Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 27 εγγραφές  [0-20]

  Βιβλ.αναφορά : Αλφ. ξεν. Αθ. (Μαυρομ.)

  • παραδαρμός  
    ο, Καλλίμ. 1674, Λίβ. Esc. 124, Αλφ. ξεν. Αθ. (Μαυρομ.) 1, Θησ. Πρόλ. [57], Δ΄ [454], Ξόμπλιν φ. 133r, Πανώρ. Ε΄ 408, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ 452, Δ΄ 1426, Ροδινός (Βαλ.) 76· παραδραμός· παρεδαρμός, Λίβ. Esc. 2596, 2896, Ch. pop. 316· περιδραμός, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [662].
    Από το παραδέρνω και την κατάλ. ‑μός. Ο τ. περιδαρμός με επίδρ. της πρόθ. περί. Η λ. στο Βλάχ. και σήμ.
    Ταλαιπωρία, βάσανο: κρίμα εις τον παραδαρμόν τους και εις τον κόπον τους, όπου παραδέρνονται μερός και νυκτός Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 112r· περισσεύθηκα πολλούς παραδραμούς και πόνους Σαχλ., Αφήγ. 160.
       
  • παραδίδω,  
    Καλλίμ. 479, Ασσίζ. 595, 6‑7, 19720, 25219, 29220, 32921, 42812, Διγ. Z 790, Χρον. Μορ. P 667, Απολλών. 704, Διήγ. Βελ. N2 14, Κορων., Μπούας 46, 85, 130, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1157, Ιστ. πατρ. 13122, 1609, Κυπρ. ερωτ. 97, 9365, 1422, Πανώρ. Δ΄ 386, Παλαμήδ., Βοηβ. 1214, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 73, Ε΄ 760, Μεταξά, Επιστ. 47, Χριστ. διδασκ. 488, Διγ. O 2093, κ.α.· παραδιδώ, Ασσίζ. 2064, Μαχ. 1006, 38027, 51210·· παραδίνω, Χρον. Μορ. H 5685, Σταυριν. 276, Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 72, Διγ. O 180, 923, 1677· παραδ(ι)ώ, Ασσίζ. 4281· μτχ. παρκ. παραδομένος, Ασσίζ. 5815, 30, 25326, 30813, 44712, Διγ. Z 135, Μαχ. 1649, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 145· παραδοσμένος, Σοφιαν., Γραμμ. Πρόλ. 13.
    Το αρχ. παραδίδωμι (Για την τροπή του σε παραδίδω βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 309). Ο τ. παραδίνω στο Βλάχ. και σήμ. Για τον τ. παραδ(ι)ώ, πβ. σήμ. στην Κύπρο τ. διω και δκιω (Βλ. Χατζ., Λεξ., λ. δϊω). Η λ. τον 4.-5. αι. (L‑S, λ. παραδίδωμι) και σήμ.
    I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) α) Παραδίδω, δίνω στα χέρια κάπ. κ.: δίδουν, παραδίδουν τα (ενν. τα ρούχα του) ωραίαν την Μαργαρώνα,| τάχατες ως κτητόρισσα και πρώτη από τας άλλας Ιμπ. 684· Έπειτα εντέχεται να παραδώσου οι κριταί του καθενού καμπίτη το σκουτάριν του και το ραβδίν του Ασσίζ. 4672· έλαβε … τες τρεις χιλιάδες τα φλωρία και τα επαρέδωκε του τεφτερτέρη Ιστ. πατρ. 17716· Περί πουλήσεως είδους και επί χείρας δεν το παραδώσει ο πουλήσας Βακτ. αρχιερ. 176· β) (Προκ. για γράμμα): να πάρει του ξενούτσικου ετούτον το πιττάκιν,| να το υπά της μάννας του, να της το παραδώσει Περί ξεν. (Μαυρομ.) 379· Της αυθεντίας έπειτα παρέδωκε το γράμμα,| όπως να μάθει παρ’ αυτού άριστα πάσα πράγμα Κορων., Μπούας 34· γ) (με αντικ. τη λ. κλειδιά, προκ. για παράδοση πόλης σε κάπ.· βλ. και σημασ. 3γ): Είτα του πάπα μήνυσαν και στην Μπολώνιαν σώσε,| κι ευθύς ο καπετάνιος κλειδία τού παραδώσε Κορων., Μπούας 72· επήρε (ενν. ο βασιλεύς Κωνσταντίνος) τα κλειδία του κάστρου … και υπήγεν εις την τέντα του σουλτάνου και του επαρέδωκε τα κλειδία εις τα χερία του Ιστ. πατρ. 1689· δ) (με αντικ. τη λ. ψυχή, προκ. για θάνατο· βλ. και Φρ. 4): ανατίθημι και παραδίδω την ψυχήν μου … εις χείρας … Δεσπότου … Ιησού Χριστού Σεβήρ., Διαθ. 189. 2) α) Παραχωρώ, θέτω στη διάθεση, στην κατοχή κάπ. κ.: είς άνθρωπος ού μία γυναίκα παραδίδει το εδικόν του ετέρου ανθρώπου Ασσίζ. 32916· ημπορεί να παραδώσει τα σπίτια τά έλαβεν απέ τον αφέντη του ού έτερα πράγματα τοιαύτα ως γιον ένι τους χρειοφελέτας Ασσίζ. 4006· περί εγκαλεσίας κτήματος οπού μετατεθεί και παραδοθεί εις άλλον Βακτ. αρχιερ. 150· β) δίνω κ. ως ενέχυρο, ως εγγύηση: ο δανειστής ζητά του αμάχιν τού εγγυητή του και ο εγγυητής παραδίδει του μίαν μούλαν εδικήν του Ασσίζ. 646. 3) α) Παραχωρώ αρχή, εξουσία: ήλθον ουν οι αδελφοί αυτού, ο τε Κωνσταντίνος ο Δράγασις και Δημήτριος και Θωμάς, εν τῃ Πόλει παροδόντες την βασιλείαν προς Κωνσταντίνον Έκθ. χρον. 1112· το λοιπόν άλλο κριτή σάς δίδω| και να σας κρίνει την εξάν όλη τού παραδίδω Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. α΄ 156· Με δαχτυλίδιον χρυσόν ευτύς τον ρεβεστίζει·| κι αφού τον επαράδωσε κι εποίκεν του το μάντζι,| τότε τον μεταλάλησε Χρον. Μορ. P 1867· β) (προκ. για τόπο) θέτω υπό την εξουσία κάπ.: Αίγυπτον, Αλεξάνδρεια τον Πτολομαίον ’φήνω,| να ’ναι αυθέντης και αυτός και του τες παραδίνω (έκδ. παριδίνω· διορθώσ.) Αλεξ. 2858· ο κοντοστάβλης έβαλεν τον σιρ Λίουν τ’ Ατιάμε και έμοσεν και ούλοι οι λας του κάστρου να μεν παραδώσουν το καστέλλιν άλλου τινός παρά του ρηγός Μαχ. 52429· γ) (προκ. για υποταγή στους εχθρούς ύστερα από συνθηκολόγηση): σαν είδαν το γεγονός ότι λιμοκτονούσιν,| την χώραν επαρέδωκαν, όπως να μη χαθούσι Κορων., Μπούας 45· ουκ επαρεδιδόσαν τη, πάλε παρηγορούντα,| και πάντοτε επαντέχασιν στην Κωνσταντίνου πόλιν Θρ. Κων/π. (Mich.) 21. 4) Αφιερώνω: Το οποίον (ενν. ναόν) εσπούδαζα να το παραδώσω εις τον Σωτήρα, διά να μην τον έχω αντίδικον εις την ημέραν της κρίσεως Διαθ. Νίκωνος 25497· επαράδωκαν (ενν. οι καλόγεροι) εις την υποταγήν του (ενν. του Θεού)| και σώματα και τας ψυχάς, καθένας την ζωήν του Ιστ. Βλαχ. 1833. 5) α) Αναθέτω (εργασία): εποίκεν υ΄ τριβολία σιδερένα και υ΄ κομματία σανιδία … και τα αγγίστρια διά να εμπούν εύκολα και να εβγούν δύσκολα … και επαράδωκεν πασανού την τέχνην του Μαχ. 55425· εσένα τούτη τη δουλειά, Θόδωρε, παραδίδω Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 190· β) αναθέτω τη φροντίδα, τη φύλαξη· την κηδεμονία: Για να βοσκίζει μετ’ αυτά εκείνο το κουράδι| οπού της επαράδωκα οχ το πουρνό ως το βράδι Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [826]· παραδίδω σήμερον τους εκατόν την κόρην,| και αυτείνοι να την πάγουσιν εις το Αργυρόν το Κάστρον Λίβ. Esc. 4218· το παραδίδω (ενν. το παιδί) σήμερο στα χέρια τα δικά σου Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 110· γ) εμπιστεύομαι κάπ. ή κ. στη φροντίδα κάπ.: ανάθεμαν και τον καιρόν και εκείνην την ημέραν| καθ’ ην με παρεδώκασιν εις το διδασκαλείον| προς το να μάθω γράμματα Προδρ. (Eideneier) III 87· Την Πλάτζια-Φλώρε ήξευρε εσέν την παραδίδω| να την φυλάττεις ως εμέ, καλώς να την προσέχεις Φλώρ. 266· (σε μεταφ.): Αν την καρδιάν στα χέρια σου έχω παραδομένην,| σ’ εσένα στέκει, καθώς θες, να σ’ έχω αγαπημένην Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [1061]. 6) ?Αφήνω κάπ. ως αντικαταστάτη: το φίλο του επαράδωκε στη μάννα και στον κύρη,| στο πράμα του τον ήφηκεν αφέντη, νοικοκύρη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1695. 7) α) Θέτω στη δικαιοδοσία, στην εξουσία κάπ.: Η αυλή εντέχεται να τον παραδώσει το κορμίν τού χρειοφελέτη εις τον δανειστιόν Ασσίζ. 3052· τον υπηρέτην του Θεού μη τον καταφρονήσεις,| εάν και με τα μάτια σου πταίστην τον θεωρήσεις·| μόνον παράδωσέ τονε εις του Θεού το χέρι| κι εκείνος έχει μετ’ αυτόν να κάμει είτι θέλει Ιστ. Βλαχ. 1691· μας επαράδωσες εις χείρας των εχθρών σου Ιστ. Βλαχ. 2499· Σουλτάνε μέγα (παραλ. 1 στ.), σήμερον παραδίδω σε ζωήν και θάνατόν μου Παρασπ., Βάρν. C 215· ο Θεός ηθέλησε και επαράδωσε την ζωήν μας εις τα εδικά σου χέρια Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 194· τώρα κατά πάσαν ανάγκην παραδίδω την παρθενίαν μου εις την αυθεντίαν σου Διγ. Άνδρ. 39526. β) (προκ. για διοίκηση): τον δε στρατόν παρέδωκαν εις την διάκρισίν των Κορων., Μπούας 83· γ) παραδίδω για θανάτωση· (εδώ σε μεταφ.): Αν αρνισθείς την δούλωσιν …,| να κράξω δήμιον έρωτα και να σε παραδώσω Διγ. Z 217. 8) α) Αναφέρω, ανακοινώνω: Λεπτομερώς τους ερωτά την πράξιν όπου εποίκαν (παραλ. 1 στ.)· και αφόν του επαράδωσαν την πράξιν όπου εποίκαν,| πολύ καλό του εφάνηκε Χρον. Μορ. P 387· Και απ’ αυτά έν έκαστον πόσον και ποταπόν έναι ας σκοπήσομεν. Και πρώτον να αρχίσω από τον ύστερον λόγον και με παραδείγματα να τα παραδώσω να γνωρισθούν Σοφιαν., Παιδαγ. 115· β) αποκαλύπτω: την βουλήν μου σήμερον εσέν την παραδίδω,| μετά και το μυστήριον εσέν το φανερώνω Φλώρ. 347· γ) μαρτυρώ: τινές παρέδωκαν εις αυτόν ως ότι αίτιος του φόνου του Κόρακος ουκ ην άλλος ειμή Μιχαήλ ο Πύλλης Δούκ. 2355. 9) Προδίδω: Επειδή τον αφέντη σου θέλεις να παραδώσεις,| κρένω καλόν στον θάνατον να μην τον αποδώσεις Αλεξ. 987· Επίστευσα της αδελφής τ’ Ορμίνου η πικραμένη,| οπού με τόσην ’πιβουλιάν μ’ έχει παραδομένη Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [712]· (με είδος σύστ. αντικ.): ώσπερ γαρ εκείνος … επαρέδωκε τον Χριστόν, ούτως και μερικοί αρχιερείς παραδίδουν … δευτέραν προδοσίαν τον Χριστόν Ιστ. πατρ. 19521· (εδώ μεταφ.): Μη προλαμβάν’ η γλώσσα σου ποτέ τον λογισμόν σου·| πολλούς εκ συναρπαγής παρέδωκεν η γλώσσα Σπαν. B 124. 10) α) Μεταδίδω στους μεταγενεστέρους μέσω της παράδοσης κανόνες, αντιλήψεις, διδαχές, κ.τ.ό.: Περί μοναχικού σχήματος, ότι τις ο παραδιδούς και διατί λέγεται αγγελικόν σχήμα και ποίος είναι οπού επαρέδωκεν τόσους κόπους της καλογερικής Βακτ. αρχιερ. 166· ώσπερ οι άγιοι γράφουσιν και παραδίδουσί μας Παρασπ., Βάρν. C 50· τα συγγράμματα … οπού εγράψαν και τα επαραδώκασιν να τα έχομεν ημείς οι μεταγενέστεροι Κύριλλ. Κων/π. 372· συνηθούν να αποκρίνονται ότι «έτσι ευρήκαμεν, έτσι μας επαράδοσαν» Ροδινός (Βαλ.) 112· β) (προκ. για σχολική διδασκαλία): οι καλοί … διδάσκαλοι παραδίδουσι των παιδίων καλάς παραινέσεις και συμβουλάς Σοφιαν., Παιδαγ. 101. Β´ (Αμτβ.) ξεψυχώ, πεθαίνω: πώς εις Άδην ου φθάνω,| πώς ακόμη ψυχοκρατώ και πώς ου παραδίδω; Γλυκά, Στ. 178· Δε θε να φάγω ουδέ να πιω, ώστε να παραδώσω| και του κορμιού μου θάνατον εβάλθηκα να δώσω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1605· τα μέλη μου αφηδίν να παραδώσουν Κυπρ. ερωτ. 10118. IΙ. Μέσ. 1) Παύω να πολεμώ ή να αντιστέκομαι, συνθηκολογώ, υποτάσσομαι: ημέρες τρεις εκράτησαν τον πόλεμον του κάστρου| και ουκ ηθέλησαν ποσώς του να παραδοθούσιν Χρον. Μορ. P 2035· Αι πόλεις δε στον βασιλιά πάσαι παρεδοθήκαν Κορων., Μπούας 85· η βασιλεύουσα των πόλεων παρεδόθη εις τας χείρας των Τούρκων Θρ. Κων/π. Πολλ. 24819· Αφέντη μου, στην ψη σου,| να ζήσεις, παραδίδομαι Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 130· (σε μεταφ.): τον Έρωταν ανέκραξε, στον Πόθο επαραδόθη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1372. 2) Περιέρχομαι στην εξουσία, στη δικαιοδοσία κάπ.: αμή γιατί ’σαι, Παλαμών, στρατιώτης αξιωμένος| και εις την κρίσιν την εμήν είσαι παραδομένος,| εις τέτοιον τρόπον απ’ εμέ να ’σαι βεργετημένος Θησ. Θ΄ [697]· εις απανθρώπου δράκοντος τας χείρας παρεδόθης Καλλίμ. 626. 3) Αφιερώνομαι στο Θεό: Αυτοί από νεότητος τον κόσμον αρνηθήκαν| και εμπροστά εις τον Θεόν νυν επαραδοθήκαν Ιστ. Βλαχ. 1836. 4) Προορίζομαι, έχω ως έργο: Είχεν και χείλη παχουλά, κοκκινοβεβαμμένα,| και προς ερωτοφίλημα ήσαν παραδομένα Διγ. Z 148· πάντοτε εις έρωτα ήσαν παραδομένα (ενν. τα ομμάτια) Διγ. Z 135. 5) Εμπιστεύομαι τον εαυτό μου, την τύχη μου σε κάπ.: Σ’ εσένα παραδίδομαι και βούηθα μου, Φροσύνη Πανώρ. Ε΄ 175· Πε τον την νύκτα να ελθεί μαζί του να με πάρει,| γιατί επαραδόθηκα εις τα δικά του θάρρη Διγ. O 1682· εσείς οπού πάντα επολεμάτε τους εχθρούς των χριστιανών ανδρειωμένα, σας έναι παραδομένη η πατρίδα σας η ευγενική Χρον. σουλτ. 8835. Φρ. 1) Παραδίδομαι στ’ άρματα = αρματώνομαι: Τρομάμενος εξύπνησε, με φόβον εσηκώθη,| το ταίριν του ανεζήτησε, στ’ άρματα επαραδόθη| και το δοξάρι του ζιμιό επιάσεν εις τη χέρα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 692. 2) Παραδίδω θάνατον = πεθαίνω: τους φέρουσιν μη θέλοντας, πολλάκις και με βίαν| εις τόπους ξένους … (παραλ. 2 στ.) να παραδώσουν θάνατον χωρίς πληροφορίαν Αλφ. ξεν. Αθ. (Μαυρομ.) 53. 3) Παραδίδω θανάτῳ = θανατώνω: πριν ολίγον άπαντας θανάτῳ παραδώσας Διγ. (Trapp) Gr. 2486· άπαντας πικρῴ θανάτῳ παρέδωκε (ενν. ο Παγιαζήτ) Δούκ. 15327. 4) Παραδίδω το πνεύμα (μου) / την ψυχήν μου = ξεψυχώ, πεθαίνω: Το πνεύμα του επαρέδωκεν κι απήραν το οι αγγέλοι Χρον. Μορ. H 2754· πεσούσα επί της γης παρέδωκεν το πνεύμα Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1865· εις τες αγκάλες μου παρέδωκες την ψυχήν σου Διγ. Άνδρ. 40125. 5) Παραδίδω ψυχήν = γίνομαι αιτία θανάτου: Εδ’ αρρωστώ και κρίνομαι, ψυχομαχώ και πέφτω,| και τ’ όνομά σου θέλω πει και θέλω εξεψυχιάσει,| διά να σε κράζουν φόνισσαν και ψυχοπαραδότριαν,| διατί επαρέδωκεν ψυχήν η εδική σου αγάπη Ερωτοπ. 607. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = 1) α) Ξέψυχος: πέφτει χαμαί εις την γην λιγωμένος, νεκρός παραδομένος Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 451· β) (μεταφ.) απελπισμένος: όλοι οι χριστιανοί τρέχουν παραδομένοι,| όταν εδόθη η βουλή από Θεόν να γένει Θρ. Κύπρ. M 103. 2) ?Στεριωμένος, σταθερός: Μισεύω κι η αγάπη μας ας έν’ παραδομένη,| ώστε να πάγω και να ’ρθω, πέρδικα πλουμισμένη Ch. pop. 848.
       
  • παρεπάνω, 
    επίρρ., Ροδινός (Βαλ.) 84, 203· παραπάνου, Αλφ. ξεν. Αθ. (Μαυρομ.) 55· παραπάνω, Ερμον. Θ 62, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 301r, Παϊσ., Ιστ. Σινά 131, Προσκυν. Ολυμπ. 177 8913, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 1587.
    [Από την πρόθ. παρά και το επίρρ. επάνω. Τ. παρατάνου σήμ. στο τσακων. ιδίωμα (Κωστ., Λεξ. τσακων.). Ο τ. παραπάνω και σήμ.]
    1) (Τοπ.) α) πιο πάνω, πιο ψηλά: κείνος που τον ένοιξεν ούτως τον απεκρίθη·| «ήλθες καλώς, κοπίασον, ανάβα παραπάνω ...» Λόγ. παρηγ. O 461· β) (σε θέση πρόθ.· εδώ μεταφ.) σε ιεραρχικά ανώτερη θέση: Επεί ουν συ ουδέν έχεις άλλον τινά παρεπάνω σου να τον αρέσεις διά την ευμορφίαν σου, άρεσε τον Θεόν Βασιλ. Κεφάλ. Παραιν. 121. 2) (Προκ. για κείμενο) σε προηγούμενο σημείο, πιο πριν: κάποιος Αλέξανδρος άλλος, όχι εκείνος οπού ελέγαμεν παραπάνω, ήλθεν κριτής εις την Καππαδοκίαν Ροδινός (Βαλ.) 213. 3) (Ποσ.) περισσότερο, επιπλέον: η μία σου μνα σ’ έκαμε παραπάνω δέκα μνας Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Λουκ. ιθ́ 16. Με άρθρο ως επίθ. = 1) Που στέκεται πιο ψηλά: ο μεν πρώτος έφθασεν εις το σκαλί ν’ ανέβει,| τον παραπάνω σίμωσε και με το χέρι γνεύει Τζαμπλάκ. (Λαμπ.) 32. 2) Παλαιότερος, προηγούμενος: όσα εκακοπάθισες τους παραπάνω χρόνους Λίβ. N 2620.
       
  • παρηγόρημα 
    το, Σπαν. A 10, 12, Κομν., Διδασκ. I 5, 7, Κομν., Διδασκ. Δ 11, Σπαν. (Μαυρ.) P 5, Γλυκά, Στ. 90, Λόγ. παρηγ. L 163, 194, 487, Λόγ. παρηγ. O 164, Προδρ. (Eideneier) IV 462, Κρασοπ. (Eideneier) V 43, Καλλίμ. 261, 483, 2013, Διγ. Z 788, Επιθαλ. Ανδρ. Β′ 555, Βέλθ. 1168, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 7207, 14355, Χρον. Μορ. H 4215, Λίβ. Sc. 1911, 2168, 2696, Λίβ. Esc. 3400, 3858, Λίβ. N 2740, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 537, 1110, 1380, 2643, 3146, Αλφ. ξεν. Αμ. (Μαυρομ.) 60, 76, Αλφ. ξεν. Αθ. (Μαυρομ.) 92, Φαλιέρ., Ιστ.2 32, 588 κριτ. υπ., Θησ. Θ́ [682], Ί́ [592], Ριμ. κόρ. 636· παρηγόρεμαν, Λίβ. N 1852· παρηγόρημαν, Καλλίμ. 1841, 1906, 2016, Φλώρ. 322, 1695, Λίβ. P 2122, Λίβ. Esc. 4070, Λίβ. N 2758, 2894, Αλφ. ξεν. Αθ. (Μαυρομ.) 97.
    [Το αρχ. ουσ. παρηγόρημα. Τ. παρηγόρεμα στο Βλάχ.]
    1) α) Παρηγοριά, ανακούφιση: τι παραιτείσαι (ενν. βασιλεύ) την αρχήν της αυτοκρατορίας| και θάνατον επιζητείς εις παρηγόρημάν σου Καλλίμ. 1122· τότες να ’ρθω να σε δω για παρηγόρημά μου Ριμ. κόρ. 746· β) (συχνότ. προκ. για αγαπημένα πρόσωπα και σε προσφών.): του ανδρός σου, τον οποίον είχες ανασασμόν και παρηγόρημά σου Διγ. Άνδρ. 33129· εσέν που ’σουν το κάλλος μου, το παρηγόρημά μου (έκδ. παρηγορημένον· διορθώσ.) Θησ. ΙΆ́ [58]· είπα· «Καλώς, ω φίλε μου, το παρηγόρημά μου ...» Λίβ. Esc. 3070. 2) Λόγια παρηγοριάς (εδώ ως σύστ. αντικ.): Έδε το παρηγόρημά τό με επαρηγορούσαν| οι άρχοντες και αρχόντισσες της χώρας της Αιγύπτου Λίβ. N 2977.
       
  • παρήγορος, 
    επίθ., Καλλίμ. 1596, 1855, 2139, 2148, 2177, 2188, Αλφ. ξεν. Αθ. (Μαυρομ.) 94.
    Το αρχ. επίθ. παρήγορος. Η λ. και σήμ.
    Που παρηγορεί, που ανακουφίζει: Καλλίμ. 2406. Το αρσ. ως ουσ. = παρηγορητής: Αλφ. ξεν. Αμ. (Μαυρομ.) 58.
       
  • πας (I), 
    αντων., Σπαν. O 258, Προδρ. (Eideneier) I 221, IV 166, 483, Καλλίμ. 1039, 1042, Πωρικ. (Winterwerb) I 176 κριτ. υπ., II 79, Ασσίζ. 5619, 2628, Διγ. (Trapp) Gr. 1569, Διγ. Z 178, 3832, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 379, 1230, Βέλθ. 545, 972, Χρον. Μορ. H 1871, 2159, Χρον. Μορ. P 2159, 3621, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 145, 209, 246, 314, 387, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 107, 547, Λίβ. (Lamb.) N 3, Αχιλλ. (Smith) N 50, 169, 228, 235, 332, 412, 447, 607, 789, 1131, 1736, Αχιλλ. (Smith) O 8, 153, 246, 417, Αλφ. ξεν. Αθ. (Μαυρομ.) 76, Μαχ. 54421, Κορων., Μπούας 32, 53, Πένθ. θαν.2 629, Πτωχολ. α 104, 155, 232, 604, 896, Σεβήρ., Διαθ. 1893, Hagia Sophia ω 51917 κριτ. υπ., Σουμμ., Ρεμπελ. 168, Μπερτόλδος τίτλ. 3, 19, Πτωχολ. B 360 κ.π.α.· γεν. πληθ. αρσ. παντών, Ασσίζ. 18730, Ιμπ. κριτ. υπ. μετά στ. 211· πασών, Βέλθ. 1168, Διαθ. ηγουμ. Μακαρίας 16410· ονομ. πληθ. θηλ. πάντες· αιτιατ. πληθ. θηλ. πάντας, Ασσίζ. 8328· πάσεις· γεν. πληθ. ουδ. πασών, Ερμον. Ω 96.
    [Η αρχ. αντων. πας. Διάφ. τ. σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex., στη λ.). Η λ. και σήμ. λόγ. (ΛΚΝ).]
    I. Ως επίθ. Α´ Χωρίς άρθρο, ως κατηγορηματικός προσδ. 1) (Προσδιορίζει ουσ. χωρίς άρθρο) α) όλος: Προδρ. (Eideneier) III 221, Ασσίζ. 15625, Βίος Αλ. 1234, Ολόκαλος 17341· (μετά από τις προθ. εκ, εν): Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1263, Προδρ. (Eideneier) III 290· έκφρ. από καρδίας πάσης = με όλη την καρδιά, από τα βάθη της καρδιάς: την ευχήν του έδωκεν (ενν. ο πατήρ του Αχιλλέως) από καρδίας πάσης Αχιλλ. (Smith) O 136· β) (δηλώνει το μεγαλύτερο δυνατό βαθμό) ο μεγαλύτερος· συνολικός, όλος: Αχιλλ. (Smith) N 1632, Πτωχολ. α 166· (με τις προθ. εν, μετά): Αχιλλ. (Smith) N 184, 714, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 272, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 462· γ) (στον εν.) κάθε: Ασσίζ. 463, Λίβ. (Lamb.) N 6, Αχιλλ. (Smith) N 1874· (σε κλητ. προσφών. με περιληπτ. ουσ.): ζήσε του χρόνου το καλόν πας άνθρωπος ευγνώμων,| μη παραδράμεις τα καλά, χάρησε, σκίρτησέ τα Λίβ. P 747· (με τις προθ. εις, με): Πτωχολ. α 386· αθρωπινή μας νιότη ... (παραλ. 1 στ.) που ’σαι με πάσα έραν εσμιμένη Κυπρ. ερωτ. 1036· Πένθ. θαν.2 282· δ) κάθε είδους· (με τις προθ. από, εν, μετά, συν): Πωρικ. (Winterwerb) I 37 κριτ υπ., Πτωχολ. α 34, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 522, Προδρ. (Eideneier) IV 575. 2) (Προσδιορίζει έναρθρ. ουσ., που προηγείται ή έπεται) όλος, ολόκληρος, συνολικός: Προδρ. (Eideneier) I 81, IV 276, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1067, Αχιλλ. (Smith) N 296, 1537, Αχιλλ. (Smith) O 637, Πτωχολ. α 216, Μ. Χρονογρ. 3414· (με ουσιαστικοπ. επίθ.): Περί ξεν. (Μαυρομ.) 63, 486· (με ουσιαστικοπ. μτχ.): Ασχολουμένων … των γυναικών και πάντων| των συνελθόντων επ’ αυτῴ, ως φθάσας είπον άνω … Προδρ. (Eideneier) I 213· ο πενθερός του εγέλασεν και πάντες οι θεωρούντες Αχιλλ. (Smith) N 1540· (με ουσιαστικοπ. εμπρόθ. προσδ.): Τότε αναστάντες πάντες οι περί τον βασιλέα ... Πωρικ. (Winterwerb) II 92· ερπετά, τετράποδα, θηρία και πάντα τα εν τῃ γῃ ελάτε Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 66v· (με τις προθ. από, διά, εις, εκ, εν, με, μετά, συν): Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1830, Ερμον. Β 237, Ω 201, Πτωχολ. α 81· Ήρχετον τότε κι ο πασάς με πάντα τον λαόν του Αχέλ. 2486· Περί ξεν. (Μαυρομ.) 496, Πτωχολ. α 198, 607· (με την πρόθ. παρά, σε β́ όρο σύγκρισης· βλ. και παρά Β́I1γ1, 3): το κάλλος ...| όπερ είχεν το κοράσιον| και παρά την φύσιν πάσαν Πτωχολ. α 527· ευμορφότατη υπήρχεν (παραλ. 1 στ.) παρά τας γυναίκας πάσας Πτωχολ. α 510· (σε μεταφ.): ο πόνος τους ενίκησεν μόνος της ξενιτείας,| και στρατηγόν τον έχετε πάντες οι πόνοι τούτον Αλφ. ξεν. Αμ. (Μαυρομ.) 97· (σε μετων.): να έναι παν το μοναστήρι ομπλεγαδόν Ολόκαλος 7925. Β́ (Με άρθρο) όλος (από ένα σύνολο), ολόκληρος: Αχιλλ. (Smith) N 93, Δούκ. 36115, Έκθ. χρον. 318. II. Ως ουσ. Α´ Έναρθρ. στον πληθ. 1) (Στο αρσ. και θηλ.) α) Ο καθένας, όλοι: Σπαν. P 209, Προδρ. (Eideneier) IV 102, Καλλίμ. 1026, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 120, Διήγ. Βελ. χ 180, Αχιλλ. (Smith) N 243, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 25v· (σε αιτιατ. σε ελλιπή φράση, βλ. και δύνομαι 2): οι Τούρκοι, ως φθονεροί και δύνονται τας πάσας,| εζήλωσαν, εφθόνησαν τον τόπον του να επάρουν Χρον. Τόκκων 3183· (ως β́ όρος σύγκρισης): τον υιόν του επαίρνει μόνον| τον κρειττότερον των πάντων Πτωχολ. α 70· (σε μεταφ.): το αίμα σου (ενν. Στάφυλε) να πίνουσιν οι πάντες Πωρικ. (Winterwerb) II 84· (με δεικτ. αντων.): αυτές οι πάντες, γίνωσκε, που βλέπεις έμπροσθέ σου| ρηγών γυναίκες ήσασι Θησ. Β́ [286]· (με την πρόθ. εις, σε αιτιατ.): παρατήθης την αξία, οπού ’χες εις τους πάντας Θησ. Β́ [56]· φρ. γίνομαι των πάντων, βλ. γίνομαι 4η· β) (σε άρν.) κανένας: ουδεποσώς ο θάνατος ουκ ελεεί τους πάντας Περί ξεν. (Μαυρομ.) 480. 2) (Ο πληθ. ουδ.) α) όλα τα πράγματα, όλα: ακτινοβολίας γέμον (ενν. το πυρ) … εκατέκαυσεν τα πάντα Ερμον. B 16· (σε παροιμ. ελλειπτ. φρ., βλ. ΠΔ Εκκλ. 1. 2, 14 κ.α.): Καθώς φησίν ο Σολομών, τα πάντα ματαιότης,| και πλούτος και βασίλεια κι η ακριβή νεότης Ιστ. Βλαχ. 1337· α1) (με το επίθ. όλος πλεοναστικά, βλ. και επίθ. όλος ως ουσ. 1β): τα έγραφεν ο κριτής τα πάντα όλα εις το σεντζίλι Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 73v· (με την πρόθ. από): Ω γη, και άνοιξε από τους τάφους κανέναν και δέξε με το γληγορότερον διά να ελευθερωθώ από τα πάντα όλα Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 66v· α2) δηλώνει αναφορά· (σε αιτιατ.): ανήρ δραστήριος και τα πάντα λαμπρός, έργῳ και λόγῳ κοσμούμενος Ιστ. Ηπείρ. XV4· (με την πρόθ. εις, σε αιτιατ.): ήτον (ενν. ο μέγας ρόι Κάρλος) παμφρόνιμος στρατιώτης εις τα πάντα Χρον. Μορ. H 6824· εγίνην μεγάλο κεσάτι εις τα πάντα εις όλον τον κόσμον Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 74r· β) (με κτητ. αντων.) όλα όσα έχει κάπ., το σύνολο της περιουσίας του: πουλεί τα πάντα του (ενν. ο μισταργός ή ο υποταγάτης) ως δι’ εσέν, και βάνει τον εαυτόν του,| και βάνει και την σάρκαν του εις κάμινον δι’ εσέναν Διδ. Σολ. Ρ 49· γ) (η αιτιατ. πληθ. ως χρον. επίρρ.) για πάντα· συνολικά: η φήμη καθ’ αυτήν εστίν αθάνατος τα πάντα Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 233· και βασιλεύσας τα πάντα έτη οκτωκαίδεκα (ενν. ο Καλοϊωάννης ο Κομνηνός) εκοιμήθη Πανάρ. 634· λείψαντες τα πάντα τρεις μήνας, πάλιν κατελάβομεν εν Τραπεζούντι υγιείς Πανάρ. 729· έκφρ. τα πάντα (της ζωής) κάπ. = όλη η διάρκεια της ζωής κάπ.: Εβασίλευσεν δε ο Αρκάδιος χρόνους δέκα τέσσαρους, ... ζήσας δε τα πάντα της ζωής αυτού χρόνους είκοσι έξι Χρον. βασιλέων 427· Έζησεν ο Νώε τα πάντα αυτού χρόνους εννακοσίους πενήντα Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 100v. Β́ Στον πληθ., χωρίς άρθρο 1) (Στο αρσ. και θηλ.) ο καθένας, όλοι: Προδρ. (Eideneier) III 252, Διγ. (Trapp) Gr. 628, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1389, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 264, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 483, Αχιλλ. (Smith) N 129, 415, Μαχ. 369, Σφρ., Χρον. (Maisano) 13818, Πτωχολ. α 419, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 4407· (ως αντικ., σε ονομ. αντί αιτιατ. από έλξη): Ο βασιλές εκέλευσεν πάντες αρματωθήναι Αχιλλ. (Smith) N 517· Εκάθισεν ο βασιλεύς πάντες να δοκιμάσειν Αχιλλ. (Smith) O 76· (με δεικτ. αντων.): Ήσαν δε καθήμενοι και οι αληθείς μάρτυρες ... και ούτοι πάντες κατεδίκασαν την Στάφυλον Πωρικ. (Winterwerb) II 34 κριτ. υπ.· (ως β́ όρος σύγκρισης): Εμένα πώς ετόλμησες και εσυκοφάντησές με| ότι είμαι πόρνη, άχρηστος και χειροτέρα πάντων; Πουλολ. (Τσαβαρή)2 187· (ως υποκ. σε μτχ. γεν. απόλ.): αυτών δε πάντων παρισταμένων παρέστη και η Στάφυλος Πωρικ. (Winterwerb) I 18· πάντων ουν συνελθόντων ... Πωρικ. (Winterwerb) I 110α κριτ. υπ.· (με την πρόθ. εις και αιτιατ., βλ. εις 2): Γυναίκα κλεψιγαμούσα του ανδρός, ... εγίνετον πόρνη εις πάντας Ελλην. νόμ. 58322· (με την πρόθ. εκ, βλ. εκ 15): Και μεθυστής αδόμενος εκ πάντων και οινοπότης Προδρ. (Eideneier) IV 616· (με τις προθ. με, παρά): και φιλονικίας λέγει (ενν. η γυναίκα)| να δικάζεται με πάσας| να στριγγίζει μετά θάρσους Πτωχολ. α 656· παρά πάντων εξαρχής ο φθόνος ουκ εκλείπει Διήγ. Βελ. χ 6· (με τις προθ. παρά, υπέρ, ως β́ όρος σύγκρισης· βλ. και παρά Β́I2α): είσαι φύσει χωριάτης| και χυδαίος παρά πάντας Πτωχολ. α 744· Ήτον άνθρωπος εν πόλει, (παραλ. 4 στ.) ήτον φρόνιμος πολλάκις| λόγιός τε υπέρ πάντας Πτωχολ. P 7. 2) (Το ουδ. στον πληθ.) το καθετί, όλα: Αχιλλ. (Smith) N 1887, Αλφ. ξεν. Αθ. (Μαυρομ.) 12, Πτωχολ. α 565· (με το επίθ. όλος πλεοναστικά): όσα ζητήσει η μονή διά να την περιλάβει και να την εντύσουν (ενν. την παρθένον) πάντα όλα εντέχεται να τα πλερώσει και τότε μένει εις την ελεημοσύνην του Θεού Ασσίζ. 9713· (σε αιτιατ. της αναφοράς): πύργον μέγα προς αυτοίς κτίσας ωραίον πάντα Διγ. Z 3838· (με αναφορ. αντων.): ένι κρατημένος (ενν. ο σκλάβος ή η σκλάβα) να πλερώσει πάντα όσα εχρώστεν ο αυθέντης του οπού τον εποίκεν κληρονόμον των αγαθών του Ασσίζ. 14814· θέλει ανασπάσει πάντα όσα τον αγκαλέσαντα Ασσίζ. 9014· (με την πρόθ. εις): Οκάποιον είχε εξάδελφον, τον έλεγαν Ρομπέρτον·| άνθρωπος ήτον νεούτσικος, εξαίρετος εις πάντα Χρον. Μορ. H 2159· έκφρ. τέλος πάντων = τελικά: Τέλος πάντων τον έκαυσαν Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 14V· Τέλος πάντων έβαλεν το ωμόφορόν του (ενν. ο αρχιερεύς) και με αφόρισεν Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 54r. Γ́ Στον εν. 1) (Το αρσ. χωρίς άρθρο) κάθε, καθένας· (σε επιμερισμό): πας εκ της κάτω τύχης Λίβ. (Lamb.) N 5. 2) (Το ουδ. με άρθρο και το επίθ. όλος πλεοναστικά) το σύνολο, το καθετί: Ιδού και εγώ έτοιμος με προθυμίαν να σε βοηθήσω εις τον κόπον αυτόν, ... επειδή εσύ εγλύτωσες από τα δάκρυα, αλλά εγώ εγλύτωσα από τον θάνατον, και μάλιστα οπού όλον το παν διά χάριν εδικήν σου το έκαμεν ο Θεός Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 139· (επιρρ., με το επίρρ. όλως πλεοναστικά) συνολικά, εντελώς: Τῳ αυτῴ χρόνῳ, ... εχάλασαν οι Τούρκοι τον Ταξιάρχη την εκκλησίαν ... Και το παν όλως η αιτία ήτον από εμάς μερικούς χριστιανούς Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 43r. — Βλ. και διαπαντός, ειστοεκπαντός, ειστοπαντός, εκπαντός, εκτουπαντός, καταπαντός, προπάντων.
       
  • πικρός, 
    επίθ., Σπαν. (Λάμπρ.) Va 563, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 691, Καλλίμ. 1449, 2491, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 20, 405, Λίβ. P 1040, 2001, 2300, Αχιλλ. (Smith) N 1637, 1659, 1678, Θρ. αλ. 35, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 224, Μαχ. 7225, 2243, 6384, Θησ. Β́ [697], Δ́ [34], Ί [183], Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 573, Απόκοπ.2 106, 486, Πεντ. Γέν. XXVII 34, Αρ. V 23, Αχέλ. 444, Κυπρ. ερωτ. 9339, 11023, 11122, Πανώρ. Ά 110, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 27v, 55r, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [9], Δ́ [1169], Έ [326], Διγ. O 390, Διακρούσ. 1075, Αλφ. 1079, κ.π.α.· πικριός, Θησ. Γ́ [788], Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [359]· πρεκιός, Μαχ. 20012, Συναξ. γυν. 317· πρικός, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 43 κριτ. υπ., Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 65r, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 246, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 1737, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 160.
    Το αρχ. επίθ. πικρός. Ο τ. πικριός από επίδρ. του τ. πικριά (βλ. πικρία). Ο τ. πρεκιός από τ. πρικιός (σήμ. ιδιωμ., βλ. Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.2 Δ́ 579, λ. πρεικιός, Ξανθιν., Λεξ. δυτικοκρ. ιδιώμ., λ. πρικύς, Αναγνωστόπουλος, Αθ. 38, 1926, 165· πβ. και πληθ. ουδ. πρικιά του πρικύς, βλ. ά.) με τροπή του άτονου -ι- σε -ε- από επίδρ. γειτονικού υγρού συμφώνου (Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 239, Αθ. 24, 1912, 21). Ο τ. πρικός, με μετάθεση συμφώνου, στο Βλάχ. (λ. πρικύς), στον Κατσαΐτ., Ιφ. Δ́ 622, Θυ. Ά 10, Κλ. Πρόλ. 30 και σήμ. ιδιωμ. (Βογιατζ., Γλώσσα Άνδρ., στη λ., Μουσούρης, Γλωσσάρ. Ιθάκ. 81)· τ. πρικό (αρσ.) σε ιδιώμ. της Κάτω Ιταλίας (Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ.). Η λ. και σήμ.
    1) α) Οξύς, αιχμηρός, κοφτερός: Λουκάνη, Άλ. Τροίας [294], Ερμον. Ε 226, Η 195· β) (μεταφ., για λόγο) δηκτικός, καυστικός: Αχιλλ. (Smith) N 1692. 2) (Πικρός στις αισθήσεις) α) πικρός, δυσάρεστος στη γεύση: Divān 49, Σοφιαν., Παιδαγ. 122· πολλές φορές ψηλαφάς ένα πράγμα, ώσπερ θέλομεν ειπεί ένα πεπόνι ή ένα κολοκύνθι ή ένα αγγούριν ... και εκείνο έναι πρικό, πλην δε εσύ δεν το εγνωρίζεις από την ψηλάφησιν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 34r· (σε μεταφ.): και συ πάλιν θέλεις το γράψειν εδώ προς εμέ και τους σους και θέλεις το βάλλειν εις το στόμα τους και, αν τους φανῄ δριμύ ή πικρόν, τέλος θέλουν το καταπιείν Σφρ., Χρον. (Maisano) 12816· (επιτ., προκ. για δηλητήριο): έχουν τα όρνεα αυτά δεινόν, πικρόν φαρμάκιν Φυσιολ. (Legr.) 181· (μεταφ. στη) φρ. σπέρνω χολόκοκκα πικρά = προκαλώ κακόβουλα διενέξεις, διχόνοια (πβ. φρ. σπείρω ζιζάνια, λ. ζιζάνιον): βάλλουν (ενν. οι άρχοντες) διπλούν ζιζάνια εις ώτα βασιλέως,| σπέρνουν χολόκοκκα πικρά, πλήρης φαρμακωμένα Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 439· β) (προκ. για νερό) αλμυρός, στυφός, πικρός (πβ. L‑S, λ. πικρός, σημασ. ΙΙ 1)· (συν. για μη πόσιμο νερό): Παϊσ., Ιστ. Σινά 1971, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 41· (εδώ προκ. για το βιβλικό θαύμα μετατροπής σε πόσιμων των νερών πηγής στην τοποθεσία Μερρά από τον Μωυσή· πβ. ΠΔ Έξ. 15, 23): Αλλά και τούτο ήτον μία προφητεία εκ Θεού διά τα μεγάλα θαύματα οπού έκαμεν εις τα νερά, εις την Ερυθράν Θάλασσαν και εις τα πικρά ύδατα και εις την ακρότομον πέτραν Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 9· (μεταφ. σε τελετουργική πράξη· πβ. ΠΔ Αρ. 5, 22 ύδωρ το επικαταρώμενον, βλ. σχετικά και ΠΔ (ΕΒΕ) Γλωσσάρ. 25, λ. ευλογία-κατάρα): και εις το χέρι του ιεριά να είναι τα νερά τα πικρά τα καταραμένα· και να ορκίσει αυτήν και να πει προς την γεναίκα·  αν δεν επλάγιασεν ανήρ εσέν και αν δεν έκλινες μαγαροσύνη κατωθιό τον άντρα σου καθαιρίσου από τα νερά τα πικρά τα καταραμένα ετούτα ... Πεντ. Αρ. V 18, 19. 3) (Μεταφ.) που προκαλεί θλίψη, στεναχώρια, ψυχική οδύνη α) θλιβερός, λυπηρός, δυσάρεστος: Δούκ. 21319, Καλλίμ. 269, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [9]· β) (επιτ., προκ. για στενοχώρια, λύπη, πένθος, κ.τ.ό.): Με πόσες θλίψες σου πικρές γλυκαίνεις| του πόθου σου την πεθυμιά την τόση Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. έ [4]· δεν έθελεν του φανήν ουδετίποτες τούτη η χαρά αδ δεν να ’χεν τινά οπού να μπόρησεν να το ξηγήθηκεν ως γιον επί αυτού του, ακομή έθελεν είσταιν πολλά πικρός ο πόνος Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 79· (στον πληθ. στην) έκφρ. πικρά δάκρυα (πβ. έκφρ. μαύρα δάκρυα, βλ. μαύρος, Έκφρ.γ): έλεγαν ότι έφθασεν η συντέλεια του κόσμου και εσυγχωρούνταν ένας τον άλλον με πολλά και πικρά δάκρυα Διήγ. εκρ. Θήρ. 10923· Και του Χριστού το τίμιον έλειψες το κεφάλιν,| έπλυνες τα ποδάρια του κι εσφούγγισές τα πάλιν (παραλ. 1 στ.) και με τα δάκρυα τα πικρά εσυχνοφίλησές τα Σκλέντζα, Ποιήμ. 126· φρ. χύνω πικρά δάκρυα = κλαίω, θρηνώ σπαρακτικά: και εκείνοι ωσάν ήκουσαν, πολλά το εθλίβησαν  ... και έχυναν δάκρυα πικρά Διγ. Άνδρ. 32127· Έχυναν δάκρυα πικρά, τραβούντες τα μαλλιά τους| από την παραπόνεσιν που είχαν στην καρδιά τους Διακρούσ. 9326· να χύσω δάκρυα πικρά, στα στήθη μου να πέσουν,| φίδια μαύρα να γενούν, να φάσι την καρδία μου Περί ξεν. (Μαυρομ.) 277. 4) (Μεταφ.) που προκαλεί πόνο, βάσανα, ταλαιπωρίες α) σκληρός, οδυνηρός· επώδυνος, βασανιστικός: Ερμον. Ω 298, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 15· Μ’ αφήνω σας, γιατί θωρώ το στρατηγό και βγαίνει| τούτον, απού πρικότατο θάνατον ανιμένει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 138· Στον κόσμον σύρε με χαρά, πράξες πολλές να βλέπεις,| να σ’ αλαφραίνουν τες πικριές (έκδ. πικρίες) κόλασες της αγάπης Θησ. Γ́ [788]· φρ. πίνω πικρό ποτήρι, βλ. πίνω Φρ. 3· β) (προκ. για ριζικό, μοίρα· πβ. πικροριζικό) πικρός, αντίξοος, κακός: το πικρόν το ριζικόν μου,| οπού ’ν’ τόσον κατάδικον σ’ αυτόν μου Κυπρ. ερωτ. 212· Ω μοίρα μου πρικότατη κι άπονο ριζικό μου,| κι είντα γοργό την πλερωμή βρίσκω στο φταίσιμό μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 259· γ) φοβερός, ολέθριος, φρικτός, καταστροφικός: Αλλά ’δέ μάχη θλιβερή, πικρή, φαρμακωμένη,| οπού εγίνην ύστερα ανάμεσα τους δύο! Χρον. Τόκκων 1153· Της δε πικροτάτης μάχης εκείνης και του φρικτοτάτου πολέμου το πέρας χρη διηγήσασθαι Καναν. (Pinto) 49· το πικρόν θανατικόν, το φοβερόν κριτήριον,| οποὔλθε κι ηύρε την πτωχήν την Ρόδον την μισκίνα Γεωργηλ., Θαν. 21· δ) (προκ. για απόφαση) σκληρή, θλιβερή, ολέθρια: Ο δε σουλτάν Μεεμέτης, παραλαβών την ηγεμονίαν Δύσεως και Ανατολής, βουλήν εβουλεύσατο πικροτάτην κατά της Πόλεως και των χριστιανών Έκθ. χρον. 1115· ταύτα γαρ ως ήκουσεν η μάννα της Ζαπέτας,| βουλήν βουλεύεται πικράν, θάνατον της Ταρσίας Απολλών. (Κεχ.) 490· ε) (προκ. για τον Άδη) «σκοτεινός»: διατί στον Άδην τον πικρόν ήλιος ουκ ανατέλλει,| ούδε το φέγγος του ουρανού το ξέλαμπρόν του στέλλει Απόκοπ.2 449· Εδώ στον Άδην τον πικρόν και απολησμονημένον (παραλ. 1 στ.) δένω τους με την άλυσον καλούς κακούς ομάδι| και καταλεί τους το πλακίν καθημερνό στον Άδη Πικατ. 328· Ρύσαι ημάς, ω Κύριε, εξ Άδου κατωτάτου,| από τα βάθη τα πικρά του δολερού θανάτου Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1152. 5) (Μεταφ.) που έχει περάσει/περνάει βάσανα, θλίψεις, συμφορές, πικραμένος· δυστυχισμένος, βασανισμένος: Θρ. Κύπρ. M 241, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 529, Θησ. Β́ [697]· Μα κείνο που μ’ απόμεινε οχ’ την πικριά μου αγάπη,| λάβε το, κι ως θέλεις εσύ κάμε με τον αζάπη Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [359]· Μάτην, άνθρωπε, ζητείς μου την πατρίδαν| ... και το πικρόν μου γένος.|Νεκράν με βλέπεις σήμερον, αιχμάλωτον κειμένην Καλλίμ. 605. 6) (Μεταφ., για πρόσωπα) α) σκληρός, άπονος· αυστηρός, αδιάλλακτος: Λίβ. Esc. 239, Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 84· πάντοτε στον Θεόν μπροστά στέκου ταπεινωμένος,| αμή εμπρός στους δούλους σου αφέντης υψωμένος (παραλ. 2. στ.), μηδέ πικρός και ρίξουν σε, μηδέ γλυκύς και φαν σε Ιστ. Βλαχ. 1619· β) σκληρός, τραχύς (στους τρόπους)· εριστικός, οξύθυμος, νευρικός: Ερμον. Δ 187· Η γεννηθείσα κόρη εν καιρῴ ζωδίου Παρθένου έσται γυνή σιτόχροια, εύμνοστη, εις τα έσω πικρή και εις τους ξένους ήμερη Ο γεννηθείς νεώτερος … φ. 148v· γ) κακεντρεχής, μοχθηρός, εκδικητικός·  πανούργος: Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 86· Θωρείς, υιέ μου Φρατζισκή, τά κάμνουν οι πουτάνες,| τά κάμνουν οι πολιτικές με τες πικρές των μάννες Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 365. Το θηλ. ως ουσ. = είδος φαρμακευτικού παρασκευάσματος από το φυτό αλόη (ήδη μτγν.· βλ. Galenus Med., De sanitate tuenda libri vi 6.414.13, TLG): Πότισον κατά δύο ημέρας την λεγομένην πικράν, ωσεί εξάγιον το ήμισυ, πλην με το χλίον το κρασίν Σταφ., Ιατροσ. 379. Το ουδ. ως ουσ. = 1) α) Το βάσανο, η δυστυχία: οι ξένοι να παν εις την πατρίδα τους, να ιδούν τους εδικούς τους,| να αναπαυθούν εκ τα πολλά πικρά της ξενιτείας Αλφ. ξεν. Αθ. (Μαυρομ.) 39· αυτή ήρξατο λέγειν την αρχήν και κατά μέρος πάντα,| το γένος, την ανατροφήν και χώραν και πατρίδαν| και τ’ άλλα πάντα τα πικρά της παρανόμου τύχης Καλλίμ. 647· β) η στεναχώρια, ο καημός, η πικρία: ως ελογίαζε (ενν. ο Αρσένιος), δεν επέτυχε· και από το πικρόν του απέθανεν, αμετανόητος, εις τον αφορισμόν Ιστ. πατρ. 1491· γ) το δυσάρεστο γεγονός, το θλιβερό συμβάν: Και τις εκείνο το πικρόν χωρίς οδύνης είπει (παραλ. 2 στ.), (Την κόρην ως εκρέματο στενάζων ανεκφράζει) Καλλίμ. 445· ετούτα τα πικρά και ο χαλασμός της πόλης,| οι ιδικές μου αμαρτιές, ουαί, τα επροξενήσαν Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 229· δ) η έγνοια, η φροντίδα: μα πάντοτε πολύ πικρόν το ’χεν ο βασιλέας| με τι τρόπον να νικηθεί ο νέος Αχιλλέας Σταυριν. 427· εκείνος δε επεχείρησεν να με αναδιδάσκει,| του έρωτος τα μυστήρια και τους δεσμούς του πόθου,| της ασχολήσεως τα πικρά και της ποθομανίας Λίβ. P 135. 2) Κακία· (εδώ προκ. για λόγο): αλλ’ η καρδία το γλυκύ και το πικρόν εκβλύζει,| και μάρτυς Πέτρος ανυμνών φιλών Ισκαριώτης Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 301. — Βλ. και πρικύς.
       
  • πικρότης ‑τητα 
    η, Αλφ. ξεν. Αθ. (Μαυρομ.) 32· πικρότη, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 49623· πρικότη, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 490, Δ́ 68, Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 174, Φορτουν. (Vinc.) B́ 105· πρικότητa.
    Το αρχ. ουσ. πικρότης. Οι τ. πρικότη και πρικότητα με μετάθεση συμφώνου. Η λ. πικρότητα στο Βλάχ. και σήμ. (Κριαρ., Λεξ.).
    1) Πίκρα, πικρή γεύση: Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 41. 2) Θλίψη, στενοχώρια, πικρία: αυτείνο τ’ άχαρο και τ’ άσφαλτο ταξίδι| δεν πρέπει ... να μας δίδει,| τόσον κακό, πρικότητα, πόνον και ραθυμία Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 43· τ’ αγόρασες πολλ’ ακριβά, γιατί με την γλυκότη,| ο έρωτας σού πούλησε, σμιγμένη την πικρότη Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [330]. 3) (Προκ. για τρόπο ενέργειας) σκληρότητα, τραχύτητα: Χριστ. διδασκ. 384.
       
  • πλαντάζω, 
    Χρον. Τόκκων 698· πλαντάζω — πλαντώ, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 447, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 45, Σαχλ., Αφήγ. 177, 684, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 248, Αλεξ.2 882, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.), 53517, κριτ. υπ. Συναξ. γυν. 242, 1086, Ριμ. κόρ. 709, Δεφ., Λόγ. 80, Κατζ. Έ 33, Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 192· πλαντάσσω, Συναξ. γυν. 726· πλαντώ, Γλυκά, Στ. 256, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 476, Αλφ. ξεν. Αθ. (Μαυρομ.) 74, Φαλιέρ., Ιστ.2 57, 689, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 914, 934, Συναξ. γυν. 126, 758, 1093, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 1051· αόρ. επλάντασα, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [1259]· μτχ. πλανταμένος, Μορεζίν., Λόγ. 467· πλαντασμένος, Αλεξ.2 2922.
    Από το πλατάσσω (στη Σούδα, λ. πλαταγώνιον και σε σχόλ., TLG) (>πλαντάσσω>πλαντάζω). Ο τ. πλαντώ (<πλαντάζω, αναλογ. προς άλλα ρ., όπως αρπώ>αρπάζω, βλ. και Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 274) στο Βλάχ. και σήμ. (Κριαρ., Λεξ.). Ο τ. πλαντάσσω στο Meursius (πλαντάσσειν). Η μτχ. πλανταμένος στο Βλάχ. Η λ. και σήμ.
    Ά Μτβ. 1) Κάνω κάπ. να αισθανθεί μεγάλη ψυχική ή σωματική πίεση· (εδώ) κάνω κάπ. να πεθάνει: την νύκταν εκείνην ή ο φόβος ή η ευλάβεια του ονόματος ή και η κακοπάθεια τον επλάνταξεν εκεί μέσα Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 451. 2) (Προκ. για φωτιά) σβήνω (πβ. Κριαρ., Λεξ., λ. πλαντάζω, Φρ.): άλλοι πάλι εράξα| με το νερό και την φωτιά επλαντάξα.| Έτσι ήπαψε η φωτιά και την εσβήσα| εκείνοι, οπού τρέξαν και εβοηθήσα Λεηλ. Παροικ. 648. Β́ Αμτβ. 1) α) Αισθάνομαι μεγάλη, έντονη στενοχώρια, δυσφορία, ψυχική ή σωματική πίεση από διάφορα αίτια, ασφυκτιώ, «σκάζω»: οι μεν απέ την λύπην τους εχάσαν την ψυχήν τους,| οι άλλοι, όσοι ενέμειναν, υπάσιν να πλαντάξουν,| οπού τώρα τους εβρίζουσιν τα αιρετικά τα γένη Θρ. Κων/π. (Mich.) 28· υπάγει (ενν. η χήρα) εις το οσπίτιν της και στένει μοιρολόγι·| και δέρνεται και δέρνεται και υπάγει να πλαντάξει Σπαν. (Ζώρ.) V 564· αν πεινάσω| και καμπόσο να διψάσω,| πού να το εύρω να χορτάσω| εδώ μέσα (ενν. εις το σετούκι) οπό πλαντάσσω; Συναξ. γυν. 726· Ο τόπος ήτον άνυδρος κι ήλθασι να πλαντάξουν| από την πείνα όλοι τους, στο ’τοιμο να λιμάξουν Αλεξ.2 891· (συχνά σε πλεονασμό με το ρ. σκάζω/σκω, πβ. νεοελλ. φρ.): τους εχθρούς ενίκησεν και σκάζουν και πλαντάζουν Στ. Βοεβ. 44· μη σκάσω, ο κακότυχος, γράφοντα μη πλαντάξω,| μήπως και παραλογισθώ, Θεέ, βοήθησέ μου Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 433· μόνον εμάς η ’πόληψη κι η γευτηνιά γυρεύγει| και κατοικιά μάς ήκαμε και μπλιο τση δε μισεύγει. (παραλ. 4 στ.) Θωρώ το και πρικαίνομαι, πλαντώ και σκω περίσσα,| γιατί θυμούμαι άλλη φορά κι έτσι ποτέ δεν ήσα Στάθ. (Martini) Ά 79· Άλλο, βλέπω, δεν γυρεύει,| να με κάμνει να παθιάζω,| να πλαντάζω και να σκάζω Συναξ. γυν. 870· (εδώ) «σκάζω» από ερωτικό πόθο και συνουσιάζομαι: έναι νόμος διά να χάσει| το προικιόν της αν πλαντάξει Συναξ. γυν. 798· β) στενοχωρούμαι υπερβολικά, ζηλεύω, «σκάω»: όντε σε ιδούν και περπατείς με φρόνεσιν και τάξη,| οι φίλοι σου θέλουν χαρεί και όλοι σου οι εχθροί πλαντάξει Σαχλ. N 41· γ) (στην προστ. = σώπα, σκάσε): να με λέει να τον ακούγω πάντα,| εις πράματα τά λέγει, πλάντα·| εις τον γάμον μη πατήσεις| και ποσώς μη τριγυρίσεις Συναξ. γυν. 884. 2) Πεθαίνω: Γλήγορα απεθάνασι, ποσώς δεν εβαστάξαν,| εκεί που τους εσύρνασι τότες γιαμιά πλαντάξαν Αλεξ.2 1602· Τότε πολλά χλιμίτηξε (ενν. ο Βουκέφαλος), βρουχάται ώσπερ λέω,| μέσα στον στάβλον πλάνταξε έτσι, ωσάν σας λέω Αλεξ.2 2920· (εδώ προκ. για πνευματικά νεκρό): Ετούτος (ενν. ο Τίτος) είναι ένας αέρας κινούμενος απού το εμφύσημα του παναγίου Πνεύματος εις τον κόσμον, και εις όσες καρδίες εμφύσησε και εμφυσά το αληθινόν και θείον αυτού κήρυγμα όλοι εζωοποιήθησαν, και εις όσες δεν εμφύσησε όλες έμειναν πλανταμένες Μορεζίν., Λόγ. 467· (εδώ υβριστ.): Ιώβ, βλαστήμησε και εσύ και πέθανε και πλάντα Συναξ. γυν. 209.
       
  • πολύκλωνος, 
    επίθ.· θηλ. πολυκλωνούσα.
    Η λ. στο Θεόφραστο και σήμ. Για το σχηματ. του θηλ. βλ. Ανδρ., Λεξ., λ. ‑ούσα.
    Που έχει πολλά κλαδιά: τα δένδρα τα πολύκλωνα τά καταρρέουν την δρόσον Αλφ. ξεν. Αθ. (Μαυρομ.) 112· (σε θωπευτ. προσφών.): Κόρη μου αγαπημένη μου, φως και παρηγοριά μου,| πολυκλωνούσα ροδαρά, άσπρη τρανταφυλλιά μου Φορτουν. (Vinc.) Έ 308.
       
  • πορφυροβαφέω. 
    Από το μτγν. επίθ. πορφυροβαφής. Η λ. τον 7.-8. αι (Lampe, Lex.)· βλ. και LBG.
    Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = βαμμένος με πορφύρα· ροδοκόκκινος, βαθυκόκκινος (πβ. και πορφυρόβαφος)· (σε μεταφ.): ούτε καρδίαν επόνεσεν, ούτε ψυχήν εθλίβη,| οίος ουδέν εγεύσατο πικρία της ξενιτείας,| ως μήλον δροσερούτσικον, να ’ν’ πορφυροβαμμένον| και εντός να γέμει συμφορές, και αλί τινά αν εγγίσουν Αλφ. ξεν. Αθ. (Μαυρομ.) 30· Τα μάγουλά σου τα λαμπρά, τα πορφυροβαμμένα,| τα χέρια σου τα δυνατά τα τεχνοκοπιασμένα Τζάνε, Κατάν. 31.
       
  • ποταμός 
    ο, Λόγ. παρηγ. O 126, Παράφρ. Μανασσ. (Tièche) 380, Καλλίμ. 446, Διγ. (Trapp) Gr. 1790, 2511, 3146 κριτ. υπ., Διγ. Z 901, 2960, 3477, 3478, 4089, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1620, 1622, 1627, 1634, Βέλθ. 1105, 1123, 1139, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 284, Ερωτοπ. 555, Λίβ. Esc. 3804, Λίβ. Sc. 2963, Λίβ. Va 2754, 3500, 3796, Λίβ. N 2525, 2736, Αχιλλ. L 1283, Αχιλλ. (Smith) N 618, Αλφ. ξεν. Αθ. (Μαυρομ.) 22, Μαχ. 109, 1602, 2705, 27412, Hagia Sophia α 46212, 13, Απόκοπ.2 88, Κορων., Μπούας 60, Πεντ. Γέν. XV 18 δις, XXVI 17, 19, XXXI 21, XLI 1, Έξ. I 22, II 3, VII 24, Αρ. XXXII 9, XXXIV 5, Δευτ. I 24, II 36, 37, III 16, IV 48, Πορτολ. A 1717, 19826, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 871, 2, 11, Χρον. σουλτ. 814, Ιστ. πατρ. 818‑9, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 172, 922, 1448, 1514, 2281, 2423, 2424, 2426, 2435, 3647, 4613, Χρησμ. (Brokkaar) N 94, Λαυρ., Οπτασία Σ. 112, Κυπρ. ερωτ. 9713, 15414, Πανώρ.2 Πρόλ. 55, Β́ 472, Γ́ 57, 209, 571, 599, 626, Δ́ 119, 127, 133, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 410, Γ́ 341, Διγ. Άνδρ. 3895, 3908, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Γ́ 1251, 1484, Δ́ 57, 60, 105, 133, 214, Έ 976, Διαθ. Νίκωνος 56, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 1545 ά 3, 1546 ά 25, 28, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [695], [699], Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 24, Γέν. Ρωμ. 69, Διγ. O 1373, Διακρούσ. 998, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2024, 48214, 51020, 52018, 5521, Hagia Sophia φ1 50317‑18, 20, ω 51027, f 59820, ψ 61624· πόταμος, Πεντ. Δευτ. II 36.
    Το αρχ. ουσ. ποταμός. Ο τ. και σήμ. στο ποντ. ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ.). Η λ. και σήμ.
    1) α) Ποταμός: Διγ. (Trapp) Gr. 3053, Διγ. Z 2203, Λίβ. (Lamb.) N 169, Μαχ. 19828· (μεταφ., προκ. για το θάνατο): Γεφύριν έν’ και ποταμός (ενν. ο πρώτος θάνατος) γοργοπεραματάρης Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 61· (σε παρομοίωση): Οι Τούρκοι τότε με βοήν και όχλον επληθαίναν (παραλ. 1 στ.)· τόσα φουσσάτα μπήκασιν, τόσα φουσσάτα μπήκαν, (παραλ. 1 στ.). Ποτέ με τέτοιαν ταραχήν στους κάμπους δεν εβγαίνει| τις αφρισμένος ποταμός, όταν πολλά πληθαίνει| κι αρπά χαράκια και δενδρά Αχέλ. 1083· Ως ποταμός χειμωνικός θολός όντα φουσκώσει| κι εις το καυκί ντου δε χωρεί κι όξω ’ς τσι κάμπους δώσει (παραλ. 4 στ.), τέτοιας λογής την σήμερο τον πόθο φουσκωμένο| βαστώ στη δόλια μου καρδιά Πανώρ.2 Γ´ 399· (σε προσφών.): τα πάντα θλιβερά να κλαύσουν να θρηνήσουν,| περβόλια, βρύσες, ποταμοί και δρόμοι σφαλισθήτε,| κάμποι, λαγκάδια, πετρωτά, όλα σας λυπηθήτε| και γοερώς θρηνήσατε Διακρούσ. 11118· (σε προσωποπ.): Θαρρώ το να ’κλαψες κι εσύ πολλές φορές για μένα,| καθώς με κλαίσι τα θεριά, τα δάση, τα χαράκια,| οι κάμποι κι όλοι οι ποταμοί, τα δέντρη και τα ρυάκια Πανώρ.2 Β́ 292· (προκ. για μυθικό ποταμό του Κάτω Κόσμου): Εκεί στον τόπον βρίσκεται ο ποταμός της Λήθης,| και όστις πάγει πίνει τον και λησμονεί τον κόσμον Διγ. A 4508· β) (με τα ουσ. καυκί, πλάτη και χείλος, προκ. να δηλωθούν αντίστοιχα η κοίτη, η επιφάνεια και η όχθη του ποταμού· βλ. και ά. καυκί(ν) 2, πλάτη 2α): χαρούμενοι εκατήρχοντο του ποταμού το χείλος Διγ. Z 3453· Κι απήτις επεράσαμε του ποταμού την πλάτη,| θωρώ κι εχώρισε εις τρία στράτα και μονοπάτι Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 173· και εσύντυχεν ο Φαρώ προς τον Ιωσέφ· εις το όνειρό μου ιδού εγώ στέκω ιπί το χείλος του ποταμού Πεντ. Γέν. XLI 17· τσ’ εφάνη στ’ όνειρό τση (ενν. της Αρετούσας)| και σκοτεινιάζει ο ουρανός ...| και κλαίγοντας παρακαλεί, κοιμώντας, να γλυτώσει,| όντες θωρεί πως ήλαψε στου ποταμού την πλάτη| μια λαμπυρότατη φωτιά κι άθρωπος την εκράτει·| φωνιάζει της «μη φοβηθείς» Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 65· εις το καυκί του ποταμού του Αλφειού σε μίαν| ... όμορφην μυρωδικήν μερτίαν,| καταλαχού πρωτύτερα το βρήκα (ενν. το παιδί) Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [679]. 2) Μεταφ. α) (προκ. για υγρά) μεγάλη ποσότητα: να εύρεις δάκρυα ποταμούς, βουνά τρανά τας θλίψεις Λόγ. παρηγ. L 130· εγώ τη σβήνω (ενν. την καμένη καρδιά), λυγερή, κι εσύ την άφτεις πλέον,| και α δεν την βρέχεις, λυγερή, με τα δικά σου χέρια,| τον ποταμόν και αν έβαλα, ποσώς δεν την δροσίζω Ερωτοπ. 287· τα δάκρυά του είχε ποταμούς, βροντάς τους στεναγμούς του Λίβ. Sc. 2637· επλήθυνεν ο ποταμός της αιματοχυσίας,| και πάλιν εκατέκοπτεν και χορτασιάν ουκ είχεν Αχιλλ. L 455· (σε σχ. έλξης): Η δε, στενάξασα πικρώς ως από σπλάχνων μέσων,| εκίνησαν εξ οφθαλμών, φευ, ποταμός δακρύων Καλλίμ. 603· (σε παρομοίωση): ως ποταμός εγρήγορος τα δάκρυά τους ετρέχαν Αχιλλ. L 1283· Κι ως ποταμός το αίμα των έτρεχεν Κορων., Μπούας 57· οι μπάλες πλήσες να ’ρχουνται απάνω τως, να τρέχου| τα αίματα σαν ποταμός Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 52018· (ως επίρρ.· πβ. ά. ποταμηδόν): τα μάτια ετρέχαν ποταμός Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 1028· να χύσου δάκρυα ποταμόν πως αιχμαλωτιστήκα| από το γένος των Τουρκών Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1465· β) (προκ. να δηλωθεί αφθονία): Βοστρύχους είχεν ποταμούς, ερωτικούς πλοκάμους Καλλίμ. 811· πηγή (ενν. το κάστρο) χρημάτων, ποταμός των όλων πλουμισμάτων Καλλίμ. 1460· γ) (προκ. να δηλωθεί ψυχικός, πνευματικός και πολιτιστικός πλούτος): η βασιλεία σου, ... της δικαιοσύνης| συνήγορος και ποταμός της ελεημοσύνης Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1276· κάμωμα πολλά ακριβό σ’ έτοιους καιρούς εγίνη| εις την Αθήνα που ήτονε τση μάθησης η βρώσις| και το θρονί της αφεντιάς κι ο ποταμός της γνώσης Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Α´ 26· Θάλασσαι, ποταμοί, πενθήσατε τον μέγαν ετούτον ποταμόν της διδασκαλίας Χίκα, Μονωδ. 146· στη Δύσιν έπεψες (ενν. Ρέθεμνος) όλη σου τη σοφία| κι εγέμισεν η Ανατολή, Άρκτος και Μεσημβρία,| κινώντας τ’ αργυρότρεχα νερά του ποταμού σου| σ’ όλο τον κόσμο ζάχαρη Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2309. 3) (Σε παρομοίωση, προκ. να δηλωθεί η ορμή και η ταχύτητα με την οποία κινείται κ.): να έναι γοργόν ως ποταμόν (ενν. το άλογον) και ώσπερ την σαγίτταν Λίβ. P 1955· (εδώ προκ. για το πέρασμα του χρόνου): Ελάφιν τόσα γλήγορα στην στράταν| δεν τρέχει ’δ’ άλλον ζον μέσα στο δάσος,| ’δέ ποταμός βιασμένος ’πού ψιχάδιν,| ’δέ νέφος όνταφ φεύγει ομπρό στ’ ανέμιν (παραλ. 1 στ.) γιόν φεύγουν τούτης της ζωής οι χρόνοι Κυπρ. ερωτ. 1073. 4) (Μεταφ.) α) αναστάτωση, ταραχή: Έφθασεν άλλος ποταμός με πόσην τρικυμίαν,| με πόσην, να είπες, μέριμναν, με ποταπήν φροντίδαν (παραλ. 6 στ.)· αρμάτων ήτον έξαψις και δοκιμή φαρίων| και πάντες είχασιν απλώς την περί τούτου ζάλην Καλλίμ. 1013· β) (στον πληθ.) συμφορές, παθήματα: Ημέρας τρεις ο Ιωνάς κατείχετο τῳ κήτει| και φέρειν μη δυνάμενος, εφώναζε βαρέως (παραλ. 1 στ.) «Εκύκλωσάν με ποταμοί, παύθητι της οργής σου (ενν. δέσποτα)| ... χαώνεις τον Ιωνάν σου» Γλυκά, Στ. 235. 5) (Εκκλ., στον πληθ.) διακοσμητικά στοιχεία ιερατικών αμφίων (για το πράγμα βλ. Βεργωτής, Λεξ. λειτουργ., λ. ποταμός): επί του ιερού κριτηρίου καθίσας ως κοινός δεσπότης όλης της οικουμένης, φορών το ιερόν μανδύον μετά των ποταμών Ιστ. πατρ. 19415‑16· Οι δε ποταμοί, οπού είναι εις το μανδύον άσπροι και κόκκινοι, το άσπρο δηλοί την ανθρωπότητα, το δε κόκκινον εικονίζει την θεότητα Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 1545 ά 22. Εκφρ. πύρινος ποταμός/ποταμός του πυρός = (α) (εκκλ.) ο ποταμός της κόλασης: Οι αμαρτωλοί δε τρέμοντα δικαίους να θωρούσιν,| με τας φωνάς να κράζουσιν βοήθειαν να ζητούσιν:| «Άγγελοι, λυπηθήτε μας, ψυχοπονέσετέ μας, με τα σπαθιά σας τα λαμπρά δέτε, απαντήξετέ μας»| Ως λέοντες θέλουσι πηδάν, ως δράκοντες κινήσαν,| τον ποταμόν τον πύρινον στο πέραν τως δεθήσαν Ρίμ. θαν. 132· είδε (ενν. η Παναγία) την λίμνη και τον ποταμόν του πυρός, οπού ’ναι όλο φωτιά ... Και είναι εκεί πλήθος άντρες και γυναίκες. Και θωρώντα τους η Παναγία εδάκρυσε και είπεν: «Τι είναι το αμάρτημάν τους;» Αποκ. Θεοτ. I 201· (προκ. για τους κατακτητές Τούρκους): Γίνωσκε, αγιώτατε, και κορυφή της Ρώμης,| ο ποταμός ο πύρινος εσέβην εις την πόλιν,| την Δύσιν περιπλέκεται με παρακλάδια έξι Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 619· διά τα κρίματα ημών την επήραν (ενν. την Κωνσταντινούπολιν) οι Τούρκοι.| Οι τέχνες των Χριστιανών και τα καμώματά των (παραλ. 1 στ.) τον ποταμόν τον πύρινον έβαλαν εις την Πόλιν,| ... και επυρπόλησέν την Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 667· (β) (σε κατάρα) «το πυρ εξ ουρανού» (για το πράγμα πβ. και Κουκ., ΒΒΠ Γ́ 332-3): να μου εποίησεν ο Θεός ετουτηνάν την χάριν,| να ’βρεξεν πύρινον ποταμόν, και να ’καψεν τους ξένους Περί ξεν. (Μαυρομ.) 238.
       
  • προσκέφαλον 
    το, Σταφ., Ιατροσ. 11315, Καλλίμ. 571, 577, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1707, Σπανός (Eideneier) B 123, Διήγ. σεβαστ. Θωμά 220, Κρασοπ. (Eideneier) ΑΟ 106, L 72, Ριμ. κόρ. A 150, V 132, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) V 328, Βυζ. Ιλιάδ. 305· πρεσκέφαλον, Κρασοπ. (Eideneier) O 106 (βλ. Eideneier [Κρασοπ. σ. 155])· προσκέφαλο, Εβρ. ελεγ. 162, Λεξ. Μακεδ. 138, Πανώρ.2 Β́ 212, Γ́ 580, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 994, Β́ 71, Έ 1045· προσκέφαλο(ν), Αχιλλ. (Smith) N 1858, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 3514, 17, Πεντ. Γέν. XXVIII 11, Μπερτόλδος 64· προυσκέφαλον, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Μάρκ. δ́ 38.
    To μτγν. ουσ. προσκέφαλον. Ο τ. προσκέφαλο και σήμ. Η λ. στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. προσκεφάλιν, Μηνάς, Λεξ. ιδιωμ. Καρπάθου, Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. προσκέφαλο(ν)· (με διαφ. σημασ.) Πασπ., Γλωσσ.).
    1) α) Προσκέφαλο, μαξιλάρι (ύπνου): Ει δε και έχεις εις τα ομμάτια ασθένειαν, μη κοιμηθείς πρίμυτα ..., αλλά βάλε ένα προσκέφαλον ελαφρόν και λεπτόν εις το στήθος σου Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 178· ήτον και το προσκέφαλο τα δάκρυα τση γεμάτο,| οπού εφοβάτο κι ήκλαιγε στον ύπνο που εκοιμάτο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 89· γράψον τους ψαλμούς ημέραν Κυριακήν μετά μόσχου και ροδοστάματος και κρόκου, και θες το εις το προσκεφαλόν του και θέλει κοιμηθεί Ιατροσ. 24186· φρ. πίπτω εις προσκέφαλον = ξαπλώνω, πλαγιάζω: Εις στένωσιν, όταν δεν ηπορεί να πέσει εις προσκέφαλον Ιατροσ. κώδ. φκς́· (σε μεταφ.): Χιλιδονάκι να γενώ, στην κλίνην σου να έλθω,| να κτίσω την φωλίτσα μου εις τα προσκέφαλά σου Ch. pop. 242· ο άνθρωπος που περπατεί τα ξένα, (παραλ. 1 στ.) πάντα θλιμμένος περπατεί και παραπονεμένος (παραλ. 1 στ.) και βρέχει το προσκέφαλον, ποτέ δεν ανασαίνει Αλφ. ξεν. Αθ. (Μαυρομ.) 9· (μεταφ.): Ώχου, και κείτονδαι όμορφα κορμιά στους κάμπους ξαπλωμένα (παραλ. 2 στ.). Ώχου, κι είχαν τη πλάκα προσκέφαλο τα γνέφη για σενδόνια Εβρ. ελεγ. 160· Άτυχε Απολλώνιε, ... (παραλ. 1 στ.) Πού ’ναι το στρώμα τ’ όμορφον, οπού ’σου μαθημένος (παραλ. 1 στ.) κι έχεις το βράχος συντροφιά, τη θάλασσα κοντά σου,| προσκέφαλο να κείτεσαι απάνω στα μαλλιά σου; Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 328· β) καθετί που χρησιμοποιείται σαν προσκέφαλο: ο Ιακώβ ενύκτωσε εις την στράταν και όταν εσκοτεινίασεν καλά και έγινε νύκταν, έπεσεν εις έναν κάμπον έμορφον διά να κοιμηθεί και βάνει μίαν πέτραν διά προσκέφαλον Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 144v· ο Αλέξανδρος εγδύθη την φορεσίαν του και την μπερέττα του, οπού είχεν ωσάν προσκέφαλον τάχα ότι εκοιμάτον Διήγ. Αλ. V 76· (εδώ σε υπερβολή): και κλίνη έποισα ληνόν και πάπλωμαν τη σκάφη,| πισσάσκιν το προσκέφαλον, εγκόλπιον πιθάρι Κρασοπ. (Eideneier) V 102. 2) (Με τοπ. χρ.) α) (προκ. να δηλωθεί το τμήμα που βρίκεται στην περιοχή του κεφαλιού): Δύο αγγέλους έκλαμπρους εσκιάστηκες καθάρια,| έναν εις τα προσκέφαλα, άλλον εις τα ποδάρια Σκλέντζα, Ποιήμ. 1150· β) (προκ. για δήλ. εγγύτητας): ο Ηλίας, ο ένδοξος προφήτης, ... εξυπνηθείς, εύρε το ψωμί ... και το κανάτι το νερόν εις το προσκέφαλόν του Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 113.
       
  • πύρινος, 
    επίθ., Βέλθ. 271, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 238, Αλφ. ξεν. Αθ. (Μαυρομ.) 66, Θρ. Κων/π. διάλ. 52, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 619, 667, Θησ. (Βεν.) ΙΆ [67], Ρίμ. θαν. 132, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 560, Προσκυν. Ιβ. 845 787, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 23r, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 18814· πυρινός, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Wagn.) 619, 667· θηλ. πύρινος, Δευτ. Παρουσ. 64, 296.
    Το αρχ. επίθ. πύρινος. Για τον τ. βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 114. Η λ. και σήμ.
    α) Που είναι φτιαγμένος από φωτιά· πυρακτωμένος, διάπυρος: Ακούσατε, ω βασιλείς ... (παραλ. 3 στ.). Της θεϊκής δυνάμεως η πύρινη ρομφαία| θα πέσει για να κάψει σας Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 296· (μεταφ.): Το όπλον, οπού μ’ έκαμνεν πάντα νικάρην (παραλ. 1 στ.) τον θησαυρόν τον πύρινον τον φουμισμένον (παραλ. 1 στ.) έχασα τώρα και υμνώ τό δεν μελλά ’βρω Κυπρ. ερωτ. 1463· (σε μεταφ., προκ. για ερωτικό πόθο): Άλλον ellettuario θε να ’χει απού θα σβήνει| τέτοιας λοής αφτούμενο και πύρινο καμίνι·| και το δικό σου επάλιωσε και δύναμη δεν έχει Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 216· (προκ. για το άρμα που οδήγησε τον προφήτη Ηλία στον ουρανό): Ηλίας ο αγιότατος με πύρινον το αμάξιν ... Συναξ. γυν. 141· β) (προκ. για οτιδήποτε σχετίζεται με την Κόλαση· βλ. και Lampe, Lex., στη λ. 6): Και αυτός ο δρόμος καταντεί στον πύρινον τον λάκκον,| οπὂχει εκεί ηγούμενον αυτόν τον φίδιον δράκον Δευτ. Παρουσ. 157· Και είδε εκεί η Παναγία (ενν. στην Κόλαση) πυρίνη νεφέλη και εις την μέσην της φωτιάς στρώματα στρωμένα και απάνω εκάθουνταν πλήθος άντρες και γυναίκες, και δράκοντες και θεριά, όλο φωτιά, τους ετρώγασι Αποκ. Θεοτ. I 115· (γενικ. για τον Κάτω Κόσμο): Και εις ώραν ολιγούτσικην πέντε (ενν. υπηρέτες του Χάρου) διαμιάς εσώσαν| κι έρικταν εκ το στόμαν τους πύρινον έξω γλώσσαν Απόκοπ.2 440· γ) (μεταφ., προκ. για δάκρυα) φλογερός, καυτός: ήρχισαν τα ομμάτια μου να κατεβαίνου ως βρύσες,| να τρέχουν δάκρυα πύρινα και στεγνωμόν να μη έχουν Ντελλαπ., Ερωτήμ. 15. Έκφρ. πύρινος ποταμός, βλ. ποταμός Εκφρ.
       
  • σηκώνω, 
    Προδρ. (Eideneier)2 Δ́ 254, 381, Ασσίζ. 91, 19816, 21523, 46728, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 7166, Ερμον. Μ 90, Χρον. Μορ. H 1952, 4208, 9234, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 355, Ιμπ. 869, Χρον. Τόκκων 1890, Φυσιολ. (Legr.) 801, Rechenb. 785, Φαλιέρ., Ιστ.2 291, Διήγ. Βελ. χ 279, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 273, 274, Μαχ. 5208, Σφρ., Χρον. (Maisano) 5813, Θησ. Ζ́ [1143], ΙΒ́ [238], Κάτης (Τικτοπούλου) 61, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 830, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2695, Πικατ. (Bakk.-v. Gem.) 450, Διήγ. Αλ. F (Lolos) 1043, Πεντ. Γέν. XVIII 16, XXI 16, L 13, Έξ. XXVIII 12, Λευιτ. XI 25, Αρ. VII 9, Δευτ. I 9, XXIX 21, Κώδ. Χρονογρ. 6911, Αρσ., Κόπ. διατρ. [1513], Μορεζ., Κλίνη φ. 9v, 39v, 107r, Κρασοπ. (Eideneier) S 3, Δωρ. Μον. XXIII, Πανώρ.2 Ά 328, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 195, Έ 91, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 135, 1009, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Γ́ 44, Παλαμήδ., Βοηβ. 328, 424, Ιστ. Βλαχ. 239, 2117, Διγ. Άνδρ. 3208, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3728, 15237, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 583, Γ́ 84, 534, Δ́ 1954, Διαθ. 17. αι. 3157, Ροδολ. (Αποσκ.) Ά 535, Β́ 378, Έ 617, Διήγ. πανωφ. 56 δις, 60, Λίμπον. 38, Φορτουν. (Vinc.) Β́ 185, Δ́ 87, Ιντ. ά 142, δ́ 1, Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 6516, Ροδινός (Βαλ.) 128, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 211, Β́ 62, Έ 381, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 14714, 5475, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. γ́ 9, κ.π.α.· ασηκώνω, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 ΑΖ 6, 47, Αλεξ.2 633, 1619, Επίλ. 42, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 2357, Ζήνου, Βατραχ. 374, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 60r, 76v, 81v, 167v, 243r, 250r, 318r, κ.α., Τριβ., Ρε 251, Τριβ., Ταγιαπ. 101, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Έ [325], [360], Ή [103], κ.α., Σανκταμαύρας, Πράξ. Αποστόλ. (Κακ.-Πάνου) φ. 44r, 50r, 53r, Νούκ., Μύθ. (Παράσογλου) 15, 35, Κατζ. Ά 325, Γ́ 536, Μπερτόλδος 6, 19, Μπερτολδίνος 115, 167, Ιερόθ. Αββ. 331, Εγκ. αγ. Δημ. 10519, Καλόανδρ. (Δανέζης) 75 (1v), Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [1274], Χριστ. διδασκ. 78, 80, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 23, 31, Διακρούσ. (Κακλ.) 137· ασκώνω, Επιστ. 16. αι. 2512‑13· εσηκώνω, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3411-12· σηκών(ν)ω, Μαχ. 631, 2012, 2619, 15430-31, 27627, 31632, 47630, 52019, 53810, 58013, 60830, 66631, κ.α.· σηκώννω, Μαχ. 20632, 24834, Ξόμπλιν φ. 134v, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 97, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 290, Θρ. Κύπρ. M 248, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 267, 269, 281, 483· σκώνω, Διγ. A 2319, Διγ. Z 222, Φυσιολ. (Legr.) 53, Χρον. σουλτ. 10819, Επιστ. 16. αι. 255, Βοσκοπ.2 261, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 26817· γ́ πρόσ. εν. ενεργ. αορ. ασήκουσε, Αλεξ.2 957· γ́ πρόσ. εν. μέσ. αορ. εσήκωθαν, Πεντ. Αρ. XXV 7· β́ εν. πρόσ. ενεργ. προστ. ασήκω, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [1172]· σήκα, Sprachlehre 190· σήκω, Πεντ. Δευτ. III 27· β́ εν. πρόσ. μέσ. προστ. σήκου, Αχιλλ. L 843, 916, Sprachlehre 88, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 527· σηκώθησαι, Σφρ., Χρον. (Maisano) 586· β́ πληθ. πρόσ. μέσ. προστ. σήκωτε, Πεντ. Γέν. XIX 14 (έκδ. σήκωμε· διορθώσ.), Έξ. XII 31, Δευτ. II 13, 24· σηκώτε, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. ιζ́ 7.
    Από το μτγν. σηκόω. Ο τ. ασηκώνω (με προθετ. α‑) στο Βλάχ. (λ. ασικώνω), καθώς και μτχ. ασηκωμένος στο Meursius (λ. ασικομένος), και σήμ. ιδιωμ. (Ζώη, Λεξ. Ζακ.2 Β′, Κόμης, Κυθηρ. Λεξ., Τσιτσέλη, Κεφαλλ. Σύμμ. 140). Ο τ. ασκώνω σήμ. ιδιωμ. (Πανταζ., Κεφαλ.-θιακ., Χυτήρης, Κερκυρ. γλωσσάρ.). Ο τ. σηκώννω σήμ. ιδιωμ. (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., Σακ., Κυπρ. Β́ 780, λ. σηκόννω, Μηνάς, Λεξ. ιδιωμ. Καρπάθου). Τ. #13’κώνου σήμ. ιδιωμ. (Δουγά-Παπαδ.-Τζιτζιλής, Γλωσσ. ιδίωμ. ορ. Πιερίας, Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Ά 343). Τ. σ’κώνω (με συγκ. του ‑η‑) καθώς και τ. εσ’κώνω στο ποντ. ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ.). Η λ. στο Meursius (λ. σικόννειν) και σήμ.
    I. Ενεργ. 1) α) Μεταφέρω από χαμηλά ψηλότερα, μετακινώ προς τα επάνω· υψώνω, ανεβάζω: Ευθύς την σπάθην εσήκωσε και προς θηρίον τρέχει Διγ. A 1492· εξέβη ο ευνούχος·| βλέπει, γινώσκει την γραφήν ...| σκύπτει, εκ την γην σηκώνει την Λίβ. Esc. 1425· είδε (ενν. ο Κτεναβώ) τους πλανήτας και τα ζώδια· και ουδέν ήτον ώρα καλή· και είπε των γυναικών και ασήκωσαν τα ποδάρια της, να μηδέν πέσει το παιδίν Διήγ. Αλ. E (Lolos) 1053· Η δε κόνις εσηκώθη εκ πεζών τε και ιππέων| ... έως εις τα νέφη απάνω Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Γ́ [11]· (προκ. για σημαία): αφνίδιως, ως ευρέθησαν, εκίνησαν κι υπάγουν,| ούτε φλάμουρα εσήκωσαν, ούτε αλλάγια εποίκαν Χρον. Μορ. H 9020· β) (προκ. για μέλος του σώματος ανθρώπου ή ζώου) κινώ προς τα πάνω, υψώνω: τας χείρας του εσήκωσε και τον Θεόν δοξάζει Χρον. Μορ. H 4810· συχνά πηδά (ενν. ο γάδαρος), τσιλιπουρδά και την οράν σηκώνει Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 455· εσήκωσε τον δάκτυλόν του και έσεισεν και εφοβέρισέν τον Διγ. Άνδρ. 32023· φρ. (1) σηκώνω τα αμμάτια/βλέμμαν/τα μάτια/τα ομμάτια = (α) στρέφω τα μάτια μου προς τα πάνω, υψώνω το βλέμμα μου: Κλαίγει, θαρρώ, κι ο βασιλιός, για κείνο δε σηκώνει| τ’ αμμάτια του να τηνε δει κι όσο μπορεί τα χώνει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 397· Βλέμμαν ουδέν εσήκωσεν (ενν. ο Φλώριος) καμίαν ν’ αντρανίσει Φλώρ. 844· να αφήσει (ενν. η ψυχή) πάσαν βιοτικήν μέριμναν και να σηκώσει τα ομμάτια της εις τον ουρανόν Βουστρ. Μεταφρ. 254· από την εντροπήν του δεν αποκότουνε να ασηκώσει πλέον τα μάτια του Μπερτόλδος 32· (β) στρέφω την προσοχή μου, βάζω στο μάτι κάπ.: και ήτον ύστερα τα λόγια ετούτα και εσήκωσεν η γεναίκα του αφεντός του τα μάτια της προς το Ιωσεφ και είπεν: «πλάγιασε μετά μεν» Πεντ. Γέν. XXXIX 7· (2) σηκώνω την χείρα/το χέριν = (α) χειροδικώ: αν σηκώσει (ενν. ο λαός ο πτωχός) το χέριν του καταπρόσωπα του ψουμάτου, να χάννει το χέριν το δεξιόν Μαχ. 2428· (β) επιτίθεμαι: Και δεν τους έσωσαν αυτά π’ όρισαν και επήραν,| αμή και εις την Βενετιάν εσήκωσαν την χείρα Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 5550· γ) μεταφ. γ1) προκ. για κοινωνική άνοδο: αν κάμεις τό σου θέλω πει, μπορώ να σε σηκώσω| και να σε κάμω άνθρωπον τον πρώτον εις τη χώρα Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 1222· κάποιο ριζικό τον κόσμο ανακατώνει| και πλούσους ρίχνει χαμηλά κι ανήμπορους σηκώνει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 566· γ2) προκ. για ηθική άνοδο: ο περιστάτης σου λαός ζητά να τονε σώνου,| να ξεπλυθεί τα πταίσματα και οπόθεν έχει κρίμα| να τον σηκώσ’ η χάρις σου εκ του βυθού το φρίμα Σκλέντζα, Ποιήμ. 542· Έχεις το βάπτισμα οπού σε σηκώνει, έλα και εις την θείαν μετάληψιν, και αν σου φαίνεται δύσκολον, έχεις την εξομολόγησιν οπού σε κρατεί Lucar, Sermons 110· δ) (με υποκ. το Θεό ή το Χάρο) ανεβάζω την ψυχή κάπ. στον ουρανό, παίρνω την ζωή κάπ.: ας απομεινίσκομεν ώστι να θέλει ο Θεός να σηκώννει τους γονίους μας και να παίρνομεν την κληρονομίαν Μαχ. 210· Αν μέλλεται ποτέ να με σηκώσεις,| Χάρε, μηδέν ιστέκεις ν’ ασκοπίζεις| καλλιότερον καιρόν για να με σώσεις Κυπρ. ερωτ. 521· ε) (συνεκδ.) βαπτίζω: η δείνα ... εμνηστεύσατο εαυτήν μετά του δείνα, μη γινώσκουσαν ότι υπήρχεν αδελφός αυτής πνευματικός, διατό εσήκωσεν αυτήν ο δείνα και πατήρ αυτού από της αγίας κολυμβήθρας Ελλην. νόμ. 55726. 2) α) Φέρνω κάπ. ή κ. που έχει πέσει στην όρθια θέση: ως ... είδεν ότι έπεσον, ήρξατο του γελάν με,| εκβαίνει και σηκώνει με γοργόν από του πάτου Προδρ. (Eideneier)2 Ά 191· Και αφότου επαρεκάλεσα μετά πολλών δακρύων,| σκύπτει η Αγάπη, από την γην σηκώνει με και λέγει Λίβ. διασκευή α 416· (με σύστ. αντικ.): μη διεις το γαϊδούρι του αδερφού σου γή το βοΐδι του πέφτουν εις τη στράτα ...· σηκωμό να σηκώσεις μετ’ αυτόν Πεντ. Δευτ. XXII 4· β) (μεταφ.) επαναφέρω κ. στη σωστή θέση, διορθώνω: εντέχεται εκείνος (ενν. ο δεσπότης) απαύτα να ’σάσει πολλά και να σηκώσει, πάντα τον καλόν ποιών, και μετά ταύτα εντέχεται να εξεύρει ότι εις τοιούτην τάξιν ως κρίνει τους άλλους κριθήσεται Ασσίζ. 2746. 3) α) Κρατώ το βάρος κάποιου πράγματος, υποστηρίζω κ.: ανάγναντις την κλειδαριά να είναι τα κρικέλια ... να σηκώνουν το τραπέζι Πεντ. Έξ. XXV 27· (εδώ προκ. για το βάρος των αμαρτιών που επιρρίπτονται στον αποδιοπομπιαίο τράγο): και να σηκώσει το ’ρίφι απάνου του όλα τα κρίματά τους ... και να απεστείλει το ’ρίφι εις την έρημο Πεντ. Λευιτ. XVI 22· (προκ. για τον αμνό του Θεού): ελπίζοντες εις τον μεσίτην μας Ιησούν Χριστόν, ο οποίος είναι το αρνίον οπού σηκώνει και εβγάνει την αμαρτίαν του κόσμου Χριστ. διδασκ. 431· β) μεταφ. β1) αντέχω το βάρος κάπ. πράγματος· αντιμετωπίζω: Φρόνιμος έναι και καλός όπου φρονεί το τέλος,| και αν τον έλθει τίποτε, να το σηκώσει ως άνδρας Κομν., Διδασκ. Δ 374· β2) επαρκώ, φτάνω: και δεν εσήκωσεν αυτουνούς (ενν. τον Αβραμ και τον Λωτ) ηγής να κάτσουν αντάμα, ότι ήτον το πλούτος τους πολύ Πεντ. Γέν. XIII 6· β3) ανέχομαι: μη σηκώσεις άκουσμα ψοματένιο Πεντ. Έξ. XXIII 1. 4) α) Κουβαλώ, μεταφέρω, φέρνω: Έσω εις κοφίνια βάλλουσι τα ρόδα των ανθέων,| βάγιλοι τα σηκώνουσιν, τον αμιράν τα πάσι Φλώρ. 1593· και είς σοφός διδάσκαλος μετά των μαθητών του| ευρέθηκεν εις τον γιαλόν, θωρούσιν το κιβώτιον,| σηκώνουν το οι μαθηταί, εις το σκολείον το παίρνουν Απολλών. (Κεχ.) 408· το πουρνό ήτον και ο άνεμος ο ανατολικός εσήκωσεν την ακρίδα Πεντ. Έξ. X 13· φρ. σηκώνω την κατούνα(ν) = διαλύω το στρατόπεδο (βλ. και ά. κατούνα Φρ. (και Επιτομή)): εδώκαν τα σαλπίγγια,| τα τούρκικα τα βούκινα, όπου είχαν μέγα πλήθος,| σηκώνουν τες κατούνες τους, εβάλθησαν στον δρόμον Χρον. Μορ. H 5202· β) μεταφέρω κάπ. σε πλοίο, επιβιβάζω: επήγεν εις το καράβιν τους Βενετίκους και παρακάλεσέν τους να τον σηκώσουν να τον βάλουν εις το καράβιν του το γενοβήσικον Μαχ. 22819· γ) (προκ. για νεκρό) μεταφέρω στον τόπο ταφής: και έκαμαν ... και πολλά αμάξια και μουλάρια οπού τους ασήκωναν (ενν. τους απεθαμένους) Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 312v· όταν απέθανεν, εγύρεψαν εις το οσπίτιόν του και δεν ευρήκασι πανί να τον σαβανώσουσι, μήτε ξυλοκράβατον να τον σηκώσουσι Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 292. 5) Ξυπνώ κάπ. που κοιμάται: κουτάβι λοντάρι Ιουδα· από άρπαγμα, υιέ μου, ανέβεις, εγονάτισεν, εστάλισεν σαν λοντάρι και σαν λονταρίνα· τις να τον σηκώσει; Πεντ. Γέν. XLIX 9· Χήρα γυναίκα ήτονε κι αγάπα την δουλεία| και είχε σκλάβες περισσές διά υπηρεσία·| νύκτα πολλά τες σήκωνε πάντα εις την δουλεία Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 793· φρ. σηκώνω τον ύπνο τινος = ξυπνώ κάπ.: Αμέ φοβούμαι αληθινά ο χτύπος τση καρδιάς μου| μην ασηκώσει ογλήγορα τον ύπνο τση κεράς μου Πανώρ.2 Β́ 242. 6) Ξεσηκώνω κάπ.: Και συ τούτο μου έκαμες, τ’ αδέλφια να σηκώσεις;| τάχατες εβαρέθης με και θες να με σκοτώσεις; Διγ. O 825. 7) α) Κάνω καλά κάπ. που είναι άρρωστος: ο Θεός εις δοκιμήν της ώρας σήκωσέ τον,| απέκει οπού κείτουντον ευθύς ανάστησέ τον Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 183· Αφήνω να ειπώ όσους ύγιανεν ... και όσους παραλύτους εσήκωσε και όσους ζουγλούς και κουτσούς ύγιανεν Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 12116· φρ. σηκώνω αρρωστιάν = θεραπεύω ασθένεια: Και ο άρρωστος θέλει να γλυτώσει, θωρεί (ενν. το πουλλίν ο καλανδρίνος) τον στεριά και συχνά και σηκώνει πάσαν αρρωστιάν απού πάνω του Άνθ. χαρ. 29028· β) συνεφέρνω: τι ήτον αυτόν το καλομύρωδον είδος, οπού με εσήκωσεν από την λιγοθυμίαν; Σπανός (Eideneier) A 278· γ) (προκ. για νεκρό) ανασταίνω: Ω καλή μου χριστιανή, βούλεσαι να αποθάνεις| δι’ άνδραν, όπου έχασες; Πρέπει να τον σηκώνεις; Συναξ. γυν. 395. 8) (Προκ. για κατασκευή) ορθώνω, στήνω: Οι Έλληνες εξόρθωσαν και του Επιού τον ίππον| εις τέσσαρας χοντρούς τροχούς, φοβερούς εν μεγέθει,| εσήκωσαν απάνου τους την μαλαγήν της τέχνης Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 12042· (εδώ μεταφ.): Σκοπός μας εδώ δεν είναι να σηκώσομεν άλλην βαθμίδα, διά να σώσομεν εις την θεωρίαν του Θεού Βουστρ. Μεταφρ. 256. 9) (Προκ. για κτίσμα) α) κτίζω: Οι Ιουδαίοι λοιπόν είπαν: «Ο ναός ετούτος εκτίσθη εις σαρανταέξι χρόνους —και εσύ εις τρεις ημέρες να τον σηκώσεις;» Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ιω. β́ 20· β) κατεδαφίζω, γκρεμίζω: Εάν κανείς άνθρωπος ... πακτώνει μία εδικήν μου γην διά να οικονομήσει οικίαν ... και γίνεται μετά ταύτα ότι ... ουδέν θέλει πλείον να το κρατήσει εκείνον το έφυτον, το δίκαιον κρίνει ότι ... ημπορεί καλά να σηκώσει απέ την γην μου, ού να το πουλήσει αν θέλει Ασσίζ. 45318· (εδώ μεταφ.): παρακαλούμεν τον Θεόν να δει την ταπείνωσίν μας και να σηκώσει την σουπερπίαν τους (ενν. των Γενουβήσων) Μαχ. 45621. 10) α) Παίρνω, αφαιρώ κ. από κάπ.: αν λάχει ότι κανείς άνθρωπος επιάστην εις κανέναν άσχημον αμάρτημαν, ώσπερ εμοιχίαν, και διά τον φόβον σηκώνουν του κανέναν πράγμαν απέ το εδικόν του ... ένι κρατημένος να το στρέψουν με κείμενον, διότι διά φόβον το έδωκεν Ασσίζ. 16231· Καί έρισεν ο ρήγας και εσήκωσάν του (ενν. του αποστολέ) την αρχιεπισκοπήν Βουστρ. (Κεχ.) 1017· (με δύο αιτιατ.): εθελήσαν οι Γενουβήσοι δυναστικώς να σηκώσουν τα άρματα τους Λευκωσιάτες και ... αρχέψαν ταραχάς μεγάλες Μαχ. 4168· (σε παροιμ. φρ.): Του γουρουνίου και του βαθράκου μην ασηκώσεις την λάσπην Μπερτόλδος 28· φρ. (1) σηκώνω την ζωήν τινος = αφαιρώ τη ζωή κάπ., σκοτώνω κάπ.: εκείνη ελόγιασεν ότι να του ασηκώσει την ζωήν ολότελα Μπερτόλδος 51· (εδώ προκ. για αυτοκτονία): Το χέριν του σήκωσεν την ζωήν του Κυπρ. ερωτ. 10131· (2) σηκώνω τινός την ιεροσύνην = καθαιρώ ιερέα: τον ιερέαν οπού τους όρμασεν ... πρέπει να του σηκώσουν όλας τας ημέρας της ζωής του την ιεροσύνην Ασσίζ. 36524· (3) σηκώνω τον αθό τση παρθενιάς = παίρνω την παρθενιά, διακορεύω: λέγει μου: «Η βασιλική πίστη απ’ εσύ έδωκές μου| και τον αθό τση παρθενιάς τσ’ άξας εσήκωσές μου ...» Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 280· (4) σηκώνω τη φιλιά τινός = στερώ τη φιλία μου από κάπ., παύω φιλική σχέση: Μάλλιος φοβούμαι να τση πω πως καίγομ’ ογιά κείνη| μη μου σηκώσει τη φιλιά κι ο πόνος μου πληθύνει Πανώρ.2 Ά 174· β) αρπάζω, κλέβω: Αυτός την βασιλείαν σου ταχέως θέλει πάρει,| να μη περάσει τρίμερον και να σε την σηκώσει Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 452· ως είδαν και την ωραιοτάτην εκκλησία, οπού εξέστραπτε μέσα και έξω, την εξεσκέπασαν οι άνομοι και εσήκωσαν εκείνη τη σκέπη τη χρυσοπάμφυλο Ιστ. Βατοπ. 39· ό,τι και αν ηύρισκεν (ενν. ο ιατρός) εις το σπίτι της γραίας, όλα τα ασήκωνε Νούκ., Μύθ. (Παράσογλου) 19. 11) α) (Προκ. για αντικείμενο πώλησης) παίρνω κ. πίσω, αποσύρω: Ανίσως είς άνθρωπος επούλησεν έναν πράγμαν ..., και γίνεται ότι ο πουλητής θέλει να μετανώσει ..., το δίκαιον ... ορίζει ότι ουδέν ημπορεί να του το σηκώσει εκείνον το πράγμαν απ’ εκείνον οπού το αγόρασεν Ασσίζ. 3819· β) κατάσχω: το δίκαιον ορίζει ότι εκείνος ή εκείνη του ποιού ένι εγγυητής ή χρεωφελέτης, ημπορεί καλά να του σηκώσει το κτηνόν του διά το χρέος του Ασσίζ. 7011· γ) απαγορεύω να γίνει κ.: απέ την Κυριακήν του Ασώτου άχρι της Κυριακής του Θωμά ένι οι ημέρες και σηκώνουνται οι ορμασίες Ασσίζ. 12527· δ) καταργώ: μετά το ελθείν τον ρε Ζακ έμαθεν το πως ο αδελφότεκνός του εχάρισεν πολλά χαρίσματα και εποίκεν πολλές ελευθερίες και ... εσήκωσέν το Μαχ. 55019. 12) (Προκ. για χρήματα) α) αναλαμβάνω, παίρνω: Την σήμερον φανερά, έστοντας και η κερά Ζαμπέτα Φιλιμοπούλα ... να θέλει να πιάσει και να σηκώσει το προυκίο τση, το οποίον, ως λέγει, είναι υπέρπυρα φ́ ... Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 24· ο ίδιος μισσέρ Σταμάτης ... να πάγει με δύναμιν του προυκοχαρτίου ... να σηκώσει απού την κάμεραν τσ’ Αφεντίας ... υπέρπυρα χίλια διακόσια Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 17327· φρ. σηκώνω το μερτικόν μου (σου, του ...) = (προκ. για περιουσία) παίρνω το μερίδιό μου: ορίζει το δίκαιον ότι τα παιδιά ουδέν ημπορούν να σηκώσουν το μερτικόν τους (ενν. εκ της κληρονομίας της μητρός τους) απέ τον πατέρα τους εωσπού ζει Ασσίζ. 1322· β) έχω αξία (σε χρήματα), στοιχίζω: λόγιασε, υψηλότατη δικαιοσύνη, είντα σηκώνουνε τα τριανταδύο μουζούρια η ταγή και τα εφτά μουζούρια το στάρι Κατά ζουράρη 35. 13) Απομακρύνω κ., διώχνω: ήρτεν έναν κοπάδιν ακρίδα και ... με λιτανείες και ελεημοσύνες και παρακάλησες εσήκωσέν την ο Θεός από το νησσίν Μαχ. 62412· Δίωξε και σήκωσε έξω απέ την ψυχήν σου πάσαν θλίψιν και πόνον Ξόμπλιν φ. 122r. 14) Αναδεικνύω: Προφήτη απομεσοθιό σου από τα αδέρφια σου σαν εμέν να σηκώσει ο Κύριος ο Θεός σου· προς αυτόν να ακούγετε Πεντ. Δευτ. XVIII 15· και πήραν τον κυρ Γαβριήλ έτσι καθώς ευρέθη,| αφέντην τον εσήκωσαν (ενν. οι άρχοντες και οι στρατιώτες) και κείνος εβαρέθη Ιστ. Βλαχ. 790. 15) α) Δημιουργώ: Διατί είναι γραμμένον πως ο Θεός ημπορεί από ετούτες τες πέτρες να σηκώσει παιδία του Αβραάμ Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 11231· φρ. (α)σηκώνω ελπίδες = γεννώ, δίνω ελπίδες: με τες ανεμικές ελπίδες π’ ασηκώνεις (ενν. συ, Αφροδίτη)| πρώτα με γαλιφιές πλανάς Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [1103]· β) προκαλώ: Δεν με εκόμπωσες, ω επικατάρατε απατεών, να μην εγνωρίσω ποίος είναι οπού μου τα σηκώνει ετούτα (ενν. τα κακά) Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 15326. 16) Καταργώ (τα όρια του ουρανού), ανοίγω τον ουρανό: Οι άγγελοι καθημερνόν σ’ εσέναν (ενν. Μαρία) εσιμώναν| επτά φορές των ουρανών το ύψος εσηκώναν.| Άκουες ύμνους, ψαλμωδιές και γλυκομελωδίες Σκλέντζα, Ποιήμ. 1190. 17) (Απρόσ., προκ. για φυσικά φαινόμενα) γίνεται, συμβαίνει: και τα μεσάνυκτα πάλε εσήκωσε ωσάν και την ημέραν με φωτιές και με βροντές Διήγ. πανωφ. 57· τῃ Κυριακῄ μετά τον όρθρον εσήκωσεν ένα σύννεφον ωσάν ένα φοβερόν και μέγα βουνόν Διήγ. εκρ. Θήρ. 10913. II. Μέσ. 1) α) Έρχομαι σε όρθια θέση: Και παρευθύς τον βασιλιάν βλέπει ότι εσηκώθην,| στέκεται εις πόδας όρθιος Φλώρ. 406· Ωσάν ουν καθῃρέθη ο αυτός κύρης Ιωάσαφ, εσηκώθη από του θρόνου και έκαμε μετάνοιαν των αρχιερέων δεξιά και αριστερά Ιστ. πατρ. 18710. φρ. σηκώνεται η αυλή = λήγει η συνεδρίαση του δικαστηρίου: εκείνος ο πουργέζης ουπού ουδέν έλθει εις την ημέραν του πριν να σηκωθεί η αυλή, θέλει χάσει την ημέραν του με το δίκαιον Ασσίζ. 887· β) η προστ. (α)σήκω/σηκώσου σε σχ. ασύνδετο ή με δευτερεύουσα πρόταση δηλώνει προτροπή ή επιθυμία να γίνει κ. άμεσα: Ασήκω, φύγε, μίσευσε, μην κάθεσαι εις τον γάμον Πουλολ. (Τσαβαρή)2 173 κριτ. υπ.· Πατέρα μου, ασηκώσου να φάγεις από το κυνήγι μου διά να με ευλογήσει η ψυχή σου πριν παρά να αποθάνεις Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 137v· Το λοιπόν σηκώσου, φύγε από τα ομμάτια μου και να μην σε ιδώ πλέον Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3721‑2. 2) α) Υψώνομαι, ανεβαίνω: και το φεγγάρι ας χαθεί και τ’ άστρα ας σκοτεινιάσου| κι ας σηκωθούσι νέφαλα τον κόσμο να σκεπάσου Πανώρ.2 Δ́ 126· (εδώ μεταφ.): η μακαρία Παρθένος ήτονε εβγαλμένη από την γην ..., αλλά ωσάν απού έγινε του Θεού μητέρα εσηκώθη υπεράνω των ουρανών Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 405· Πνεύμα κράζεται, καθότι σηκώνεται επάνω από τις σωματικές ετούτες ενέργειες Ροδινός (Βαλ.) 94· φρ. σηκώνονται οι τρίχες μου = προκ. για σωματική αντίδραση σε αίσθημα φόβου, τρόμου ή φρίκης: και ετρόμαξα τόσον, ότι εσηκώθησαν αι τρίχες μου Διγ. Άνδρ. 36811· β) (προκ. για ζύμη) φουσκώνω· (εδώ σε παρομοίωση): Ο δε Μωσής εισδύς ευθύς τῃ πέτρᾳ εκρυβήθη (παραλ. 2 στ.) κι η πέτρα εκ της στενωσιάς ως ζύμη εσηκώθη Παϊσ., Ιστ. Σινά 102. 3) Αφήνω το κρεβάτι που κοιμήθηκα, ξυπνώ: Οκάποτε εξημέρωσε, σηκώνομαι εκ του ύπνου Λίβ. διασκευή α 1473· Ζούσιν οι ξένοι πανταχού και ζουν ωσάν δε θέλουν (παραλ. 1 στ.) κοιμούνται και σηκώνονται πικρά, φαρμακωμένα Αλφ. ξεν. Αθ. (Μαυρομ.) 36. 4) α) (Προκ. για άρρωστο) γίνομαι καλά: Περί μετανοούντων και εξομολογουμένων και κανονισμένων πόσους χρόνους, αν έλθωσιν εις θάνατον, να μεταλάβουν, και αν σηκωθούσι, πάλιν δουλεύουσι Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 1072 κέ 3· β) συνέρχομαι, συνεφέρνω: μέγαν καιρόν οπίσω| ποτέ δεν εσηκώθησαν από τον τόσον πόνον Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 7311· γ) (προκ. για νεκρό) ανασταίνομαι: Να σηκωθούσιν οι νεκροί, άνδρες, γυναίκες κι όλοι| και οι άγγελοι να ’ναι δεξιά, ζερβά οι διαβόλοι Τζάνε, Κατάν. 95. 5) α) (Προκ. για πλοίο) σηκώνω άγκυρα, αποπλέω: Θωρώντα τα κάτεργα πως διάφορος δεν είχαν, εσηκώθησαν. Και επήγαν εις την Πάφον Βουστρ. (Κεχ.) Μ 1311· (μετων.): Αν είσαι καταβολάρης, κάτεχε ότι με τρεμουντάνα δυνατήν ουδέν σε αφήνει να σηκωθείς Πορτολ. A 4012· β) (προκ. για οδοιπόρο ή ταξιδιώτη) ξεκινώ (ή συνεχίζω) ταξίδι, αναχωρώ, φεύγω: έπειτα δε από την Τρίπολιν σηκώνεται πεζός άνθρωπος και υπάγει έως το Χάμα οδιά ημέρες τρεις Ουζούχασαν 24· εσηκώθη από την Φιορέντσα μετά λύπης μεγάλης ... και ήλθεν εις την Βενετίαν Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 18· (μεταφ.): στο μίσεμάν της (ενν. της κυράς μου) εσηκώθην| πάσα χαρά κι η πλήξη μου πιντώθη Κυπρ. ερωτ. 9410. 6) α) (Προκ. για καιρικό φαινόμενο) εκδηλώνομαι, ξεσπώ: τότες εσηκώθην ένας κακός καιρός και εφοβήθησαν διά τα κάτεργα Μαχ. 27410· Την νύκταν εκείνην ... σηκώνεται ένας άνεμος και αγριεύγεται η θάλασσα Μορεζ., Κλίνη φ. 388r· μερικούς καιρούς σηκώνεται δυνατός νότος και σηκώνει τα βουνά του άμμου ολόκληρα Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 256· (σε μεταφ.): εσηκώθηκε αέρας σωτηρίας εις τον λαόν του Θεού, ο Μεθόδιος, ο καλός αληθινά βοσκός των προβάτων του Χριστού Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 677· β) (προκ. για ουράνιο σώμα) ανατέλλω: Ακόμη ο ήλιος δεν ήτονε καλά σηκωμένος από την ανατολή ... και οι Τούρκοι επεριλάβανε την ελεεινή Πόλη Χρον. σουλτ. 9210· Εκείνο το ψοματινό και το μισό φεγγάρι,| που ’γέρθη και σηκώθηκε μ’ έτοια μεγάλη χάρη ... Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 106· γ) (προκ. για χρονικό διάστημα) ακολουθώ· φτάνω: και να σηκωθούν εφτά χρόνια πείνας καταπόδου τους και να λησμονηθεί όλη η χόρταση εις την ηγή την Αίγυφτο, και να αποτελέψει η πείνα την ηγή Πεντ. Γέν. XLI 30. 7) α) Ξεσηκώνομαι, εξεγείρομαι: να σηκωθώμ’ απάνω του, να τον ’πιβουλευτούμεν Παλαμήδ., Βοηβ. 734· ο λαός όλος της χώρας του άνωθεν νησιού εσηκώθηκαν καταπάνου του Πρίντζιπό τους και των αρχόντων τους Σουμμ., Ρεμπελ. 157· β) επιτίθεμαι, ορμώ σε κάπ.: και ήτον όνταν ήτον εις το χωράφι και εσηκώθην ο Κάιν προς τον Έβελ τον αδερφό του και εσκότωσέ τον Πεντ. Γέν. IV 8. 8) Δημιουργούμαι: και ιδού εσηκωθήκετε κατωθιό τους γονεούς σας ανάθρεμμα αθρώπων φταισμένων Πεντ. Αρ. XXXII 14· Μαλιές εσηκωθήκασι κι έχθρητες εγενήκα Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Ά 35. 9) Παρουσιάζομαι, φανερώνομαι: Τῳ αυτῴ χρόνῳ εσηκώθη ένας άνθρωπος μαύρος και εκήρυττε τον εαυτόν του, ότι είναι κι αυτός προφήτης μέγας Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 275· τον αυτόν καιρόν οπού εις τους Μωαμεθίτας εσηκώθη η αίρεσις του Χαϋντάρ, τον αυτόν και εις τους χριστιανούς η αίρεσις του Λουτέρου Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 318. 10) Ανεβαίνω σε αξίωμα: και εσηκώθην βασιλεάς καινούριος ιπί την Αίγυφτο, ός δεν ήξερεν τον Ιωσεφ Πεντ. Έξ. I 8. Η μτχ. παρκ. ως ουσ. = επηρμένος, αλαζόνας: Οι πρησμένοι και σηκωμένοι, τουτέστιν οι υπερήφανοι Ροδινός (Βαλ.) 60. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = κουβαλητός: έρχονται προς αυτόν (ενν. τον Ιησού) βαστώντες έναν παράλυτον σηκωμένον από τεσσάρων Πηγά, Χρυσοπ. 49. Φρ. 1) Σηκώνω το αίτιον = αναιρώ την αιτία: αφόν να σηκώσεις το αίτιον, παύουν και τα τούτων ακόλουθα Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 527. 2) Σηκώνω ανακάτωμαν/ζάλην/θόρυβον/ταραχήν κ.τ.ό. = προκαλώ αναστάτωση, κάνω φασαρία: Ως το ήκουσαν, ως το έμαθαν οι άνθρωποι της χώρας,| σηκώνουν ανακάτωμαν και ταραχήν και ζάλην Διήγ. Βελ. χ 356· εκάμνασι συμβούλια θόρυβον να σηκώσουν Λίμπον. 291. 3) Σηκώνω άρματα απάνω εις τινά = παίρνω τα όπλα εναντίον κάπ., επιτίθεμαι: εις αυτούς (ενν. τους μοναχούς του Σίναιου Όρους) απάνω να μη σηκώνει τινάς άρματα Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 273. 4) α) Σηκώνω το γεμάτο = κάνω πρόποση: εις του Θεού το όνομα σηκώνουν το γεμάτο Ιστ. Βλαχ. 2115· β) σηκώνω το ποτήρι, βλ. ά. ποτήριον 1. 5) Σηκώνω το γεφύριον/γιοφύρι = (προκ. για κινητή γέφυρα) μαζεύω: προλαβόντες οι εν τῳ Ευρίπῳ εσήκωσαν το γεφύριον, και ακουσίως εμείναμεν εις τας έξωθεν του γεφυρίου πέτρας Σφρ., Χρον. (Maisano) 761· Σιμώνει μέσα για να μπει και βλέπει το γιοφύρι| πως σηκωμένο του ’χανε, κι έπρεπε να γιαγείρει Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2528. 6) Σηκώνω δόγμα = προκαλώ θρησκευτικό ζήτημα: οι Τούρκοι ... εσήκωσαν δόγμα μεγάλο και εγίνη σύγχυσις και ταραχή Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 19r. 7) Σηκώνω το έκκλημαν = αντιμετωπίζω κατηγορία στο δικαστήριο: Εάν γένηται ότι είς άνθρωπος θελήσει να σύρει μαρτυρίαν ... δι’ αγάπην εκείνου οπού θέλει να σηκώσει το έκκλημαν, το δίκαιον ορίζει ότι οι κριτάδες ουδέν εντέχουνται να τους δεχτούν διά μάρτυρας τοιούτους ανθρώπους Ασσίζ. 1012. 8) Σηκώνω την ελπίδαν = σταματώ να ελπίζω: Τούτον ούλον εγίνετον, διατί εσήκωσεν την ελπίδαν απέ τον Θεόν και εθάρρησεν εις το νουν του και εις την αγάπην του ρηγός Μαχ. 57614. 9) Σηκώνω το καταλόγι μου = (αρχίζω να) απαγγέλω προφητεία, προφητεύω: Και εσήκωσεν το καταλόγι του και είπεν· «λέει ο Βιλεάμ υιός του Βεορ ...» Πεντ. Αρ. XXIV 15. 10) Σηκώνω κατάστιχο/ινκάντο = δηλώνω στο κτηματολόγιο/βγάζω σε δημοπρασία (περιουσιακό στοιχείο): οι λεγόμενοι πουλητάδες ... δίδουν θέλημα του άνωθεν αγοραστή να το καταστιχάρει γή να το ’καντάρει (ενν. το αμπέλι) και σηκώνοντας κατάστιχο γή ικάντος να το ντελιμπεράρει απάνω του Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 6138. 11) Σηκώνω κέρας σωτηρίας = στέλνω βοήθεια (πβ. Κ.Δ., Λουκ. 1, 69: ήγειρε κέρας σωτηρίας): να ζητήξομεν την βοήθειαν του Θεού ... να σηκώσει κέρας σωτηρίας να έλθει πάλι η Κωνσταντινούπολις εις τα πρώτα της Μορεζ., Κλίνη 23v. 12) α) Σηκώνω κεφάλι, βλ. ά. κεφάλι(ν) Φρ.· β) σηκώνονται κεφάλια = γίνονται εξεγέρσεις, επαναστάσεις: από τους πολλούς πολέμους και τες πολυαρχίες και τα πολλά κεφάλια οπού εσηκώνουντα και εκεί συχνά, εκλείοντο οι δρόμοι και δεν εδύνοντο οι οικονόμοι ... να στείλουσιν τίποτες εις το μοναστήριον Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 201. 13) Σηκώνω το κεφάλι/τον λογαριασμό/το ψήφος = καταμετρώ πληθυσμό, κάνω απογραφή: να σηκώσεις τον λογαριασμό παιδιών του Ισραελ εις τους αναγραμμένους τους Πεντ. Έξ. XXX 12· Σήκωσε το κεφάλι παιδιά του Κεαθ απομεσοθιό παιδιά του Λεβη εις τις γενεές τους Πεντ. Αρ. IV 2· ανάγραψε παν πρωτόκοκο ασερνικό εις τα παιδιά του Ισραελ ... και σήκωσε το ψήφος ονόματά τους Πεντ. Αρ. III 40. 14) Σηκώνω κόπια = αντιγράφω κείμενο, αποκτώ αντίγραφο κειμένου: Δέξου τα (ενν. τούτα τα βέρσα) το λοιπόν α θες και απήτις τα αναγνώσει| ότις ζητήξει κόπια δος του να την σηκώσει| διά να μπορούν να δούσινε και άλλοι την δούλεψίν μου Λεηλ. Παροικ. Αφ. 28. 15) Σηκώνω το κρίμα/(το) φταίσιμο = διαπράττω αμαρτία, είμαι ένοχος αμαρτίας: αυτός μάρτυρας γή είδεν γή ήξερεν, αν δεν αναγγείλει, και να σηκώσει το κρίμα του Πεντ. Λευιτ. V 1· μη μισήσεις τον αδερφό σου εις την καρδιά σου ... και να μη σηκώσεις απάνου του φταίσιμο Πεντ. Λευιτ. XIX 17· ανήρ ότι να καταριστεί τον Θεό του και να σηκώσει το φταίσιμό του Πεντ. Λευιτ. XXIV 15. 16) α) Σηκώνω την κρίση = (πιθ., προκ. για το εβραϊκό αρχιερατικό επιστήθιο) φέρω τα διακριτικά σημάδια του θελήματος του Θεού: και να σηκώσει ο Ααρων τη κρίση παιδιών του Ισραελ ιπί την καρδιά του ομπροστά στο Κύριο πάντοτες Πεντ. Έξ. XXVIII 30· β) σηκώνεται η κρίσις = (τριτοπρόσ.) ανακοινώνεται καταδικαστική απόφαση (πβ. ΚΔ, Πράξ. Αποστ. 8, 32, ΠΔ, Ησ. 53, 8): Με την ταπείνωσίν του ασηκώθη η κρίσις του, αμή το γένος του τις να το λογαριάσει; Σανκταμαύρας, Πράξ. Αποστόλ. (Κακ.-Πάνου) φ. 72r. 17) Σηκώνω το λαμπρόν = σβήνω τη φωτιά· (εδώ μεταφ.): Έναι χρήση να σηκώσεις| το λαμπρόν από ’ξαυτόν μου Κυπρ. ερωτ. 11842. 18) Σηκώνω μαχαίριν απάνω εις κάπ. = επιτίθεμαι σε κάπ. με μαχαίρι: Έκοψεν (ενν. ο ρε Τζάκες) το κόμμαν του χεριού εκείνου όπου να σηκώσει μαχαίριν απάνω εις καβαλλάρην ή λιζίου Μαχ. 886. 19) α) Σηκώνω (τη) μάχη/σεφέρι = ξεκινώ σύγκρουση, αρχίζω πόλεμο: Ήλθε καιρός και εσηκώθησαν μάχαι ανάμεσον των χριστιανών και των βαρβάρων Μορεζ., Κλίνη φ. 479v· Μα αλήθεια σου όποιος βασιλιός λογιάζει να σηκώσει| τη μάχη, πρέπει ολονομπρός βλέπηση να ’χει τόση Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. δ́ 9· εγώ ωσάν οργισθώ και σηκώσω σεφέρι, όλος ο κόσμος ... δεν δύναται να με αντισταθεί Βίος Αλ.2 113· β) σηκώνομαι εις μάχην = ξεκινώ για πόλεμο: Κι ο βασιλεύς μετά στρατού εις μάχην εσηκώθη Κορων., Μπούας 114. 20) Σηκώνω μοιρολόγι, βλ. ά. μοιρολόγιον Φρ. 2. 21) Σηκώνω νερόν, βλ. ά. νερόν Φρ. 7. 22) α) Σηκώνει ο νους, βλ. ά. νους Φρ. 59· β) σηκώνω τον νου(ν), βλ. ά. νους Φρ. 60. 23) Σηκώνω πόλεμον/(εις) πόλεμον, βλ. ά. πόλεμος Φρ. 18α, β. 24) Σηκώνω πουλία = εκτρέφω κατοικίδια πτηνά: ο Σατούρνος ήτονε ο πρώτος οπού έδειξεν να δουλεύουν την γην και να φυτεύουν δενδρά και να ασηκώνει πουλία Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 7r. 25) α) Σηκώνω (τα) πρόσωπα κάπ. = φέρομαι σε κάπ. ευνοϊκά, παίρνω το μέρος κάπ.: μη σηκώσεις πρόσωπα φτωχού και μη διαπρέψεις πρόσωπα μεγάλο· με δίκο να κρίνεις τον σύντροφό σου Πεντ. Λευιτ. XIX 15· ιδού, εσήκωσα τα πρόσωπά σου απατά για το πράμα ετούτο να μη γυρίσω το κάστρο ος εσύντυχες Πεντ. Γέν. XIX 21· β) σηκώνω τα πρόσωπα προς κάπ. = στρέφω το βλέμμα μου σε κάπ., κοιτάζω κάπ.: να σηκώσει ο Κύριος τα πρόσωπά του προς εσέν και να βάλει εσέν ερήνη Πεντ. Αρ. VI 26. 26) Σηκώνω τον σταυρόν = οργανώνω σταυροφορία: ω πάπα αγιότατε, της πίστεως ο στύλος (παραλ. 1 στ.) ποίσε ...| όλοι αυθέντες της Φραγκιάς να κάμουσιν αγάπην (παραλ. 1 στ.) και να σηκώσουν τον σταυρόν εσύ πρώτος και κείνοι Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 544· οι χριστιανοί ήλθαν εις τα μέρη της Συρίας και της Παλαιστίνης ... διά να ελευθερώσουν την αγίαν πόλιν Ιερουσαλήμ και εσήκωσαν τον σταυρόν δι’ αυτήν την υπόθεσιν Ροδινός (Βαλ.) 190. 27) Σηκώνω το στοίχημα = κερδίζω στοίχημα: μάντευσέ το εσύ ... διά να ημπορέσω εγώ να ξεκαθαρίσω το άνωθεν αίνιγμα και να ασηκώσω το στοίχημά μου Μπερτολδίνος 138. 28) Σηκώνω το τραπέζι(ν) = μαζεύω τα σκεύη του φαγητού μετά το γεύμα, καθαρίζω το τραπέζι: και όταν σηκώσουν το τραπέζι, να λογαριάζει (ενν. ο βδελυρός) πως επερίσσευσαν μισού ασπρού ρεπάνια, διά να μην τα φάγουν οι δούλοι του Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 126· ο Μανόλης ήτον άνθρωπος ως νέ χρονών ... και τόσος ήτον φιλόξενος ότι το τραπέζιν του δεν το εσήκωνεν από μία εβδομάδα Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 56r. 29) Σηκώνω φουσσάτα = συγκεντρώνω στρατεύματα: Δεν ηθέλησε την αυτήν σύβαση και εκοίταζε να σηκώσει φουσσάτα ... διά ν’ αντισταθεί του σουλτάνου Χρον. σουλτ. 10135. 30) Σηκώνω την φωνήν = ανεβάζω την ένταση της φωνής μου, φωνάζω: Ιδέ μου εκείνους τους άλλους κατακειτάμενους εις τα καπηλεία, να τρώγουσι, να πίνουσι, να μεθύουσιν, έπειτα να μου σηκώσουσι την φωνήν εις το τραγούδι Πηγά, Χρυσοπ. 305· Φωνή εσηκώθη φοβερή από όλον το φουσσάτον| ότι Έκτορας εκρέμνισεν Έλληναν βασιλέα Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 7062. 31) Σηκώνω τσι ψύλλους μου και φεύγω = (ειρων., προκ. για άτακτη υποχώρηση) τα μαζεύω και φεύγω: και ό,τι ώρα οι Τούρκοι εκούσασι ...| τον ερθομό μου εμένα εδώ, πάραυτας εσηκώσα| τσι ψύλλους τως κι εφύγασι Φορτουν. (Vinc.) B́ 88. 32) Σηκώνω την ψυχή μου προς κ. = έχω την ελπίδα μου σε κ.: Μη αδικήσεις μισταργόν φτωχόν και πένητον ... Εις την ημέρα του να δώσεις το μιστάρι του ... ότι φτωχός αυτός και προς αυτό αυτός σηκώνει τη ψυχή του Πεντ. Δευτ. XXIV 15.
       
  • σιδερώνω, 
    Καλλίμ. 2382, Λίβ. Esc. 1022, Λίβ. διασκευή α 1103, Μαχ. 3488, 5588, 66812, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. Ι 650, Βουστρ. (Κεχ.) 3161, Αλεξ.2 782, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.) 2999, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 376, 405, Θρ. Κύπρ. M 362, 466, Παλαμήδ., Βοηβ. 142, 270, 605, Σταυριν. 932, Ιστ. Βλαχ. 556, 1293, 1300, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 367, 408, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 18511, 1927, 25610, 29326· σιδηρώνω, Ερμον. Λ 56, Αχιλλ. (Smith) N 632, Ιστορ. δεσποτών Ηπείρ. 176, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 2346, 4546· γ́ πληθ. αορ. εσιδόρωσαν, Μαχ. 1243.
    Από το αρχ. σιδηρόω. Ο τ. σιδηρώνω στο Somav. Για τον αόρ. εσιδορώσαν βλ. Dawkins [Μαχ. II σ. 33], Meyer, Γλωσσ. πραγμ. Κύπρ. 102, Φαρμακ., Γλωσσάρ. 429, λ. σιδορώννω. Η λ. στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. B́ 782, λ. σιδερόνω)· πβ. τη λ. σήμ. με διαφορ. σημασ.
    1) Επικαλύπτω ή ενισχύω κ. με σίδηρο για να το κάνω πιο ανθεκτικό· εδώ προκ. για πόρτα εισόδου σε ναό και για πολιορκητικές ξύλινες σκάλες που έχουν ενισχυθεί με σίδερο: Είχαν (ενν. οι Φράγκοι) και σκάλες ξύλινες, καλά σιδερωμένες·| εις τα τειχέα τες έστησαν διά να σέβουν απέσω Χρον. Μορ. H 856· είδε του θεού τον οίκον τον μεγάλον, (παραλ. 4 στ.) το έμπα του όλο σίδερον και τα στενώματά του.| Από διαμάντι πόρτες του ήσαν και τα καρφία,| σιδερωμένες δυνατά, απ’ άπασαν μερία Θησ. Ζ́ [388]· (εδώ μεταφ. η μτχ. παρκ. ως επίθ.) ισχυρός: την Βενετίαν την φουμιστήν, ως είδα, να παινέσω (παραλ. 1 στ.) Νερά ’ναι τα θεμέλια της και αυτή σιδερωμένη Βεν. 9. 2) (Μεταφ.) αλυσοδένω κάπ., τον βάζω σε σιδερένια δεσμά (πβ. ά. σίδερο 4): εσιδέρωσεν και τον υιόν του τον Τζάκες και πέμπει τον με μίαν τσάππαν ... να σγάφει εις το χαντάκιν, ... με τους αργάτες όπου επολομούσαν δουλείαν Μαχ. 24621· επίασε (ενν. ο Ιησούς Χριστός) τον Σατάν και εσιδέρωσέ τον και έδεσέ τον με άλυσον από ’στία οπού άναφτε, διά να στέκει δεδεμένος εις τους αιώνας Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 292v· Στα κάτεργα τους βάλλουσιν (ενν. οι Τούρκοι τους χριστιανούλλικους) ...| να σύρνουν πάντα το κουπίν ...| Με τες καΐνες στον λαιμόν είναι σιδερωμένοι Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 509· εβγάλασιν (ενν. οι Τούρκοι) τους άρχοντες εξάγκωνα δημμένους,| βγάλλουν τους δουλευτάδες τους όλους σιδερωμένους· (παραλ. 2 στ.) παπάδες και πνευματικούς, γέροντες διδασκάλους,| όλους τους επιάσασιν και ’κάμασίν τους σκλάβους Θρ. Κύπρ. M 333· (συνεκδ.) φυλακίζω: προστάσσω, ..., τον μισθαργόν κρατείτε| σιδηρωμένον δυνατά και κατησφαλισμένον Καλλίμ. 2307· (μεταφ.) υποδουλώνω: εκαταπόνεσεν ο δαίμονας τον κόσμον,| μικρούς, μεγάλους, άπαντας και εσιδέρωσέν τους| και έβαλέν τους στον βυθόν της βλασφημίας Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. Ι 432. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = 1) Φυλακισμένος, σκλαβωμένος, δεσμώτης (εδώ μεταφ. προκ. για τον έρωτα ή την ξενιτιά) (βλ. ά. σίδερο σημασ. 4): Κλαύσατε, ξένοι, πανταχού πικρά της ξενιτείας,| και ας συναχθούμεν όλοι μας οι ξένοι εις έναν τόπον (παραλ. 3 στ.) να πέσουν δάκρυα πύρινα, ...,| το πώς μας επαρέδωκεν ως αιχμαλωτισμένους| της ξενιτείας την φυλακήν, πολλά σιδερωμένους Αλφ. ξεν. Αθ. (Μαυρομ.) 68· Λευτέρωσέ με μέναν (παραλ. 4 στ.) Λυπήθου με το ξένον.| Και πιον μην με κρατείς σιδερωμένον Κυπρ. ερωτ. 9265. 2) (Βλ. ά. σίδερο σημασ. 5) α) οπλισμένος: ασκέρια άπειρα ...,| με χιλιάδες εκκλεκτούς και όλους ανδρειωμένους,| αυθέντας τε και αρχηγούς, ... (παραλ. 2 στ.) με όπλα θαυμαστότατα όλους σιδηρωμένους Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 4194· β) αυτός που φορά προστατευτικό σιδερένιο οπλισμό ή γενικά πανοπλία: Ο Μάρτης ήτον ένοπλος στρατιώτης ..., (παραλ. 1 στ.) εφαίνετον ολάρματος, όλος σιδερωμένος,| ζωσμένος ήτον άρματα και καταφυρωμένος Λίβ. Va 889· οι δέκα χιλιάδες ήσαν παλαιοί πολέμαρχοι ...· ούτοι ήσαν όλοι σιδερωμένοι και αυτοί και τα άλογά τως με σπαθία και κοντάρια αρματωμένοι Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 365· (σε παρομ.): Οι νώμοι τους ελάμπασι ωσάν σιδερωμένοι,| απομακρά εφαίνονταν, πως είν’ αρματωμένοι Ζήνου, Βατραχ. 459. — Βλ. και σιδηρώ.
       
  • σιδηρός, 
    επίθ., Φλώρ. 533, Αχιλλ. L 646, 656, Αχιλλ. (Smith) N 766, 1005, Κορων., Μπούας 21, 62, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Έ [65]· σιδερός, Αχιλλ. (Smith) N 990, Φαλιέρ., Ιστ.2 453, Πικατ. (Bakk.-v. Gem.) 311, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 135, 2943, Ιστ. Βαρλαάμ 276, Χρον. σουλτ. 7213, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 11813, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 909, 2140, Δ́ 667, 1325, 1760, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 210, Αποκ. Θεοτ. I 155, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 306, Τζάνε, Κατάν. 497· δοτ. πληθ. ουδ. σιδήροις, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΙΓ́ [30].
    Από το επίθ. σιδηρούς με μεταπλ. κατά τα επίθ. σε ‑ος. Ο τ. με τροπή του ‑ηρ‑ σε ‑ερ‑ (βλ. σχετ. Μωυσιάδης, Ετυμ. 92-94). Η δοτ. σιδήροις με αναβιβ. τόνου από μετρ. αν. Το θηλ. σιδερή (Παπαδ. Α., Λεξ.) και ο πληθ. ουδ. σι(δ)ερά (Σακ., Κυπρ. B́ 781) και σήμ. ιδιωμ.
    1) Που αποτελείται, που έχει κατασκευαστεί από σίδηρο, σιδερένιος: Φαρίν τον δίδει και άρματα και την εξόμπλισίν του· (παραλ. 2 στ.) θώρακαν, περικεφαλιάν, σκουτάριν και κοντάριν (παραλ. 2 στ.) βραχιόνια ολάργυρα και σιδερά γονάτια,| χερόπτια, το έσω σίδερον, το έξωθεν χρυσάφιν Φλώρ. 531· το πλήθος των Τουρκών, των άγριων ..., οπού τρέχουνε ... και απετούσι αμέτρητες σαΐτες, οι οποίες δεν σας βλάβουνε ποσώς, διατί έχετε άρματα σιδερά Χρον. σουλτ. 897· τον Έρωτα ’χε (ενν. η σγουραφιά) μ’ άρματα και να βαρεί ξαμώνει·| πυρή φωτιά με μια καρδιά και σιδερόν αμόνι· (παραλ. 1 στ.) που καθαείς τα πάθη του και πόνο του γνωρίζει:| «θωρείτε τούτη την καρδιά; Πυρή φωτιά την καίγει,| στ’ αμόνι κοπανίζεται κι Έρωτας τη δοξεύγει» Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 194· είδεν η Παναγία εις έτερον τόπον δένδρον σιδηρόν έχον αγκίνους σιδηρούς Αποκ. Θεοτ. (Pern.) 249· (προκ. για παράθυρο) που έχει σιδερένια κάγκελα: στο δώμα να ’ναι αυτός, απόξω ν’ αφουκράται| κι εγώ απoμέσα να μιλώ, ...| κι απ’ το παραθυρόπουλο το σιδερό μπορούμε| άφοβα δίχως ντήρηση και φόβο να μιλούμε Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Γ́ 431· Λέγει (ενν. ο Ρώκριτος): «Αρετή, τα μου ’τασσες εξελησμονηθήκα; (παραλ. 2 στ.) Και πού ’ναι τα όσα μου ’ταξες στη σιδερή θυρίδα;» Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Έ 1080. 2) (Μεταφ.) α) δυνατός, ισχυρός: σιδηρόν μου κάστρον,| ασπρόκαστρόν μου δυνατόν και αφυρέ μου πύργε Παρασπ., Βάρν. C 293· εδώ συνεκδ. προκ. για γενναίο στρατιώτη: Αϊλί, καλέ μου αδελφέ, ... (παραλ. 3 στ.) ... πώς μου σε εχωρίστηκες, αιφνίδια σε εχάσα;| Ω βραχιόνοι σιδηροί και στήθη μαρμαρέινα,| και ποία γη σας έκρυψεν και εκατεκάλυψέ σας; Χρον. Τόκκων 3392· προκ. για τα δεσμά της αμαρτίας: θες (ενν. μήτηρ του Θεού) με λύσειν απού τες σιδερές καδένες απού μου έχει ο εχθρός και σύρνει με εις τα θελήματά του Μορεζ., Κλίνη 262v· εδώ σε παρομοίωση: εις πόσα ξόμπλια τσ’ ευγενιάς και τσ’ αρετής κι εις πόσα| τιμής μ’ επαρακίνησεν η εδική σου γλώσσα,| και πόσες τέχνες μου ’δωκες τσ’ αγάπης και τση μάχης| κι ό,τι άλλο πράμα φρόνιμο μόνιος σου εμπόριες να ’χεις,| τα ποια, ως αγκάθες σιδερές, εδίδα τση ζηλειάς μου,| ..., κι όρεξη τση καρδιάς μου,| που σ’ όποιον τόπον έπραξα πάντα ήσαν παινεμένα Ροδολ. (Αποσκ.) Ά 65· β) σκληρός, αλύγιστος, ασυγκίνητος· συν. με το ουσ. καρδιά: οίος ουδέν έλαβεν πικρίαν της ξενιτείας,| αν είχεν σπλάχνα χάλκινα και σιδερήν καρδίαν| και φύσιν αδαμάντινον, πάλι ήθελεν λυπείσθαι Αλφ. ξεν. Αθ. (Μαυρομ.) 3· και βάλε σιδερήν καρδιά όντα καλοτερίσεις,| να ιδείς του κόσμου τα κακά να μη μετά τα ποίσεις Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 321· Μην το ξυπνήσεις το παιδί με τα πρικιά σου λόγια,| μα κάμε σιδερή καρδιά κι άφησ’ τα μοιρολόγια Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 444· Ας πα να πιάσω το σπαθί, το κοφτερό μαχαίρι,| να κάμω λιονταριού καρδιά και σιδερό το χέρι (παραλ. 4 στ.) Ετούτη η χέρα σήμερον έχει να θανατώσει| κείνο το τέκνο Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 266· φρ. βγάνω σιδερή την εμιλιά = μιλώ ψύχραιμα, αντέχω να πω κάτι πολύ θλιβερό: και σιδερή την εμιλιά να ’βγανα, τον καημό μου| σωστά να πω, κοράσα μου, δεν είναι μπορετό μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 25.
       
  • σκοτεινός 
    επίθ., Γλυκά, Στ. 389, Ελλην. νόμ. 51727‑28, 5181, Σπανός (Eideneier) D 666, B 74, Σαχλ. Ν 49, Αχιλλ. (Smith) N 1804, Αλφ. ξεν. Αμ. (Μαυρομ.) 37, Λέοντ., Αίν. V 11, Χρησμ. (Brokkaar) 55, Ψευδο-Γεωργηλ., Αλ. Κων/π. 194, Δούκ. 3259, Θησ. Ί́ [446], Απόκοπ.2 66, 67, 184, Πικατ. (Bakk.-v. Gem.) 134, 152, Κορων., Μπούας 34, 46, 62, 145, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΙΔ́ [127], Ρίμ. θαν. 41, 120, Αξαγ., Κάρολ. Έ́ 542, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 583, Θρ. Κύπρ. Μ 539, Πηγά, Χρυσοπ. 122 (44), Παϊσ., Ιστ. Σινά 994, Μορεζ., Κλίνη φ. 281r, 369r, 441v, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 565, 707, 1149, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 191, Έ́ 7, Σταυριν. 1272, Χίκα, Μονωδ. 143, 144, Ιστ. Βλαχ. 1813, Γεργαν., Εξήγ. Αποκ. 230, Σουμμ., Ρεμπελ. 187, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 46, Δ́ 490, Έ́ 262, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά́ [846], Γ́ [60], Δ́ [475, 529], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 146, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 8, 232, Γ́ 98, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 1280, 1684, 1685, κ.α., Διακρούσ. (Κακλ.) 1010, Μαρκάδ. 208, 392, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 14417, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Λούκ. ιβ́ 3, κ.α.· σκοτανός, Μαχ. 22217.
    Το αρχ. επίθ. σκοτεινός. Για τον τ. σκοτανός βλ. Dawkins [Μαχ. II σ. 33]. Η λ. και σήμ.
    1) Που δε φωτίζεται (αρκετά), που του λείπει το φως· που βρίσκεται στο σκοτάδι, σκοτεινιασμένος: νύκτα πολύ ’ταν σκοτεινή Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 747· στράτα καταχωσμένη, σκοτεινή περίσσια Πιστ. βοσκ. IV 3, 222· εις τόπους σκοτεινούς τῳ φόβῳ προσεχώρουν Βίος Αλ. (Aerts) 958· εις φρούδιν εγκρεμνού κι εις σκοτεινόν πηγάδιν Απόκοπ.2 56· επιδήσας απόλυε τον ιέρακα εις οίκημα σκοτεινόν Ιερακοσ. 48914· Πού κηροί; Πού έλαιον εν ταις λυχναψίαις; Τα πάντα σκοτεινά και ουδείς ο κωλύων Δούκ. 32320· τον ουρανό παρακαλώ να κάμει η γης ν’ ανοίξει,| στα βάθη τση τα σκοτεινά κάτω να με ρουφήξει Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 466· όπου ’ναι δάση και γκρεμνά και δίχως χόρτα οι κάμποι| κι οπού ’ναι σπήλια σκοτεινά θέλω γυρέψει να ’μπει Πανώρ.2 Ά́ 18· Εάν τις ιδεί ότι να στέκει άνθρωπος εις τόπον σκοτεινόν και να ανάψει κερί να φέξει, γίνεται χαρά από εξουσίαν βασιλικήν εις το σπίτι εκείνο όπου ευρεθεί Ονειροκρ. Ιβ. 64· (σε παρομοίωση): ομοιάζεις σκοτεινήν γωνίαν τήν χέζουν οι άρρωστοι Σπανός (Eideneier) A 252· (συχν. προκ.για τη φυλακή, τον Άδη, την κόλαση): σε σκοτεινότατη φλακήν όλοι καδενωμένοι Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Γ́ 18· εφυλακώθη εις σκοτεινοτάτην φυλακήν Hagia Sophia ω 53819 κριτ. υπ.· να εβγούν και οι Χριστιανοί από τες πρεκιές και σκοτεινές φυλακές Μαχ. 20012· μες στη σκοτεινή φλακήν, οπού ’το η Αρετούσα,| εμπήκα δυο όμορφα πουλιά κι εγλυκοκιλαδούσα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Έ́ 791· το βάραθρον του σκοτεινού Άδου Γεργάν., Εξήγ. Αποκ. 133· όλους περισωρεύει τους (ενν. ο θάνατος) στον σκοτεινόν τον Άιδην Βυζ. Ιλιάδ. 1164· Πιάσ’ τονε, τρέχα, στρατηγέ·| κόψε του το κεφάλι,| να πάγει εις το σκοτεινό και μαυρισμένον Άδη! Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 292· την Κόλαση την σκοτεινή έχου παρηγορία Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 407· Ω Άδη και τση κόλασης τση σκοτεινής καημένες| ψυχές Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β´ 431. 2) Σκούρος, σκουρόχρωμος, με χρώμα που πλησιάζει το μαύρο: όσον αποξημέρωνε, τις ήθελε ν’ ανοίξει| τα μάτια του τα θλιβερά, τσι κάμπους να ξανοίξει,| να δει κορμιά νεκρά πολλά Χστιανώ, Τουρκών ομάδι,| και από το αίμα σκοτεινόν ήτονε το λιβάδι! Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. στ.-Αποσκ.) 1916· Kαι ην εκεί ποταμός μέγας, και ην η ιδέα του ποταμού σκοτεινοτέρα, πίσσα κοχλάζουσα ως λέβητα Αποκ. Θεοτ. (Pern.) 253· εις τα πηλά τα σκοτεινά τά βλέπεις με βουτούσι Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 526· Γράμματα κάνει (ενν. ο βασιλιός) σκοτεινά στου κιβουριού τη μέση| και την ημέρα και καιρό του σκοτωμού του (ενν. του Αρίστου) λέσι: «Του κόσμου ο δυνατότερος βρίσκεται επά θαμμένος| ...» Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 1947· (σε μεταφ.): Ω ψευδείς και προσωρινοί μας χρόνοι, (παραλ. 3 στ.) δε βλέπετε πως άρκεψεν τ’ ανέμι| που φοβερίζει σκοτεινόν ψιχάδιν; Κυπρ. ερωτ. 10712· σκοτεινές βροχές πικρών κλαημάτων| και δυνατές ανεμικές των αναστεναγμάτων Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [1107]· (συχν. με το ουσ. νέφος/νέφελον): Ήλιε, το φως σου σήμερο του κόσμου μη χαρίσεις,| μηδέ με κύκλο λαμπυρό τον ουρανό γυρίσεις,| μα νέφη σύρε σκοτεινά τσ’ αχτίνες σου να χώσου| και το λαμπρό σου πρόσωπο λιγάκι να θαμπώσου Πανώρ.2 Β́ 431· Τσι Χριστιανούς εσφάζασι τότες κι εκόφτασί τσι (παραλ. 1 στ.)· κι απήτις τσ’ αποκόψανε κι ωσάν τσ’ αποσκοτώσα,| νέφαλα σκοτεινότατα τη χώραν επλακώσα (παραλ. 1 στ.) κι έβρεξε, και τα αίματα έπλυνε των ανθρώπω Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 20610· (εδώ σε μεταφ.): όταν τες δόξες έβλεπα και εχαίρουμουν γαλήνη,| τύχη με νέφη σκοτεινά κάθε χαρά μου σβήνει Λίμπον. 20· (προκ. για το παρουσιαστικό, την εμφάνιση κάπ., ιδ. για το Χάρο και τους δαίμονες, συχν. με επιτατ. τη λ. μαύρος): η όρεξη τον εκίνα (ενν. τον Χαρίδημο)| να πάγει μαύρος, σκοτεινός, να κονταροχτυπήσει| για την κερά του οπού ’χασε, κι ήλπιζε να νικήσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 747· Η άγρια κι ανελύπητη και σκοτεινή θωριά μου| και το δραπάνι οπού βαστώ, και τούτα τα γδυμνά μου| κόκκαλα, κι οι πολλές βροντές κι οι αστραπές ομάδι (παραλ. 1 στ.) ποιος είμαι μοναχά τωνε, δίχως μιλιά, μπορούσι| να φανερώσου σήμερο σ’ όσους με συντηρούσι Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. Χάρ. 1· Δαίμονες τ’ Άδη σκοτεινοί … εμένα αρπάξετ’ αποδώ Xορτάτση, Eλευθ. Iερουσ. B´ 163· να μη σ’ αρπάξουν, άθλιε, με μαχαιρών και ξύλων| οι μαύροι και οι σκοτεινοί, το πλήθος των δαιμόνων,| να παν να σ’ εγκρεμνίσουσιν στο σκότος του βορβόρου Περί ξεν. (Μαυρομ.) 469. 3) Που δεν εκπέμπει λάμψη και φως, που δεν είναι λαμπερός, φωτεινός: τιμά τον (ενν. τον λίθον) δύο καρύδια,| ότι ήτον ψεματένιος| κι είχεν ένα σκωληκάκι| οπού τὄδιδε την λάμψην·| και το ήξευρεν ο γέρος| ότι, σαν ψοφήσ’ εκείνο,| μένει σκοτεινός ο λίθος Πτωχολ. Α 158· Εκείνο το ψοματινό και το μισό φεγγάρι, (παραλ. 3 στ.) θέλει απομείνει σκοτεινό γοργό και θαμπωμένο,| και μ’ έκλειψη παντοτινή να στέκει μαυρισμένο Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 109· ήλιο θαμπό και σκοτεινό με δίχως τες ακτίνες Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β´ 172· (προκ. για το πυρ της Κολάσεως): «Έλα στο πυρ το σκοτεινό, αμαρτωλέ!» φωνιάζει (ενν. ο δαίμονας) Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 329. 4) Αμυδρός: Την θείαν δόξαν κάτινες και παντοκρατορίαν| Τριάδος εκατέλαβον, καν σκοτεινόν το ίχνος,| καν εσφαλμένοι ’τύχαννον, αλλ’ όμως εδοξάσαν Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 272. 5) Μεταφ. α) (προκ. για τη νόηση) θολός: Παράκλητε, επταχάριτον της αληθείας Πνεύμα,| της νοήσεώς μου φώτισον της σκοτεινής το βλέμμα Σκλέντζα, Ποιήμ. 31· β) (προκ. για λόγο, κείμενο) β1) που δεν έχει σαφήνεια, καθαρότητα· ασαφής: Κατά των δικαιωμάτων των προσκομισθέντων παρά του  κυρού δείνα … τά λέγει ότι ο ημέτερος λίβελλος υπάρχει σκοτεινός, ουκ οίδεν τι λέγει, ... ότι ο ημέτερος λίβελλος υπάρχει όλως καθαρός και φωτεινός όλος Ελλην. νόμ. 51820· Για σκοτεινά και δουμπιτιασμένα λόγια, τά δεν ημπορεί να τζενιάσει τον Θεόν, ότι ο Θεός αγρωνίζει τα ούλα Ξόμπλιν φ. 134r· β2) δυσνόητος, δυσκατάληπτος· δυσεξήγητος, δυσερμήνευτος: Ούτως βούλομαι κι εγώ γαρ (παραλ. 2 στ.) τας τε σκοτεινάς γαρ λέξεις| της Ομήρου ραψωδίας| εκ του βάθους της σοφίας| των τε λέξεων εκείνου| τους πολέμους κατά ρήμα| φθέγξαι και σαφήσαι πάντας (παραλ. 1 στ.), ίνα πάντες οι μη γνόντες| τας ποιητικάς γαρ λέξεις| μάθωσι τα των πολέμων| των εν Τροίᾳ γενομένων| περί της Ελένης τότε Ερμον. Α 17· ήσαν (ενν. οι ιβ́ άνδρες) δυνατοί εν έργῳ και λόγῳ να λύουσιν τα σκοτεινά της Γραφής Hist. imp. (Iadevaia) IIb 2383· γ) κρυφός, μυστικός· άγνωστος: Έλα εσύ οπού πάεις στον μάντην, διά να φωτιστείς τα σκοτεινά, διά να μάθεις τα μέλλοντα, πόθεν να τα ξεύρει ο μάντης τα κρύφια ή τα μέλλοντα; Πηγά, Χρυσοπ. 333 (4)· δ) (προκ. για το γένος, το όνομα κάπ.) δ1) άγνωστος, άσημος: Ω αδιάκριτε και άγνωστε, εσύ κάμεις ως καθώς το γένος του πατρός σου και της μητρός σου, οπού είσαι γεννημένος από γένος χωριάτικο και άγροικο και χοντρό και σκοτεινό γένος και δεν σου πρέπει να υβρίζεις και να καταφρονείς τις γυναίκες και τα παιδία των βασιλέων Χρον. σουλτ. 415· δ2) αμαυρωμένος, κακόφημος: Άνθρωπε, αν έχεις γνώση,| της τύχης μην πιστεύεις:| σε σκοτωμούς σε βάνει| και τ’ όνομά σου σκοτεινό το κάνει Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 74· ε) (προκ. για έργα και τους δράστες τους) κακός, άθλιος: Όποιος λοιπόν ζυγώνει τα σκοτεινά έργα της αμαρτίας και εργάζεται τα έργα του φωτός, αυτός δεν είναι εις το σκότος, μα κατοικά εις το ανέσπερον φως των καλών έργων και αυτός έχει και τον Παράδεισον Μορεζ., Κλίνη φ. 462v· Αν δεν παινούμε στην γραφήν, πώς οι καλοί να αυξήσουν,| έργα λαμπρά να κάμουσι, τα σκοτεινά να αφήσουν …; Διακρούσ., Αφ. 62· σχίζουν την εκκλησίαν, την οποίαν ο Θεός θέλει να είναι μία, ωσάν έκαμεν ο σκοτεινός εκείνος Φώτιος με συνέργειαν του Μιχαήλ του οινοπότου λεγομένου και του ασελγεστάτου Βάρδα Ροδινός (Βαλ.) 148· Αυτόνον τον θεοστυγή, τον σκοτεινόν Αχμέθη,| ποία γραφή θεόπνευστος αυτόνον εμνηστεύθη| διά καλόν και άγιον, ως φλυαρούν αυτείνοι Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 3819· στ) θλιβερός, πένθιμος: Δεν έχουν πλιο κι οι δυο καιρό τα πάθη να μιλούσι,| ήρθεν η ώρα η σκοτεινή που θε να χωριστούσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Γ́ 1556· ζ) γεμάτος συμφορές και δυστυχίες· ταλαίπωρος, δυστυχισμένος: Ήτονε οι Αγαρηνοί μια δεκαρά νομάτοι| που επεράσαν κι ήρθανε στο σκοτεινό παλάτι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 29112· Βρέξε φαρμάκιν, Πλάστη μου, να πιω να ξεψυχήσω,| αφής στον κόσμον σκοτεινός δεν ημπορώ να ζήσω Θρ. Κύπρ. M 538· Και τώρα ποια ’ναι η αφορμή και θέλεις να μ’ αφήσεις| ολότυφλη και σκοτεινή, του πόνου και τση κρίσης; Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 426· θρηνήσατε, πενθήσατε την σκοτεινήν ψυχήν μου Μιχ. ιερομ. II 18· (σε μετων.): ας σκορπιστούν ωσάν καπνός τα σκοτεινά μου μέλη Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 214· Εννιά μήνες σ’ εβάσταξα, τέκνο μου, κανακάρη,| ’ς τούτο το κακορίζικο και σκοτεινό κουφάρι Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 376· Οϊμέναν, Ερωφίλη μου, κι ογιάντα δε μπορούσι| τ’ αμμάτια μου τα σκοτεινά δυο βρύσες να γεννούσι,| να σου ξεπλύνου την καρδιά την καταματωμένη,| κι ύστερα με τη χέρα μου κι εγώ, καθώς τυχαίνει,|την εδική μου αλύπητα κι άπονα να πληγώσω| κι ωσάν εσένα θάνατο κακό κι εγώ να δώσω! Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 565· η) ζοφερός, δυσάρεστος, λυπηρός: Ω Κωνσταντίνε βασιλεύ, κακόν ριζικόν που ’χες,| και τύχην πάνυ βλαβερήν, μοίραν ατυχεστάτην,| και σκοτεινήν και δολερήν, αστραποκαημένην Ψευδο-Γεωργηλ., Αλ. Κων/π. 48· οι στρατηγοί πάσι να θάψου το Λογγίνο και λέγουσι: (παραλ. 8 στ.) Έτσι και τους φιλόδοξους η τύχη τους σηκώνει,| κι ωσάν το άκαρπο δεντρό κιόλας τους ξεριζώνει.| Η ματωμένη μαρτυριά ετούτη εδά σας σώνει,| κι η σκοτεινή που βλέπετε σκηνή το βεβαιώνει Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 384· (συχν. προκ. για μηνύματα): εφέραν τους τα σκοτεινά και δύσθηνα χαπάρια Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 4593· πώς να το συμμετρήσετε, να το συλλογισθείτε| το δολερόν και σκοτεινόν της Πόλης το μανδάτον; Ψευδο-Γεωργηλ., Αλ. Κων/π. 287· την νύκταν εδιάβασεν τα σκοτανά μαντάτα όπου του εφέραν Μαχ. 22217· χαμπάρι έστειλαν από τ’ Ανάπλι τότες| μαύρο και σκοτεινότατον Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 3176· (προκ. για το θάνατο): Γλήγορα εξεψύχησε κι απέθανεν ο νέος| κι ο σκοτεινός ο θάνατος τον έλαβεν ευθέως Ζήνου, Βατραχ. 344·   αρίθμητους στον θάνατον τον σκοτεινόν ερρίκταν Αχέλ. 609. 6) Που δε βλέπει, τυφλός: νίκας εποίησα πολλάς, μεγάλας δουλοσύνας,|και τώρα εχάσα τά έπασχα, όλας τας καλοσύνας·| το πλήρωμά μου εγίνετο και η ανταμοιβή μου| να κάθομαι ως σκοτεινός, να λείπουν οι οφθαλμοί μου Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 648· (μεταφ.): σκοτεινήν κι ολότυφλην θωρώ την πεθυμιάν μου Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [58]· ω νου ανθρώπινε, σ’ εκείνο πὄχεις να ’ρθεις| είσαι τυφλός, και σκοτεινός στό μέλλεται να πάθεις Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [460]· (συχν. προκ. για τα μάτια και το φως, δηλ. την όραση): Ας είχα μάτια σκοτεινά, αυτιά να μη ’φουκρούμαι (παραλ. 1 στ.) να μη θωρώ τό γίνεται, να μη γροικώ τον πόνο Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 209· Εμέναν τι με θέλουσιν, άνθρωπον τυφλωμένον,| οπὄν’ το φως μου σκοτεινόν και καταδικασμένον; Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 686. Εκφρ. 1) Εις (τα)/στα σκοτεινά = στο σκοτάδι, τη νύχτα, χωρίς φως, σε μέρος που δε φωτίζεται: να περπατώ εις τα σκοτεινά την νύκταν ετρωγόμην, (παραλ. 1 στ.) Ως νυκτερίδα εγύριζα εις το ξώπορτον του Κάστρου,| και υπήγαινα να κοιμηθώ με της ημέρας το άστρον Σαχλ., Αφήγ. 67· Νύκτα σιγούσιν τα πουλία και κιλαδούν τ’ αηδόνια,| και εις σκοτεινά ακούνητα θε να ’ν’ αναπαμένα Αλφ. ξεν. Αθ. (Μαυρομ.) 86· όσες πονούν από καρδιάς και αληθινά χηρέψαν,| κάθουνται εις τα σκοτεινά, άντρα δεν εγυρέψαν.| Απέχουσιν τες εκκλησιές, μισούν τα μοναστήρια| και σφικτομανταλώνουνται, φράσσουν τα παραθύρια Απόκοπ.2 198· Κυρά, και είντα σε φελά να κάθεσαι στο σπίτιν| και να ’σαι εις τα σκοτεινά, σαν όρνιθα στην κοίτην; Απόκοπ.2 210· να γενείς (ενν. σύ, ποντίκι κακορίζικον και νυκτοπερπατάρι) αόρατον εκ τον κόσμον| ετούτον τον γλυκύτατον, στα σκοτεινά να πάγεις Πουλολ. (Τσαβαρή)2 215 χφ Α κριτ. υπ.· (σε παρομοίωση): ο Τούρκος έκαμεν σαν λύκος εις την ζάλην,| σαν κλέπτης εις τα σκοτεινά, να θύσει και να πάρει Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 1672· Ως φέγγει η ’στιά στα σκοτεινά και το φεγγάρι στ’ άστρα Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1772· (σε μεταφ.): Ω πλήσα κακορίζικοι, και γιάντα δε θωρούσι| τσι μέρες πώς διαβαίνουσι, τσι χρόνους πώς περνούσι!| Τ’ οψές εδιάβη, το προχθές πλιό δεν ανιστοράται,| σπίθα μικρή το σήμερο στα σκοτεινά λογάται Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. Χάρ. 76. 2) Μαύρη σκοτεινότατη γη, μαύρος σκοτεινότατος κόσμος, σκοτεινός τόπος/σκοτεινοί τόποι = ο Άδης (βλ. και μαύρος (Ι) 3 εκφρ.): εις γην αποκατέβην, εις μαύρην σκοτεινότατην, εις Άδην κάτω λέγω Λίβ. Esc. 3846· Σήμερον χωριζόμεθα και απέρχομαι εις τον κόσμον| τον μαύρον, σκοτεινότατον, και πάγω κάτω εις Άδην| και σήμερον πληρώνει με ο θάνατος και υπάγω Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1775· ο θάνατος μετά σπουδής, βλέπετε, μας πετρώνει,| και ώραν την ώρα ο μηνυτής φθάνει να μας σηκώσει,| από τον κόσμον που ’μεσταν, κι υπάει να μας πλακώσει| εις τόπον άλλον σκοτεινόν Πένθ. θαν.2 36· δηγήσου μου την αφορμή τήν έχεις με τσι αθρώπους,| να τους μαζώνεις πάντοτε στους σκοτεινούς σου τόπους.| Δεν τους λυπάσαι, Χάροντα; Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 945· Τώρα πηγαίνω, κόρη μου, ψυχή μου και καρδιά μου,| εισέ ταξίδι μακρινό και πλέον δεν γυρίζω,| διατί είναι τόποι σκοτεινοί και πόρτες σφαλισμένες, (παραλ. 1 στ.) και όστις πηγαίνει στέκεται ώσπερ τυφλός στο σκότος Διγ. Α 4498. Ο πληθ. του ουδ. ως ουσ. = 1) Τα σκοτάδια, το σκοτάδι της νύχτας: Κι εγώ, ’φότις ν’ αρκέψουν τα ξηφώτια| τα σκοτεινά να διώξουν αχ το χώμαν (παραλ. 1 στ.) σίγησιν κλιόντα ουκ έχω με τον ήλιον Κυπρ. ερωτ. 1068· ο ήλιος εβασίλευσεν, πλακώνει τους εσπέρα.| Και φθάνουν τους τα σκοτεινά, θαμπώνεται το φως τως Χούμνου, Κοσμογ. 133· Πειν ήθελα και πλιοτερα, μα η ώρα δεν το δίδει·| τα σκοτεινά περάσασιν κι η μέρα ξημερώνει Ch. pop. 845· (μεταφ.): Ο δε γαρ νυκτοκόρακας ...| ... την νύκταν αγαπά πλεόν παρά την ημέραν· (παραλ. 1 στ.) Ούτω και οι αχάριστοι, το γένος των Εβραίων,| ηγάπησαν τα σκοτεινά και όχι την ημέραν Φυσιολ. (Legr.) 218. 2) (Συνεκδ.) οι νυκτερινές δραστηριότητες (έξοδοι, διασκεδάσεις, κλπ.): Της νύκτας τα γυρίσματα, υιέ, να λησμονήσεις| και της ημέρας την τιμήν εκείνην να κυνήσεις.| Εξέφευγε ’κ τα σκοτεινά, αγάπα την ημέραν| και πάσα φρόνιμος εσέ να σε κρατεί εκ την χέραν Δεφ., Λόγ. 83· περίκοψε τα σκοτεινά, παιδίν μου, να προκόψεις·| της νύκτας τα γυρίσματα να τ’ απολησμονήσεις,| και της ημέρας την τιμήν, να την αποκινήσεις·| εξάφησ’ τα τα σκοτεινά κι αγάπα την ημέραν Σαχλ. Ά́ (Wagn.) PM 53, 56. 3) Τα σκούρα, τα μαύρα ρούχα, τα πένθιμα: Τώρα που ντύθηκεν η γη τα δασινά| και με τα χόρτα τα χλωρά ’μορφίζεται,| εμέν ο πόθος μ’ έντυσεν τα σκοτεινά Κυπρ. ερωτ. 973.
       
  • σπλάγχνον 
    το, Διγ. Ζ 3985, 4114, Λίβ. διασκευή α 1682, Σκλέντζα, Ποιήμ. 1148, 729· σπλάγχνο(ν), Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 372, Παράφρ. Μανασσ. 290, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 22, 244, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 875, Αλφ. ξεν. Αθ. (Μαυρομ.) 26, Δούκ. 36525, Διήγ. Αλ. V 24, 25, Θρ. Θεοτ. (Bakk.) 73, Hist. imp. (Iadevaia) I 1620, 2509, IIa 401, 1416, Γιατροσ. Ιβ. 66, Σταυριν. 1020, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 13232, Ευγ. Γιαννούλη, Επιστ. 8522, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [614], Χορ. έ́ [6]· σπλάχνο, Μανολ., Επιστ. 173 (έκδ. σπλάνχο)· σπλάχνο(ν), Καλλίμ. 506, Διήγ. Αλ. F (Lolos) 10627, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 9924, 10726, Κυπρ. ερωτ. 13821, Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ελεάζ. 1426· σπλάχνον· γεν. πληθ. σπλάγχνη, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 198, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά́ [190], [350], [358], Β́ [11], [264], Γ́ [264], Δ́ [611].
    Το αρχ. ουσ. σπλάγχνον. Οι τ. σπλάγχνο και σπλάχνο και σήμ. Ο τ. σπλάχνον ήδη μτγν. (TLG) και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., Μηνάς, Λεξ. ιδιωμ. Καρπάθου).
    1) α) (Στον πληθ.) γενική ονομασία των οργάνων που βρίσκονται μέσα στις κοιλότητες του σώματος, τα εσωτερικά όργανα του ανθρώπου ή των ζώων (καρδιά, συκώτι, νεφρά κ.τ.ό.), εντόσθια, σωθικά: Ταύτα δ’ ειπών Αλέξανδρος και τῳ βωμῴ προσθύσας| αυτήν θυσίαν άπασαν, μέγιστος παραυτίκα| αεροπόρος αετός θυσίαν αφαρπάσας| και πάντα σπλάγχνα θύματος, απέπτη προς αιθέρα Βίος Αλ. (Aerts) 1422· ας βάλει εις τον νουν του ο άνθρωπος, όταν θέλει να λάβει την αναπνία του ή να αναστενάξει, πόθεν του έρχεται η αναθυμίασις και πώς τα σπλάγχνη του ταράζονται όλα και ταυρίζονται Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 54v· εφοβέριζε (ενν. ο Βάρδας) να χώσει το σπαθί του μέσα εις τα σπλάγχνα του αρχιερέως Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 7021· όταν μ’ εβάστα η μάννα μου απέσω στην κοιλίαν της,| φίδι να ήθελα γενεί, τα σπλάγχνα της να φάγω,| αντάμα ν’ αποθάνομεν, στον κόσμον μη φανούμεν,| να μη με τρώγει η ξενιτεία και να με τυραννίζει Περί ξεν. (Μαυρομ.) 260· οίος ουδέν έλαβεν πικρίαν της ξενιτείας,| αν είχεν σπλάγχνα χάλκινα και σιδερήν καρδίαν| και φύσιν αδαμάντινον, πάλι ήθελεν λυπείσθαι Αλφ. ξεν. Αθ. (Μαυρομ.) 3· β) (εδώ) κοιλιά, κοιλότητα στομαχιού (πβ. ΠΔ, Ιωνάς 2,1): ο Ιωνάς ... μετά τες τρεις ημέρες οπού εβγήκεν από τα σπλάχνα του κήτους εδίδαξεν τους Νινευήτας Γεργάν., Εξήγ. Αποκ. 81· (μεταφ.): ο μέγας Ιγνάτιος πιάνοντας ... την κυβέρνησιν της εκκλησίας ... εκυβέρνα την εκκλησίαν πλια τεχνικά, πλια θεϊκά και πλια στεριά παρά πρωτύτερα ... Τους ολιγοψύχους πάλιν τους εξαναπόκταν με την χάριν της διδασκαλίας του αγίου πνεύματος και ... εσπούδαζεν, όσον εδύνετον, να τους κερδαίσει εις τα σπλάγχνα του Ιησού Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 10928. 2) (Στον πληθ., μεταφ.) η έδρα των συναισθημάτων, του συναισθηματικού κόσμου του ανθρώπου: Νυνί δε αθλιότερος ειμί παντός ανθρώπου| και τα σπλάγχνα τιτρώσκει μου η άμετρος οδύνη Διγ. (Trapp) Gr. 3280· Κόψετε το κεφάλιν μου, χριστιανοί Ρωμαίοι·| επάρετέ το, Κρητικοί, βαστάτε το στην Κρήτην (παραλ. 3 στ.) μηδέν με πιάσουν τα σκυλιά, μηδέν με κυριεύσουν·| (ότι ανελεήμονα των ασεβών τα σπλάχνα) Ανακάλ. 43· Τόσο, ήξευρε, μας αγαπούν (ενν. οι άνδρες εμάς, τις γυναίκες), και μας επιθυμούνε,| όσον σ’ εμάς το πρόσωπον δροσάτο το θωρούνε,| κι αν χάσομε την ομορφιάν, την δροσερή μας νιότη,| οπού στα σπλάγχνη των ανδρών δίδει τόση γλυκότη, μνέσκομε σαν της μέλισσας το μοναχό κουβέλι| που δεν του μένει τίποτες κερήθρα, ουδέ μέλι Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [664]· ω μέγα Αναστάσιε, ... (παραλ. 2 στ.) Αυτά τα ρούχα που φορείς έβγαλε, και στολίσου| τα ρούχα τα βασιλικά, για να σε προσκυνήσου| οι στρατηγοί κι η χώρα μας ...| να διώξεις οχ τα σπλάχνα μας της πρίκας το σκοτάδι Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 186. 3) α) Αγάπη, στοργή (σε εν. και πληθ.): τότε η μητέρα του, άκο και τι του λέγει (ενν. του αμιρά):| «Τέκνον μου ποθεινότατον, έρχομαι όπου θέλεις·| έρχομαι διά το σπλάχνον σου και την πολλήν σου αγάπην| ...» Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 562· Κάρουλος ο θεόργιστος όχι να ομονοιάσει| με δεσπότην, πατέραν του· ήθελε ν’ αφεντεύει,| μάλλον να εδουλώνετον, καθώς ήτον το δίκαιον,| να έδειχνε καλογνωμιάν και σπλάγχνον ως υιός του Χρον. Τόκκων 2206· Έπρεπε γουν τον Πρίαμον ότι ούτως ως εγεννήθη το βρέφος ευθύς να το αφανίσει. Νικηθείς δε υπό των πατρικών σπλάγχνων ηλέησεν το παιδίν και έδωκέν το έξω εις χωρίον να το αναθρέψουσιν Τρωικά 5219‑10· ήσαν άπαντα κενά και νόμος και προφήται,| και βίβλοι και μαθήματα και γνώσις και σοφία, (παραλ. 1 στ.) άπερ ο πάντων αυτουργός κινούμενος εκ σπλάγχνων| προς τούτους (ενν. τους παίδας Ισραήλ) εξαπέστειλεν ευεργετών πλουσίως Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 24· Αλίμονον, δεν είν’ τινάς, οπού να με λυπάται,| να έχει σπλάχν’ αδελφικά, θεόν να τον φοβάται,| να με γλυτώσει απ’ εδώ από αυτόν τον φόνον; Περί Ιωσήφ 277· β) καλοσύνη, αγαθότητα, ευσπλαγχνία: Τίμιε πάτερ θαυμαστέ, Φραγκίσκε τρισμακάριε, (παραλ. 21 στ.) Το σπλάγχνον σου το φυσικόν στον κόσμον εξαπλώθη,| η πλούσια πραότης σου παντού εφανερώθη Σκλέντζα, Ποιήμ. 523. 4) Στον πληθ. σε περίφρ. για να δοθεί έμφαση: Αυθέντη, οκάτι ζήτημα θέλω να σε ζητήσω:| παρακαλώ σε, δος μου το διά σπλάγχνα ελεημοσύνης Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 457· Ας προσκυνήσει (ενν. ο παπα Λάμπος ο Στάνος) ... μετ’ ευλαβείας απάσης από μέρους μου τον θεοφιλή πρεσβύτην και μητροπολίτην πανιερότατον κύριον Νεόφυτον της Αδριανού και ας συστήσει τον ρηθέντα παπάν εις τα σπλάγχνα της φιλανθρωπίας του, και θαρρώ διά την πολλήν του καλοσύνην θέλει τον ψυχοπονεθεί Ευγ. Γιαννούλη, Επιστ. 14934· ηθέλησα διά ψυχικήν ωφέλειαν να μεταγλωττίσω το παρόν βιβλίο ... ελπίζω ο μικρός κόπος ετούτος, τον οποίον έκαμα παρακινημένος από τα σπλάγχνα της αγάπης εις δόξαν Θεού ... θέλει δώσει πολύν καρπόν και μεγάλην ωφέλειαν εκείνων οπού το αναγινώσκουσι με προσοχήν και ευλάβειαν Βουστρ., Μετάφρ. 255. 5) α) Παιδί, τέκνο: Υιέ μου, σπλάχνον μου γλυκύ, και πώς σε υστερήθην,| πώς έξαφνα σε έχασα, πώς ούτως κατεκρίθην; Περί Ιωσήφ 776· (προκ. για το λαό των Εβραίων): Λυπήσου μας (ενν. Θεέ) το σπλάχνο σου, το έθνος το δικό σου,| μηδέν αφήσεις να χαρεί απάνω μας οχθρός σου Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 4936· β) γενικ. για δήλ. στενής συγγένειας: Παρακαλώ σας, αδελφοί, ...| εγώ είμαι ο Ιωσήφ, γνήσιος αδελφός σας,| να μη με θανατώσετε, εδώ στην ερημίαν! (παραλ. 7 στ.) Δεν είμαι σάρκα σας κι εγώ και σπλάχνο σας ο ξένος,| γιατί να είμ’ ο δυστυχής απ’ όλους μισημένος; Περί Ιωσήφ 236· (εδώ σε περίφρ. προκ. για τη μητέρα): Μετά ταύτα ήλθε και αυτής (ενν. της μητρός του Ακρίτου) το τέλος και απέθανεν και έκλαυσέν την πολλά ... κλαίων έλεγεν προς την μητέρα· « ... Τις έκοψεν την ρίζαν της ζωής μου; Τις έσβεσεν το φως μου και δεν δύνομαι πλέον να εβλέπω; Ή τις με εχώρισεν από των μητρικών μου σπλάγχνων;...» Διγ. Άνδρ. 40410. Εκφρ. 1) Τα σπλάγχνα της καρδιάς = τα ενδότερα, τα βάθη της καρδιάς: (σε μεταφ.): Έφθασε τον δωδέκατον χρόνον η κόρη εκείνη, (παραλ. 1 στ.) και την σελήνην εκ παντός ενίκα εις το κάλλος (παραλ. 14 στ.). Και μέσα της εκάθετον το τόξον της αγάπης| και κάθε νέον ’τόξευεν στα σπλάγχνα της καρδίας Διγ. Ζ 139. 2) Από σπλάγχνων μέσων = από τα βάθη της ψυχής (μου): Η δε (ενν. η Χρυσορρόη), στενάξασα πικρώς ως από σπλάγχνων μέσων,| εκίνησαν εξ οφθαλμών, φευ, ποταμός δακρύων Καλλίμ. 602. 3) Παιδί/τέκνον από τα σπλά(γ)χνα κάπ. = (για έμφαση· πβ. έκφρ. τέκνα οσφύος τινός, ά. οσφύς) παιδί, απόγονος κάπ.: ηπήρεν (ενν. ο Φίλιππος) το παιδίον εις τας χείρας του και κατεφίλησέ το ... και είπεν· «Δόξα σοι ο θεός, οπού είδα και εγώ παιδί από τα σπλάγχνα μου ...» Διήγ. Αλ. V 28· είπεν του (ενν. η Ολυμπιάδα στον Νεκτεναβό)· « ... Ημπορείς να ποιήσεις με τα βοτανικά σου τίποτες εις εμένα, μήνα ποιήσω τέκνον από τα σπλάχνα μου; ...» Διήγ. Αλ. F (Lolos) 9821‑22. Φρ. 1) Ανοίγω τα σπλάχνα, βλ. ά. ανοίγω 5γ. 2) α) Καίω/φλογίζω τα σπλά(γ)χνη κάπ. = προκαλώ σε κάπ. μεγάλο ψυχικό πόνο: Τέτοιας λογής οργίζομαι και τον μισά η καρδιά μου,| π’ αδύνατον μου φαίνεται ότ’ εις τα σωθικά μου| νά ’μπει ποτέ καμιάς λογής αγάπη και ν’ ανάψει| φλόγα του πόθου για τ’ αυτόν τα σπλάγχνη μου να κάψει Σουμ. Παστ. φίδ. Ά́ 704· εγώ, που τόσον τον ποθώ, εύκαιρ’ αναστενάζω, (παραλ. 1 στ.) κι εκείνο που περσότερο τα σπλάχνη μου φλογίζει,| τονε θωρώ χίλια φιλιά γλυκιά να σου χαρίζει Σουμμ. Παστ. φίδ. Β́ 409· β) καίονται/φλογίζονται τα σπλά(γ)χνα μου = θλίβομαι, λυπούμαι πολύ, νιώθω μεγάλο ψυχικό πόνο (πβ. φρ. καίγεται η καρδιά μου, ά. καίω II 4): Ανέγνωσαν τα γράμματα και ούτως εδηλώναν| και ως ήκουσεν (ενν. ο αμιράς) τα γράμματα, εθλίβην η ψυχή του,| εκαύσθηκαν τα σπλάχνα του, εχάθην η καρδία του Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 300· ομμάτια πολυστένακτα και σπλάγχνα φλογισμένα Προδρ. (Eideneier) Β́ 19-2 χφ Η κριτ. υπ. 3) Λαμβάνω σπλάγχνα οικτιρμών = γίνομαι σπλαχνικός: ήξειν φασί ... τον τε Ηλίαν και Ενώχ απεσταλμένους υπό Θεού σπλάγχνα οικτιρμών λαβόντος, διδάξαι και επιστρέψαι τους τε άλλους και δη το ταλαίπωρον των Εβραίων έθνος εις την του Χριστού ... πίστιν Ψευδο-Σφρ. 31227. 4) Τα σπλάχνα μου ραγίζουν, βλ. ά. ραγίζω 3α φρ. (3). — Βλ. και σπλάγχνoς.
       
  • στεγνώνω, 
    Ιατροσ. κώδ. φξή́, Αχιλλ. L 1335, Αχιλλ. (Smith) N 1754, Sprachlehre 102, Διήγ. Αλ. E (Konst.) 5920 (έκδ. στεγνώζουν· διορθώσ.), Δεφ., Λόγ. 220, Πεντ. Γέν. VIII 13 δις, Πανώρ. Ά́ 111, Πανώρ.2 Πρόλ. Απόλλων. 41, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 148, 199, Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 520, Μαρκάδ. 375· στεγνώννω, Κυπρ. ερωτ. 353, 8012, 854, 11834, 47, 12947, 1376· στιγνώνω, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 199, 222, 248.
    Το μτγν. στεγνόω. Ο τ. στεγνώννω και σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. Β́ 799, λ. στεχνόννω ή στεγνόννω, Μηνάς, Λεξ. ιδιωμ. Καρπάθου). Ο τ. στιγνώνω (στιγνώνου) και σήμ. ιδιωμ. (Χαντζιάρας, Θεσσαλ. γλωσσάρ., Δημητρίου, Λεξ. Σάμ., Γεωργίου Χρ., Γλωσσ. ιδ. Καστορ.). Η λ. και σήμ.
    Α´ (Μτβ.) αφαιρώ την υγρασία από κ., κάνω κ. στεγνό: Μίαν ώραν καλή να κάμει ο ήλιος στεγνώνει χίλιες μπουγάδες Μπερτολδίνος 166· όντα βραχεί (ενν. το σιταροκούκκιν), αγωνίζεται (ενν. το μερμήκιν) σκουλήκοι μην το φάσι,| στεγνώνει και φυλάσσει το πάλιν να μην το χάσει Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 92· Όντασ σε ’δα να στεγνώννεις (πβ. και πιθ. διόρθ. σε ξαπλώννεις· Pecoraro, Misc. Neogr. 1, 1975, 120 σημ. 36)| τα μαλλιά τα χρουσαφένα| που μ’ έδησες, αγιμένα,| και κρατείς να με πληγώννεις … Κυπρ. ερωτ. 1279· όρισε να εγδέρνουν τα πετσία τους (ενν. των μονοπόδαρων) και ναν τα στεγνώνουν Διήγ. Αλ. F (Konst.) 5822· (για δάκρυα): ο ήλιος ουκ εστέγνωνεν τα δάκρυα του (ενν. του Αχιλλέως) καν όλως Αχιλλ. (Smith) N 1846. Β´ Αμτβ.   α1) Χάνω την υγρασία που έχω, γίνομαι στεγνός: Ουχί ν’ αφήσει καν τα ρούχα του ο νέος να στεγνώσουν Αρμούρ. (Αλεξ. Στ.) 54· διά να μη βλαπτεί ο τούρλος, άφησαν τες σκαλωσίες και τους αντίποδας χρόνον έναν, έως οπού εστέγνωσεν ο τρούλλος και εστερεώθη Hagia Sophia ω 53619· τα εβγάνουν (ενν. τα χαλούμια) από την κουρούπαν αφού εργάσουν και τα δένουν με σπάγον και τα κρεμνούσι να στιγνώξουν Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 252· (για μάτια, δάκρυα): Πότες κι εμέ τ’ αμμάτια μου μιαν ώραν εστεγνώσα,| πότες γλυκιά τα σφάλισα κι ανάπαψη μού δώσα; Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 13· τα δάκρυα του στεγνώσασιν εκ τους πολλούς τους πόνους Αχιλλ. L 1299· (μέσ.): εγώ στεγνώνομαι εις τον ήλιον Μπερτολδίνος 144· (μέσ., σε μεταφ.): Μαύρην καρδίαν έχουσιν (ενν. οι θλιμμένοι) και βάνουσιν τα μαύρα,| … να τους εγνωρίζουν| πως έβαψαν τα ρούχα τους εκ το αίμα της καρδίας τους| και στήνουν και στεγνώνουνται με φλόγα της καρδίας τους Αλφ. ξεν. Αθ. (Μαυρομ.) 84· α2) ξεραίνομαι (λόγω απουσίας νερού ή φυσικής υγρότητας): εγίνην πείνα μεγάλη απού αβροχίαν ... και ούλα τα νερά των βρύσων εξεράναν … και ούλα εστεγνώσαν, και λάκκοι και βρύσες Μαχ. 41· τα λείψανα εστεγνώσαν και ήλθαν και εκολλήσαν ώσπερ πέτρα Μαχ. 3615· όσον ψυχραίνει ο καιρός, τόσον αναδίδει το λάδι του σπόρου και πρήσκεται και, όταν τον μετατοπίσεις, του δίδει ο αήρ και στιγνώνει Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 144· ήλθον εις αθυμίαν,| εστέγνωσαν τα χείλη μου, η γλώσσα μου ’ξηράνθη,| όμως από την λύπην μου ήλθον εις αρρωστίαν Κρασοπ. (Eideneier) AO 42· (για ασθένεια): ουδέν επείκαζεν (ενν. ο ιατρός) καλά να αγνωρίσει την ασθένειάν του, ουδέ διά να το κρίνει απέ το ποίον ο ασθενής εγύρισέν του βήχας ξηρός … ή στεγνώνει το στήθος του απέ την ψυχρότητα οπού ’χεν Ασσίζ. 1838· (για το μελάνι σε βιβλίο): τα γράμματα του τόμου ακομή δεν εστέγνωσαν Ιστ. πατρ. 1756· β) (μεταφ.) χάνω την ικμάδα μου, «μαραίνομαι», «στραγγίζω»: όλα μου στεγνώσασιν αχ τον καμόν Κυπρ. ερωτ. 9715.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης