι θεά, πώς ημπορεί η χάρη σου να κάμει| αλλιώς παρά τη σήμερο δίκια ν’ αποφασίσεις Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. α΄ 105· δ) (με αναφορ. πρόταση): Τα οποία (ενν. τα λόγια των Γαλιλαίων) … πλέα ευκολότερα θέλουσι χαλασθεί παρά οπού σαλεύγει ο άνεμος το φύλλο Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 11617· να με αγαπήσεις περισσότερα παρά οπού με αγάπας Διγ. Άνδρ. 3594· Μα ’δά σου θέλει αντιμευτεί πλιο παρά που κοπιάζεις Φαλιέρ., Ιστ.2 187· η αυθεντία ουδέν ένι κρατημένη να δώσει πλείον τίποτες εκείνης της ζημίας, παρά όσον ένι άνωθεν λαλημένον, ότι ούτως ένι δίκαιον Ασσίζ. 19126· Περί του ζητών τό ουδέν χρεωστεί ή περίττου παρά τό χρεωστεί Ασσίζ. 17120· απήτις βρίσκω πλήρωμα και χάρη αντίς ζωή σου,| πλέο παρά τό χρειάζεσαι ας έχει η όρεξή σου Φαλιέρ., Ιστ.2 154· ε) (με επίρρ., συν. το ποτέ· βλ. και έκφρ. παρά ποτέ): Πλια παρά πρώτας τσ’ αγαπού (ενν. ο Αλέξης και ο Γύπαρης την Ανθούσα και την Πανώρια) Πανώρ. Ε΄ 297· Θωρώ κι εδά παρά ποτέ ο ύπνος το (ενν. το παιδί) ζαλίζει Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 489· ’Μορφότερη παρά ποτέ σ’ αυτής μου| στρέφεται με το κάλλος Κυπρ. ερωτ. 9445· ϛ) (με απαρέμφ.): γλυκυτέρα γουν η μάχη| εις τους άπαντας εφάνη| παρ’ ελθείν εις τας πατρίδας Ερμον. I 44· ζ) (πλεοναστικά με επόμ. την πρόθ. από): Άγωμε κι ακλουθώ σου| και πως το θέλεις πλιότερα παρ’ από με γροικώ σου Πανώρ. Γ΄ 396· Εμοίαζε όμοια του Τιμώνου του Αθηναίου εις την αναθεματισμένην φύσιν …· την ομοίαν φύσιν είχε και ετούτος ο αναθεματισμένος και τρισκατάρατος, τα πλέον κακά παρά από τους άλλους Σουμμ., Ρεμπελ. 171· η) (με ονομ. ομοιόπτωτα): Ξεύρε, καλλιά ’ναι ο θάνατος παρά σκλαβιά τσ’ ανθρώπους| που πρώτα ήσαν βασιλείς κι ορίζαν πολλούς τόπους Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 87. 2) (Εισάγει β΄ όρο σύγκρισης έπειτα από επίθ. ή επίρρ. θετ. βαθμού) περισσότερο από, καλύτερα από α) (με αιτιατ.): άγριος παρά θηρίον Χούμνου, Κοσμογ. 786· παρηγορήσου,| γιατί ’ν’ η τύχη μου κακή παρά την εδική σου Πανώρ. Α΄ 152· α1) (με τα επίθ. πας, άπας, όλος): Βέλθ. 766, Απολλών. 185, Φλώρ. 862· πολλήν υπεροχήν παρά τους πάντας έχεις Βίος Αλ. 717· ευμορφότατη υπήρχε (ενν. η κορασίδα)| και ωραιά τῳ είδει πάνυ| παρά τας γυναίκας πάσας Πτωχολ. α 510· Δύναμαι γαρ, παιδάκι μου, να δώσω θεραπείαν| μεγάλην εις το πάθος του παρά τον κόσμον όλον Καλλίμ. 1076· αργοκίνητον (ενν. άλογον) εις δρόμον,| στερεόν πολλά παρ’ όλα Πτωχολ. α 444· α2) (με τις αντων. άλλος, κ(ι)ανένας, κ(ι)ανένας άλλος): κατέχοντάς τον δυνατό (ενν. ο Πολύδωρος τον Ερωτόκριτο) παρ’ άλλο καβαλάρη,| ελόγιασε πως την τιμήν απ’ όλους θέλει πάρει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 15· Σήμερο καλορίζικη παρά γυναίκαν άλλη,| κερά Μηλιά, θα κράζεσαι Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 273· Κρήτη, που ήσουν ’παινετή στα πλούτη παρά άλλη Διακρούσ. 11221· Έναι γενναίος και ευγενικός και φυσικός αφέντης| παρά κανέναν σήμερα όλου του δεσποτάτου Χρον. Τόκκων 1366· Τέκνο μου, και γιατί ’θελες να λείψεις από μένα;| Εγίνης τόσα φρόνιμο παρά παιδί κιανένα! Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 356· ’Σ κίνδυνον μέγαν και βαρύν παρά κανέναν άλλο Διακρούσ. 897· τσι δύναμές σας σήμερο παρά φορά κιαμι’ άλλη| τυχαίνει όλες να βάλετε για να λευτερωθούμε Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. δ΄ 70· β) (με γεν.): Έστιν η πάονος πάντερπνον όρνεον παρά πάντων των πετεινών Φυσιολ. (Zur.) ΧIIIΙ1· γ) (με αναφορ. πρόταση): εφάνην τους όλους (ενν. τους καβαλλάρηδες) να πάρουν μέγαν σκοπόν παρά οπού επαίρναν Βουστρ. 451· δ) (με την πρόθ. από): ήτον (ενν. ο πατριάρχης Κύριλλος) άνθρωπος διδάσκαλος, σοφός παρά από όλους τους μαθηματικούς Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 55· το φίλο μου έβλαψα που πρώτα ηγαπημένη| σ’ είχε παρά από λόγου μου Ροδολ. (Αποσκ.) Γ΄ 274· ε) (με ονομ. ομοιόπτωτα): πρώτον πρέπει να αγαπούνται οι καλοί παρά οι κακοί Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 76· Λέγει εκείνη (ενν. η μαϊμού): «Ξέρω τον (ενν. τον Πειραιά), φίλος μου είν’ μεγάλος| και γνώριμός μου βρίσκεται παρά κανένας άλλος» Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 8818. 3) (Εισάγει β΄ όρο σύγκρισης έπειτα από επίθ. υπερθ. βαθμού): μη χαθείς στοχάζοντας τέτοιας λογής μεγάλο| αφέντη, αξιότατο παρά κιανέναν άλλο Πανώρ. Αφ. 26· Αυτός γαρ ο θαυμάσιος (ενν. ο Διγενής) άπαντας υποτάξας| φρικτότατος εδείκνυτο παρά τους απελάτας| τους τας κλεισούρας τας δεινάς κρατούντας και τας άκρας Διγ. Z 4194. 4) (Με προηγ. χρον. επίρρ.) α) (με ουσ. ή αντων.) πριν από κάπ. ή κ.: πρώτας ήρθες παρά με Ανέκδ. ιντ. κρητ. θεάτρ. Α΄ 36· η Ελισάβετ, η συγγενής σου, θέλει γεννήσει υιόν έξι μήνες ομπρός παρά εσέν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 226r· εβασίλευσαν δώδεκα βασιλείς ένας οπίσω από τον άλλον, οπού ήτονε ο βασιλεύς της Μηδίας ομπρός παρά τον Δάρειον υιόν του Άκτιμου Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 212v· τούτο ήτον ομπρός παρά την γέννησιν του Χριστού τριακοσίους εβδομήντα τρεις χρόνους Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 215v· β) (Εισάγει χρον. πρόταση) προτού (να): Εμπρός παρά να πλερωθούν οι ογδοήκοντα ημέρες,| εγίνετον θανατικόν μέγα εις το φουσσάτον Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 5394· εγώ έγινε ομπρός παρ’ αυτόν και ομπρός παρά να ήτον αυτός, και αυτός τυχαίνει να με προσκυνήσει εμένα, όχι εγώ αυτόν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 79v· Αφόντις εξημέρωσε, εις το παλάτι πάσι| να δώσουν την απόφασιν ομπρός παρά να φάσι Δεφ., Σωσ. 182· οι Τρώες άφηκαν πολλούς αποθαμένους,| πριν δε παρά να συναχθούν απέσω των κατέργων Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 1867· Πήγαινε ομπρός, πατέρα μου, κι εγώ ακλουθώ αποπίσω,| μα θε να δω τη μάννα μου πρι παρά να κινήσω Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 524· Τώρα λοιπόν κι εσύ, αδελφή, πριχού παρά να σώσεις| κι εις τούτο το κοινόν κακόν των γερατειών πλακώσεις,| κατάλαβε τες χάρες σου Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [683]· πρώτας παρά ν’ αλλάξω Πιστ. βοσκ. III 6, 77· επρόβλεπε (ενν. ο Γαβριήλ Σεβήρος) τες ταραχές και τους χειμώνας πρωτύτερα παρά να έλθουσι Χίκα, Μονωδ. 66· το φως εκείνο το μοναχόν οπού ήτονε πρώτα πριν παρά να βάλει (ενν. ο Θεός) τούτον τον ήλιον δηλοί τον μόνον Θεόν τον αληθινόν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 51r. IΙ. (Αντιθ. με προηγ. άρν.) αλλά: ο μισέρ Αντρίας δεν εκουργίασεν, παρά πάγει εις του παλίου Βουστρ. 492· ο Ρίτζος ήρτεν εις την χώραν … και πιστεύγω δεν ήρτεν άλλο, παρά να σε φουρκίσει, όχι σεν μοναχά, παρά και άλλους πολλούς Βουστρ. 500· Μηδέ τα ψάρια στο γιαλό να στέκου δε μπορούσι,| παρά κι εκείν’ αλλήλως τως αγάπην αγροικούσι Πανώρ. Γ΄ 104. Γ´ Επίρρ. 1) (Σε αποφατικές προτάσεις για δήλ. περιορισμού) α) αλλά μόνο, παρά μόνο: δεν είν’ η αγάπη κάτεχε παρά καλό περίσσο,| παρά ξεφάντωση πολλή, παρά χαρά μεγάλη Πανώρ. Β΄ 354, 355· ένα ερημονήσι εις το οποίον δεν εκατοικούσαν παρά άγρια ζώα Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 420· το λάδιν μου οπού αξίαζεν τότες πέρπυρα ρ΄ …, όνταν με επλέρωσες ουδέν αξιάζεν παρά πέρπυρα ν΄ Ασσίζ. 16129· Δορκύτα μ’, ωχ οϊμένανε, πώς να σε πω δική μου,| οπού δική μου δεν είσαι παρά εις καιρόν, ψυχή μου Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1372]· ουδέν του ένι εγγυτής παρά διά ι΄ πέρπυρα Ασσίζ. 31630· (με επόμ. βουλητική πρόταση): Δε μπορώ παρά να τση σιμώσω| να τη ρωτήξω ποια αφορμή τηνε πρικαίνει τόσο Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 15· όποιος εις την τύχη σου βρίσκεται δεν τυχαίνει| παρά να χαίρεται πολλά την ώρα π’ αποθαίνει Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 86· Δεν έν παρά να γένει Αλεξ. 265· (με επόμ. αναφορ. πρόταση): ουδέν παίρνει απέ τον καρπόν παρά όσον εντέχεται Ασσίζ. 7728· ουδέν ένι κρατημένος (ενν. ο οφειλέτης) να μου στρέψει παρά όσον του έδωκα Ασσίζ. 1565· (πλεοναστικά με επόμ. ή προηγ. τα μόνο(ν), μοναχάς): ουδείς γινώσκει την ημέραν και την ώραν του τέλους του παρά μόνον είς, ο Θεός Σεβήρ., Διαθ. 1893· δεν ζητά από μας ο Θεός άλλο παρά μόνον να πιστεύομεν και να πράττομεν όλα εκείνα οπού εδίδαξαν και ενουθέτησαν οι διδάσκαλοι της εκκλησίας μας Διήγ. πανωφ. 61· μηδέ λογιάσεις από με να ’χεις παρ’ έχθρα μόνο Πανώρ. Β΄ 372· μηδ’ άλλο πράμα δύνεται να με παρηγορήσει| παρά η θωριά σου μοναχάς Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 83· εις τούτη μου τη δούλεψη πλέρωμα να κατέχεις| το πως δε θέλω μοναχάς παρά το πρόσωπό σου| να το θωρώ πασίχαρο όντα περνώ απομπρός σου Πανώρ. Γ΄ 593· (επιτ. με προηγ. τα άλλος, άλλον τίποτας, κιανένας): Άλλην ουκ έχω παρά σεν Φαλιέρ., Ιστ.2 476· Το φταίσιμο πὀγίνη| δεν έκαμ’ άλλος παρά εγώ Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 41· η τιμιοτάτη γυναίκα απού δεν εφοβείτονε άλλον τίποτας παρά την αμαρτίαν Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 420· Σύμβουλε, ξεύρεις το καλά το πως παιδί κιανένα| παρά την Ερωφίλη μου δεν έχω καμωμένα Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 530· β) εκτός από: Αν πει κανένας κι άλλην παρά σέναν| αγάπησα ποτέ … Κυπρ. ερωτ. 2212· (πλεοναστικα με προηγ. το επίρρ. έξω): περί ποίων γραφών τών ουδέν εντέχουνται να ποίσουν δίκαιον έξω παρά η αυλή η ρηγική Ασσίζ. 1318. 2) (Επιτ. με επόμ. το επίρρ. πολλά) σε μεγάλο βαθμό, εξαιρετικά (πβ. παραπολύ και παραπολύς): Δε θέλω λείψει στά μπορώ να δω να του βουηθήσω,| γιατί ’μαι κρατημένη του παρά πολλά να ζήσω Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 416· ο γενεράλες ήτονε Κορνάρος παωμένος| κι έστεκεν ογιά τα Χανιά πάρα πολλά γνοιασμένος Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 15614. Εκφρ. 1) Παρ’ αξίαν = όπως δεν αξίζει, ανάξια: Τι, κολάκια σε πρέπουν,| δέσποτά μου, παρ’ αξίαν; Πτωχολ. α 361. 2) Παρά δαμίν = παραλίγο: ελαβώθησαν (ενν. ο Έκτωρ και ο Αίας) πλειστάκις| και παρά δαμίν ο μόρος| έπεμπεν αυτούς εις τάφον Ερμον. Μ 111. 3) Παρά διάβολου, βλ. διάβολος 1ζ έκφρ. 4) Παρ’ ελπίδα, βλ. ελπίς 1γ έκφρ. 5) Παρά λόγου = χωρίς λόγο: έπεσα εις τας χείρας σου κι είμαι εις φυλακήν σου| να με ονειδίζεις άσκημα, αδίκως παρά λόγου Χρον. Μορ. H 4175. 6) Παρ’ ολίγον, βλ. ολίγον Εκφρ. 8. 7) Παρ’ όνομα, βλ. όνομα Εκφρ. 3. 8) Παρά ποτέ = περισσότερο από ποτέ (πβ. και ΒΙ 1 ε): εδά πληθαίνει ο φόβος μου, εδά πληθαίνει η ζάλη·| απόφαση θε να γενεί παρά ποτέ μεγάλη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1368· η γλώσσα του (ενν. του Ρωτόκριτου) παρά ποτέ εγίνηκεν αηδόνι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 523· Ολόχαρον οψές αργά σ’ έθεκα, καλογιέ μου,| και με χαιράμενη καρδιάν ήμου παρά ποτέ μου Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 420. 9) Παρά τα πάντα = πάνω απ’ όλα: είναι (ενν. ο αφέντης ο σουρτάνος) εις μεγάλην αφεντίαν, μονοκράτωρ του μουσθλουμανείου και παρά τα πάντα είναι πολλά πλούσιος παρά σέναν Μαχ. 64211. 10) Παρά το πρώτον = (?) περισσότερο από πριν: όταν πεντήκοντα χρονών γενήσεται το ζώον,| τότε εκτρέχει ως καλός δρομεύς παρά το πρώτον,| τας νάπας και τας κοίλας τε και φάραγγας διώκει Φυσιολ. (Legr.) 74. 11) Παρά της ώρας = αμέσως: αν εις τον κόρφον του κανείς τούτο το μήλον βάλει,| άπνους, νεκρός να γένηται ευθύς παρά της ώρας Καλλίμ. 2554. 12) Παρ’ ώραν = πρόωρα: κρείττον είχε (ενν. ο Καλλίμαχος) το θανείν παρά καιρόν, παρ’ ώραν| ή τον της κόρης έρωτα απλώς υστερηθήναι Καλλίμ. 1045· ω αδελφή παμπόθητε, πώς εκαταδικάσθης; (παραλ. 2 στ.). Πώς δε παρ’ ώραν έδυνας και έσβεσας το φως μας …; Διγ. Z 424.
       
  • παρεμπρός, 
    επίρρ., Λίβ. N 1442, Χρον. Τόκκων 2106, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 22r, 42r, 76r, 118r, 132v, 141r, 156r, 228r, Σουμμ., Ρεμπελ. 168, 191, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 173, Προσκυν. α′ 11427, 12110, 1275, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 390· παραμπρό, Ροδολ. (Αποσκ.) Β́ 102· παραμπρός, Ασσίζ. 189, Λίβ. Esc. 1598, Μαχ. 41635, 44816, 46213, 6426, Τριβ., Ρε 221, Πορτολ. A 1167, Χρον. σουλτ. 5826, 10827, 1366, Αλφ. 1451, Πανώρ. Β́ 545, Έ́ 97, Ανέκδ. ιντ. κρητ. θεάτρ. Ά́ 80, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 552, Δ́ 427, Πιστ. βοσκ. I 4, 151, II 5, 247, Σουμμ., Ρεμπελ. 159, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 4429, 6530, 12716, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 2114, Έ́ 417, Θυσ.2 124, Στάθ. (Martini) Ιντ. Β́ 31, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [393], [824], Δ́ [464], Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 700, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 82, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 33224 κ.α.· παρομπρός, Καλλίμ. 1236, Λίβ. P 1489, Χριστ. διδασκ. 481.
    [Από την πρόθ. παρά και το επίρρ. εμπρός. Ο τ. παραμπρός στο Meursius, σε έγγρ. του 17. αι. (Ζερβογιάννης, Αμάλθ. 14, 1983, 97) και σήμ. Ο τ. παρομπρός στο Βλάχ. Τ. παραομπρός σε επιστ. του 15. αι. (Manouss., Θησαυρ. 13, 1976, 18, 37). Η λ. στο Φυλλ. Αλ. (Βελουδ.) 76.]
    1) (Τοπ.) πιο μπροστά, πιο πέρα, παρακάτω: επροφητεύσαντον οι μάντεις του (ενν. του Σέσωστρι) πως δεν τον συμφέρει να παγαίνει παρεμπρός, αλλά να στραφεί οπίσω Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 237· γυρεύγοντας να βρω δροσάν ήσωσα σ’ ένα πρίνο| και παραμπρός μου εφάνιστη κουτσουναράκι εκτύπα·| σιμώνω, βρίσκω το νερό στου χαρακιού την τρύπα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ́ 895· οπίσω να στραφούμε,| μηδέν υπάμε παραμπρός, μήπως εκεί χαθούμε Αλεξ. 1640· όποιος άνθρωπος θέλει να υπάγει εις την άκραν της γης, έως εδώ να έλθει και παρεμπρός να μην υπάγει Βίος Αλ.2 111. 2) (Προκ. για κείμενο) παρακάτω, στη συνέχεια: Θέλεις ακούσει παρεμπρός το κάμωμα το πλέον,| οπού εγίνετον αυτού σύντομα, εις την ώραν Χρον. Τόκκων 2854· εβασίλευσαν βασιλείς εξηνταπέντε τους οποίους θέλω τους γράψει εδώ παρεμπρός συνοπτικά έναν και έναν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 307r· απ’ αυτηνών (ενν. του Σηθ και της Ασουάμ) την γέννησιν εγεννήθη η Θεοτόκος, ... ώσπερ θέλετε ηκούσει εδώ παρεμπρός εις τούτο το βιβλίον Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 83v. 3) (Χρον., προκ. για το μέλλον) α) στο εξής, από τώρα και πέρα: διά οτόσο να ποίσεις με την βουλήν σου αρέσκει μου, και στερεώννω το και γω και τώρα και παραμπρός Μαχ. 3724· ως γοιον επορεύγεσθε παραπίσω, θέλετε διαβαίννειν και παραμπρός Μαχ. 35411· έχω την πρικαμένη| ζωή μου από πολύν καιρό ως εδεπά φερμένη·| κι εις τέτοιο τρόπο να περνά πάλι την είχ’ αφήσει,| ανέναι κι ήθελα μπορεί πλια παραμπρός να ζήσει Πανώρ. Γ́ 586· Τύχη μου, αν αποφάσισες να θες να μου γυρίσεις| το πρόσωπό σου, παραμπρός να ζήσω μη μ’ αφήσεις Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 24· β) αργότερα, κατόπιν, ύστερα: Τώρα σώπασε, σπουδάζω να υπαγαίνω,| και παρεμπρός να σε το πω, τώρα μη με αναγκάσεις Λίβ. Sc. 480· Τό επιθύμας έμαθες· τώρα ας αναπαυθούμεν| και παραμπρός καιρός έναι και πάλι να μιλούμεν Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2806. 4) (Χρον., προκ. για το παρελθόν) πρωτύτερα, προηγουμένως, στο παρελθόν, από πριν: αν την βουλήν σου παραμπρός είχες μου φανερώσει,| από καιρόν οχ την έγνοι’ αυτήν είχα σ’ ελευθερώσει Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [969]· δε μπορεί κανείς σωστή χαρά να πάρει| δίχως να γνώσει παραμπρός πρίκες πολλές και βάρη Πανώρ. Πρόλ. 86· Α θε να ’ρθεις ακλούθα μου, να μπεις κι εσύ στον κόπο,| μην έρθει άλλος παραμπρός και πάρει σου τον τόπο Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 580· Αγροίκα τώρα το λοιπόν, καθώς δασκαλεμένη,| την Ελισσέτα παραμπρός την έχω ερμηνεμένη Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [782]. 5) (Ποσ.) περισσότερο, επιπλέον: Αλήθεια λέσι, ο γνωστικός ντροπή ’ναι, α μεταγνώσει,| σφάλμαν ακόμη παραμπρός, το σφάλμα του α δε γνώσει Ροδολ. (Αποσκ.) Β́ 84· αν ξετάξεις παραμπρός, θέλεις ιδεί πως ’γγίζουν,| με την φωνήν τ’ Απόλλωνος, όλα και συμφωνίζουν Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [1120]· (προκ. για λόγο, ομιλία): Παραμπρός δεν εμάκρυνε (ενν. ο Καλόανδρος) το μίλημά του, διατί η Χρυσάνθη ... εσυγχύσθη Καλόανδρ. (Κεχ.) 407. Φρ. 1) Βάλλομαι παραμπρός = (αυτο)προβάλλομαι: ένι σουμπέρμπια της ψηλοσύνης, τουτέστι να θελήσει ο άνθρωπος πάντα να βάλλεται παραμπρός πασανού εις πάσα πράμα και εις πάσα τόπον Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 141. 2) Πηγαίνω παραμπρός/παρομπρός = α) συνεχίζομαι, εξακολουθώ: μην πάγει παραμπρός το σφάλμα το δικό σου| κι αν ήπεσες, παιδάκι μου, γείρου γοργό, σηκώσου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 1111· Αφήτε τσι τες διαφορές και παραμπρός μην πάσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 937· β) συνεχίζω: Ίντα τη θέλεις τη Φλουρού; Να πω για τη δουλειά μου·| μα πριν να πάγω παραμπρός, κατέχεις την καρδιά μου; Στάθ. (Martini) Ά́ 174· με τα τούτα δε μπορώ το λόγο να σφραγίσω| ούτε να πάγω παραμπρός, ούτε να παρατήσω Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 29622· γ) (προκ. για φήμες) διαδίδομαι: αν πάγει ο λόγος παραμπρός κι ο βασιλιός τ’ ακούσει,| μεγάλες κακοριζικιές έχου να μας ευρούσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 787· δ) προοδεύω, προκόβω: να πηγαίνει παρομπρός και να προκόβει Χριστ. διδασκ. 159· Λέγεις να υπάς παρομπρός, να κλάψεις, να θρηνήσεις,| να παραβλέπεις το κακόν και το καλόν να ποίσεις Αλφ. (Μπουμπ.) I 41· εφοβάτον την ρήγαινα και τον κοντοστάβλην, ότι εθώρεν τας πράξες τους πώς πηγαίνουν παραμπρός, και έπλησσεν και έθελε να ποίσει τρόπον να παρκατεβεί η συντροφιά τους Μαχ. 49826· ε) επεκτείνομαι, χειροτερεύω: εγώ με όμοια βοτάνια ηξεύρω να το ιατρεύσω, να μην υπάγει το κακόν παραμπρός Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 408. (Με άρθρο ως ουσ.) τα παρομπρός = τα περασμένα, το παρελθόν: Μπορείτε από τα παρομπρός που ’χετε γροικημένα| εσείς να τα λογιάσετε και μη ρωτάτε εμένα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ́ 1499. (Με άρθρο ως επίθ.) επόμενος, μελλοντικός: Όσας πικρίας αν έπαθες τους παραπίσω χρόνους,| τους παραμπρός γλυκύτητας θέλεις τους απολαύσει Λόγ. παρηγ. L 682.
       
  • πετώ, 
    Λίβ. P 1594, Λίβ. Sc. 1213, Λίβ. Esc. 3983, Λίβ. N 1622, Αχιλλ. (Smith) O 377, Ιμπ. 425, Αλεξ.2 1709, Ριμ. κόρ. 590, Κορων., Μπούας 32, Αχέλ. 701, 1539, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1082, Χρον. σουλτ. 8225, Ιστ. πατρ. 1551, Κυπρ. ερωτ. 134, 7537, Πανώρ. Γ́ 95, 485, Αλφ. 1181, Διγ. Άνδρ. 31931, 3848, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 256, 360, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [496], Φορτουν. (Vinc.) Β́ 56, Ροδινός (Βαλ.) 89, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 280, Διγ. O 1657, Διακρούσ. 8124, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 15317, 20814, κ.π.α.· παρατ. πέτουνα, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 17925· μέλλ. πτήσω, Ψευδο-Σφρ. 41631· αόρ. (ε)πέτασα, Γλυκά, Στ. 227, Καλλίμ. 1555, Ασσίζ. 19919, Βέλθ. 722, Πρέσβ. ιππ. 116, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 80, Λίβ. P 1579, 2558, Λίβ. Sc. 553, 1915, Λίβ. Esc. 1306, 1729, Λίβ. N 1339, 1524, Αχιλλ. L 713, 1179, Φυσιολ. (Legr.) 208, Αλεξ.2 1636, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1484, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 97, Κυπρ. ερωτ. 114, 2414, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 9327, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 77, Διγ. O 2750, κ.α.· απετώ, Λίβ. Esc. 1969, 2318, 3074, Λίβ. N 1710, Ιμπ. 128, Θησ. (Foll.) Ι 71, Αρμούρ. (Αλεξ. Στ.) 82, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 209r, 247r, Πεντ. Δευτ. XXVIII 49, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 594, 9115, Χρον. σουλτ. 896, 9016, Ιστ. Βλαχ. 2345, Ιερόθ. Αββ. 335, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [316], Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 141, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Έ 1503, Μπερτολδίνος 104, 141· μέσ. πετούμαι, Αχέλ. 1474, Κυπρ. ερωτ. 12617, Πανώρ. Β́ μετά στ. 537, Πιστ. βοσκ. IV 2, 178, Στάθ. (Martini) Γ́ 21, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ μετά στ. 94, Δ́ μετά στ. 188, Διακρούσ. 845, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 42421, 5076· παθ. αόρ. επετάσθην, Διγ. (Trapp) Gr. 141, Διγ. Z 908, 2919, Ερμον. Ρ 293, Λίβ. P 282, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΙΓ́ [106]· υποτ. παθ. αορ. πετακτώ, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 486· προστ. παθ. αορ. (β́ πληθ. πρόσ.) πετακτείτε, Ανέκδ. ιντ. κρητ. θεάτρ. Ά 68· μτχ. μέσ. ενεστ. απετούμενος, Πεντ. Γέν. I 21, 22, VII 8· πετάμενος, Ασσίζ. 2003, Διγ. Z 330, 3183, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2616, Παρασπ., Βάρν. C 194, 421· πετούμενος, Θησ. Έ [784], Χούμνου, Κοσμογ. 22, 60, 242, 448, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 154, Ζήνου, Βατραχ. 98, Δεφ., Λόγ. 107, Δεφ., Σωσ. 47, Πεντ. Γέν. I 20, VI 7, VII 3, 14, κ.α., Νούκ., Μύθ. (Παράσογλου) 1, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 137, 245· μτχ. παρκ. πετασμένος, Διήγ. πανωφ. 59.
    Το μτγν. πετάω (L‑S, λ. πετάννυμι). Ο τ. απετώ στο Somav., στον Κατσαΐτ., Ιφ. Έ 540 και σήμ. ιδιωμ. (Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ., λ. πετάω). Το μέσ. πετούμαι στο Somav. και σήμ. στο κρητ. ιδίωμα (Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ.). Ο μέλλ. πτήσω εσφαλμ. σχηματ. από πιθ. επίδρ. του μέλλ. πτήσομαι του πέτομαι και του ουσ. πτήσις. Για την υποτ. παθ. αορ. πετακτώ βλ. Χατζιδ., ΕΕΦΣΠΘ 1, 1927, 27. Οι μτχ. πετάμενος και πετούμενος και σήμ. λαϊκ. (Κριαρ., Λεξ., στη λ.). Η μτχ. πετασμένος στο Somav. Η λ. και σήμ.
    I. Ενεργ. Ά Μτβ. 1) Ρίχνω κ. σε κάπ. για να το πιάσει: εγράψασιν τα χέρια της πιττάκιν| και εις εμέν το απέταξεν Λίβ. Esc. 1689· Πάλιν πετά με την γραφήν, απλώνω, εκράτησά την Λίβ. P 1563. 2) α) Τινάζω, ρίχνω μακριά, εκσφενδονίζω: η σκλερία επέταξέν τους εις το καστέλλο Ρούζου, και ηύραν έναν καράβιν βενέτικον, και επήραν το Μαχ. 2029· Εμένα η ψη μου με βαστά να μπω σ’ ένα φουσσάτο,| με το σπαθί μου μοναχάς να ρίχνω απάνω κάτω,| να κόψω χίλιες κεφαλές, μέλη να τεταρτιάσω,| πόδια και χέρια να πετώ, κορμιά να ξεκοιλιάσω Στάθ. (Martini) Γ́ 218· ως ακλουθά καμιάν φοράν, ευθύς όταν βροντήσει,| στρόβιλος μέγας, φοβερός, και τον γιαλόν βρουχίσει| και άνωθεν ως τον ουρανόν πετά την μαύρην σκόνη ... Αχέλ. 1462· επέτ’ απάνω (ενν. η θάλασσα) έτσι ψηλά στα ύψη τα νερά τση,| που πασαένας έκρινε βροχές τα κύματά τση Ροδολ. (Αποσκ.) Ά 253· (σε μεταφ.): κύμα με δέρνει φοβερόν της αποχωρησίας,| πετά με κάτου εις άβυσσον της ποθοανελπισίας Λίβ. Esc. 1610· στον Άδην τους πετά συζώντανους ο Χάρος Απόκοπ.2 262· β) εκτοξεύω κ. εναντίον κάπ.: Έστησε (ενν. ο Τούρκος) τα καστέλλια του τρίγυρα (ενν. στα Χανιά) κι αρματώνει,| τα βόλια μέσα να πετά, να βρέχου σαν το χιόνι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1522· επετούσα| πέτρες απάνω των Τουρκώ Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 27116· οι χριστιανοί αρχίζου να πετούσι| μπάλες και μπόμπες στα τειχιά, ν’ ανοίγου, να χαλούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 38819· (σε μεταφ.): σ’ εμέ τα μάτια τση χίλιες φωτιές πετούσι| κι όλο μ’ αναλαμπάνουσι κι εκείνη δεν κεντούσι; Πανώρ. Β́ 377· φρ. πετώ τουφέκια/τουφεκιές = πυροβολώ: ήτανε όλοι (ενν. οι καβαλιέροι) με καρδιά, τουφέκια να πετούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 47818· Επιάσαν τα τουφέκια τως οι Τούρκοι και κινούσι| και σώνου προς τα κάτεργα και τουφεκιές πετούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 3942· γ) βγάζω έξω ορμητικά: Ενοίξασι (ενν. τα θεριά) τα στόματα, τρεις γλώσσες επετάξα,| εκάμα μουγκρισμό πολύ και τα μαλλιά ετινάξα Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 139. 3) Ρίχνω κάπ. κάτω: σύσσελλον τον επέταξα από το φαρίν του,| να κείται εκείνος παρεκτός και εκείθεν το άλογόν του Λίβ. P 951. 4) α) Απορρίπτω κ. ως άχρηστο: εσύραν το σχοινίν, εδήσασι τα χέρια,| τα πόδια μου κλαπώσασιν, τα πάντα μου πετάσαν,| εις φυλακήν μ’ εβάλασιν Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 213· β) (μεταφ.) διώχνω από τη σκέψη μου, ξεχνώ: άφες τα πάντα, παρεκτός ρίψε τα, πέτασέ τα,| έλα μετά με, Κλιτοβών, εις το Αργυρόν το Κάστρον Λίβ. Sc. 3095. 5) Αφαιρώ, απομακρύνω κ.: Μια κουρτελέα του ’δωκε (ενν. ο Πέτρος) κι επέταξε τ’ αφτίν του| και πάλι εξαναγιάγειρε να πάρει τη ζωήν του Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 3040· (εδώ προκ. για αποτρίχωση): άλλες βάνουν την κλωστήν| και απετούσιν (έκδ. απαιτούσιν· διορθώσ.) το δασύ,| και άλλες ξύουνται με γιαλία,| διά να εβγάζουν τα μαλλία Συναξ. γυν. 525. 6) Εκδιώκω, απομακρύνω βίαια κάπ.: «Πώς εδυνήθη» λέγει της (ενν. ο Βοϊβόνδας Πέτρος της μάννας του) φρόνιμα και με τάξιν| «άρχων ο Καντακουζηνός όλους να μας πετάξει» Αιτωλ., Βοηβ. 4· όλ’ οι Ρωμαίοι κει ’ρθανε, οπού ’τον προκομμένοι,| να πάνε να μαλώσουνε τον οχουθρό, να διάξου,| να πάρου τες τριντζέρες τως κι όξω να τους πετάξου Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 48524. Β́ Αμτβ. 1) α) (Προκ. για πουλί ή έντομο) πετώ, φτερουγίζω: Τέσσερα τρυγονόπουλα στους ουρανούς πετούσιν,| καθ’ ώραν υψηλώνουσι και χαμηλά θωρούσι Ερωτοπ. 706· αν ακούσεις τίποτε κτύπον μικρόν ομπρός σου,| κλαδίν ή χόρτον να σειστεί ή μύγα να πετάσει,| φεύγεις ώσπερ διάβολος εκ του θυμιαμάτου Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 332· (εδώ προκ. για τον Έρωτα): ευθύς εις την καρδίαν της ετόξευσεν (ενν. ο Έρωτας) απέσω| και εκ το δένδρον επέτασεν, εχάθην απομπρός της Αχιλλ. (Smith) N 1089· (εδώ προκ. για τον αρχάγγελο Μιχαήλ): Ποσώς ο αρχιστράτηγος σ’ αυτά δεν αποκρίθη,| αλλά από τον ουρανόν επέτα προς τα βύθη Αχέλ. 1333· β) (με την πρόθ. από + αιτιατ.) πετώ μακριά, απομακρύνομαι πετώντας: Και λίγες φορές τον θωρείς (ενν. τον αετό) να πετάσει από τα όρνια οπού δεν ημπορούν να χορτάσουν μοναχά τους απού δεν του ακλουθούσιν. Και λίγες φορές τον θωρείς να πετάσει απέ τα όρνια οπού δεν ημπορούν νά ’ρτουν ταπισά του διά να έχουσιν τούτον το φαν απού τους αφήνει Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 101 δις. 2) α) Κινούμαι γρήγορα, ορμητικά: Γιατί θώρεν κι ακλουθώ της,| έφευγεν ομπρός πετώντα Κυπρ. ερωτ. 11634· ’δέ νέφος όνταφ φεύγει ομπρό στ’ ανέμιν| ’δέ τόσα γλήγορα πετά ξουφάριν| γιον φεύγουν τούτης της ζωής οι χρόνοι Κυπρ. ερωτ. 1075· (σε παρομοίωση): εξώφευγε τσι κοπανιές κι ήβλεπε το σπαθί του| κι ωσάν αϊτός επά κι εκεί επέτα το κορμί του Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 1072· Τα χέρια και τα πόδια τως σαν άνεμος πετούσι| και σαν όντε βροντά ουρανός οι κοπανιές κτυπούσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 1813· ωσάν τον άνεμον πετά (ενν. η φωτιά) κι ηυρίσκεται όπου θέλει Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [1126]· β) ορμώ (να κάνω κ.): Λιοντάρι χρυσοπτέρυγο, στον κόσμο δοξασμένο,| γύρισε προς τον οχουθρό και γίνου μανισμένο·| πέταξε και ’ξολόθρεψε φουσσάτο του Οτομάνο Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 4989· οι Τούρκοι, να τ’ ακούσουνε, όλοι τως επηδούσα| και με βοή λέσι το ναι, κι εμπαίνα κι επετούσα| νά ’ρθου το γληγορύτερο στα ξύλα, να κινήσου,| νά ’ρθου στην πεθυμητική Κρήτη, να την πατήσου Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 14724· ο Τούρκος δεν εσύχαζε, μα ’πέτα να χαλούσι| τα σπίτια κι όλες τσ’ εκκλησιές, τη μπόρεση να δούσι| οπού ’χε το φουσσάτο του Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 26829· γ) πηγαίνω κάπου βιαστικά, σπεύδω: σπούδασον, φθάσον, πέτασε γοργόν επί το Μίλιν Προδρ. (Eideneier) IV 119 χφ H κριτ. υπ.· δ) κινούμαι προς τα κάτω με ορμή, πέφτω (Για τη σημασ. βλ. Τσαβαρή [Πουλολ. σ. 369]): ως το χαλάζιν να πετάς (ενν. συ, ορτύκιν) και ως κούρβουλον να πέφτεις,| και τα παιδία του αμπελικού να σε τσαλαπατούσιν Πουλολ. (Τσαβαρή)2 476. 3) (Μεταφ.) α) χάνομαι, εξαφανίζομαι: Ήργησαν πάντα, χάθησαν, έφυγαν, επετάσαν,| όλα τα εστερεύθηκα, ομοίως και το φως μου Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 488· οι δόξες είναι αστραπές που φέγγου, μα πετούσι,| κι εις ένα ανοιγοσφάλισμα των αμματιώ σκορπούσι Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 338· φτωχοί, τ’ αρπάτε φεύγουσι, τά σφίγγετε πετούσι,| τά περμαζώνετε σκορπού, τά κτίζετε χαλούσι Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 131· β) φεύγω, απομακρύνομαι: Οι λογισμοί επετάξασι, στον ουρανόν εφτάσα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 507· Ας ηξεύρει λοιπόν τούτο, αν ορίζει, το οποίον θαρρώ να μην επέταξεν από τον νουν της Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.) 14921· όποιος εμένα θέλει ευρείν, εισμιόν με θέλει σφάξει| και η ψυχή εκ το κορμίν σύντομα θε πετάξει Χούμνου, Κοσμογ. 204· γ) ξεφεύγω: Αφέντη μου πολύκαρπε, κοκκινομηλοφόρε, (παραλ. 2 στ.) κι εσύ με τα κολάκια σου και με την φρόνεσίν σου| επιάσες με στα βρόχια σου και ουκ ημπορώ πετάσειν Ερωτοπ. 472· Δεξιά μου κάθουνται οι έρωτες και αριστερά μου η αγάπη,| τα γόνατά μου αδυναμιάν, τα χέρια μου τρομάρα,| το στόμα μου αναροξιάν, δεν ημπορώ πετάσειν Ερωτοπ. 518· δ) (προκ. για το χρόνο) περνώ, φεύγω: ας την εξεφαντώσομε (ενν. την ομορφιά), ότι ο καιρός πετάει| και τρέχουν οι χρόνοι μας ομπρός, κι η ομορφιά μας πάει Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [695]. 4) (Μεταφ. προκ. για την καρδιά) «φτερουγίζω», χτυπώ δυνατά, σκιρτώ: τ’ όνομά του ως το ’γραψε (ενν. ο Ρωτόκριτος), στήν αγαπά ξανοίγει,| κι εκείνη εγροίκα την καρδιά το πως πετά, να φύγει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 536. 5) (Μεταφ.) χαίρομαι πολύ: Σαν ήμαθε την αφορμήν οπού το ρήγα κρίνει,| εφάνιστή του επέταξε κι ολόχαρος εγίνη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 1444. 6) (Προκ. για υγρό) πετάγομαι, εκτινάσσομαι, ξεχύνομαι: Δίδει (ενν. ο Πιλάτος) τονε (ενν. τον Ιησού) και γδύνουν τον, δένουν τον στην κολόνα| και σκουρτσάδες του δίδασι απού ’πέτα το αίμα Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 3363. ΙI. Μέσ. 1) α) Κινούμαι γρήγορα σαν να πετώ: τούτο και μόνον ήξευρα, να κάθομαι εις την σέλαν (ενν. του δάου),| του να πετούμαι εις ουρανούς και εις νέφη ν’ ανηβαίνω Λίβ. Esc. 3284· (σε παρομοίωση): καθώς λιοντάρι τρώγει (ενν. η φωτιά)| κι ως σίδερο σουβλίζει| κι ως άνεμος πετάται Πιστ. βοσκ. I 5, 17· β) περπατώ απαλά σαν να πετώ, αλαφροπερπατώ: Εμάζωνε (ενν. το φαρίν) τα ποδάρια του εις ένα τόπον και έπειτα ήπλωνέν τα και εφαίνετον ως ότι λεπτοπεριπατεί και ως χαμόθεν πετάσθαι Διγ. Άνδρ. 31917. 2) α) Κινούμαι γρήγορα και ξαφνικά προς κάπ. κατεύθυνση, ορμώ: Το Xάρον εκοιτάζανε στη μέση να πετάται,| να κόφτει Τούρκους και Ρωμιούς, Φράγκους να μη λυπάται Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 16719· μέσα εσύρθηκε στο μαγερειό και μπαίνει| τάχατες ογιά να χωστεί· κι εμένα τονε παίρνει| το αμμάτι μου και το ζιμιό στο μαγερειό πετούμαι Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 35· β) ορμώ, χυμώ, επιτίθεμαι εναντίον κάπ.: Άγρια λιοντάρια, αφήσετε τσι τρύπες και τα σπήλια| και πετακτείτε απάνω μου τούτη την ώρα χίλια Ανέκδ. ιντ. κρητ. θεάτρ. Ά 68· απήτις δώσουσι φωτιά, όλοι να πεταχτούνε| απάνω στους Αγαρηνούς, ογιά να τιμηθούνε Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 50011. 3) α) Τινάζομαι, εκσφενδονίζομαι: χέρια ην πολλά κομμένα, το σπαθί κρατεί καθένα,| και κεφάλια να πετούνται, σαν νεράντζια να θωρούνται Διακρούσ. 6955· (σε μεταφ.): Χίλιες απού τα μάτια τση φωτιές επεταχτήκα| κι εις την καημένη μου καρδιά την πληγωμένη εμπήκα Πανώρ. Ά 331· β) βγαίνω εντελώς, πετάγομαι (έξω): Είπασι πως κι οι γλώσσες τως εφαίνουντα καμένες,| όξω έναν γκυνόστομον να ήτον πετασμένες Διήγ. ωραιότ. 824· Άνοιξε τούτη (ενν. το σεντούκιν)· παρευθύς ο δαίμων επετάσθην Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2099· (σε μεταφ.): από τον Έρωτα οπού ήτον καθισμένος| ... σαν την μέλισσα, στα χείλη της χωσμένος,|εγροίκησα να πεταχτεί το ’ξυμυτό κεντρί του| και νά ’μπει μες στα σπλάγχνη μου μ’ όλην την δύναμίν του Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [263]. 4) (Προκ. για αφήγηση) αναφέρομαι σε κ.: Ομοίως και ο θεορρήμων Χρυσόστομος, οπού εσυναφέραμεν ομπρός, πούμπλικα και φανερά διδάσκει και φωνάζει (να πετακτούμεν πάλιν εις τα χρηστότατά του λόγια). Λέγει ... Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 486· Ας πετακτούμεν πάλιν από τούτα εις άλλα όμοια κάζη, οπού έχουν τοιούτην δύναμιν και όμοιον τρόπον Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 192. Φρ. 1) Ακοάς πετώ τινί = ακούω με προσοχή κάπ., «δίνω βάση» στα λόγια του: αν ακοάς πετάσωσι κριταί τοις κατηγόροις,| και πάντα παραδέχοιντο κακώς θεληματούντες, (παραλ. 2 στ.) ... τῃ μέθῃ του θυμού πάντες αναλωθώσι Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 271. 2) Απετώ πυρ εκ το πρόσωπον = είμαι πολύ θυμωμένος, εξοργίζομαι: πυρ απετά εκ το πρόσωπον (ενν. ο Αχιλλεύς), φαίνεται εκ τον θυμόν του·| εδά ας φυλάγεται Έκτορας, εάν θέλει να έχει ζήσει Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 7054. 3) Πετούμαι στ’ άστρα, βλ. Επιτομή, λ. άστρον 1α φρ. (β). 4) Πετώ εις τ’ άστρη, βλ. Επιτομή, λ. άστρον 1α φρ. (γ). 5) Πετώ στον αέρα = διαδίδομαι, εξαπλώνομαι: Ζήλεια κακή κι αντίδικη, δυσκολονικημένη (παραλ. 1 στ.), ξάπλωνε πούρι όσο θες και πέτα στον αέρα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 45911. 6) Πετώ στου ουρανού τα ύψη, βλ. ουρανός Φρ. 7. 7) Πετώ ’ς τσ’ ουρανούς, βλ. ουρανός Φρ. 1. 8) Πετώ ψηλά ψηλά = είμαι καλότυχος, ευτυχισμένος: ωσάν καράβι στο γιαλό με διχωστάς τιμόνι,| να λείπει το κατάρτι του, πάντα ζητά τον πάτο,| κι όποιος ψηλά ψηλά πετά, εύκολα δίδει κάτω Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 45822. Η μτχ. μέσ. ενεστ. ως επίθ. = που πετά στον αέρα, ιπτάμενος (συν. για πουλί): ο Νώε ευλόγησε την περιστεράν ... λέγοντάς της ότι να έναι ευλογημένη από όλα τα πετούμενα πουλία Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 98r· από τα όρνεα τα πετούμενα και από το συκώτι του προβάτου και από τα όνειρα εφαίνετον αυτεινών των παλαιών ότι ήξευραν τα μέλλοντα Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 209r· Τας δε κλίμακας ακωλύτως επήγνυον (ενν. οι Τούρκοι) και ανέβαινον ως αετοί πετώμενοι Δούκ. 35911· (σε μεταφ.): Βλέπω, Κύριε, πετούμενον δρεπάνι,| το μάκρος πήχες είκοσι, το πλάτος πήχες δέκα Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2526. Το ουδ. της μτχ. μέσ. ενεστ. ως ουσ. = πουλί, πτηνό: να ’ξουσιάσουν (ενν. οι άνθρωποι) εις ψάρι της θαλασσούς και εις πετούμενο του ουρανού και εις το χτήνο Πεντ. Γέν. Ι 26· συρνάμενα, πετούμενα, όλα να τα κυριεύγεις,| και πάντα με τη γνώση σου όλα να τ’ αφεντεύγεις Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1028· Συρνάμενα, πετάμενα, όλα, μ’ αυτά να ζείτε Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1508.
       
  • πληρώνω, 
    Σπαν. (Ζώρ.) V 223, Καλλίμ. 842, Ελλην. νόμ. 5828, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 56, Βέλθ. 278, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 376, Ερμον. Φ 294, Χρον. Μορ. H 122, 180, κ.α., Χρον. Μορ. P 960, 1000, Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 250, Φλώρ. 174, Σαχλ., Αφήγ. 280, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 326, Ερωτοπ. 634, Απολλών. (Κεχ.) 149, Λίβ. P 209, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 734, Αχιλλ. (Smith) N 1058, Αχιλλ. (Smith) O 444, Χρον. Τόκκων 2072, Χρησμ. I 52, Φαλιέρ., Ιστ.2 100, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 9, Θρ. Κων/π. διάλ. 49, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 868, Παρασπ., Βάρν. C 430, Αργυρ., Βάρν. K 434, Διήγ. Βελ. N2 18, Θησ. Γ́ [841], Σκλέντζα, Ποιήμ. 1188, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 522, Διήγ. Αλ. V 27, Αλεξ.2 2547, Κορων., Μπούας 36, Βεντράμ., Γυν. 107, Διήγ. Αλ. G 26640, Μυστ. παθ. 6, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 259v, Λουκάνη, Άλ. Τροίας [631], Ρίμ. θαν. 56, Βυζ. Ιλιάδ. 697, Πτωχολ. α 215, Αχέλ. 2529, Χρον. σουλτ. 2930, Zygomalas, Synopsis 162 Γ 50, Αρσ., Κόπ. διατρ. [427], Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 420, Κρασοπ. (Eideneier) AO 41, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά 633, Βίος Δημ. Μοσχ. 166, Σεβήρ., Διαθ. 19029, Ιστ. Βλαχ. 989, Διγ. Άνδρ. 3617, Μεταξά, Επιστ. 4842‑43, Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 372, Νομοκριτ. 103, Αγαπ., Βίος Ιωάσ. = Αγαπ., Δαμασκ. Βαρλαάμ 14610, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 22212, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Φιλήμ. 19, κ.π.α.· αόρ. επληρώσανσι, Αχιλλ. (Smith) O 707· πγερώννω, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 691· πλερώννω, Μαχ. 836, 837, 2230, 2625, Κυπρ. ερωτ. 8631, Κανον. διατ. Β 516, κ.α. πλερώνω, Ασσίζ. 62, 17329, 1786, Χρον. Μορ. P 6308, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 334, Απολλών. (Κεχ.) 674, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 496, 1251, Χρον. Τόκκων 331, 3175, Διαθ. Ακοτ. 14716, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 249, Μαχ. 15813 δις, 47411, Βουστρ. (Κεχ.) 2809, Αλεξ.2 1444, Διήγ. Αλ. G 27411, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 111v, 381v, Ξόμπλιν φ. 122r, Πεντ. Δευτ. XXIII 22, Αλφ. 108, Στ. Βοεβ. 31, Μηλ., Οδοιπ. 639, Αρσ., Κόπ. διατρ. [81], Άλ. Κύπρ. 1204, Δωρ. Μον. XXVII, Κυπρ. ερωτ. 9341, 12918, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 9, Έ 650, Ιντ. κρ. θεάτρ. Ά 48, Πιστ. βοσκ. III 6, 285, Κανον. διατ. Α 1097 τρις, Βοσκοπ.2 58, Σεβήρ., Διαθ. 19033, Ιστ. Βλαχ. 2162, Σουμμ., Ρεμπελ. 160, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 442, Δ́ 524, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 66, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 1287, Στάθ. (Martini) Γ́ 466, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.) 17319, Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 239, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 13156, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [1625], Λίμπον. 288, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 111, Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 54, Χριστ. διδασκ. 369, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 382, Γ́ 148, Λεηλ. Παροικ. 519, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1732, Hagia Sophia f 58611, Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ελεάζ. 1589, κ.α.
    Από αρχ. πληρώ και την κατάλ. -ώνω (ΛΚΝ). Ο τ. πγερώννω από πλερώννω με αποβολή του -λ- και ανάπτυξη ημιφώνου j (βλ. Χατζ., Γραμμ. κυπρ. διαλ. 191· πβ. αυτ. και σ. 41). Ο τ. πλερώννω από πλερώνω (Για το σχηματ. βλ. Χατζ., Λεξ. 13) σε έγγρ. του 15. αι. (Τσοπ., Συμβολές Β́ 414) και σήμ. ιδιωμ. στην Κύπρο (Λουκά, Γλωσσάρ., λ. πκερώννω και πλερώννω) και σε ιδιώμ. της Κάτω Ιταλίας (Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ. Δ́ 216). Ο τ. πλερώνω από πληρώνω με τροπή του άτονου i σε e από επίδρ. του γειτονικού υγρού συμφώνου (Kahane, Zeitschr. f. rom. Philol. 97, 1981, 110). Κατά Συμεων., Ιστ. κυπρ. διαλ. 189 πρόκειται επιπλέον για διατήρηση της αρχ. προφοράς του η ως e (βλ. και Γλωσσ. πραγμ. Κύπρ. 103). Ο τ. σε επιγραφή του 6. αι. (PHI 7), σε έγγρ. του 13. (LBG) και του 16.-18. αι. (Έγγρ. Σαντορ. 518, Βαρζελιώτη, Θησαυρ. 30, 2000, 330, Τραπεζούντιος, Νομοκ. 535 κ.α.), στο Βλάχ. και σήμ. (λαϊκ.)· για πιθ. πρώτη μνεία βλ. Rohlfs, Et. Wört., λ. πληρόω και Kretschmer, Glotta 12, 1923, 192. Τ. πκερώννω σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Λουκά, Γλωσσάρ., λ. πκερώννω και πλερώννω), πκιερώννω και πκιορώννω (Χατζ., Λεξ., λ. πκιερώννω). H μτχ. πληρωμένος μτγν. (TLG). Η λ. σε σχόλ. (TLG, LBG), σε έγγρ. του 13.-17. αι. [Συνθήκ. Καλλ. (Μέρτζ.) 268, Γράμματα Μετεώρ. 5415 κ.α.], στο Du Cange και σήμ.
    I. Ενεργ. Ά Μτβ. 1) Γεμίζω: εκλεκτούς γαρ μαργαρίτας| και πολύτιμους γαρ λίθους| και παμπλείστους θησαυρούς τε| επληρώσασιν (ενν. οι Έλληνες) τας νήας Ερμον. Ψ 61· ουδέ συμφθάνει ο ταπεινός ειπείν το «Κύριε ελέησον»| ή καν το κρασοβόλιν του οξίδιν να πληρώσῃ Προδρ. (Eideneier) IV 253. 2) (Προκ. για επιθυμία) εκπληρώνω, ικανοποιώ: νους αληθής ουκ αστοχεί, τόλμης επιτυγχάνει,| και τό ορεχθεί πληρώνει το, πότε ου δειλογνωμεί το Λίβ. Esc. 961· Ο Πτολεμαίος είπε του (ενν. του Κανδάλη)· «Πληρώνω τη βουλή σου,| έπαρε τον Αντίγονα και σύρε στη μητρί σου» Αλεξ.2 2271· (προκ. για ερωτική πράξη) ικανοποιώ τον έρωτά μου, ολοκληρώνω: να εσμίγαμεν τα δυο μας,| να επληρώναμεν αγάπην| των πολλών χρονών τον πόθον Ch. pop. 136· ολόγυμνην την έκδυσεν μετά λινού και μόνου,| το δε λινόν εις το εκ παντός ήτον ως άχνη μόνον·| και μετά πόθου του πολλού επλήρωσαν τον έρων Αχιλλ. (Smith) N 1334. 3) (Προκ. για ορισμένο χρον. διάστημα) συμπληρώνω: εκείνος έχει εις την μονήν καν δεκαπέντε χρόνους,| κι εσύ ακόμη ουκ επλήρωσες εξάμηνον ότ’ ήλθες Προδρ. (Eideneier) IV 73· ούτε γίνεται νόμιμος γυναίκα του ανθρώπου, ειμή ότε πληρώσει μετά του ανδρός αυτής τα ιβ́ έτη Ελλην. νόμ. 54110. 4) Ολοκληρώνω, τελειώνω, αποπερατώνω κ.: Ως είδον λοιπόν οι τέσσαρες τούτον παθόντα ούτως,| εστρέψασι και έτρεχον, έφευγον κατά κράτος,| και πλέως δεν εγύρισαν, πληρώνοντας τον δρόμον Διγ. A 3658· ατός του εστάθηκεν εκεί τότε ο Μέγας Κύρης| έως ου επληρώθηκεν το κάστρο της Δημάτρας Χρον. Μορ. P 8000· Ει δε και ου μη το δέξεται, πάλι να δευτερώσω| και να πλερώσω δώδεκα γραφάς και πάλε ως ιδούμε Λίβ. Esc. 1247· (σε μεταφ.): Είδα απ’ αύτου την Στοργήν και είχεν γραμμένα τούτα:| «Στέργετε εις την ασχόλησιν, ποσώς μη αποδημείτε,| η αναμονή καλόν έναι, πληρώνει ακέραιον πράγμα» Λίβ. Sc. 2· (προκ. για αφήγηση): Με θλίψες και με κλάηματα την διδαχήν πληρώνει (ενν. ο πατέρας του Ιμπέριου) Ιμπ. 216· (προκ. για το θάνατο) φέρνω στο τέλος κάπ.: πάγω κάτω εις Άδην| και σήμερον πληρώνει με ο θάνατος και υπάγω Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1776. 5) Εκτελώ, πραγματοποιώ κ.: οπού πληρώνει ορισμόν και του πτωχού δανείζει| εκείνος έναι φίλος του (ενν. του Θεού) και εκείνον τον χαρίζει| την άμετρον γλυκύτητα, τρυφήν του Παραδείσου Νεκρ. βασιλ. 111· αν έν’ το πράγμα δίκαιον, αν έναι και τυγχάνει,| πληρώνω, πράττω, οικονομώ, θέλω το, δέχομαί το Φλώρ. 169· α) (προκ. για συμφωνία, όρκο ή νόμο) τηρώ, σέβομαι: τες συμφωνίες κι ομόλογα, κρατώ τα αφυρωμένα·| στέργω να τα πληρώσομε άνευ κανενός δόλου Χρον. Μορ. P 690· ει μεν εύρω το ερώτημα και λόγον σου διαλύσω,| το στοίχημά μου η αυθεντία σου, εκείνον να πληρώσεις Διήγ. Αλ. Σεμίρ. B 320· επλήρωσαν τον όρκον τους και την υπόσχεσίν τους Χρον. Μορ. P 440· δόλος να μηδέν φανεί μέσον Αδάμ και Εύας| και να τεκνολογήσουσιν με θέλημα Κυρίου| και με τον τρόπον, τόν ακούεις, τον νόμον να πληρώσουν Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1571· β) (προκ. για μυστήριο) τελώ: εμείς να σε έχομεν γαπρόν και να σε προσκυνούμεν.| Ο Θεός γαρ σ’ εδόξασεν από του νυν να είσαι| και γάμους να πληρώσομε εις την πολλήν σου αδρεία Αχιλλ. (Smith) O 584· αφήκασιν την ταραχήν, επαύσασιν τας ύβρεις,| ειρηνικά, ανόχλητα επλήρωσαν τον γάμον Πουλολ. (Τσαβαρή)2 666· γ) (προκ. για προφητεία ή ρητό) εκπληρώνω, επαληθεύω: αφών το κιόνι έχετε κι αυτόν τον δημηγέρτην, |την προφητεία πληρώσετε του φιλοσόφου εκείνου Χρον. Μορ. P 894· φύλαττε την καθαρότητα του νοός ως πλούτον πολύτιμον αναβιβάζων αυτόν προς υψηλοτέραν εργασίαν και θεωρίαν ημέραν παρ’ ημέραν, διά να πληρώσεις τον λόγον του Χριστού Αγαπ., Βίος Ιωάσ. = Αγαπ., Δαμασκ. Βαρλαάμ 2344. 6) Αποφασίζω: όσον επλήρωσε η βουλή ότι να έχουν φύγει,| ο κατά είς εδιάβηκεν εις την κατούνα όπου είχεν Χρον. Μορ. H 3854. 7) Καταβάλλω χρήματα α) ως αντίτιμο, ως αντάλλαγμα για κ. (σε κάπ.): Εάν επήρες πράγματα εκ τους πραγματευτάδες,| καν τσόχες και ατλάζια καν λέχικους ταφτάδες,| κάμε καλήν διάκρισιν και πλέρωσέ τα όλα Ιστ. Βλαχ. 2153· Τούτο το γέρο πα να βρώ λοιπό να τον πλερώσω| για να μου δώσει ν’ αλειφτώ να ξανακαινουργιώσω Πανώρ. Ά 277· β) σε κάπ. ως αμοιβή για τις υπηρεσίες του: κάλεσ’ έναν ιατρόν (ενν. η γραία) για να την ιατρεύσει,| να τον πληρώσει ύστερα, ωσάν την θεραπεύσει Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 204· γ) ως εξόφληση μιας οφειλής, ενός χρέους: Δεν πληρώνει ο διδάσκαλός σας το χαράτσι των διδράχμων; Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. ιζ́ 24· Περί χρεώστου, αν αποθάνει και αφήσει διαθήκην κληρονόμον, τις πληρώνει το χρέος του Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 202192· αν ουδέν έχει απού πόθε να πλερώσει τούτα, ορίζει το δίκαιον να κόψουν το τρίτον της γλώσσας του Ασσίζ. 2103· δ) ως αποζημίωση για κ.: Προτεστιάζομέν σε να μας πλερώσεις όλες τες ζημίες όπου να μας γενούν Μαχ. 52822· Αυτού λέγει περί εκείνου του καβαλλάρη ... οπού στέλλει το κτηνόν του να το μαρετζασιάσει, τουτέστιν να το γιατρέψουν, και λαβώνει το ού ψοφά, πώς ο καλλικάς εντέχεται να το καλλιοτερίσει, ήγουν να τον πλερώσει Ασσίζ. 43231· ε) ως οικονομική βοήθεια: ειδέ αν δεν τα πάρει (ενν. τα βιβλία), τότες οι επίτροποί μου ας κάμουσι το μεγαλύτερο μόδο, διά να πλερωθούσι οι πτωχοί Σεβήρ., Διαθ. 19183· στ) ως δωροδοκία: οι κάκιστοι Εβραίοι επλέρωσαν τους στρατιώτας διά να ειπούν ότι ήλθαν οι μαθητάδες Του και εκλέψαν Τον Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 301r. 8) (Προκ. για δικαστική απόφαση ή ποινή) πληρώνω τα έξοδα της δικαστικής απόφασης ή χρηματική ποινή: Εάν γένηται ότι εγκάλεμαν γίνεται εις την αυλήν ... εντέχεται ο νικώμενος εκείνου του εγκλήματος να πλερώσει το δίκαιον της αυλής Ασσίζ. 12713· αμέ (ενν. ένι κρατημένος) να πλερώσει και την τιμωρίαν τήν εβάλασιν εκείνοι οπού ήτον το έγκλημαν εις την κρίσιν τους εκείνους, διά το ποίον να μείνει το δίκαιον, τουτέστιν να μηδέν εβγεί απέ την εξουσίαν τους και απέ τό να πούσιν Ασσίζ. 17620· και ένι ακόμη κρατούμενος να πλερώσει την τιμωρίαν, λεγόμενη πέναν ... εκείνος οπού ένι να πλερώσει το έγκλημαν εκείνον απού μένει το δίκαιον, τουτέστιν οπού να εβγεί απέ την εξουσίαν του και απ’ εκείνον τό να πουν Ασσίζ. 42910· το δίκαιον κρίνει ότι η αυλή θέλει να πάρει απέ τον Συριάνον ν́ πέρπυρα και ο Φράγκος ο δαρμένος ν́ σόρδια, διότι ο Συριάνος ουδέν πλερώνει δικαίωμαν παρά τον ήμισον νόμον, με το κείμενον και την ασσίζαν Ασσίζ. 48019. 9) α) (Μεταφ.) α1) Ανταποδίδω ένα καλό, ξεπληρώνω: Φιλοδωρίες, χαρίσματα είχαν από τον δούκα.| Και τότε ήλθεν ο καιρός όλοι να τα πλερώσουν Χρον. Τόκκων 1415· ουδέ την καλοσύνη σου την τόση| ο λόγος μου μπορεί να την πλερώσει Βοσκοπ.2 60· α2) ανταμείβω: α λάχει| κιανείς εκ τους στρατιώτες σου δύναμη τόση να ’χει,| την κεφαλή του (ενν. του Ρινάλδου) χάρισμα κομμένη να μου δώσει,| με μεγαλότατο ’ξασμό θέλω τονε πλερώσει Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Γ́ 34· Ο Θεός ο άγιος θέλει σου το πληρώσει,| και εις την μέλλουσαν ζωήν να το ανταποδώσει Ιστ. Βλαχ. 1853·   β1) ανταποδίδω ένα κακό, τιμωρώ: διατί εγώ δεν ηθέλησα να κάμω το θέλημα αυτηνού του δικαίου βασιλέως, διά τούτο με επλέρωσε πρικά και φαρμακερά Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 161v· όσοι σε εκατάκριναν, Θεός να τους πληρώσει,| και σένα εις τας χείρας σου, γοργά να σου τους δώσει Σταυριν. 831· «Δε θέλω λείψει», έλεγε, «ανταμοιβή να δώσω| κι ό,τι κακό εκάμανε για να τωνε πλερώσω» Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1659· β2) τιμωρούμαι: τούτο (ενν. το δοξάρι) ας τσακισθεί, τούτ’ ας πλερώσει| τον θάνατο οπού μόνιο μου ’χει δώσει Πιστ. βοσκ. IV 8, 280· μια κόρη απού δεν έφταιξε, να θέλεις να πλερώσει| τση μάνας της το φταίσιμο με μια απονιάν ετόση; Ανέκδ. ιντ. κρητ. θεάτρ. Β́ 27. B́ Αμτβ. 1) α) (Με μέση σημασ.) τελειώνω, σταματώ: Το ψωμί των επλέρωσε. Ο τόπος μακρύς. Το πού ν’ αγοράσει ουδέν έχει Gesprächb. 213‑4· αφόντις επέρασεν καιρός ολίγος και επλήρωσεν η σύγχυσις του γάμου, εσμίχθησαν ... και εγγαστρώθη η κόρη Διγ. Άνδρ. 32619· επλέρωσαν τα νερά από το φλασκί Πεντ. Γέν. XXI 15· β) (τοπ.) τελειώνει ο τόπος, στο άκρο της επικράτειας (Για τη σημασ. βλ. Ξανθ., B-NJ 2, 1921, 201): Αφού πληρώσει, δέσποτα, ο τόπος τόν δεσπόζεις,| έν’ τις δυνάστης βασιλεύς άλλας κατέχων χώρας Αχιλλ. (Smith) N 203· γ) (προκ. για ορισμένο χρον. διάστημα) φτάνω στο τέλος, συμπληρώνομαι, τελειώνω: Ο καιρός επλέρωσε και η βασιλεία του Θεού εσίμωσε· μετανοήσετε και πιστεύετε εις το ευαγγέλιον Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Μάρκ. ά 15· Επλήρωσαν οι χρόνοι σου, ω Αχιλλεύ, και συ τώρ’ αποθαίνεις Αχιλλ. L 1338· την ημέραν οπού επλήρωναν οι πενήντα ημέρες της Πεντηκοστής, ήσαν όλοι αντάμα εις εκείνον τον τόπον Σανκταμαύρας, Πράξ. Αποστόλ. (Κακ.-Πάνου) φ. 42v. 2) (Με μέση σημασ.) α) εκπνέω, πεθαίνω: Και τούτα είπε Δάρειος κι εδιάβη η ζωή του| και μετά ταύτα πλήρωσε, κι εβγήκε η ψυχή του Αλεξ.2 1394· (σε μεταφ.): και τα παιδιά σας να είναι, βόσκουν εις την έρημο σαράντα χρόνια και να σηκώνουν τις πορνιές σας ως να πλερώσουν τα κορμιά σας εις την έρημο Πεντ. Αρ. XIV 33· β) (εξ)αφανίζομαι, εξολοθρεύομαι: οργίστην ο θυμός του Κύριου εις το Ισραέλ και μετακούνησέ τους εις την έρημο σαράντα χρόνια ως να πλερώσει όλη η γενεά οπού έκαμεν το κακό εις τα μάτια του Κύριου Πεντ. Αρ. XXXII 13· και απατά δαρμός του Κύριου ήτον εις αυτουνούς να τους αφανιάσει από μεσοθιό το φουσσάτο, ως να πλερώσουν Πεντ. Δευτ. II 15. 3) (Με μέση σημασ.) συντελούμαι, ολοκληρώνομαι: Αύτη λοιπόν η χαρά η εδική μου επλέρωσεν Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ιω. γ́ 29· και γένος τέταρτο να στραφούν εδώ, ότι δεν επλέρωσεν το κρίμα του Αμορι ως εδώ Πεντ. Γέν. XV 16. 4) (Με μέση σημασ.· προκ. για προφητεία) εκπληρώνομαι, επαληθεύομαι: φιλόσοφος ευρίσκετον και προφητείες εποίκεν,| πολλά πράγματα έποικεν απέσω εις την Πόλιν·| άλλα επληρώσαν τον καιρόν οπὄμελλε να έλθουν,| και άλλα πάλιν μέλλασιν να έλθει ο καιρός τους Χρον. Μορ. P 885. 5) καταβάλλω ένα χρηματικό ποσό α) ως αντίτιμο για κ.: Και ύστερα οι χριστιανοί το έκαμαν εκκλησίαν, αμή τώρα τα κρατούν όλα οι Τούρκοι και πλερώνεις και εμπαίνεις και προσκυνάς Προσκυν. Κουτλ. 390 1396· β) ως εξόφληση μιας οφειλής, ενός χρέους: και αν ουκ έχει απόθεν να πλερώσει, κελεύει το δίκαιον να του κόψουν το τρίτον της γλώττας του διά να μηδέν εμπορήσει την αυλήν να κράξει ψεματαρία Ασσίζ. 46131· θέλω ξεκαθαρίσει για χίλια δουκάτα απού θέλω και να έχει το πολλά αγαπημένο μου παιδί ο Νικολάκης, ... και να πλερώσει ογιά λόγου μου, ωσάν ακόμη και ογιά κείνα απού μου ’δωκε εμένα Διαθ. 17. αι. 125. 6) (Μεταφ.) α) Ξεπληρώνω: αυτός επιθυμά εις το να πλερώσει διά τον αποστάτην και αχάριστον υιόν του, τον άνθρωπον Ροδινός (Βαλ.) 136· ο Θεός ηθέλησε να πλερώσει (ενν. διά το αμάρτημα του Αδάμ), διά να κερδέσει τον άνθρωπον Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 225r· β) τιμωρούμαι: αν συνέβη κανένα κακόν ενάντιο,| πρέπει ότι αυτός να πληρώνει με την παίδεψίν του Σουμμ., Ρεμπελ. 161· αν ’ξακονίσω τη λάψη του σπαθιού μου και να πιάσει με κρίση το χέρι μου, να στρέψω ξεγδίκωμα τους στεναχωρετάδες μου και τους μισωτές μου να πλερώσουν Πεντ. Δευτ. XXXII 41. II. Μέσ. Αμτβ. 1) Ικανοποιούμαι: αφήνω σας και πασαείς το τι χρωστεί κατέχει| και πληρωθείτε μέσα σας με της φιλιάς τα έχει Φαλιέρ., Ιστ.2 438· Τώρα, που νιες και τρυφερές είμαστε, ας πλερωθούμε| για τους καιρούς των γερατειών, οπὄχουν να μας βρούνε Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [697]. 2) (Προκ. για χρον. διάστημα) τελειώνω, ολοκληρώνομαι, συμπληρώνομαι: σαν εβγήκε ήλιος, τα δένδρη εμιλήσαν:| «Οι χρόνοι σου ’πληρώθησαν», είπαν και δεν αργήσαν Αλεξ.2 2134· Λόγιασε πως ο δρόμος σου ζυγώνει στο κονάκι,| η ζωή σου πληρώνεται, ζαρώνει το κορμάκι Γεωργίου ρήτορος, Στίχ. β́ 16· εμπρός παρά να πληρωθούν οι ογδοήκοντα ημέρες,| εγίνετον θανατικόν μέγα εις το φουσσάτον Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 5394. 3) α) (προκ. για αναμενόμενη ενέργεια ή γεγονός) πραγματοποιούμαι, ολοκληρώνομαι: επεί με λέγει ο λογισμός κι ο νους μου με το δίδει,| ότι εάν το ποθήσετε, ως φρόνιμοι όπου είστε,| το πράγμα θέλει πληρωθεί Χρον. Μορ. H 8541· τώρα ας κατέβει μετά μέ στον Άδην η ψυχή σου,| να ’χει κι εκεί τσι παιδωμές πάντα, καθώς τυχαίνει,| τόση μεγάλη σου ατυχιά να μείνει πλερωμένη Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 648· β) (προκ. για προφητεία ή ρήση) εκπληρώνομαι, επαληθεύομαι: και τότε επληρώθηκεν η προφητειά εκείνη· «ο είς μετακινήσεται και διώξει χιλιάδας» Παρασπ., Βάρν. C 252· όλοι μας θέλομεν ιδεί πίστευσε πλερωμένες,| τσ’ απόκρισες τ’ Απόλλωνος οπού ’χομε ακουσμένες Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [911]· Ιδού γαρ και πληρώνονται οι λόγοι των φρονίμων:| «Μυστήριον την γυναίκαν σου ποτέ σου μη την είπεις| πρόσεχε την γυναίκαν σου· άλλον εχθρόν ουκ έχεις» Σπαν. (Ζώρ.) V 223. 4) Πεθαίνω (Για τη σημασ. βλ. Αλεξ. Στ., Ακριτ. 49): σήμερον πλερώνεται (ενν. ο θαυμαστός Ακρίτης) και χάνεται εκ τον κόσμον,| εις νόσον γαρ θανάσιμον έπεσεν και αποθνήσκει Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1705. Φρ. 1) Πληρώνω την οδόν, βλ. οδός 2 φρ. (4). 2) Πληρώνω το χρέος = πεθαίνω: στο χέριν είχεν (ενν. ο Σγούρος Μπούας) κονταριά απάνω εις το οψάριν.| Και απ’ αυτήν απόθανεν, επλέρωσεν το χρέος Χρον. Τόκκων 1116. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = 1) (Προκ.για χρόνο) καθορισμένος, συγκεκριμενος: όσον να δράμει άλογον καλόν, πεπυρωμένον,| ούτως να κτίσεις και αυτός (ενν. την Κωνσταντίνου πόλιν) εις χρόνον πληρωμένον Διήγ. Βελ. N2 18. 2) α) Γεμάτος από κ.: αριστερόθεν πρόκεινται περβόλια πληρωμένα| φοινίκων περικύκλωθεν με πλίνθους πεφραγμένα Παϊσ., Ιστ. Σινά 1877· β) (Προκ. για φυτά) πλήρης, γεμάτος, ώριμος (Για τη σημασ. βλ. Χατζιδ., Πρακτ. Ακ. Αθ. 6, 1931, 403 και Αθ. 38, 1926, 22): εκατάπνιξαν τούτα τα επτά (ενν. αστάχια) τα καλά και τα πλερωμένα (ενν. αστάχια) Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 374r. — Βλ. και πληρώ.
       
  • πνεύμα 
    το, Σπαν. O 234, Γλυκά, Αναγ. 221, Ιερακοσ. 37417, Διγ. (Trapp) Gr. 941, Διγ. Z 1124, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1865, Σπανός (Eideneier) A 215, Χρον. Μορ. H 2754, Χρον. Μορ. P 2754, Βίος Αλ. 5405, Φυσιολ. (Legr.) 760, Δούκ. 3538, Θησ. Ί [971], Μάρκ., Βουλκ. 3501, Χούμνου, Κοσμογ. 222, Σκλέντζα, Ποιήμ. 24, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 4872, 5216, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 73, Κρασοπ. (Eideneier) AO 83, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 13v, 26v, Hagia Sophia ω 5256, Μορεζίν., Λόγ. 466‑7, Κυπρ. ερωτ. 1513, 673, 10462, Ανέκδ. ιντ. κρητ. θεάτρ. Α 151, Πιστ. βοσκ. I 5, 164, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 2910, Ιερόθ. Αββ. 334, Ψευδο-Σφρ. 3124, Βελλερ., Επιστ. 5432, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.) 417, Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 174, Έ 513, Διήγ. ωραιότ. 99, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [879], Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 139, Διακρούσ. 6834, Προσκυν. Μπεν. 54 16317, Προσκυν. Μεταμ. 50 11519, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Μάρκ. γ́ 11, κ.π.α.· πνέμα, Φαλιέρ., Ιστ.2 186, 243, Φαλιέρ., Ενύπν.2 44, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 535, 1628, κ.α., Πεντ. Γέν. VI 3, Αρ. XXIV 2, XXVII 16, 18, Πανώρ. Έ 303, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 272, Έ 32, 281, 519, 520, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Ά 1, Β́ 147, Σταυριν. 648, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 112, 115, 1043, Ροδολ. (Αποσκ.) Πρόλ. Μελλ. 91, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 16116· πνέμαν, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 3764· πνεύμαν, Κυπρ. ερωτ. 1911, 515, 1396· γεν. εν. πνεμάτου, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 48326· πνευμάτου, Ύμν. Παναγ. 11, Δεφ., Λόγ. 2· πνευμάτους, Sprachlehre 148.
    Το αρχ. ουσ. πνεύμα. Τ. πνέμμα(ν) σήμ. στο ροδιακό ιδίωμ., (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., όπου απ. και γεν. εν. πνεμμάτου). Ο τ. πνέμα και σήμ. ιδιωμ. (Κουσαθανάς, Λεξ. Μυκόν., Ζώη, Λεξ. Ζακ.2 Β′, Χαντζιάρας, Θεσσαλ. γλωσσάρ., Μιχαηλ.-Νουάρ., Λεξ.) και λογοτ. (ΑΛΝΕ). Ο τ. πνέμαν και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Η λ. και σήμ.
    1) Πνοή ανέμου· αέρας: Πρέσβ. ιππ. 80, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 345· Πώς άλλαξεν (ενν. ο έρωτας) την φύσην την δικήν του!| Τώρα ’ναι κρυός απού ’χεν τόσην βράστην,| πρώτα ’τον πνεύμαν τώρα ’ναι πετρένος Κυπρ. ερωτ. 1911. 2) Ανάσα: Διγ. (Trapp) Gr. 3430. 3) Αέριο στο εσωτερικό του σώματος: Νικ. Ιερόπ., Εκδ. ιατρ. 3 δις. 4) Το άυλο μέρος της ανθρώπινης υπόστασης: κάνει (ενν. ο πόθος) μια τσι δυο ψυχές και τα ξεχωρισμένα| κορμιά στον κόσμο ζούσινε μόνο με πνέμαν ένα Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 220· Οι Τούρκοι μέσα στέκασι, φρίξε, κορμί και πνέμα| που σαν τη βρύση μου ’πασι πως έτρεχε το αίμα! Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2033· (μεταφ.): και μία σάρκ’ αχώριστος εγένετο (ενν. ο ρήγας των Φραγκών) και αίμα| μετά τους Μωαμεθικούς ο κακούργος και πνεύμα.| Κι ουκ ήρκει η ομόνοια, ην έπραξε κι αγάπη| μετά τους Μωαμεθικούς, κι ανθρώπους δεν εντράπη ... Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 658· α) ιδ. το άυλο μέρος του ανθρώπου που χωρίζεται από τη σάρκα με το σωματικό θάνατο: Ιδές τα όσα έγραψα όλα να τα ποιήσεις,| διά την σωτηρίαν σου καλά να τα φροντίσεις,| ότι αυτά το ύστερον θέλουν σου δώσει χάρη,| οπόταν στείλει ο Θεός το πνεύμα σου να πάρει·| διότι είσαι άνθρωπος και ν’ αποθάνεις θέλεις Ιστ. Βλαχ. 2780· λέγει (ενν. ο Ιησούς): «Σ’ εσέ, Πατήρ μου,| το πνέμα παρατίθημι, Θεέ μου και Σωτήρ μου».| Τότε έκλινε την κεφαλή κι εμίσεψε το πνέμα Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 3857, 3858· β) ως έδρα συναισθημάτων: Λόγους τοιούτους ο πατήρ ακούων του φιλτάτου| ηγάλλετο τῳ πνεύματι, έχαιρε τῃ καρδίᾳ,| μετά πολλής της ηδονής τούτον (ενν. τον υιόν) εκατεφίλει Διγ. (Trapp) Gr. 1030· Τον Λάζαρον ανέστησεν (ενν. ο Ιησούς) κι εδώκεν του την χέραν| εις το μνημούριν βρομερόν την τέταρτον ημέραν.| Θωρώντα σ’ ενεδάκρυσεν με πνεύμα βουρκωμένον| και κατερώτα να του ’που, πού τον έχουν θεμένον Σκλέντζα, Ποιήμ. 1107· γ) ο νους, τα λογικά: ούλα τα κακά εβγαίννουσιν απέ την γούλαν, ότι εκείνη παίρνει το αθθυμητικόν και ’ξηλείβγει τον νουν και καταλύει την γνώσιν, ... αχαμνίζει το πνεύμα, μεθυά την γλώσσαν ... αρρωστά το κορμίν Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 145. 5) Το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας, το Άγιο Πνεύμα: Να είναι (ενν. ο βασιλεύς) ευσεβέστατος, υπέρμαχος εις όσα εδογματίσθησαν διά την Αγίαν Τριάδα, διά τον Θεόν Πατέρα, διά τον Υιόν αυτού τον Χριστόν και διά το Πνεύμα το Άγιον Zygomalas, Synopsis 145 Β 21· Εκεί και ο εμός Χριστός υπό του Ιωάννου| βαπτίζεται ως άνθρωπος εν ρείθροις Ιορδάνου,| ο ουρανός γαρ έσχισεν, το Πνεύμα καταβαίνει,| περιστερά ολόφωτος επάνω του αναβαίνει Προσκυν. Ιβ. 535 971· Ω ο Πατήρ και ω Υιέ και Πνεύμα ευλογημένο,| συμπάθιο εις τους αμαρτωλούς, Πνεύμα χαριτωμένο Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 5222, 5223· Εκεί και το παράκλητον Πνεύμα τοις αποστόλοις| εξ ουρανόθεν εκ Πατρός κατήλθεν επί όλοις,| εφώτισεν, εδίδαξεν και συντήρησέν τους,| το Πνεύμα το πανάγιον πάντας αγίασέν τους Προσκυν. Ιβ. 845 628, 631· (ως τοπων.): Και τ’ άλλο μέρος (ενν. οι σολντάδοι) βγαίνουσι στου Δερματά ’ποκάτου| στην πόρταν οπού κράζανε κάτω στ’ Αγιού Πνεμάτου Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 48326. 6) (Συνηθέστ. σε πληθ.) υπερφυσικό ον: Πνεύματα ‑ δεν κατέχω| των ουρανών να πω για κάτω τ’ άδη‑ |οπού με τόσον πόνον| φουσκώνετε τον νουν μου Πιστ. βοσκ. V 5, 411· έξελθε, πονηρόν και ακάθαρτον πνεύμα, πρόδρομε του αντιχρίστου Σπανός (Eideneier) B 38· Ω πνεύματα ουρανικά, πού ’στε και δε θωρείτε| σήμερο την τρομάρα μου, το δίκιο μου να πείτε; Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 139· ούτε άστρα εισίν (ενν. οι κομήται), ούτε δαιμονικά πνεύματα Ψευδο-Σφρ. 5185· η κακία έχει τα της κακίας πνεύματα, όπου πασαένα και πολλά μαζί περιτρέχουσι τον άνθρωπον τον έρημον και τον σπουδάζουσι ή εις ένα ή εις άλλον πάθος Πηγά, Χρυσοπ. 306 (4)· Ούτως νοητέον και επί την ονομασίαν των βουλκολάκων· ήγουν βουλκόλαξ· ου μην πνεύμα διαφθείρον ζωήν ανθρώπων ετάχθη η ονομασία αυτών ή διασπαράττον σώματα ανθρώπινα, αλλά κατ’ ετυμολογίαν γραμματικής, ως άνω ειρήκαμεν, λέγεται βουλκόλαξ δήλον βούλκος λάκκου ήγουν σήψις Μάρκ., Βουλκ. 3449. Εκφρ. 1) Κατά πνεύμα = (ως επιθετ. προσδ.) πνευματικός: Ευγενέστατε, εντιμότατε και ενδοξότατε άρχων κύριε Ιωάννη Καλλέργη, υιέ κατά πνεύμα αγαπητέ της ημών μετριότητος χάρις είη σοι και ειρήνη παρά Θεού Παρθεν., Γράμμ. 2272. 2) Μαύρα πνεύματα, βλ. μαύρος (Ι) Εκφρ. β. 3) Σφραγίς του πνεύματος = (εκκλ.) το χρίσμα: Εγώ γαρ (ενν. ο υιός του Παγιαζήτ) ομολογώ ότι χριστιανός ειμι, συ δε (ενν. ο βασιλεύς των Ρωμαίων) τον αρραβώνα της πίστεως και την σφραγίδα του πνεύματος ου δίδως μοι. Γίνωσκε τοίνυν, θανών αβάπτιστος, έχω κατηγορίας φέρων κατά σου εν τῳ κριτηρίῳ του αδεκάστου Θεού Δούκ. 13518. Φρ. 1) Απολιγαίνει το πνεύμα μου, βλ. απολιγαίνω 2 Φρ. 2) Αποφυσώ πνεύμα, βλ. αποφυσώ Ά φρ. α. 3) Έλκω πνεύμα, βλ. έλκω 2. 4) Παραδίδω το πνεύμα (μου), βλ. παραδίδω Φρ. 4.
       
  • πολυαγαπώ, 
    Καλλίμ. 3, Βέλθ. 992, Αχιλλ. L 263, Φαλιέρ., Ιστ.2 521, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 10, Φαλιέρ., Θρ. (Bakk.-v. Gem.) 89, Παρασπ., Βάρν. C 222, Αργυρ., Βάρν. K 218, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 774, 3648, 3933, Πανώρ.2 Δ́ 316, Ανέκδ. ιντ. κρητ. θεάτρ. Ά 27, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 327, 484, Ιντ. κρ. θεάτρ. δ́ 2, Πιστ. βοσκ. V 2, 149, Διγ. Άνδρ. 36018, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2947, 40527, 51124, 55114, κ.α.· πολυηγαπώ, Χρον. Τόκκων 1403· μτχ. παρκ. πολυγαπημένος, Θησ. Ζ́́ [496], ΙΆ [912], ΙΒ́ [211] (ή γρ. πολληγαπημένος).
    Από το ά συνθ. πολυ‑ και το αγαπώ. Η λ. και σήμ.
    Αγαπώ πολύ: ηύρηκε τήν πολυγαπά κρυά και ματωμένη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 717· τη τζόγια εκείνη πιάνοντας η Αρετή στη χέρα| στολίζει τόν πολυαγαπά εκείνη την ημέρα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 2428. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. (πβ. και πολλαγαπημένος) = πολύ αγαπητός, πολύ προσφιλής: τη μάνα μου την πολυαγαπημένη Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 539· και το παιδίν εκίνησεν, πηδά, καβαλλικεύει| τον έμορφον τον μαύρον του, τον πολυαγαπημένον Αχιλλ. L 53· (προσφών. αγαπημένου προσώπου): Αδέλφι μου γλυκύτατον και πολυαγαπημένον Χρον. Μορ. P 2730· Τέκνο μου πολυέσπλαχνο και πολυαγαπημένο Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1330.
       
  • πρεπό, 
    επίθ. ουδ., Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 44, Πανώρ.2 Πρόλ. 7, Ά 179, Β́ 316, 343 κ.α., Ανέκδ. ιντ. κρητ. θεάτρ. Ά 125, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 156, 264, 430 κ.α., Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Γ́ 79, Κατζ. Ά 345, Δ́ 293, Ιντ. κρ. θεάτρ. δ́ 11, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 79519, 81914, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 532, 1847, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 585, 1010, Στάθ. (Martini) Ιντ. Ά 47, 233, Γ́ 141 κ.α., Ροδολ. (Αποσκ.) Ά 202, Γ́ 49, Έ 152 κ.α., Φορτουν. (Vinc.) B́ 118, Δ́ 377, Έ 139 κ.α., Πρόλ. άγν. κωμ. 19, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 40, Δ́ 110, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 38421, 41114, 4293, Ολόκαλος 5218· πρεπόν, Φαλιέρ., Ιστ.2 342, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 1813, Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ́ 106, Πιστ. βοσκ. IV 5, 37, 8, 58, Παλαμήδ., Βοηβ. 274, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 1410, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 1017 κριτ. υπ., Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 194, 1160, Ροδολ. (Αποσκ.) Ά 318, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [1403], Έ [1216], Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ανάστ. 401.
    Από το ουδ. του επιθ. ευπρεπής με μεταπλ. κατά τα δευτερόκλ. (Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 10, Γεωργακ., BZ 38, 1938, 101)· βλ. όμως και διαφορ. ετυμ. (<πρέπον (μτχ. του πρέπω) και καταβιβ. του τόνου κατά το σωστό) Ανδρ., Λεξ. Τ. πριπό σήμ. ιδιωμ. (Ζαφειρίου, Ιδίωμ. Σάμ.). Ο τ. πρεπόν στο Βλάχ. (λ. πρέπον), το 18. αι. (Δαβίδ 506) και σήμ. ιδιωμ. ως ουσ. (Κουσαθανάς, Λεξ. Μυκόν.). Γεν. εν. του πρεπού σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Χατζ., Λεξ., λ. πρεπόν το, Φαρμακ., Γλωσσάρ. 210, Γεωργακ., BZ 38, 1938, 101). Ο πληθ. πρεπά (τα) σε έγγρ. του 16. αι. (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 23, 1980, 464) και σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Παπαγγέλου, Κυπρ. ιδίωμ.). Η λ. σε έγγρ. του 16. αι. (Μαυρομάτης, Θησαυρ. 16, 1979), το 18. αι. (Δαβίδ 295, 522), σήμ. ιδιωμ. ως ουσ. (Γεωργακ., BZ 38, 1938, 101, Andr., Lex., λ. πρέπον, Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.2 Δ́ 576, λ. πρεπίδι, Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ., Ξανθιν., Λεξ. δυτικοκρ. ιδιώμ., Αλιπράντης, Λεξ. Πάρου) και λογοτ. (ΑΛΝΕ).
    1) α) Σωστό, δίκαιο, ταιριαστό, προσήκον, πρέπον: τη θυγατέρα μου πα νά ’βρω, να τση δώσω| λόγο για τούτη την παντρειά ...| Πρεπό μου φαίνεται κι αυτή ... να κατέχει| τούτο το πράμα παραμπρός Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 551· β) (σε περίφραση με το είναι, έναι, κλπ.· βλ. και είμαι Β́5) είναι σωστό, δίκαιο, ταιριάζει, πρέπει: με λόγια δεν έναι πρεπό να πολυφκαριστούμε,| μα με τα έργα ... Πανώρ.2 Δ́ 412· Να ’χει όργηταν ο Γύπαρης είναι πρεπό σ’ εσένα,| γιατί περίσσα βάσανα τον έχεις αξιωμένα Πανώρ.2 Έ 213· δεν πρέπει να σας πω και να σασε θυμίσω,| τι ’ναι πρεπό να κάμετε, γιατ’ είχε ’σται περίσσο Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Δ́ 66· πέτε τα καλορίζικα, σαν είν’ πρεπό, του γάμου Στάθ. (Martini) Γ´ 506· (συχνά με το επίθ. δίκιο, κ.τ.ό.): χρειά ’ναι να σου σιμώσω| ... ένα φιλί δροσάτο να σου δώσω.| Δεν ημπορώ να κάμω αλλιώς, ...,|  κι αδιαντροπιά μην πει κιανείς πως είν’ η εδική μου| γιατί ’ναι δίκιο και πρεπό να δροσιστού δαμάκι| τα χείλη απού ’πιασι για σε τόσες φορές φαρμάκι Πανώρ.2 Β́ 223· μου φαίνεται πως είν’ πρεπό και δίκιο να γυρέψω| κιανέναν άξο βασιλιό, γοργό να την παντρέψω (ενν. την Ερωφίλη) Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 539· πρεπό ’ναι και άξιον στην μάχην να στραφούμεν Αχέλ. 1979· με το ότι να: Είναι πρεπό ότι σήμερον εδώ, σ’ τούτα τα μέρη,| στον ήσκιον τούτων των δεντρών, νά ’ρθεις το μεσημέρι Σουμμ., Παστ. φίδ. Β [1039]· (στον παρατ.) για κ. που θα ήταν σωστό, όφειλε να γίνει (αλλά δεν έγινε): Τύχη, πρεπό δεν ήτονε τσ’ αγάπης μας τση τόσης| τέτοιο κακό κι αλύπητο τέλος ποτέ να δώσεις Ανέκδ. ιντ. κρητ. θεάτρ. Ά 45· από σιμά μου μοναχή δεν έπρεπε να φύγει (ενν. η Πανώρια).| Πρεπό ’τονε να στρέψομε σπίτι συντροφιασμένες Πανώρ.2 Β́ 423· Δεν ήτονε πρεπόν ουδέ τιμή μου|τέτοιας λογής αδιάντροπα να διάξω Βοσκοπ.2 210· γ) (σε θέση ουσ.) το σωστό, το πρέπον: πλιο δε γνωρίζει το καλό, μηδέ πρεπόν εγροίκα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 96· (συχνά με τα καλό, όμορφο, δίκιο, ’μοιαστό, κ.τ.ό.): είντα δεν κάνει ο Έρωτας σε μια καρδιά π’ ορίζει·| σαν τη νικήσει, ουδέ καλό ουδέ πρεπό γνωρίζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 1038· κρατείτε| μακρά τη δικιοσύνη ’ξορισμένη,| κι ουδέ πρεπό μηδ’ όμορφο θωρείτε Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 387· Ω κόσμε, πώς ’ξανάστροφα σε βλέπω γυρισμένο,| και πάσα δίκιο και πρεπό βρίσκεται κουκλωμένο! Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 4316· Κι αν αγαπά κι αν αγαπώ, ... (παραλ. 1 στ.) να ’ν’ άντρας μου ο Ρωτόκριτος, τότες κι εγώ να κάμω| κάθε πρεπό, κάθε ’μοιαστό, στον εδικό μας γάμο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 1688. 2) Έναρθρ. ως ουσ. α) το σωστό, το πρέπον, αυτό που αρμόζει: το φίλο κάνουσιν εχθρό, τον εδικό έχουν ξένο,| σαν τως μιλήσουν το πρεπόν εις πράμα κομπωμένο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Γ́ 136· οι βασιλιοί τό θέλου κάμνου πάντα,| και λείπουσι απού το πρεπό, δίχως να λέσι ογιάντα Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 332· (στον πληθ.): Σ’ τσι χρόνους είναι κοπελιά, μεγάλη είναι στη γνώση,| πολλά τσ’ αρέσουν τα πρεπά και τση τιμής η βρώση Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 556· Πούρι δεν είσαι πελελός, μα τα πρεπά κατέχεις Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 365· Μα είντα μου ’ξάζει να γροικώ και τα πρεπά να γνώθω,| εδά που σκλάβος βρίσκομαι και δούλος εις τον πόθο; Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 263· συχνά με το ρ. κάμνω: αθάνατον φήμην στον κόσμ’ αφήσαν| γιατί έκαμαν το πρεπόν Παλαμήδ., Βοηβ. 80· Άσκημον έκαμες κι εσύ πράμα πολλά σ’ εμένα,| μα εγώ ’χω μόνο τα πρεπά σιμά σου καμωμένα Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 400· τα πρεπά να κάμομε του γάμου Στάθ. (Martini) Γ́ 540· σε προσωπ.: η πίστη δεν αποκοτά μηδ’ η τιμή να εβγούσι,| ογιά τη ντήρησή τωνε, στον κόσμο να φανούσι,| και το πρεπό είναι σωπαστό και μόνο σιργουλεύγει| την τύχη Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 147· το πρεπό εκυβέρνα μου, με χαλινάρι, ακόμη| την όρεξή μου την κακή και τη σφαλτή μου γνώμη Ροδολ. (Αποσκ.) Ά 237· β) (σε περίφραση με το είναι) είναι σωστό, πρέπει, αρμόζει: δεν είναι το πρεπό σκληρότη έτσι μεγάλη| μέσα τση να ’χει καθεμιά Πρόλ. άγν. κωμ. 17· είν’ το πρεπό, μου φαίνεται, να σασε φανερώσω| ποιος είμαι Πανώρ.2 Πρόλ. Απόλλων. 9· άξιε θεέ, άλλοι το πρεπόν δεν είναι να γροικούσι| ποτέ τα παρακάλια σου, μα να παρακαλούσι| πρέπει όλοι εσέναν Ιντ. κρ. θεάτρ. Β́ 57· από καιρόν πολύ ήτονε το πρεπό μου| σιμά στην αφεντία σου να δείξω το όμπλιγό μου Λεηλ. Παροικ. Αφ. 1.
       
  • πριν, 
    επίρρ., Ασσίζ. 6310, 18513, 3926, Διγ. Z 3334, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 1867, Φαλιέρ., Ιστ.2 318 δις, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 169, 301, Μαχ. 449, 62029, Σκλέντζα, Ποιήμ. 72, Δευτ. Παρουσ. 98, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1961, Κορων., Μπούας 26, 56, Βεντράμ., Φιλ. 198, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 226v, 376v, Πτωχολ. α 915, Αλφ. 1445, Κυπρ. ερωτ. 355, 545, Πανώρ.2 Δ́ 334 κριτ. υπ., Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 121, Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ́ 197, Κανον. διατ. Α 1456, Διγ. Άνδρ. 3716, Ροδολ. (Αποσκ.) Έ 276, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 231, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 24316, Τζάνε, Κατάν. 218, κ.α.· πρι, Ασσίζ. 40222, Μαχ. 1434, 5625, 24821, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 274, 943, 3245, Βεντράμ., Φιλ. 185, Πανώρ.2 Ά 241, Γ́ 129, 130, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφ. 42, Πιστ. βοσκ. I 2, 187, 225, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 2056, Δ́ 129, Έ 701, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 131, Στάθ. (Martini) Β́ 179, Ροδολ. (Αποσκ.) Πρόλ. Μελλ. 85, Β́ 242, Γ́ 393, Έ 473, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [551], Λεηλ. Παροικ. 266, κ.α.· πριό, Ch. pop. 491· πρου, Θρ. Κων/π. (Mich.) 19.
    Το αρχ. επίρρ. πριν. Τ. μπρου στο τσακων. ιδίωμα (Κωστ., Λεξ. τσακων., λ. πριν). Ο τ. πρι και σήμ. ιδιωμ. (Κωστ., Λεξ. τσακων., Κόμης, Κυθηρ. Λεξ.). Ο τ. πρου σε έγγρ. του 12. αι. (Caracausi 484). Η λ. και σήμ.
    Ά Επίρρ. 1) Χρον. α) προηγουμένως, πρωτύτερα: Σοφιαν., Γραμμ. 81, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 301r, Σεβήρ., Διαθ. 19042· (με επόμ. το σύνδ. περί· βλ. ά. περί II2α)· β) (έναρθρ., στον εν. ή πληθ.· η χρ. ήδη αρχ.) στο παρελθόν, άλλοτε: Καλλίμ. 2251, Ασσίζ. 19616. 2) (Τοπ.) μπροστά: και πριν εμάς να σώσασιν στους οίκους τα ζαγάρια,| να ’δόθην λόγος κι έρχουνται οι λείποντες —καθάρια,| να ’δαμεν τις να ξέβηκεν εις συναπάντησίν μας Απόκοπ.2 249. Β́ (Ως σύνδ.· εισάγει δευτερεύουσες χρον. προτάσεις) πρωτύτερα, νωρίτερα: Ασσίζ. 830, Φαλιέρ., Ιστ.2 308· Η Δέσποινα παρακαλεί το Γιάννη να σιμώσου,| ογιά να δει το τέκνο τση πρι τονε θανατώσου Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 3539· Το γιατρικό στον άρρωστο δίδουσι πρι αποθάνει| και πρι βρομέψει τση πληγής βάνουσι το βοτάνι Πανώρ.2 Έ 167, 168· Δεν είμαι πρι μιλήσεις| προφήτης να κατέχω| το πράμα που θελήσεις να ζητήσεις Πιστ. βοσκ. II 2, 232· (με επόμενο το σύνδ. να πλεοναστικά· βλ. και ά. να IIIϚ́β): Ήξευρε, πάντων δέσποτα και των Ρωμαίων το κράτος,| πριν να πληρώσει τρίμερον, χάνεις την βασιλείαν Διήγ. Βελ. χ 319· Ήζεν όντεν εσώσασι, αμέ μιλιά δε βγάνει,| γιατί η φωνή του εχάθηκε πριν κείνος ν’ αποθάνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 1900· (με επόμενο το παρά (να)· βλ. και ά. παρά Β́I4β): Κράζουσιν τους πνευματικούς, συνάσσουν τους παπάδες, (παραλ. 1 στ.) και βάνουν και τους ψάλλουσιν πριν παρά ν’ αποθάνουν Πένθ. θαν.2 307· Δεν ξεύρω αν έ κι η Τίσβη μου η πολυαγαπημένη| πρι παρά μένα ευρίσκετο στο δάσο ερχομένη Ανέκδ. ιντ. κρητ. θεάτρ. Ά 28· (με επόμενο το ή): ένι λίμνη μεγάλη και συνάγονται τα θηρία, ώστε πιείν. Πριν ή τα θηρία συναχθώσι πορεύεται ο όφις και ρίπτει τον ιόν αυτού εν τῳ ύδατι Φυσιολ. 35521· (σε ιδιάζ. σύντ.): εάν ο γνήσιος εκείνος κληρονόμος αποθάνῃ, πριν του εις νόμον ηλικίας φθάσῃ, πάντα ταύτα ... έσονται τῳ κυρ Κωνσταντίνῳ Ψευδο-Σφρ. 27211. Γ́ (Ως πρόθ.) πιο μπροστά, νωρίτερα· (με γεν.): Περί της γυναικός της τεθνεώτης πριν του ιδίου ανδρός και τίνος εμπαίνει το μερτικόν της Ασσίζ. 13114· Ακμή δίδομεν και παρέχομέν σοι όλα τα μοναστήρια της κοινότητος ... δι’ εκείνο το πάκτο ό επληρώνετον εξ αυτών πριν της αρχής του παρόντος μούρτου Συνθήκ. Καλλ. (Μέρτζ.) 268· απελπισθήκετε όλοι και πριν θανάτου ήλθετε εις θάνατον Διγ. Άνδρ. 33415· (με αιτιατ.): Το λοιπόν ο ρήγας της Κύπρου ως φρόνιμος εμήνυσεν πριν τον καιρόν εις την Ρόδον να του πέψουν δ́ κάτεργα Μαχ. 16826· πριν δε το φέγγος το πρωί ευρίσκεται εις βράχος| ψηλόν ακατατήρητον έπεσεν το καράβιν Βυζ. Ιλιάδ. 422. Έναρθρ. ως επίθ. (η χρ. ήδη αρχ.) = προγενέστερος, προηγούμενος: Αχιλλ. (Smith) N 1882, Αλφ. 1513.
       
  • πρώτα, 
    επίρρ., Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 4128, Χρον. Μορ. H 293, 549, 1230, κ.α., Χρον. Μορ. P 703, 4249, Φλώρ. 1003, Λίβ. διασκευή α 782, Φαλιέρ., Ιστ.2 726, 737, Λίβ. Va 2631, Θησ. Γ́ [332], Θησ. (Foll.) I 88, Θησ. Πρόλ. (Κακλ.) 52, 158, 159, Καραβ. 50016, 18, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 21, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1155, Κορων., Μπούας 99, 108, Πεντ. Γέν. XXXIII 2, Δευτ. IX 18, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 396, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 268, 4723, 10826, Χρον. σουλτ. 9726, Μορεζ., Κλίνη φ. 11v, Κυπρ. ερωτ. 1911, 13, 9123, 1542, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 413, Βοσκοπ.2 340, Παλαμήδ., Βοηβ. 747, Μανολ., Επιστ. 1734, Σεβήρ.-Μανολ., Επιστ. 1718, Σταυριν. 49, Ιστ. Βλαχ. 119, 591, 1746, Διγ. Άνδρ. 40528, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 71, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 34v, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [1153], Έ [340], [796], Φορτουν. (Vinc.) Ά 412, Διακρούσ. (Κακλ.) 195, 363, 587, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 40318, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. ιζ́ 10, Ιω. ί 40, κ.π.α.· πρώταν, Ροδινός (Βαλ.) 189· πρώτας, Φαλιέρ., Ιστ.2 357, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1864, 2105, 2823, Αχέλ. 2502, Μορεζ., Κλίνη φ. 5r, Πανώρ.2 Αφ. 30, Ά 369, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφ. 72, Β́ 362, 394, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 13513, 1496, 3298 δις, Πιστ. βοσκ. I 2, 192, II 5, 181, III 6, 77, Φαλλίδ. (Παναγ.) 59, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 6534, 8522, 14917, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 820, 1621, Γ́ 436, Στάθ. (Martini) Ιντ. β́ 16, Διαθ. 17. αι. 114, Ροδολ. (Αποσκ.), Πρόλ. Μέλλ. 98, Ά 351, Β́ 457, Αποκ. Θεοτ. I 56, Φορτουν. (Vinc.) Ά 51, 374, Ιντ. ά 11, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 324, Γ́ 115, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 13521, 17419, 30219, Τζάνε, Φιλον. 58317, Τζάνε, Κατάν. 19.
    Το αρχ. επίρρ. πρώτα. Ο τ. πρώτας (με ανάπτυξη τελικού ‑ς αναλογ. με τα επιρρ. σε ‑ς· βλ. και Bakker, Cret. St. 1, 1988, 19, Κοντοσόπ., Γλωσσογεωγρ. κρητ. 52-54) στο Somav., σε έγγρ. του 17. αι. (Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 12, 1965, 110) και σήμ. στο κρητ. ιδίωμα (Ξανθιν., Λεξ. δυτικοκρ. ιδιώμ.). Η λ. και σήμ.
    1) Αρχικά, πρώτα πρώτα (συχν. με επόμ. τα: δεύτερον (ή) και τρίτον, τις λ. απέκει, έπειτα, ύστερα κλπ.): Διγ. (Trapp) Gr. 2278, Χρον. Μορ. H 231, Αρσ., Κόπ. διατρ. [880]· Πρώτας εντύσου κι ύστερα θέλομε συντυχαίνει Φαλιέρ., Ιστ.2 69· Εις τρία τον ελέχομε τον Ιησού, Πιλάτο:| πρώτας το έθνος μας λαλεί, ογιά να το χαλάσει, (παράλ. 1 στ.) Δεύτερο και τον Καίσαρη δεν τον αναγυρίζει, (παράλ. 1 στ.) Τρίτο, και ατός του γίνεται αυτόνος βασιλιός μας Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 3260. 2) Προηγουμένως, πριν, παλαιότερα: άρχισαν πάλε και εδυνάτωναν οι σεισμοί· ... είπαν πως να εσήκωσεν πάλι, επειδή είδον την θάλασσα οπού επλήθυνε, και το ταχύ εθαυματούργησε η χάρις του αγίου ... και είδαμεν την θάλασσα και εμέρωσε και έγινεν ωσάν πρώτα Διήγ. πανωφ. 60· Ο δε βασιλεύς Μαξέντιος ήλθε μετά παρρησίας μεγάλης να πολεμήσει τον μέγαν Κωνσταντίνον, λέγοντα ότι θέλει νικήσει αυτόν ως και πρώτα Χρον. 308· να φύγουσι τον πόλεμο, την παίδεψη την πλήσα| που πρώτας δεν ηξεύρασι, μα τότες τη γνωρίσα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 21016· (εδώ) από πριν, από παλιά: Τα γαρ φουσσάτα, ερωτική, και οι αγούροι του πατρός σου,| ου μη τολμήσουσιν, θαρρώ, σταθήναι έμπροσθέν μου,| διότι και πρώτα ξέρουν με και θέλουν με προσέχειν Αχιλλ. (Smith) N 1009. 3) (Σε σύγκριση, με επόμ. κυρίως το σύνδ. παρά· βλ. και Επιτομή παρά IIÁ4β) α) πρωτύτερα, πιο μπροστά: πρώτας ήρθες παρά με Ανέκδ. ιντ. κρητ. θεάτρ. Ά 36· (εδώ με την πρόθ. από): ήρθα πρώτας| ’π’ άλλοι βοσκοί ’δεπά, για να μη δούσι| ποια ’μαι Πιστ. βοσκ. IV 2, 221· (εδώ με το πριν πλεοναστικά): το φως εκείνο το μοναχόν, οπού ήτονε πρώτα πριν παρά να βάλει τούτον τον ήλιον, δηλοί τον μόνον Θεόν τον αληθινόν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 51r· β) καλύτερα, προτιμότερο: πρώτα να λάβω θάνατον κι εσείς όλοι μετ’ έμου,| παρά να διάβω απεδώ με τα φουσσάτα όπου έχω Χρον. Μορ. H 8396· πρώτα να λάβει θάνατον, παρά να σε αφιορκήσει Χρον. Μορ. H 1251· πρώτα ν’ απόθαναν και να τους ακληρήσαν,| παρά να τους εβγάλασιν εκ τα συνήθεια που έχουν Χρον. Μορ. H 7904. Εκφρ. 1) Πρώτα (και) αρχή(ς), βλ. Επιτομή αρχή Β́ 1 εκφρ. (2). 2) Πρώτας από όλα = πάνω απ’ όλα, κατ’ αρχήν: Λοιπόν, παρακαλώ σε πρώτας από όλα να δεχθείς μέσα εις την ψυχήν την πίστιν, και ευθύς να λάβεις το θείον βάπτισμα Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 5325. 3) Τα πρώτα, βλ. πρώτος II Γ’ Eκφρ. 4α. — Βλ. και πρώτις, πρώτον.
       
  • σάλαγος 
    ο, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Γ́ 91, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β́ 117, Γ́ 55, Πιστ. βοσκ. V 6, 243 (έκδ. σαν λόγος· διόρθ. Κριαράς, B-NJ, 19, 1966, 278).
    Από το μτγν. σαλαγέω. Η λ. και σήμ.
    α) Θόρυβος, βοή: Μα σάλαγο περίσσο| ’ς τούτα τα δάση τ’ άγρια μου φάνη να γροικήσω.| Οϊμένα! ποιο θεριό θωρώ; πόδια, βουηθήσετέ μου! Ανέκδ. ιντ. κρητ. θεάτρ. Α 23· β) φασαρία, αναταραχή: Όπου κι αν είναι (ενν. ο κύρης του Νικολό), εδεπά θέλει έρθει δίχως άλλο| να κάμει ταραχή πολλή και σάλαγο μεγάλο,| για να τους πάρει το ζιμιό, σα λέγει, τα τορνέσα,| κι όλους φωνιάζει στη φλακή πως θα τους βάλει μέσα Κατζ. Δ́ 34.
       
  • σμίξις 
    η, Χρον. Τόκκων 1999, Μαλαξός, Νομοκ. 187, 289, Πηγά, Χρυσοπ. 124, Σκορδύλης, Λόγ. Θεοτ. 450703, Γεργάν., Εξήγ. Αποκ. 88, 176, Διγ. Άνδρ. 37226, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 1481 ιθ́ 3, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [1014], Χριστ. διδασκ. 70, 379, 382, 423, Βουστρ. Μεταφρ. 255, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Γαλ. β́ 9· έσμιξη, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Έ́ 473, 532, 782, 1230, Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 405, 450, 622, Β́ 463, Γ́ 199, Έ́ 104· έσμιξις, Διγ. Z 252, Ασσίζ. 3341, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1539, 1544, 1582, 1583, Μετάφρ. "Χαρακτ." Θεοφρ. 126, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 10936, Χριστ. διδασκ. 419, 426, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Κορ. Ά́ ιέ́ 33, Β́ ς́ 14, Ρωμ. ιγ́ 13· σμίξη, Διγ. Z 2123, Ανέκδ. ιντ. κρητ. θεάτρ. Ά́ 132, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 178r.
    Από το αρχ. ουσ. σύμμιξις (Ανδρ., Λεξ., λ. σμίξη). Για το σχηματ. των τ. με προθετ. ε βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́ 232. Ο τ. έσμιξη σήμ. ιδιωμ. (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ.) και λογοτ. (ΑΛΝΕ) και ο τ. έσμιξις στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. Β́ 545). O τ. σμίξη στον Κατσαΐτ., Θυ. Έ́ 483 και σήμ. λαϊκ. Η λ. σε έγγρ. του 11.-16. (TLG, Caracausi) και στο Βλάχ.
    1) Σύνδεση, συνένωση· (συνεκδ.) το σημείο ένωσης δύο αντικειμένων, ο αρμός: Έσωθεν ως εξώθεν| εφαίνετό σου μάρμαρον ένα γλυπτόν υπάρχει| η τσάμπρα η πανεξαίρετος· όλη ην καλά κτισμένη·| σμίξιν ουκ έβλεπες ποτέ ετέρου λιθαρίου,| τοσούτον κατεκάλυνε το έργον ο τεχνίτης Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 6408. 2) Ένωση (φυσική ή πνευματική): το σώμα του ανθρώπου με όλα τα μέλη έχει μίαν έσμιξιν αχώριστον Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 1081· Εκολλήθηκε γαρ πρεπόντως η ψυχή αυτεινού (ενν. του Ιωάσαφ) οπίσω του Χριστού, εσμίγοντας μετ’ αυτόν με μίαν έσμιξιν αχώρισθον Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 16340· (εδώ προκ. για την ψυχή και το σώμα κατά τη Δευτέρα Παρουσία): Έστι δε η ανάστασις έσμιξις πάλιν ψυχής τε και σώματος. Διατί αυτό το σώμα, το σαπημένον και διαλυόμενον, θέλει ανασταθεί, να γενεί αχάλαστον Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 5439. 3) Σαρκική ή ερωτική ένωση· α) σεξουαλική πράξη, συνουσία: Καθώς όταν σμίξει η πέτρα με το σίδηρον και κτυπηθούν, εβγαίνει φωτία, ούτω και από την σμίξιν του ανδρός και της γυναικός, εν τῳ άμα, Θεού οικονομίᾳ, σώμα συν τῃ ψυχῄ γίνεται Γιατροσ. Ιβ. 20· από την σμίξιν οπού κάνει ο άνδρας με την γυναίκα γεννώνται τα κορμία ως καθώς έχει η φύσις Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) 17r· φρ. πίπτω εις έσμιξιν = συνουσιάζομαι: πολομούν (ενν. οι γυναίκες) ως πολομά η αρκούδα, το να στηρνιάσει κολακεύει τον άνθρωπον ή το ζώον το αρσενικόν, και το να ππέσει εις έσμιξιν μετά της, και ν’ αποστηρνιάσει τότε θανατώννει το Μαχ. 57427· β) γάμος: Εκέρδαισε τους κόπους του, ήσμιξε μετά κείνη·| στον κόσμον έτοια πεθυμιά και σμίξη δεν εγίνη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 630· (σε παροιμ. φρ.· βλ. Ερωτόκρ. Παροιμ. σ. 780): Λοιπόν αποφασίσετε το ρήγα, να κατέχει| το πώς η θυγατέρα σας σ’ τούτα όρεξη δεν έχει| και μηδέ θε να παντρευτεί, α δεν περάσου χρόνοι (παραλ. 1 στ.). Η έσμιξη που ’ναι στανικώς, οι φρόνιμοι λογιάζου,| μάχη ’ν’ κουρφή, βάρος πολύ, κι όχθρητα τηνε κράζου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 359· έκφρ. έσμιξη/σμίξις (του) γάμου = γαμήλια ένωση: Γροικά το κι ο Πολύδωρος, παράξενο του εφάνη| πως μ’ άλλον άντρα η Αρετή έσμιξη γάμου κάνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Έ́ 1168· Τα περί της σμίξεως του γάμου, ήγουν της πανδρείας γενόμενα Χριστ. διδασκ. 379. 4) α) Συνάντηση ανθρώπων, συγκέντρωση: απήλθομεν εις την Χαλυβίαν μετά του βασιλέως ..., ήγουν μετά την εν Κερασούντι εισέλευσιν αυτού και έσμιξιν μεθ’ ημών Πανάρ. 7333· β) λατρευτική σύναξη: εκείνοι οπού εδέχθησαν τον λόγον του (ενν. του Πέτρου) ... εκαρτερούσαν εις την διδαχήν των αποστόλων και εις την έσμιξιν και εις το κόψιμον του ψωμίου και εις τες προσευχές Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πράξ. β́ 42. 5) Συναναστροφή, σχέση· φιλία: Υιέ μου, βλέπε με πονηρούς ποτέ μη συντροφεύσεις,| μήδ’ εσεβείς μετ’ αυτεινούς ποτέ εις την χαράν τους.| Λείπε από την σμίξιν τους και από την ομόνοιάν τους Σπαν. (Ζώρ.) V 125· Δεν θέλουσι την έσμιξιν τ’ άρχου και την φιλιά του,| αμή όταν θέλουνε του φανεί, χρειάζονται την δουλειά του Δεφ., Λόγ. 355. 6) Ένωση ανθρώπων για εμπορικούς σκοπούς, συνεταιρισμός: Εάν λάχει ότι β́ ή γ́ άνθρωποι συντροφεύγουν εν τῳ άμα, ως ένι κουστούμιν, και πραγματεύγουνται, και γίνεται ότι πολομούν όρκον εν τῳ άμα εις τα άγια, εις την έσμιξιν οπού να πορευτούν με καλήν οδόν και με καλήν πίστιν εις την συντροφίαν, και λαχάνει μετά ταύτα ότι έχουν μεσόν τους καμμίαν αδυσκεψίαν … Ασσίζ. 843. 7) Πρόσμειξη, προσθήκη: με κάθε δίκαιον και πρεπούμενα αποστρεφόμεσθε κάθε λογής ανακατώματα και σμίξες οπού επανωβάλασι και επροσθέσασι, με τα σιχαντερά και μισητά όλα ευρέματα οπού εις τα Μυστήρια εράψασιν Χριστ. διδασκ. 154. 8) Συγκέντρωση βοήθειας, έρανος: έγιναν αυτοπροαίρετοι (ενν. αι εκκλησίες της Μακεδονίας) εις τούτο το έργον, παρακαλώντες μας με πολλήν παρακάλεσιν να δεχθούμεν εμείς την χάριν και την σμίξιν της διακονίας οπού γίνεται απ’ εκείνους εις τους αγίους Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Κορ. Β́ ή 4· εθέλησαν η Μακεδονία και Αχαΐα να κάμουσιν κάποιαν έσμιξιν εις τους πτωχούς, από τους αγίους οπού είναι εις την Ιερουσαλήμ Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Ρωμ. ιέ́ 26.
       
  • σπλαγχνικά, 
    επίρρ., Λόγ. παρηγ. L 293, Λόγ. παρηγ. O 298, Μαχ. 19626, Θησ. Γ́ [513], Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 509, Hist. imp. (Iadevaia) I 2233, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά́ [717], Γ́ [41], Δ́ [1260], Χριστ. διδασκ. 439, Διακρούσ. (Κακλ.) 1214· σπλαχνικά, Βέλθ. 73, Φαλιέρ., Ιστ.2 419, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 196, Αργυρ., Βάρν. Κ 294, Ch. pop. 333, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 298, 1078, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 545, Πανώρ.2 Αφ. 39, Ανέκδ. ιντ. κρητ. θεάτρ. Β 6, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 149, Γ́ 164, Έ́ 472, 584, 590, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά́ 1151, 2162, Β́ 1735, Γ́ 422, 660, Δ́ 1470, Έ́ 32, κ.α., Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 907.
    Από το επίθ. σπλαγχνικός. Ο τ. και σήμ. στο ποντ. ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.), καθώς και στο ΑΛΝΕ. Η λ. στο Βλάχ.
    1) α) Με αγάπη, τρυφερά, στοργικά, με συμπάθεια, καλοσυνάτα: αυτός (ενν. ο Στραγγιλιός) το τέκνον έλαβε σα να ’τον γκαρδιακόν του (παραλ. 2 στ.) να τ’ αναθρέψει σπλαχνικά μαζί με το δικόν του Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 1136· ... παιδάκια μου, ελάτε κοντά μου μέναν| να σας φιλήσω σπλαχνικά, παιδιά πεθυμημένα,| διατί τον καιρόν που λείπετε και ήστον εις τα ξένα,| αζήτουν πάντα να σας δω Θρ. Κύπρ. Μ 501· Μάννα μου πλιο δεν έρχεσαι στο στρώμα να με ντύσεις,| να με ξυπνήσεις σπλαχνικά και να με κανακίσεις Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 900· «Φίλε, ...,| εις το παλάτι πήγαινε, να δεις και να ξανοίξεις| στου βασιλιού το πρόσωπον αν είναι μανισμένος| γή πούρι και χαιράμενος και καλοκαρδισμένος·|κι α σου μιλήσει σπλαχνικά, για λόγου μου ρωτήξει,| γή ανάβλεμμα άγριο και θολό και γρινιασμένο δείξει,| νά ’ρθεις ζιμιό να μου το πεις ...» Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά́ 1913· απόσταν ευρέθηκα ’ς τούτο τον τόπο ξένος,| στ’ αφέντη μου τη δούλεψη πάντα ’μου προκομμένος, (παραλ. 2 στ.) μα τώρα βλέπω πως κακά μαντάτα εθέλα πούσι| τ’ αφέντη μου για λόγου μου, και δε μπορά με δούσι| τα μάτια του έτσι σπλαχνικά ’ς καθώς μ’ εσυντηρούσα| τον περαζόμενο καιρό, μ’ αγάπη μ’ εθωρούσα Φορτουν. (Vinc.) Ά́ 348· τους φαμέγιους του σπιτιού εσύ τους ορδινιάζε| κι αν έναι φταίσιμον σ’ αυτούς συγκεραστά τους σάζε (παραλ. 1 στ.) και δίδαξέ τους σπλαχνικά, καλός λόγος ας τους φθειάσει Δεφ., Λόγ. 324· β) με ομόνοια, μονοιασμένα: Αν θέλετε να βγάλετε τον Τούρκον αφ’ την Δύσιν,| τον πρώτον των χριστιανών ποίσετε αρχηγόν σας,| και να ομοφωνήσουσιν αι γλώσσαι των Λατίνων·| τον πάπα δε τον άγιον να στήσετε κεφάλιν,| και τον σταυρόν να βάλετε σημάδι στ’ άρματά σας,| αγαπημένα, σπλαγχνικά, όλοι να ’σθε το ένα Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 961. 2) Με οίκτο, με συμπόνια, με ευσπλαχνία: Είπεν εσένα σπλαγχνικά κριτής δικαιοσύνης:| «Ύπα -και η πίστη σ’ έσωσεν-, γυνή, εις οδόν ειρήνης·| τες αμαρτίες σ’ επόλυκα διά την πολλήν σου αγάπην» Σκλέντζα, Ποιήμ. 161· Ιδών ο λύκος την αγνήν και καθαράν καρδίαν,| την προς θεόν ευλάβειαν και την εξαγορίαν (ενν. της αλουπούς),| και σπλαγχνικά εδάκρυσε και ελυπήθηκέ την,| άνοιξε τες αγκάλες του και προσεδέκτηκέ την Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 305· τ’ άπονα τα μάτια της, οπού ’χασι με σφάξει,| στην ύστερήν μου αναπνοά να θέλουν με κοιτάξει| με μιαν λυπητερή θωριά, και τα γλυκά της χείλη| ν’ ανοίγασι, και σπλαγχνικά δυο λόγια να μου ’μίλει Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά́ [378]· Εις μια μεγάλη συμφορά, εις μια περίσσια θλίψη,| εις δυστυχιάν πολύθρηνον ξεύρω πως θέλουν λείψει| κι ενός τεχνικού ρήτορος λόγια παρηγορίας,| διά να πραΰνει σπλαγχνικά τον πόνον της καρδίας Λίμπον., Αφ. 4. 3) α) Από τα βάθη της καρδιάς, πάρα πολύ, έντονα: Ξανακινούν τα πάθη τως και τότες η Αρετούσα| πλια λεύτερα και σπλαχνικά τα χείλη τση εμιλούσα·| ήρχισε κι εφανέρωνε του Ρώκριτου, να μάθει| από τα βάθη της καρδιάς παραμικρό απ’ τα πάθη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Γ́ 660· ετούτος ο ασθενής οπού εκινδύνευε το ύστερόν του, υπήκουσεν εις αυτά τα θαύματα ... παρευθύς μην χάνοντας τον καιρόν του, τρέχοντας ανέβη εις τον ναόν του αγίου. Και σιμώνοντας εις το μνήμα του εφώναζε σπλαγχνικά. Και τον άγιον με θερμά δάκρυα επαρακάλουνε να τον ιατρεύσει Διαθ. Νίκωνος 260· Πάθος δεν έν σ’ εκείνους που ποθούσιν| γοιον αντάν δουν και λείψει τους το θάρρος,| κι αντάν τημ πεθυμιάν τους πιντωθούσιν·| τότες τους φαίνεται γλυκύς ο χάρος,| τότες ηξεύρουν σπλαχνικά να κλιούσιν Κυπρ. ερωτ. 535· Ο ... πατήρ από ετούτα τα λόγια επόνεσε σπλαγχνικά και λέγει του (ενν. του υιού του)· «Ειπέ μου, ω τέκνον μου γλυκύτατον, είντα ’ναι η λύπη οπού έχεις και ευθύς να σπουδάξω να την εβγάλω» Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 4435· β) με συγκίνηση: Ο κοντοστάβλης πολλά ταπεινά απολογήθην και σπλαγχνικά: «Ακριβοί αδελφοί χριστιανοί, όπου είστε σκέπος τους αδυνάτους, τώρα είναι καιρός να μου βουθήσετε και να με αποβγάλετε απέ το πρόσωπον τους Γενουβίσους ...» Μαχ. 53218. — Βλ. και ευσπλαγχνικά.
       
  • στοιχείον 
    το, Διγ. (Τrapp) Gr. 2653, 2659, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 475, Διήγ. Αλ. V 26, Λέοντ., Αιν. (Brokkaar) VI4, VII6, 7, 8, Χρησμ. (Brokkaar) 61, Χρησμ. I 245, Βουστρ. Μεταφρ. 256, Πηγά, Χρυσοπ. 338 (14) τρις, Κυπρ. ερωτ. 1458, Lucar, Sermons 20, 21 δις, 147, Διγ. Άνδρ. 38413, Ψευδο-Σφρ. 52011 (έκδ. στοιχέων· διορθώσ.), Πρόλ. άγν. κωμ. 49, Τζάνε Εμμ., Μοιρολ. 13620, Γεργάν., Εξήγ. Αποκ. 111, 160, 206, Βίος Αισώπ. (Eideneier) K 1861, 5, 14, 18, , 25, 27· στοιχειό, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 254, Κορων., Μπούας 29, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. α΄ 21· πληθ. στοιχά, Πεντ. Λευιτ. XVII 7, Δευτ. ΧΧΧΙΙ 17.
    Το αρχ. ουσ. στοιχείον. Ο τ. και σήμ με διαφορ. σημασ. Για το σχηματ. του πληθ. στοιχά βλ. Hesseling [Πεντ. Εισαγ. σ. XXXII-XXXIII]. Η λ. και σήμ. στον τ. στοιχείο.
    1) Το απλούστερο δομικό συστατικό α) του λόγου, δηλ. φθόγγος ή γράμμα: Ουαί σοι πόλις επτάλοφε· όταν το εικοστόν| στοιχείον ευφημίζεται εις τα τείχη σου,| τότε ήγγικεν η πτώσις ή η απώλεια| των δυναστών σου Λέοντ., Αιν. (Brokkaar) X3· Ο δε Αίσωπος υπήγεν εις μίαν λάρνακα και είχεν χαραγμένα … επτά γράμματα. Και κράζει τον Ξάνθον και λέγει του: —Καταλαμβάνεις, ω δέσποτα, την έννοιαν των στοιχείων αυτών, το τι διαλαμβάνουν; Βίος Αισώπ. (Eideneier) K 18528· β) της ύλης: β1) σύμφωνα με τους προσωκρατικούς, ένα εκ των: γη, νερό, αέρας, φωτιά: Παρακινά με ο ουρανός, η ανατολή και η δύσις,| στοιχεία και τα τέσσερα του κόσμου οπού ’χει η κτίσις,| νερό, αέρας και φωτιά και η παραπονεμένη| η γη μου, οπού βρίσκεται με αίματα βαμμένη Λίμπον. 2· Ο μεν αήρ πρωτόκτιστον πάντων υπάρχει στοιχείον, υπό δε του αέρος το ύδωρ γεννάται …, υπό τεσσάρων στοιχείων (έκδ. στοιχέων· διορθώσ.) και ο άνθρωπος συνηρμοσμένος υπάρχει και πάσα η κτίσις Ψευδο-Σφρ. 52029, 31· το μεν σώμα υπό των τεσσάρων στοιχείων συνίσταται, και εις την ώραν του θανάτου ψυχραίνονται τα τέσσαρα αυτά στοιχεία, και μετά ημέραν μίαν και έμπροσθεν διαλύονται οι χυμοί και γίνονται ως ύδωρ Μάρκ., Βουλκ. 3456, 7· β2) (στον πληθ.) τα φυσικά φαινόμενα, οι δυνάμεις της φύσης: ο Ζευς, μέγας εις τη θεότη| και τω στοιχείων ολωνώ πρώτος στην κυριότη Ανέκδ. ιντ. κρητ. θεάτρ. Γ 2· Δίδει (ενν. ο ήλιος) … τες ακτίνες του και θερμαίνει την γην και τελειοί τα σπέρματα, μα τέλεια παρευθύς δεν δύνεται να τα δώσει ουδέ μοναχός του δύνεται να τα κάμει, παρά να του συντρέχουσι και τα άλλα στοιχεία και του γεωργού η επιτηδειότης Μορεζ., Κλίνη φ. 482r· και κάμει αντάρα και βροχή κι ο ουρανός μαυρίσει (παραλ. 1 στ.) και τα στοιχειά ανακατωθού και τ’ αστρικά μανίσου … Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 1829· β3) έκφρ. τα στοιχεία του ουρανού = τα ουράνια σώματα (οι πλανήτες, τα άστρα)· (εδώ σε προσωποπ.): τα στοιχεία τ’ ουρανού κλαίουν, θρηνούν την Πόλιν Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 429· γ) του ανθρώπινου σώματος· σύμφωνα με την Ιπποκρατική αντίληψη, ένας από τους τέσσερις χυμούς, δηλ. αίμα, φλέγμα, ξανθή και μαύρη χολή: Δεν είμαι εγώ άγγελος, μα είμαι ολόμοιός σου, ομοιοπαθής άνθρωπος και κάτοικος εις την γην και βαστώ σάρκα χωματένιαν με αίμα και με τα άλλα στοιχεία συνθεμένη Μορεζ., Κλίνη φ. 358v. 2) α) Υπερφυσικό ον, πνεύμα (που φυλάγει, προστατεύει έναν τόπο)· βλ. και Αλεξίου Στ. [Διγ. Esc. σ. 130]· πβ. σημερ. στοιχειό: Αν ήτον άνθρωπος αυτός (ενν. ο Διγενής) στον κόσμον ως οι άλλοι,| είχεν αν σώμα και ψυχήν, θάνατον να φοβάται,| ου πάντως ώσπερ άσαρκος έτρεχεν στα σπαθία·| αλλά στοιχείον εκ παντός ετύγχανε του τόπου| και φαντασίᾳ μεθ’ ημών τον πόλεμον να κάμει Διγ. Z 3189· Θαρρούμεν ότι να είναι στοιχείον και εφύλαττε τον τόπον και διά τούτο δεν έχει χρεία τες σπαθές μας. Και επήδα ωσά να επέτα ωσάν πουλίον Διγ. Άνδρ. 3847· Του λόγγου τούτου την αρχήν μόνον οι ανεράιδες| και τα στοιχεία αν ήξευραν τίποτες απ’ εκείνον Θησ. ΙΆ́ [204]· β) κακοποιό πνεύμα, δαίμονας: σήμερον εγώ σωματωμένον άλλον| δαίμονα, κακομήχανον, ψυχώλεθρον στοιχείον| λυτρώσω προς υπόμνησιν του γένους των ανθρώπων; Καλλίμ. 2586· εις τους μάντεις υπήγεν, εκείνη εις τους γόητας, εκείνη εις την κατσιβέλαν, εκείνη η άλλη εις την ρίκτραν, εκείνη υπήγεν εις τα στοιχεία … δαιμόνια απατηλά Πηγά, Χρυσοπ. 338 (14).
       
  • συντηρώ, 
    Γλυκά, Αναγ. 352, Βέλθ. 393, Σαχλ. Β́ (Wagn.) PM 332, 660, Σαχλ., Αφήγ. 553, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 448, Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 214, 448, 608, Φαλιέρ., Θρ. (Bakk.-v. Gem.) 21, 144, 365, Φαλιέρ., Ιστ.2 582, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 203, Φαλιέρ., Ενύπν.2 114, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 101, Βεν. 53, Ch. pop. 572, Χούμνου, Κοσμογ. 2482, Αλεξ.2 2023, 2758, Απόκοπ.2 377, Δεφ., Λόγ. 331, Πηγά, Χρυσοπ. 90 (17), 91 (18), κ.α., Μορεζ., Κλίνη φ. 259v, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 342, 511, 3231, Πανώρ.2 Β́ 167, Γ́ 570, Δ́ 19, Έ́ 143, 249, Ανέκδ. ιντ. κρητ. θεάτρ. Β́ 1, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. Χάρ. 6, Ά́ 239, κ.α., Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Ά́ 67, Κατζ. Β́ 231, Γ́ 329, κ.α., Ιντ. κρ. θεάτρ. Ά́ 143, Β́ 45, 93, Γ́ 73, Πιστ. βοσκ. I 1, 202, II 1, 378, κ.α., Βοσκοπ.2 157, 166, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά́ 1082, 1843, Β́ 553, Δ́ 733, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 565, 1080, Στάθ. (Martini) Ά́ 210, Β́ 85, Ροδολ. (Αποσκ.) Πρόλ. Μελλ. 49, Ά́ 227, κ.α., Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Δ́ 31, Φορτουν. (Vinc.) Ά́ 348, Γ́ 147, Ιντ. ά́ 92, κ.α., Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 48, Έ́ 349, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 14428, 2009, 22125, κ.α.· εσυντηρώ, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1111· μτχ. ενεργ. ενεστ. συντηρώντα, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 579, Φαλιέρ., Ιστ.2 250.
    Το μτγν. συντηρέω. Η λ. και σήμ.
    I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) Κρατώ κάπ. ασφαλή· προστατεύω, σώζω: Μη αδικήσεις, ω ψυχή, τους εμούς αυταδέλφους· (παραλ. 3 στ.) τούτους μοι σώους χάρισον αβλαβείς συντηρήσας Διγ. (Trapp) Gr. 1609· Έρως, αυτόν ον βλέπεις,| καθήμενος επί λαμπρού βασιλικού του θρόνου,| αυτός σε συνετήρησεν, αυτός εφύλαξέ σε Καλλίμ. 696. 2) α) Βλέπω κάπ. ή κ., αντικρίζω: Και τότες τονε συντηρά περίσσια πρικαμένον,| συχνιά συχνιά αναστέναζεν, και μαυροφορεμένον Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 1085· Τάχα και να κατέβηκε εδώ στη βρύση κάτω| η γαίγα που μου ξέκοψε κι έφυγ’ εκ το μητάτο; (παραλ. 2 στ.). Μα τη Φροσύνη συντηρώ και θα τηνε ρωτήξω| κι αν τύχει από του λόγου τση πού διάβη να γροικήξω Πανώρ.2 Γ́ 269· Ποιο τέρας συντηρούσινε τα μάτια μου; Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 181· (εδώ προκ. για όνειρο): όντε σ’ ελίγο μια φοράν ύπνο τα κουρασμένα| μάτια σφαλίσω, με θωριές άγριες ξυπούμαι, οϊμένα.| Το ταίρι μου ώρες συντηρώ σε πόλεμο μεγάλο| κι εισέ θανάτου κίντυνο με βασιλέαν άλλο Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 527· (σε προσωποπ.): Λοιπόν, αν είσαι άψυχος (ενν. συ, ο ήλιος), χώρις λαλιά και γλώσσα,| πώς δύνεσαι και συντηράς τα κρίματα τα τόσα| που κάμνουσιν οι άνθρωποι με απονιάν μεγάλη ...; Προσοψάς, Δράμα γεν. τυφλού 898· φρ. συντηρώ τον ήλιο/φως του ήλιου = βρίσκομαι στη ζωή, είμαι ζωντανός: Κι ανέν κι απ’ όσους συντηρού τον ήλιο κι όσους ζούσι (παραλ. 1 στ.), πρέπει χωστό να τως κρατώ το σφάλμα το μεγάλο,| εσέν’ απ’ όλους ντρέπομαι παρά κιανέναν άλλο Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 73· Ζιω ακόμη ο δόλιος το λοιπό στον κόσμο κι αναπνέω| και φως του ήλιου συντηρώ ξεύροντας πόσο φταίω; Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 6· β) βρίσκω, συναντώ τυχαία κάπ.: περιτοπλιάς την σήμερον, απ’ όπου κι αν περάσεις,| χίλια κοράσια συντηράς κι όπου κι α θέλεις, ’ράσσεις.| Δεν είν’ ο κόσμος σήμερον σαν ήτανε κι αλλότες,| οπού γυναίκα στο στενό δεν ήβλεπες ετότες Κατζ. Γ́ 302· Θεά ’μαι μπορεζάμενη, καλά κι η φορεσά μου| και το δοξάρι οπού βαστώ κι οπίσω τα μαλλιά μου| να ’ν’ σκορπιστά ’ς τσι νώμους μου κι όσοι με συντηρούσι| για βοσκοπούλα κάνουσι τσ’ Ίδας να με κρατούσι Πανώρ.2 Πρόλ. 11. 3) α) Ξεχωρίζω κ. με την όραση, διακρίνω: τριγύρου συντηρώ ζάλα θεριώ Ανέκδ. ιντ. κρητ. θεάτρ. Ά́ 35· κείνο οπού ’θελε κουρφό να μου κρατεί, εσυντήρου| συχνότατα στα μάτια τση τα πλουμιστά τριγύρου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 239· Μαντατοφόρο συντηρώ συχνιά συχνιά και μπαίνει,| τσ’ αγάπες να ’πογράψουνε Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 54023· β) (μεταφ.) αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω (βλ. και Παπατριανταφύλλου-Θεοδωρίδη, Θησαυρ. 15, 1978, 87): Μα δεν είν’ τούτος άγιος ο ’κκλησιάρχος,| οπὂρχετ’ εκεί πέρα,| τούτος οπού τυφλός στην γη ’ναι κάτω,| μα ’ς τσ’ ουρανούς απάνω| πράγματα συντηρά πολλά περίσσια; Πιστ. βοσκ. V 6, 13· Ω γένος ανεγνώριστο κι άνομο των Εβραίων,| δε συντηράτε τον καρπό της χάρης τον γενναίον (ενν. τον Ιησού)| πως σας τον έπεψεν ο Θεός σωστό κι ευλογημένο,| καθώς τον είχε στην Παλαιάν Διαθήκην γεγραμμένο; Φαλιέρ., Θρ. (Bakk.-v. Gem.) 144· (προκ. για το νου, το λογισμό): Τούτα τ’ αμμάτια, αφέντρα μου, καλά και δε θωρούσι| πως στην καρδιά σου βρίσκομαι, του νου το συντηρούσι| τ’ αμμάτια, απ’ έχου να θωρού χάρη σγουραφισμένο| το πράμαν απού βρίσκεται στον οφθαλμό χωσμένο Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 130· Του λογισμού μπορούσι| τα μάτια τις καρδιές και συντηρούσι Πιστ. βοσκ. IV 5, 131. 4) α) Προσηλώνω το βλέμμα, κοιτάζω επίμονα κάπ. ή κ.: Τα μάτια του καμιά φορά στανιό του εσυντηρούσα| στον τόπον όπ’ ευρίσκουντο κι ήτον η Αρετούσα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά́ 485· Χαμήλωσε τα μάτια σου, χάμαι στη γη συντήρα Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 937· Μιλώντα ο Πέτρος, πάραυτα εφώνησεν αλέκτωρ.| Ο Ιησούς εστράφηκεν και συντηρά τον Πέτρον.| Ο Πέτρος εθυμήθηκεν τον λόγον του Κυρίου,| πως του είπεν τότες ο Χριστός «Πέτρε, αρνηθεί με θέλεις» Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 169· (σε προσωποπ.): Πόσες φορές λουκάνικα κι απάκια κρεμασμένα (παραλ. 2 στ.) φαητά θωρούν τα μάτια μου σ’ αρχοντικά μεγάλα,| και με πολλή κλιτότητα τάχα με συντηρούσι| κι άσκημα δάκρυα βγάνουσι ... Στάθ. (Martini) Ά́ 109· β) κοιτάζω, παρακολουθώ κάπ.: ήθελεν η αρχόντισσα εις τους γάμους να παγαίνει (παραλ. 2 στ.) και να καθίζει και συχνά άνω εις τα παρεθύρια,| να συντηρά μετά χαράς πεζούς και καβαλάρους Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1614· μια δεκαριά (ενν. Τούρκοι) ανεβήκασι και τουφεκιές κτυπούσαν| απάνω, κι όλοι οι χριστιανοί χωστά τσι συντηρούσαν Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2009· γ) παρατηρώ κάπ. με ερωτικό ενδιαφέρον, προσέχω: σιγανοπορπατούσινε (ενν. οι κόρες) και σιγανογελούσι| και να τσι συντηρούσινε τα μάτια προσκαλούσι.| Δείχνουσι μέρος τω βυζιώ και κάτω τ’ αστραγάλου| και χάρη τση πορπατηξάς δίδουσι και του ζάλου Πανώρ.2 Ά́ 424· (σε παρομοίωση): ωσάν ο ναύτης στη χιονιά ...,| όντε τη νύκτα κυβερνά με φόβο και τρομάρα,| πάντα του έν άστρο συντηρά στη στράτα τήν οδεύγει,| μ’ εκείνο σάζει τ’ άρμενα, μ’ εκείνο τιμονεύγει,| έτσι κι αυτή (ενν. η Αρετούσα) ...| στου πόθου της τη σκότιση, δε συντηρά άλλα κάλλη,| μόνον ως άστρο λαμπυρό του Ρώκριτου τη νιότη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 560. 5) α) Παρατηρώ κ. με προσοχή: Εστράφηκα στο σπήλιο κι εσυντήρου| την ομορφιάν, οπού ’χε γύρου γύρου Βοσκοπ.2 157· Τον Άδη εθαμάζουμου, τους τόπους εσυντήρου,| ομπρός, δεξά και αριστερά εστρέφουμου τριγύρου Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 283· Πολλά μεγάλη δύναμην έχει ο Καραμανίτης,| πλιας τέχνης και πλιας μαστοριάς είν’ το παιδί της Κρήτης| και με την τέχνη συντηρά, την ώρα που μαλώνει,| τη χέρα του Σπιθόλιοντα σε ποια μερά ξαμώνει| κι εξώφευγε τσι κοπανιές Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 1069· β) εξετάζω, ελέγχω, ερευνώ: ό,τι του δώσεις του Θεού, να ’ναι από καρδιάς σου:| την όρεξή σου συντηρά, όχι το χάρισμά σου Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 1138· Συντήρησε αν έχεις τούτο το χάρισμα της πίστεως και αν είσαι καλεσμένος και πιστεύεις. Ιδέ αν είσαι εις την στράταν της δικαιοσύνης Πηγά, Χρυσοπ. 219 (25)· το δεντρόν ηρχίνησεν, ως είδα, να σαλεύει,| να συχνοτρέμει, να χαλά, να δείχνει κάτω να ’ρθει (παραλ. 2 στ.) και πάλιν μέσα το ’βλεπα, τις το ’σειεν εσυντήρουν Απόκοπ.2 48· γ) διαπιστώνω: η τύχη σαν ασύστατη μηδένα δεν αφήνει,| παρά όσο τσ’ είναι μπορετό, τόσο να τονε κρίνει·| μα πλια παρ’ άλλους συντηρώ πως πάντα τση γυρεύγει| τσι βασιλιούς στό δύνεται πάσ’ ώρα να παιδεύγει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 201· άλλο έν’ τό συντηρώ και ο νους θαυμάζεταί το (παραλ. 2 στ.). Τον Σολομών εσύ πολλά επεριφρόνεσές τον (παραλ. 3 στ.)· και μα το ναι, θαυμάζομαι εις τούτο τό με λέγεις,| και ειπέ με το, αν ορέγεσαι, πόθεν συμβαίνει τούτο Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2163· Ερώτησον την Παρθένον ... να σε ειπεί τι κάλλος είχεν, το οποίον εσυντήρηξεν και ηγάπησεν εις εκείνην ο Θεός Πηγά, Χρυσοπ. 90 (16). 6) Παρομοιάζω κάπ. με κ.: τότες εσυντήρουν τους (ενν. τους φυλακατόρους) με τους λυσσιάρους σκύλους,| και ελυσσιάσαν εις εμέ, διαυτό κάμνουν εδίτις,| κι εξύστερον ομοιάσα τους με τους κυνοκεφάλους Σαχλ. B́ (Wagn.) PM 332. 7) Σκέφτομαι, υπολογίζω κ.: όντε εμπήκα εις την φυλακήν και είδα το πώς διάγαν,| και τείντα τάξιν είχασιν αυτοί οι φυλακατόροι,| έβαλα εις τον νουν μου ο ταπεινός και έλεγα λύκοι είναι (παραλ. 2 στ.). Και τότες εσυντήρησα και λέγω προς εμένα:| αν τύχει να λυσσιάσασιν, αν τύχει ν’ αφορμήσαν| και δι’ αυτό να έκαμνον τούτο το προς εμένα; Σαχλ., Αφήγ. 550· Μηδέν σε λάθει ο λογισμός να ψευδομαρτυρήσεις,| διατί την κρίσιν του Θεού πρέπει να συντηρήσεις Χούμνου, Κοσμογ. 2696. 8) α) Δείχνω ενδιαφέρον για κ., δίνω σημασία, προσέχω: Αν έχεις εις το σπίτι σου άλογα και μουλάρια,| ας τα συχνοστριγλίζουσιν κι ας τα κρατούν καθάρια| κι εσύ ατός σου συντήρα τα πώς πίνουσι και τρώσι:| όποιος το πράγμα του ψηφά έχει μεγάλην γνώση Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 203· τα ψυχικά να συντηράς, τα κοσμικά ν’ αφήσεις Ντελλαπ., Ερωτήμ. 254· β) (με αντικ. βουλητική πρόταση) φροντίζω για κ., επιδιώκω: Ο φρόνιμος εχάθηκε, βλέπετε, Παλαμήδης,| οπού εκυβέρνα τον λαόν μετά μεγάλα φρόνα (παραλ. 3 στ.). Όμως ας συντηρήσομεν να βάλομεν δεσπότην,| βασιλέα επάνω μας, διά να μας εξορθώνει Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 8465· δε θέλω αφήσει, ξεύρε, να με πιάσεις·| γιατ’, άπονε (ενν. συ, Έρωτα), όντα θες να ξεφαντώσεις,| τσ’ ανθρώπους συντηράς μόνο να σφάξεις Πιστ. βοσκ. III 2, 50· ’ς τσι ρούγες μου γυρίζω| και συντηρώ να δω Ρωμιό κι ουδένα δε γνωρίζω Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 56422. Β´ (Αμτβ.) έχω την αίσθηση της όρασης, μπορώ να βλέπω· (σε παροιμ. φρ.· βλ. και Ξανθουδίδης [Ερωτόκρ. Παροιμ. σ. 774]): Εισέ παλάτια βασιλιώ τα μάτια όντε στραφούσι,| πρέπει να τα δοξάζουσι και να τα προσκυνούσι,| γιατί οι αυλές των αφεντών έχουν αφτιά κι ακούσι,| και τα τειχιά του παλατιού μάτια και συντηρούσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά́ 190. IΙ. Μέσ. Α´ (Μτβ.) φοβάμαι κάπ.: την Ερωπρικούσα σου θέλεις ιδεί με πόση| την κάνω με κακομοιριά πολλά να μετανώσει| πως σου ’τουν τόσον ακριβή και πως μ’ εμέ ’συγκρίθη| στον πόθο κι ουδ’ εμένανε εις τούτο εσυντηρήθη Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Ά́ 876. Β´ (Αμτβ.) φυλάγομαι, προφυλάγομαι: Ξεύρω το πως του γάμου της την πίστη έχει δοσμένη| του Κορυδών, και μ’ αύτονε βρίσκεται παντρεμένη·| μα δεν το φανερώνει αυτός, ότι απ’ εμέ φοβάται,| γιατί τον εφοβέρισα, και γιαύτο συντηράται Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Γ́́ 1382.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης