Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- βαρβάτος,
- επίθ., Ακ. Σπαν. (Eideneier) A 423, B 127, D 1669, Χειλά, Χρον. 356, Πεντ. Γέν. XXX 35, Αρ. VII 17, 23, 29, 35, 41, 47, 88, Δευτ. XXXII 14.
Το μτγν. επίθ. βαρβάτος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Που δεν είναι ευνουχισμένος (Η σημασ. ήδη τον 7. αι., Sophocl. και σήμ., ΙΛ στ· η λ. Α1) Χειλά, Χρον. 356. Το ουδ. ως ουσ. = τράγος (Για τη σημασ. πβ. ΙΛ, λ. βαρβατότραγος): Πεντ. Δευτ. XXXII 14.
βάτραχος- ο, Βίος Αλ. 4229, Φυσιολ. 36114, Βίος Αισώπ. 304, Αιτωλ., Μύθ. 841, Ιστ. Βλαχ. 190· βάθρακας, Μπερτόλδος 28 (γεν. βαθράκου)· βάθρακος, Βίος Αισώπ. 303· βαθρακός, Προδρ. ΙΙΙ 95, 311, Ακ. Σπαν. 2810, 37289, 39343, Gesprächb. 511, Βίος Αισώπ. 303, 304, Πεντ. Έξ. VIII 4, 5, 7, Αιτωλ., Μύθ. 191, 842, 1136· βαθραχός, Προδρ. III 95 (χφ g) (κριτ. υπ.)· βατρακός, Πεντ. Έξ. VII 27, 28, 29, VIII 1, 2, 3, 8· βατραχός, Προδρ. III 216b (χφ g) (κριτ. υπ.), Παλαμήδ., Βοηβ. 797· βοθρακός, Ακ. Σπαν. (Eideneier) 2925· βορθακάς, Ζήνου, Βατραχ. 17, 161· μποθρακός, Κατζ. Β΄ 41.
Το αρχ. ουσ. βάτραχος. Για τη λ. βλ. και Χατζιδ., Αθ. 26, 1914, ΛΑ 48 κε. και Φάβ., ΛΔ 2, 1940, 100 κε. Η λ. και οι τ. της βάθρακος, βαθρακός, βοθρακός και σήμ. (ΙΛ).
Βάτραχος (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): Εις λίμνην κάπου βάτραχος βαθείαν μέσα ήτον Αιτωλ., Μύθ. 841. — Βλ. και βάθραξ.
βερετούνιν- το, Μαχ. 11226, 11624, 34033, 34236, 36612, 43017, 45435, 4567, 35, 4841· βελτόνι, Ερωτόκρ.2 Β΄ 703, Ερωτόκρ.2 Β΄ 342· βερουτούνιν, Μαχ. 4546· βερτόνι, Ερωφ. Α΄ 599, Βοσκοπ. 23, Ροδολ. Β΄ [169, 467, 470], Ε΄ [36], Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [308, 422, 428], Δ΄ [306]· βερτούνιν, Ακ. Σπαν. (Eideneier) D 1659.
Από το βενετ. vereton (ιταλ. verrettone). Πβ. Meyer, NS IV 17 και Boerio, λ. vereton. Βλ. όμως και Χατζ., Ξέν. στοιχ. 68. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. βερτόνι).
Βέλος ή ακόντιο (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βερτόνι 1, 2): έρισε να μηδέν είναι τινάς απότορμος να ρίψει βερετούνιν, ουδέ σαγίταν εύκαιρα Μαχ. 11624· ήτονε τόσο γλήγορος να σύρει το βελτόνι Ερωτόκρ.2 Β΄ 703. — Βλ. και αγκινάρι, βέλος 1, βεργίν 4, βολίς 1, κόκκα, ξιφάρι, σαγίτα.
βιλλήθρα- η, Ακ. Σπαν. 46549, Ακ. Σπαν. (Eideneier) A 464.
Από το ουσ. βίλλος και την κατάλ. ‑ήθρα. Βλ. και Ανδρ., Λεξ. (λ. -ήθρα). Πβ. ΙΛ, λ. βίλληθρος (όπου το βιλλήθρα σημειώνεται ως αμάρτ.).
Στόμιο γυναικείου γεννητικού οργάνου: γραίας βιλλήθραν Ακ. Σπαν. 46549.
βιλλήθριν·- Ακ. Σπαν. (Eideneier) B 138, πιθ. εσφαλμ. γρ. αντί βιλλήθρα.
βιλλήθρια
βρικολακιάζω·- μτχ. βουρκολακιασμένος, Ακ. Σπαν. (Eideneier) A 256· βρικολακιασμένος, Ακ. Σπαν. (Eideneier) B 83· βρουκολακιασμένος, Ακ. Σπαν. (Eideneier) D 672.
Από το ουσ. βροικόλακας και την κατάληξη –ιάζω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Η μτχ. = που έγινε βρικόλακας (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): η όψις του εγένετον ώσπερ βουρκολακιασμένου νεκρού Ακ. Σπαν. (Eideneier) D 256. — Βλ. και βρικόλακας.
βρομοφόρος,- επίθ., Ακ. Σπαν. (Eideneier) D 1509.
Από το ουσ. βρόμος και το ‑φόρος κατά το μυροφόρος.
Που έχει βρομιά: βρομοφόροι γυναίκες Ακ. Σπαν. (Eideneier) D 1509.
γουρούνι(ν)- το, Φαλιέρ., Λόγ. 279, Δεφ., Λόγ. 315, Πεντ. Λευιτ. XI 7, Αιτωλ., Μύθ. 731, Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 65, 240· γουρούνι(ν) ή γουρούνιον, Ορνεοσ. αγρ. 56711, Ακ. Σπαν. (Eideneier) A 255· γουρώνιν, Gesprächb. 3712.
Για την ετυμ. βλ. Ανδρ., Λεξ. και Kretschmer, BZ 10, 1901, 584. Βλ. και Du Cange (λ. γουρούνι). Η λ. στο Βλάχ. και σήμ. (Δημητράκ.).
α) Γουρούνι (Βλ. Du Cange, λ. γουρούνι. Η σημασ. στο Βλάχ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): αδιάντροπε, ντεζούτελε, θρεμμένε με γουρούνια Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 240· β) έκφρ. γουρούνι(ο)ν κάπρειον = (πιθ.) αγριογούρουνο: εστάθην ο μούστακός του ώσπερ χαίτην γουρουνίου καπρείου Ακ. Σπαν. (Eideneier) A 255.
δεμάτιον- το, Ακ. Σπαν. (Eideneier) D 1656 δις· δεμάτι(ν), Μαχ. 65827 (πληθ. δεματία), Πεντ. Έξ. XII 22, Δευτ. XXIV 19, Θρ. Κύπρ. M 323, Χρον. σουλτ. 11330, Ροδολ. Τοις Αναγν. [13], Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́́ [316], Έ́ [772, 1330], Διγ. O 1456.
Η λ. σε σχόλ. και στα Ιππιατρικά (L‑S). Ο τ. στο Du Cange (λ. δεμάτι) και σήμ. (Δημητράκ., λ. δεμάτι).
Δεμάτι (Η σημασ. στο Du Cange, λ. δεμάτι και σήμ., Δημητράκ., λ. δεμάτι): επήγαν εις το αλώνιν και επήραν δεματία σιταρένα Μαχ. 65827· Κάλλιο να ήσουνα κόκκαλα ένα δεμάτι Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [772]· εκείτοντον οι χριστιανοί χαμαί μακελεμένοι,| ωσάν δεμάτια ήτανε όλοι θεμωνιασμένοι Θρ. Κύπρ. M 323.
δέξιμον- το, Ακ. Σπαν. (Eideneier) Α 493, Β 190, Αιτωλ., Μύθ. (Legr.) 1712.
Το ουδ. του επιθ. δέξιμος ως ουσ. (Βλ. Ανδρ., Λεξ.). Η λ. το 10. αι. (Sophocl.)· βλ. και Guilland, BSl 26, 1965, 17 και σήμ. (Δημητράκ.).
1) Δώρο, χάρισμα (Πβ. Δημητράκ., λ. δεξίμι 1): Ο μύθος λέγει πως πολλά η Τύχη τα χαρίζει,| έξαφνα τα δεξίματα καθένα τα θερίζει Αιτωλ., Μύθ. (Legr.) 1712. 2) Καλωσόρισμα (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. δέξιμο): την πορδήν μου να εύρεις δέξιμον Ακ. Σπαν. (Eideneier) Α 493.
δεξιός,- επίθ., Γλυκά, Αναγ. 154, Λόγ. παρηγ. L 353, Ευγεν., Δρόσ. Θ́ 183, Μανασσ., Χρον. 959, 6388, 6391, Ασσίζ. 18011, Ακ. Σπαν. (Eideneier) Α 495, Πόλ. Τρωάδ. 783, Λίβ. P 232, 1055, Μαχ. 2430, Δούκ. 3135, Σφρ., Χρον. μ. 14019, Χούμνου, Κοσμογ. 1989, Διήγ. Αλ. V 30, Αλεξ. 1966, Διήγ. Αγ. Σοφ. 1539, Κορων., Μπούας 68, 85, 127, Πεντ. Γέν. XIII 9, XLVIII 14, Παϊσ., Ιστ. Σινά 356, 439, 1119, Σουμμ., Ρεμπελ. 162, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [686], Τζάνε, Κρ. πόλ. 2827, 3814· δέξιος, Λίβ. P 236, Πεντ. Αρ. XVIII 18· δεξός, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 27, Ρίμ. θαν. 26, Ιστ. Βλαχ. 2214, Θυσ.2 232, 770, Στάθ. Γ́ 265, 310, Ροδολ. Β́ [215], Ζήν. Ά́ 55, 251· θηλ. δεξία, Αλεξ. 2607, Χρον. σουλτ. 679.
Το αρχ. επίθ. δεξιός. Ο τ. δέξιος στο Du Cange και Du Cange, Addenda. Η λ. και σήμ., οι τ. δεξός και δέξιος και σήμ. ιδιωμ. (Δημητράκ., λ. δεξιός και δέξιος).
1) Που βρίσκεται στο δεξί μέρος (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): Κοντάριν είχεν ο καθείς εις το δεξιόν του χέρι Κορων., Μπούας 127· έχει στη δεξά χέρα σπαθί γδυμένο Στάθ. Γ́́ 265· Η δε κατοίκησις του αγγέλου είναι εις την δεξιάν| μερέαν Διήγ. Αγ. Σοφ. 1539· (επιρρ. έκφρ.) εν τοις δεξιοίς, προς τα δεξιά, εις τη δεξιά = με θέση ή διεύθυνση προς το δεξί μέρος (Βλ. L‑S στη λ. I. Η σημασ. και σήμ., Πρωίας Λεξ.): εις δε τα παραπόρτια εισίν οι δύο θύται,| ο Μωυσής και Ααρών, …| εν δε τοις δεξιοίς αυτών πέφυκεν ο δεσπότης Παϊσ., Ιστ. Σινά 439· Προς γουν τα δεξιά αυτού υπάρχει εκκλησία Παϊσ., Ιστ. Σινά 1119· χωρίσου εδά αποπάνου μου· αν εις τη ζερβιά και να δεξύνω και αν εις τη δεξιά και να ζερβύνω Πεντ. Γέν. XIII 9. 2) (Μεταφ.) έκφρ. δεξά χέρα = βοηθός, σύμβουλος κάπ. (Η σημασ. μτγν., Δημητράκ. στη λ. 1): σ’ όλες τσι πράξες σ’ εύρηκα πάντα δεξά μου χέρα Θυσ.2 770. 3) Ευοίωνος, αίσιος (Πβ. την αρχ. σημασ., L‑S στη λ. II): αν έχεις την ζωήν δεξιάν, μη θες να την ζερβέψεις Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [686]· Ως δεξιόν το τέρμα της υμών πλάνης Ευγεν., Δρόσ. Θ́ 183. 4) Επιδέξιος, ικανός (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. IV και σήμ., Πρωίας Λεξ. και Δημητράκ., λ. δέξιος): ανήρ αγχίνους, δεξιός προς έργα και προς μάχας Μανασσ., Χρον. 6388. Το θηλ. ως ουσ. = το δεξί χέρι (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. δεξιά 1 και σήμ., Δημητράκ., λ. δεξός): άπλωσεν ο Ισραέλ τη δεξιά του και έβαλεν επί κεφάλι τον Εφραίμ Πεντ. Γέν. XLVIII 14.
δερμόνι- το· δριμόνι, Ακ. Σπαν. (Eideneier) A 405.
Από το ουσ. δέρμα και την κατάλ. ‑όνι. (Βλ. Ανδρ., Λεξ.). Η λ. και σήμ. σε ιδιώμ. και στη λογοτ. (Βλ. Δημητράκ., λ. δρεμόνι).
Κόσκινο με μεγάλες τρύπες (Η σημασ. και σήμ. σε ιδιώμ. Βλ. και Δημητράκ., λ. δρεμόνι): ασκοτύμπανον η κοιλία του, δριμόνι η ράχη του Ακ. Σπαν. (Eideneier) A 405.
δημοσία (I),- η, Ακ. Σπαν. (Eideneier) A 192· δεμοσία, Ακ. Σπαν. (Eideneier) Β 23· δεμοσιά, Κυπρ. ερωτ. 9528.
Το θηλ. του επιθ. δημόσιος ως ουσ. Πβ. L‑S (λ. δημόσιος IV). Βλ. και Bauer, Wört. (λ. δημόσιος 1). Τ. δεμοσιά σε έγγρ. των ετών 1098, 1099 (Κουκ., ΕΕΦΣΠΑ, περ. β́́, 6, 1955/56, 254). Ο τ. δεμοσιά και σήμ. ιδιωμ. (Δημητράκ., λ. δημοσιά).
Φαρδύς, μεγάλος δρόμος (Η σημασ. και σήμ., ιδιωμ., Δημητράκ., λ. δημοσιά): ταύτα ακούσαντες οι σπανοί οι μεν εις τα όρη έδωκαν, οι δε εις τας δημοσίας Ακ. Σπαν. (Eideneier) Α 192· στην δεμοσιάν το λέγω,| στους κάμπους και βουνάρια Κυπρ. ερωτ. 9528.
διαβάζω,- Τρωικά 53016 (αόρ. διέβασε), Σπαν. (Ζώρ.) V 654, Λόγ. παρηγ. L 259, Προδρ. III 97, IV 89, 89 (χφ g) (κριτ. υπ.) (αόρ. εδιέβασα), Ασσίζ. 899, 10612, 14322, 20623, 25913, 36010, Ιατροσ. 1817, Βέλθ. 514, Ακ. Σπαν. (Eideneier) A 335 (αόρ. εδιέβασεν), Πόλ. Τρωάδ. 325, Χρον. Μορ. H 2247, 2289, 2298, 3191, 4316, 5046, 5132, 5281, Διήγ. Βελ. 361, Περί ξεν. A 6, 10, 243, Περί ξεν. V 49, Απολλών. 461, Λίβ. P 1809, Λίβ. N 2409, 2886, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1900, Αχιλλ. N 1681, Χρον. Τόκκων 542, 3315, 3617, Θρ. Κων/π. (Mich.) 31419 (παρατατ. εδιέβαζαν), Μαχ. 3226, 747, 15622, 16216, 17222, 18012, 4302, 45024, 58616, 59628, 6421, 6563, 66412, Δούκ. 39713, Θησ. Πρόλ. [150], Έ́ [158], Ή́ [446], ΙΆ́ [782], Ch. pop. 270, 489, 560, Χούμνου, Κοσμογ. 183, 251, 815, 1235, 1549, Γεωργηλ., Βελ. 485, Βουστρ. 539-40, Διήγ. Αλ. V 27, 36, Συναξ. γυν. 346 (προστ. διέβασεν), Σαχλ. N 379, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 378, Σαχλ., Αφήγ. 98, 603, Κορων., Μπούας 30, 48, 130, Βεντράμ., Φιλ. 390, Χρον. σουλτ. 282, 3235, 622, 7321, 835, 9735, 14232, Παϊσ., Ιστ. Σινά 568, Κυπρ. ερωτ. 208, 542, 571, 651, 705, 9134, 9360, 9919, 10315, 1045, 1256, Πανώρ. Β́ 461, Φαλλίδ. 70, Παλαμήδ., Βοηβ. Προς Αναγν. 53, Ερωτόκρ. Ά́ 1475, 1493, 1901, Β́ 2293, Γ́ 615, 1387, Έ́ 1523, Ευγέν. 630, Στάθ. Ά́ 170, 209, Β́́ 153, Διήγ. πανωφ. 60, Διήγ. ωραιότ. 223, 496, 577, 763, 854, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [347], Έ [707], Φορτουν. (Vinc.) Β́ 64, Ζήν. Ά 115, Δ́ 262, Διγ. O 83, 1045, Διακρούσ. 1185, 13, Τζάνε, Κρ. πόλ. 14321, 14718, 19413, 43013, 51415, 53715, 58019, κ.π.α.
Από το αρχ. διαβιβάζω (Βλ. Ανδρ., Λεξ.). Η λ. στο Du Cange και Du Cange, Appendix (λ. διαβάζειν) και σήμ. (Δημητράκ.).
Α´ Ενεργ. 1) α) Διαβάζω (Η σημασ. στο Du Cange, ό.π. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): Ο γενεράλες τες γραφές πιάνει και τες διαβάζει Τζάνε, Κρ. πόλ. 51415· (μεταφ.) (Βλ. Πρωίας Λεξ.): τον πόνο, τη λαχτάραν του στ’ ανάβλεμμά ντου γράφει.| Η Αρετούσα διάβασε στα μάτια ντ’ ό,τι χώνει Ερωτόκρ. Β́ 2293· β) φρ. διαβάζω διδασκαλία= διδάσκομαι: σοφός είναι οπού διαβάζει διδασκαλίαν απού άλλους Μαχ. 6421· γ) μελετώ, σπουδάζω (Βλ. Δημητράκ. στη λ. 2 και Somav.): έπεσε εις την φιλοσοφίαν και εδιάβαζε Χρον. σουλτ. 14232. 2) α) Ψάλλω (Βλ. Πρωίας Λεξ.): Διαβάζουσι (ενν. οι παπάδες) και λειτουργού, λέσιν σεισμού κανόνας Διήγ. ωραιότ. 223· β) (προκ. για νεκρό) διαβάζω, ψάλλω τη νεκρώσιμη ακολουθία (Βλ. Πρωίας Λεξ.): επήραν το κορμί του και το διαβάσανε και το εθάψανε στην Προύσα Χρον. σουλτ. 282. 3) α) (Προκ. για τόπο) περνώ: Τα ορεινά τα δύσκολα διαβάζεις τα ως βρούλον (Σβορ., Αθ. 47, 1937, 134 διόρθ. σε βούλει[ς]) Λόγ. παρηγ. L 259· β) περνώ κάπ. από ένα μέρος σε άλλο: Ολόρθα τον εδιάβασαν στα Σεργιανά πλησίον Χρον. Μορ. H 5046· δια να με πάρουν την αυγήν,| να με διαβάσουν αποκεί Ch. pop. 270· γ) περνώ από το λαιμό μου, καταπίνω: το νερό που πα να πιω, δεν ημπορώ διαβάσω να κατεβεί στα σπλάγχνα μου Περί ξεν. A 243· μαθόν ου μη τα γεύεσαι, ξηρά να τα διαβάσεις (ενν. τα ψησσία)| και το τυρίν το κρητικόν να εκδείρει τον λαιμόν σου Προδρ. III 97. 4) α) Οδηγώ, μεταφέρω κάπ. ή κ.: εδιάβασάν τον εις το κάστρον με θρήνον και με κλαθμόν Διήγ. Αλ. V 36· να μη διαβάσουν γέννημα ποσώς εις την Γλαρέντζαν Χρον. Τόκκων 3617· εδώσανε τα άλογά τους και τα διαβάσανε οπίσω και εμπήκανε στον πόλεμον απεζοί Χρον. σουλτ. 3235· β) (προκ. για πράγμα) φέρνω: εκόψανε το κεφάλι του και το εβάλανε εις το κοντάρι και το διαβάσανε του σουλτάν Μουράτη Χρον. σουλτ. 7321. 5) α) (Προκ. για χρόνο) περνώ: να δείτε πώς διαβάζω τον καιρό μου Κυπρ. ερωτ. 10315· με χόρτον και νερόν διαβάζω την ζωήν·μου Χούμνου, Κοσμογ. 815· εις τας αγκάλες σου την νύκτα να διαβάσω Αχιλλ. N 1681· με πίκρες, με χολές την νιότη μου διαβάζω Ch. pop. 560· β) (αμτβ.) περνώ τον καιρό μου: ειρηνικά, ανενόχλητα μετ’ αύτους να διαβάζει Χρον. Τόκκων 512· Το καλοκαίρι εδιάβαζεν εις την πόλιν Γιαννίνων| και τον χειμών’ εδιάβαζεν στην Άρταν διά την ζέσταν Χρον. Τόκκων 3315. 6) Νιώθω, αισθάνομαι, δοκιμάζω: δεν ημπορώ να σας ξηγηθώ την πικρίαν τήν εδιάβασεν Μαχ. 747· η ρήγαινα εδιάβασεν μέγαν φόβον Βουστρ. 539-40· πάσα καλήν χαροκοπίαν ήθελα να διαβάζω Σαχλ., Αφήγ. 98. 7) Υφίσταμαι, υποβάλλομαι (σε κ.): αν θελήσει να διαβάσει καμμίαν κρίσιν Ασσίζ. 20623. 8) Υποφέρω: όσα διαβάζει δεν νιώθει ο θλιμμένος Κυπρ. ερωτ. 208· κι αργά ’ναι πάσα βούθεια στά διαβάζω Κυπρ. ερωτ. 9134. 9) Δίνω, προσφέρω: εδιάβησαν πολλοί και πολλά χαρίσματα του εδιαβάσανε Χρον. σουλτ. 9735. 10) α) Δίνω διέξοδο (σε κ.): «… εκεί να φας, εκεί να πιεις (έκδ. πεις), εκεί τον θυμόν σου να διαβάσεις» Ιατροσ. 1817· β) (προκ. για δίψα) σβήνω: να πιει εκ το νερόν, την δίψαν να διαβάσει Χούμνου, Κοσμογ. 1235. 11) Αποβάλλω (ως περίττωμα): Παρακαλεί σας ο σπανός να τον αφήσετε τον ’ξυντόκωλον, κακά πολλά εδιέβασεν πρασινοκόκκινα κίτρινα, μη πονέσει και δάκη σας και εξέβην ο κώλος του Ακ. Σπαν. (Eideneier) Α 335. 12) (Προκ. για κόπο) καταβάλλω: πολλοί άνθρωποι εθέλαν διαβάσειν μέγαν κόπον να το σύρουν Μαχ. 3226. 13) (Προκ. για αγγαρεία) κάνω, εκτελώ: δεν υποτάσσουνταν ουδέ του καστελλάνου, ουδέ του αφέντη τους, ουδέ αγγάριον εδιαβάζαν, ουδέ τα τέλη τους επλερώνναν Μαχ. 4302. 14) Κάνω κάπ. να χάνει τον καιρό του με λόγια, απασχολώ: Με λόγια μας εδιάβαζεν, την ρόγαν μας απήρεν Χρον. Μορ. H 5281. 15) Δεν κάνω κ. μέσα στις νόμιμες προθεσμίες: εδιάβασεν καιρόν νόμου Ασσίζ. 25913. 16) (Φρ.) τα διαβάζω = ελέγχω (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 7): Ας δω είντα θέλει ο φαφλατάς, μην πα μου τα διαβάσει Στάθ. Ά́ 170. 17) Διαπερνώ: εσκοτώσαν τους και τους ομπρός εδιαβάσαν τους εις το σπαθίν Μαχ. 66412· ετρύπησεν τους αστραγάλους του και διέβασε σχοινίν Τρωικά 53016. Β´ Μέσ. 1) (Προκ. για χρόνο) περνώ: εις καιρόν διαβασμένον πολύν καλόν εποίκεν Απολλών. 461· Ω καιροί περασμένοι …| που ’στε τώρα διαβασμένοι Φαλλίδ. 70. Οι μτχ. διαβαζόμενες (ενν. μέρες) = οι περασμένες μέρες: Μια εκ τες διαβαζόμενες επήγεν να γυρέψει Χούμνου, Κοσμογ. 251· τα διαβασμένα = τα περασμένα: Εγώ δεν λέγω, δεν λαλώ ’ς τούτα τα διαβασμένα Ch. pop. 489. 2) Φεύγω, πηγαίνω: δεν τους έσωσαν, γιατ’ ήσαν διαβασμένοι Κορων., Μπούας 130· στο Νίκλι γαρ του είπασιν ότι ένι διαβασμένος Χρον. Μορ. H 2298· τον Άδην τον αχόρταγο να ’μεστεν διαβασμένοι Διήγ. ωραιότ. 854.
διάβημα- το, Γλυκά, Στ. 76, Παντεχνή, Κυνηγ. 49, Έκφρ. ξυλοκ. 179, Ακ. Σπαν. (Eideneier) Α 373, Χειλά, Χρον. 347, Ψευδο-Σφρ. 50837, Βίος γέρ. V 899.
Το μτγν. ουσ. διάβημα. Η λ. και σήμ. ως λόγ. (Δημητράκ.).
1) Βήμα (Η σημασ. μτγν., L‑S): κατεύθυνε τα διαβήματα ημών εις οδόν ευθείαν Χειλά, Χρον. 347. 2) Ενέργεια (Βλ. Lampe, Lex. Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 3): ω γλώσσης ψευδηγόρου, (παραλ. 4 στ.) ήτις εις γην κατέαξε τα διαβήματά μου Γλυκά, Στ. 76.
διάβολος- ο, Γλυκά, Στ. 38, 259, Στ. Αδάμ 1, Πρόδρ. 31, Προδρ. I 177, III 35 (χφ V) (κριτ. υπ.), Ακ. Σπαν. (Eideneier) Α 19, Χρον. Μορ. H 710, Πουλολ. 587, Ιατροσόφ. XIX 54, Πτωχολ. P 354, Πτωχολ. N 348, Φλώρ. 453, 1366, Χρον. Τόκκων 1531, 2244, Φυσιολ. 3407, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 794, Μαχ. 24819, 52836, Δούκ. 38319, Σφρ., Χρον. μ. 9026, Χούμνου, Κοσμογ. 63, Διήγ. Αλ. V 28, Σαχλ. Β′ (Wagn.) P 323, Έκθ. χρον. 3016, Σκλάβ. 260, Συναξ. γυν. 24, 334, 475, 1081, Πένθ. θαν.2 587, Δεφ., Λόγ. 90, 236, Εις Θεοτ. 49, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 66, Αιτωλ., Βοηβ. 382, Ιστ. πατρ. 11912, Στ. Βοεβ. 46, Παλαμήδ., Βοηβ. 1196, Ιστ. Βλαχ. 1800, 2752, Σουμμ., Ρεμπελ. 170, 185, 192, Συναδ., Χρον. 29, 36, 45, Ζήν. Ά́ 86, Β́ 99, Διακρούσ. 11010, Τζάνε, Κρ. πόλ. 41327· διάολος, Ch. pop. 799 (κριτ. υπ.), Φορτουν. (Vinc.) Έ́ 222.
Το αρχ. ουσ. διάβολος. Η λ. και ο τ. και σήμ. (Δημητράκ.).
1) α) Σατανάς (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. II και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 5): οι Θεοί και οι διάβολοι τον βοηθούν Διήγ. Αλ. V 28· (μεταφ.) (Βλ. Δημητράκ. στη λ. 6 ): ο Μωάμεθ, ο διάβολος εκείνος τους διδάσκει Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 794· β) φρ. δίνω την ψυχή μου τον διάβολον = γίνομαι όργανο του σατανά: Εκείνος υπάγει να δώσει την ψυχήν του τον διάβολον Σφρ., Χρον. μ. 9026· γ) φρ. τον πήρε ο διάβολος = οδηγήθηκε στην καταστροφή (Για τη φρ. βλ. Κουκ., ΕΕΦΣΠΑ, περ. β́ 6, 1955/56, 255 και Δημητράκ. στη λ. 5): τας κακορίζικας τας παίρνουν οι διαβόλοι Συναξ. γυν. 475· δ) φρ. βάνω τον διάβολον σε κάπ. = έχω εχθρικές διαθέσεις για κάπ.: απέξω τού ’δειχνεν φιλιά και μέσα τού ’χεν βάλει τον διάβολον Παλαμήδ., Βοηβ. 1196· ε) (προκ. να δηλωθεί κατάρα): άγομε εις τον διάβολον πάλιν, παντέρημε Ακ. Σπαν. (Eideneier) Α 19· στ) έκφρ. στου διαβόλου τη μάννα (προκ. να δηλωθεί μακρινή απόσταση) (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 5): στους ουρανούς κι αν κρυβηθείς, στου διαόλου τη μάννα αν έμπεις Ch. pop. 799 (κριτ. υπ.)· ζ) εκφρ. παρά διαβόλου = κατά κακή σύμπτωση: επάρει το ραβδίν μου| και δώσει και ποιήσει με στραβόν παρά διαβόλου Προδρ. Ι 177· η) έκφρ. μεθοδιές διαβόλου = πανουργήματα, διαβολικοί τρόποι: μεθοδιές διαβόλου είναι Πτωχολ. N 348. 2) (Ως προσφών. που δηλώνει δυσάρεστη έκπληξη ή επίπληξη) (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 5): ο γενεράλες με βοή των είπε: «διάβολοι,| τι γδέχεστε για να γένει σήμερα στα κορμιά σας;» Τζάνε, Κρ. πόλ. 41327· Ω διάολ’, έπαρέ σε| πάλι όντα μου ’πόσωσές με τα λατινικά σου Φορτουν. (Vinc.) Έ́ 222.
διακόνημα- το, Γρηγορίου, Βίος οσ. Ρωμύλ. 513· δικόνημαν, Ακ. Σπαν. (Eideneier) A 327· διηκόνημα, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.) Παράρτ. 3721.
Το αρχ. ουσ. διακόνημα.
Υπηρεσία που εκτελείται από μοναχό (Για τη σημασ. βλ. Δημητράκ. στη λ. 2 και Παπαδ. Α., ΛΑ 6, 1923, 126· βλ. και Eideneier [Σπανός σ. 291]): εν πάσι τοις διακονήμασι δεξιός ην υπηρέτης Γρηγορίου, Βίος οσ. Ρωμύλ. 513.
διατί,- σύνδ., Ασσίζ. 5130, 998, 15630, 18627, 36726, Διγ. A 2625, Διγ. (Trapp) Esc. 1784, Χρον. Μορ. H 3006, Χρον. Μορ. P 2992, Απολλών. 716, Λίβ. Sc. 593, 901, Λίβ. N 1195, 2406, Χρον. Τόκκων 3513, Βεν. 12, Μαχ. 28632, 43812, 55018, 61624, Θησ. (Foll.) I 87, Νεκρ. βασιλ. 3, Αγν., Ποιήμ. Δ́ 49, Σαχλ., Αφήγ. 29, 239, Κορων., Μπούας 31, 57, 76, 124, Πένθ. θαν.2 561, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 33, 44, 68,126, 285, Αιτωλ., Βοηβ. 316, Επιστ. Αδελφ. 52, Διαθ. ηγουμ. Μακαρίας 164, Σταυριν. 175, 464, Επιστ. Ηγουμ. 175, Σεβήρ., Διαθ. 190 δις, 192, Σουμμ., Ρεμπελ. 174, Βελλερ., Επιστ. 54, 62, 77, Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 328, Διήγ. πανωφ. 55, 57, Λίμπον. Αφ. 54, 70· 143, 258, 345, Τζάνε, Κρ. πόλ. 23227· για, Ch. pop. 301, Κατζ. Γ́ 427, Ερωτόκρ. Ά́ 430· γιατί, Μαχ. 665, 37019, Κυπρ. ερωτ. 9817, 10137, Κορων., Μπούας 83, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 33, Πεντ. Γέν.XII 18, Έξ. XXXII11, Αρ. IX 7, Αχέλ. 602, Ερωφ. Αφ. 61, Τσιρίγ., Επιστ. 168 δις, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 21, 51, 62, 96, Διγ. O 777, 1582, Τζάνε, Κρ. πόλ. 23227, Αλφ. (Mor.) III 47v (έκδ. γιτί· διορθώσ. γιατί), III12 (έκδ. γιτ’· διορθώσ. γιατ’)· διατίς, Χρον. σουλτ. 3924, Πηγά, Χρυσοπ. 51· ογιατί, Κορων., Μπούας 9329, Πανώρ. Ά́ 89, Γ́ 295, Δ́ 278, Ερωφ. Γ́ 97, Κατζ. Δ́ 281, Τσιρίγ., Επιστ. 168 δις, 170, Μανολ., Επιστ. 173, Στάθ. Β́ 172, Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 718, Έ́ 131· οδιατί, Συναξ. γυν. 9, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 396, 399· οδιατίν Ακ. Σπαν. (Eideneier) Ά́ 345· τι, Διδ. Σολ. Ρ 9, Πένθ. θαν.2 28, 465, 519, 630, Σταυριν. 397, Έγγρ. Σύρου Ά́ 31.
Από τη συνεκφ. της πρόθ. διά και της αντων. τι. Η χρ. αρχ. (Βλ. L‑S, λ. τις B8h). Για τον αιτ. όμως τ. βλ. Φιλ., Γλωσσογν. 2, 87 και Ανδρ., Λεξ., λ. γιατί II. Για τον τ. για βλ. Δημητράκ., λ. για 11. Ο τ. γιατί και σήμ. (Δημητράκ., λ. γιατί).
Α´ Ερωτημ. α) (σε ευθεία ερώτηση) γιατί, για ποιο λόγο (Η χρ. αρχ. Βλ. L‑S, λ. τις B8h. Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. για 1): Πώς εφαντάσθης, και διατί ήτον τό εφαντάσθης; Λίβ. N 1195· β) ο τ. γιά με το αρν. δεν = γιατί δεν: για δε λαβαίνεις θάνατο, τι στέκεις κι ανιμένεις; Ερωτόκρ. Ά́ 430· γ) (σε πλάγια ερώτηση) γιατί, για ποιο λόγο (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. για 1): να στρέψεις τοιούτον πράγμαν ως γιον σου εδάνεισεν και να σου δείξω διατί Ασσίζ. 5130· διατ’ είμεστα να γνώθωμε και το γιατί να ’ρθούμε Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 33. Β´ (Αιτ.) επειδή (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. για 3): ετρέχασι τ’ αμμάτια μου, διατί ’μουν κουρασμένος Νεκρ. βασιλ. 3· γιατί το μάκρος του καιρού τα πάντα παλαιώνει Πένθ. θαν.2 561· πε μου είντα θέλεις, ογιατί γροικώ τη την καρδιά σου Στάθ. Β́ 172· ο άδης κάτω κράζει με, πηγαίνω, τι φοβούμαι Αιτωλ., Βοηβ. 316. (Με το σύνδ. ως): ως γιατί γροικά η κερά μου,| τό ’χω χρειάν εις την πρικιά μου Αγν., Ποιήμ. Δ́ 49· ως διατί ουδέν έχεις τινάν εις ετούτον τον κόσμον Διγ. (Trapp) Esc. 1784.
δικέλλι(ον)- το, Act. Xér. 9Β21, Διαθ. Θεοδ. Σαρ. 23· δικέλλιν, Ακ. Σπαν. (Eideneier) D 1661.
Υποκορ. του αρχ. ουσ. δίκελλα (Ανδρ., Λεξ.). Βλ. και Diethart, Stud. byz. Lexik. 56 και Steiner, Stud. byz. Lexik. 162. Η λ. στο Somav. (λ. δικέλι) και σήμ. (Δημητράκ.).
Αξίνα, σκαλιστήρι (Η σημασ. στο Somav., λ. δικέλι και σήμ., Δημητράκ.): Είτα διατίθημι τσαπία β΄, δικέλλια β΄, ηνία β΄ μετά κουσπίων Act. Xér. 9Β21.
δικράνιν- το, Ακ. Σπαν. (Eideneier) Α 227, Β 56.
Από το μτγν. ουσ. δίκρανον και την κατάλ. ‑ιν. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
Γεωργικό εργαλείο με διχαλωτή άκρη (Πβ. L‑S, λ. δίκρανος II. Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. Βλ. και Θαβώρ., Ουσιαστ. 64): το δικράνιν το διχαλόν Ακ. Σπαν. (Eideneier) Α 227.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- επίθ., Ακ. Σπαν. (Eideneier) A 423, B 127, D 1669, Χειλά, Χρον. 356, Πεντ. Γέν. XXX 35, Αρ. VII 17, 23, 29, 35, 41, 47, 88, Δευτ. XXXII 14.