Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]

  Κείμ.αναζήτησης : % | Βιβλ.αναφορά : Ακρ. τραγ.

  • πηδώ,
    Ασσίζ. 2059, 45714, 4759, Διγ. Z 1467, 1551, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 456, 566, 674, Σπανός (Eideneier) A 171, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 908, Χρον. Μορ. H 1107, Χρον. Μορ. P 1060, 1107, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 125, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 280, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 402, Σαχλ., Αφήγ. 669, Λίβ. P 1444, Λίβ. Sc. 401, 3081, Λίβ. Esc. 1517, 1685, Λίβ. N 1364, Αχιλλ. L 52, 120, Αχιλλ. (Smith) N 1151, 1171, Αχιλλ. (Smith) O 79, 182, 670, Ιμπ. 395, Χρον. Τόκκων 2385, Δούκ. 572, Κάτης (Χόλτον) 12, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 121, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 270, Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 477, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 88, Συναξ. γυν. 233, 588, Πικατ. 251, Κορων., Μπούας 40, 120, Βεντράμ., Φιλ. 97, Διήγ. Αλ. E (Konst.) 586, Ρίμ. θαν. 131, Αχέλ. 1094, 2088, 2471, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1012, Ακρ. τραγ. 4, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 122, Διγ. Άνδρ. 3303, 33417, 37533, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 236, Δ́ 1692, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 14v, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 123, Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 85, Διγ. O 2595, 2726, Διακρούσ. 10625, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 14511, 22510, 2713, 53913, κ.π.α.· απηδάγω, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 159v· απηδώ, Ασσίζ. 213, 2122, 26815, 18, 4575, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 759, Λίβ. Sc. 967, Χρον. Τόκκων 618, 1067, Θησ. (Foll.) I 57, Διήγ. Αλ. V 34 δις, Κορων., Μπούας 137, Διήγ. Αλ. E (Konst.) 595, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 245v, Τριβ., Ταγιαπ. 123, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Ζ́ [148], Πεντ. Λευιτ. XI 21, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 410, 615, Αιτωλ., Ρίμ. Μ. Καντ. 14, Χρον. σουλτ. 6826, 11017, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 10713, Νούκ., Μύθ. (Παράσογλου) 2, Προσκυν. Ιβ. 845 1369, 1370, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [276], Δ́ [944], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 401, Ροδινός (Βαλ.) 217, 233, Μπερτολδίνος 150, κ.π.α.· αππηδώ, Μαχ. 11031, 17230, 19032, 43410‑11, 44031, 45417, 4944, 5508, 5565‑6, 60031, 63626, 6527, 65634, 66217, Βουστρ. (Κεχ.) 3046· ππηδώ, Μαχ. 46619· γ́ εν. πρόσ. παρατ. απήδουνε, Μπερτολδίνος 160.
    Το αρχ. πηδάω. Οι τ. απηδώ, αππηδώ και ππηδώ και σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Σακ., Κυπρ. Β́ 460, λ. απηδώ, 467, λ. αππηδώ, 761, λ. ππη(δ)ώ, Λουκά, Γλωσσάρ., λ. αππηδώ, Παπαγγέλου, Κυπρ. ιδίωμ., λ. αππη(δ)ώ). Τ. αππηώ (Σακ., Κυπρ. Β́ 468, Χατζ., Λεξ., Φαρμακ., Γλωσσάρ. 7, Παπαγγέλου, Κυπρ. ιδίωμ.) και ππηώ (Σακ., Κυπρ. Β́ 761,  Παπαγγέλου, Κυπρ. ιδίωμ.) σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα. Η λ. και σήμ.
    I. Ενεργ. Ά Αμτβ. 1) α) Υψώνομαι πάνω από το έδαφος τινάζοντας το σώμα μου προς τα πάνω, πραγματοποιώ επιτόπιο άλμα: Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 455, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1391· β) μετακινούμαι, διασχίζω με άλμα μια απόσταση στο χώρο: Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 611, Διγ. Άνδρ. 37114· β1) εδώ κι εκεί (χωρίς συγκεκριμένο προορισμό): τα άλογα των Κουζιλμπάσηδων εξαγρέψανε από τις λουμπάρδες και τα πολλά τουφέκια και απηδούσανε εδώθεν κείθεν Χρον. σουλτ. προσθ. 602· Έπεσε κάτω εις την γην πουλάκι νυκτερίδα| ’ς τόπον που ’πέτα το πτωχόν, κι εδώ κι εκεί επήδα Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1082· β2) (για κίνηση από έξω προς τα μέσα και αντίστροφα) εισέρχομαι ή εξέρχομαι από ένα χώρο με ορμή: ανέβηκα την σκάλαν μου τῃ τούτων οδηγίᾳ (ενν. των παίδων)| και ευθύς πηδήσας και εισελθών και προτραπείς καθίσαι,| το πότε να με κράξωσι να φάγω προσεδόκουν Προδρ. (Eideneier) I 262· Και, νυκτός μέσης ελθούσης,| ηύραν τον καιρόν αρμόζων,| κι εκ τον δούρειον τον ίππον| επηδήσασιν αυτίκα Ερμον. Χ 206· Απήδησε τούτο το θηρίον από το κλουβί του με πολλήν ορμήν Ροδινός (Βαλ.) 233· Η γαρίδα απηδά συχνά όξω από το τηγάνιον δια να ελευθερωθεί, και ευρίσκεται εις τα κάρβουνα Μπερτόλδος 22· θέλω να υπάγω να μαζώξω ένα από τ’ εκείνον το ψάριον, το οποίον απήδησεν όξω από το βιβαρόπουλον Μπερτολδίνος 144· (σε προσωποπ.): Είδα απέσω από γραφήν ...| το να πηδήσει θάνατος σωματεμψυχωμένος| και να νεκρώσει αυθεντικά την όλην μου καρδίαν Λίβ. Sc. 683· γ) μεταφ. γ1) (προκ. για τις σπίθες της φωτιάς): Όταν άπτει πυρ εις πλήθος (παραλ. 3 στ.), αν πηδήσει φως εκ ταύτης,| οίον εύρει πλέον των άλλων| πλησιέστερον των πάντων| εκεινού τα γένια ανάπτει Πτωχολ. α 93· γ2) (προκ. για το μούστο που βράζει κατά τη διαδικασία της αλκοολικής ζύμωσης): ο μούστος ολοζώντανος πηδά και κοντοβήχει,| το δε ελάδι το πτωχό κείτεται αποθαμένο Κρασοπ. (Eideneier) V 70. 2) Ανεβαίνω κάπου ή κατεβαίνω με άλμα· α) (προκ. για άλογο) καβαλικεύω ή ξεκαβαλικεύω με ορμή: Και εγλήγορα επήδησεν από το άλογόν του| και σύρνει το σπαθίτσιν του και σύντομα εκατέβην Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1244· (συχνά πλεοναστικά σε σχ. ασύνδετο με το καβαλλικεύω): Και παρευθύς εκείνος γε πηδά, καβαλλικεύει Διγ. Z 1141· Ο βασιλεύς ως ήκουσε την άφιξιν εκείνων,| ότι και πως εστράφηκαν Έλληνες κατ’ εκείνου (παραλ. 1 στ.), αν εθυμώθηκε πολλά, τινάς μηδέν ηρώτα.| Ευθύς βαρούν τα βούκινα, πηδούν, καβαλλικεύουν| και παραχρήμα εξήλθασι της πόλεως Τρωάδος Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 908· Όρισεν γαρ ο βασιλέας τον πρωτοστράτοράν του| και τα σαλπίγγια ελάλησαν, πηδούν, καβαλλικεύουν Χρον. Μορ. H 1107· β) πέφτω, ρίχνομαι κάτω (από ψηλά): κι απείτις εσκοτώνουντα, ’πίκουπα εγυρίσα| να φεύγου και να τρέχουσι και κάτω να πηδούσι| απού τα τείχη τα ψηλά Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2875· γ) (προκ. για πλοίο) αποβιβάζομαι: Σιμώνουν εις τον αιγιαλόν, κρούγουν τα πλοία έξω,| και ο λαός επήδησεν εκ τα κάτεργα έξω Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 270. 3) α) Σηκώνομαι απότομα από τη θέση μου, πετιέμαι πάνω: Ο γέρων ως εγροίκησε τα έκλαμπρα μανδάτα,| από του θρόνου του πηδά, τους άρχοντας συνάγει Βέλθ. 1317· Γνωρίζει ταύτα ο Φλώριος, εγέρνεται συντόμως| τον λόγον ενθυμούμενος κόρης της Πλάτζια-Φλώρης| «όταν ιδείς δε θολωθέν το ζάφειρον, αυτίκα| γνώριζε ότι θλίβομαι και ότι κακά παθάνω».| Γοργά συχνά επήδησεν απέκει όπου εκοιμάτον Φλώρ. 503· Και ωσάν ήκουσα εγώ της φωνής σου επήδησα από της κλίνης μου και παρευθύς έφθασα το θηρίον και εσκότωσά το Διγ. Άνδρ. 40735·   β1) χοροπηδώ από χαρά ή πόνο: Ένα παιδί που σπούδαζεν έκλεψε πινακίδα| και με χαράν στο σπίτι του επήγαινε κι επήδα Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 472· Εις τόπον ήτον γάδαρος στην ράχην πληγωμένος, (παραλ. 1 στ.) κόρακας εδιάβηκεν απάνω του κι εστάθη,| ετσίμπα τον εις την πληγήν, ...| επήδα και εχόρευε ’κ τον πόνον ο καημένος Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1145· κι ερίχτασινε (ενν. οι Τούρκοι) τ’ άρματα ...| ... κι επροδίδανε μ’ είντα χαρά μεγάλη (παραλ. 1 στ.)· κι άλλοι εβαφτίζοντα γιαμιά ... (παραλ. 2 στ.) ... κι ο Χοσαῒν επήδα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 32114· β2) αναπηδώ από φόβο: εξέστην (ενν. ο Φίλιππος) από τον φόβον του και επήδησεν επί το σελίν του Διήγ. Αλ. F (Lolos) 10614· Είδες ποτέ σου βατραχούς εις των λιμνών τα χείλη, (παραλ. 1 στ.) όταν διαβάτες απερνούν κι αυτοί γροικήσουν μόνον| τον κτύπον πώς όλοι πηδούν φοβούμενοι τον φόνον Παλαμήδ., Βοηβ. 800. 4) (Μεταφ.) α) (προκ. για δάκρυα, αίμα) αναβλύζω, πετάγομαι ορμητικά: Και ταύτα η κόρη ως ήκουσεν, βαρέα αναστενάζει| και επήδησαν τα δάκρυα της και εχάθηκεν ο νους της Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 312· Ήκουσεν πάλι ο Λίβιστρος, εθλίβην εκ του λόγου,| στενάζει από καρδίας του, τα δάκρυα του πηδούσιν Λίβ. Esc. 4242· Το φουσσάτον της Μακεδονίας έκοπταν και έσφαζαν τους Αθηναίους και τα αίματα απηδούσαν αποπάνω τους Διήγ. Αλ. E (Lolos) 1757· β) εμφανίζομαι, ξεπετιέμαι: ο άγιος κτυπώντας την γην επήδησεν έξω ένα Ευαγγέλιον Ροδινός (Βαλ.) 213· 5) Κινούμαι (με ορμή) εναντίον, επιτίθεμαι: Ο δε ιέραξ ακούων το πρόσεχε προσέχει τον νουν τῃ των περδίκων πτήσει, και ητοιμάσθη πηδήσαι Ιερακοσ. 51219‑20· Εκείνος δε (ενν. ο δράκων) επήδησεν άτακτα και εβίαζε την κόρην Διγ. Άνδρ. 37529· φρ. πηδώ από περιστηθίου, βλ. ά. από 17 φρ.· (συχνά σε παρομοίωση): εγύριζεν (ενν. ο Αχιλλεύς) ως αετός και πήδαν ωσάν πάρδος Αχιλλ. L 996· επήδησα ωσάν αετός, οπού πέτεται εις τας πέρδικας Διγ. Άνδρ. 3785· (μεταφ., προκ. για έντομα· βλ. και πήδημα 2α): παρευθύς θέλουν έβγει τόσα κουνούπια, ότι θέλουν απηδάγει εις τους άνδρες και εις τες γυναίκες και εις τα ζώα να μην τους αφήνουν να αναπεύονται Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 159v. 6) (Προκ. για πολεμικές επιχειρήσεις) α) κάνω επίθεση, εφορμώ: Ο πόλεμος ο φοβερός ...| εκράτει από το ταχύ έως το μεσημέρι.| Ολημερίς εκρούγασιν, αργά πηδούσαν πάλι| με τόσον πλήθος π’ είχασι η μια μεριά κι άλλη Διακρούσ. 7917· κι έστεκε να πηδήσουνε, τη χώρα να νικήσου,| μηδέ γυναίκα γή παιδί κι άντρα να μην αφήσου Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 54313· (σε παρομοίωση): την ώραν ου θεωρούσιν| πότε να δώσουν τα όργανα και πότε να κτυπήσουν| και ως λέοντες προς τους εχθρούς οι πάντες να πηδήσουν Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 310· β) (προκ. για τείχη) κάνω έφοδο: Τοιαύτα λόγια ακούσαντες όλοι από τον βασιλέαν, εγίνηκαν προθυμότεροι, παρά άλλην φοράν· όθεν έστεκαν να ιδούσι σημάδι, και τότε να πηδήσουσιν απάνω εις τα τειχία Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 413· γ) (προκ. για πλοίο) εφορμώ και κυριεύω, κυριεύω με ρεσάλτο: εππηδήσαν εις το κάτεργον και εκόψαν πολλούς Κυπριώτες Μαχ. 12615· (με τελική πρόταση): Οι Γενουβήσοι εμάθαν το και αρματώσαν δύο κάτεργα ... και εβγήκαν γυρεύγοντά τους, και ήρταν ομπρός να πηδήσου να τους πάρουν Μαχ. 55414· δ) περνώ ορμητικά και με εχθρική διάθεση στην απέναντι ακτή· (εδώ προκ. για τα Στενά των Δαρδανελλίων): Συχνάκις ουν οι Τούρκοι πηδώντες επόρθουν Χερρόνησον Δούκ. 677· ε) επεκτείνομαι γρήγορα και ορμητικά σε ξένα εδάφη: παρακαλώ ... (παραλ. 1 στ.) μόνον να ομονοιάσουσιν, αν θέλουσιν και μόνον,| τον Τούρκον ξεριζώνουν τον σύρριζον εκ την Δύσιν, (παραλ. 4 στ.)· ότι βλέπω και πήδησε και ’κάτσε κι εις την Δύσιν,| ως πάρδος λεοντόπαρδος, ως λέων πεινασμένος Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 444· (με εμπρόθ. προσδιορ. που δηλώνει το σημείο εκκίνησης): Εκ του Ηρακλείου τον καιρόν εγέρθην ο Μωάμεθ·| και απ’ εξαύτου την αρχήν εφάνη τέτοιον έθνος,| και πάτησεν εις Ρωμανιάν ...| την άτυχον κι ελεεινήν την Κωνσταντίνου πόλιν· (παραλ. 1 στ.) ’ξ Ανατολών επήδησεν και ’κάτσεν κι εις την Δύσιν Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 484· και του Δαν είπεν (ενν. ο Μοσε)· ο Δαν κουτάβι λιοντάρι, να απηδήσει από το Βασάν Πεντ. Δευτ. XXXIII 22. στ) (προκ. για ξαφνική, αιφνιδιαστική κίνηση για ανατροπή της ισχύουσας πολιτικής κατάστασης, πραξικόπημα· βλ. και πήδημα 2β): τότε αππήδησαν οι Βενετίκοι και επιάσαν το ρέτινον του αλόγου του το δεξιόν Μαχ. 30833. 7) Xορεύω με τη συνοδεία μουσικής ή τραγουδιού: ας ψάλλουν άλλοι σ’ όργανα, με τύμπανα ας πηδούσι| και με κιθάρες όμορφα παντόθε ας τραγουδούσι Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 71· Τα ρόδα, τα τραντάφυλλα κι οι μυρισμένοι κρίνοι,| κι οι δούλοι οι εμπιστικοί τάχατες που ’ν’ εκείνοι,| να πιάσουν όμορφο χορό, με τέχνες να πηδούνε,| κι άλλοι να ρίχτουν τουφεκιές κι άλλοι να τραγουδούνε; Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 57015. 8) (Μεταφ., προκ. για δυσάρεστο γεγονός, συμφορά, κακό) πηγάζω, γεννιέμαι: πολλά κακά ήθελεν απηδήσουν μετά ταύτα Ασσίζ. 19512. 9) (Με υποκ. τη λ. μέλη) τινάζομαι, τρέμω: αν είδες (ενν. βεργόλικη) και τα μέλη μου το πώς πηδούν και φεύγουν,| την ώραν να λυπήθηκες, να μ’ έγραψες πιττάκιν Ερωτοπ. 584. 10) (Με το επίρρ. χάμαι) πατώ στο έδαφος: από την βίαν ο μαύρος του ουδέν επήδα χάμαι Πικατ. 249. 11) (Μεταφ., με εμπρόθ. προσδ.) τολμώ: αν είχε να ’καμε με σας, εις τούτο δεν επήδα,| ότι να τον χαλάσετε δύνασθ’ εν ευκολίᾳ Κορων., Μπούας 24. 12) (Προκ. για βλήμα πυροβόλου όπλου) πέφτω με ορμή: Τέσσερις ώρες μοναχάς λουμπάρδες εκτυπούσα (παραλ. 2 στ.), κι οι μπάλες εκεί επέφτασιν ωσά χοντρό χαλάζι.| Κι όλοι εκολούσαν του φορτιού, να σπάσουν τα κανόνια,| κι οι μπάλες επηδούσανε, κι επέφταν τα παβιόνια Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 19014· εμπαίνασι (ενν. γυναίκες) καθημερνό να κουβαλούσι χώμα,| πέτρες και τράβες στα τειχιά ογιά να χτίσου δώμα,| να ’ν’ αποκάτω ο λαός, η μπάλα οπ’ επήδα,| οπού χιλιάδες ήρχονταν καθ’ ώρα και τους δίδα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2713. Β́ Μτβ. 1) Περνώ με άλμα πάνω από κ., πηδώ πάνω από κάπου: Διγ. Z 1988· (με σύστ. αντικ.· βλ. και πήδημα 1α): Είς άνθρωπος εξενιτεύθη και πάλιν εγύρισεν εις την πατρίδα του. Και έλεγεν ότι εις πολλούς τόπους έκαμεν αδραγαθίες μεγάλες, ομοίως και εις την Ρόδον απήδησεν ένα απήδημα μέγα, το οποίον τινάς δεν ημπόρεσε να το απηδήσει Νούκ., Μύθ. (Παράσογλου) 14 δις. 2) α) Ορμώ εναντίον κάπ., επιτίθεμαι σε κάπ.: Και τότε πάλε το παιδίν ανανογάται λέγει:| «Αν τους πηδήσω αρμάτωτους, πάντα καυχάσθαι θέλουν,| ότι τους ηύρα αρμάτωτους και επήρα τους την πρόβαν» Αρμούρ. (Αλεξ. Στ.) 69· Κι ως έλθει νά ’μπει στην σπηλιάν, θέλω να τον πηδήσω,| οχ το πλευρόν, και παρευθύς ξάφνου να του καρφώσω,| ετούτο τ’ άρμα που βαστώ, και να τον θανατώσω Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [1282]· (με αντικ. σε γεν.): Περί εκείνου του ανθρώπου οπού απηδά άλλου να τον δέρει ή να τον σκοτώσει Ασσίζ. 20430· Και τῃ ις́ Μαΐου ηύραν τους Φράγκους απού αππήδησαν του Τζουανή εις την στράταν Βουστρ. (Κεχ.) 3046· (με γεν. και είδος σύστ. αντικ.): Περί των απηδημάτων απού απηδά είς άνθρωπος ετέρου Ασσίζ. 212· (με είδος σύστ. αντικ.): Περί των απηδημάτων οπού απηδᾴ είς άνθρωπος επάνω εις άλλον άνθρωπον και δέρνει τον και ανασπᾴ τα γένεια του και λαβώνει τον Ασσίζ. 20326· (μεταφ., προκ. για την επίθεση του διαβόλου εναντίον του ανθρώπου): Και ημείς νοητοί νοήσωμεν ότι ηνίκα ο πατήρ ημών Αδάμ γυμνός ην, ουκ ίσχυσεν (ενν. ο όφις) αυτόν πηδήσαι. Εάν ουν και συ έχῃς το ένδυμα του παλαιού ανθρώπου, τουτέστιν τα σύσκηνα της ηδονής, ως πεπαλαιωμένος ημερών επέρχεταί σοι Φυσιολ. (Zur.) XIV 3a5· β) (προκ. για πολιορκία τειχών) επιτίθεμαι, κάνω έφοδο: Έπειτα οι Τρώες εμοιράσθησαν ... κι απηδούσι τα τείχη των Ελλήνων Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΙΓ́ Υπόθ.· 3) α) (Προκ. για άνδρα) συνουσιάζομαι, έρχομαι σε σαρκική επαφή με γυναίκα: Και κείνος οπ’ ορέγεται πολλά να την πηδήσει (ενν. την πολιτική)| ανάκειται ο κακότυχος να την καλοκαρδίσει·| δίδει της ρούχα να φορεί, δηνάρια να ξοδιάζει Σαχλ. N 310· β) (παθητ., προκ. για γυναίκα): με τους καύχους αποκλείται| εις το σπίτι και κουνιέται·| δείχνει τάχα ότι μαδιέται,| αλλ’ αυτή πολλά πηδιέται Συναξ. γυν. 1174· γ) (προκ. για αρσενικό ζώο) βατεύω: Εγώ έστειλα και ήφεράν μου από την Ρούμελην άλογα και έβαλα και επήδησαν εδώ φοράδια· μόνον να ακούσουν τα άλογα της Βαβυλωνίας οπού χλιμιτρούν εγγαστρώνονται αυτά τα φοράδια Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά 454· (απαξιωτικά, προκ. για γυναίκα ελευθερίων ηθών): εντροπήν ουδέν ψηφούν (ενν. οι γυναίκες)| να ποπεύονται κρυφά,| και όταν έλθει να την εφτάσει,| θέλει διά να την πιάσει,| έναι νόμος διά να χάσει| το προίκιόν της, αν πλαντάξει·| τότες απομένει γδούρια,| και πηδούν τη τα γαδούρια Συναξ. γυν. 800· 4) (Μεταφ., προκ. για γραπτή αφήγηση γεγονότων) παραλείπω, προσπερνώ κ.: Αλλά τι το ποιήσαν με πηδήσαι πέντε μηνών διάστημα; Δούκ. 31931. 5) (Τριτοπρόσ.) κατά τη διάρκεια μιας ενέργειάς μου με βρίσκει ξαφνικά ένα φυσικό φαινόμενο (βροχή, φουρτούνα, κλπ.) (Για τη σημασ. βλ. Μανούσ., ΕΕΦΣΠΘ 8, 1963, 309): ωσάν μου τ’ όρμησεν ο νους, έπιασα μονοπάτι·| κι εκεί βροχή μ’ επήδησεν και ολημερίς μ’ εκράτει Νεκρ. βασιλ. 10· πηγαίνοντας η αρμάδα, την απήδησε μεγάλη φουρτούνα εις την Μαύρη Θάλασσα και επνίγησαν πολλά πλεούμενα Χρον. σουλτ. 6724. Φρ. 1) Aπηδά κ. εις το κεφάλι(ον) κάπ. = περνά κ. από το μυαλό κάπ., σκέφτομαι ξαφνικά κ.· (εδώ προκ. για ανοησία, τρέλα): Αλλά τι λωλάδα είναι ετούτη οπού του απήδησεν εις το κεφάλιον; Μπερτόλδος 17· Τι ζουρλαμάδα σου απήδησεν εις το κεφάλι; Μπερτόλδος 18. 2) Μου (σου, του) απηδά φαντασία = με πιάνει έντονη διάθεση για κ., μου έρχεται όρεξη για κ.: και δεν ήθελα ότι μιάν ημέραν να του απήδουνε καμία φαντασία να μου έκαμνε καμία μεγαλύτερη, οπού να με εμάδουνε περισσότερον από τούτες Μπερτολδίνος 160. 3) Παίζω και πηδώ, βλ. παίζω Φρ. 5. 4) Πηδά η ψυχή μου = επιθυμώ πολύ, λαχταρώ, ποθώ: Του Μερκουρίου δε ο νους δεν ήτον στο τραπέζι (παραλ. 1 στ.). Μα μέσα εις το κούφος του επήδαν η ψυχή του,| να πάγει εις τον πόλεμον ν’ αυξήσει την τιμήν του Κορων., Μπούας 15. 5) Πηδώ στη μέση/στο μέσον = (α) (προκ. για ομήγυρη/συνάθροιση) προχωρώ στο κέντρο προκ. να εκφράσω την άποψή μου: ο μπούφος πήδησεν ως βαρύκωλος στο μέσον| και την πτωχήν την κίχλαν ήρξατο καθυβρίζειν Πουλολ. (Τσαβαρή)2 597· (β) παρεμβαίνω για να υπερασπιστώ κάπ., μπαίνω στη μέση: Δεμένην κι εις τον θάνατον, θυσιά διά να γένει.| Αύτη ο Μυρτίνος βλέποντας, στην μέση είχε πηδήσει (παραλ. 1 στ.). Του λόγου του ήλθε κι έταξε, στον θάνατον να δώσει,| για να μπορέσει την ζωήν της κόρης να γλυτώσει Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [211]. Η μτχ. παρκ. απηδημένος ως ουσ. = αυτός που δέχεται επίθεση: το δίκαιον κρίνει και κελεύει, ότι εκείνος οπού του απήδησεν, τουτέστιν ο απηδημένος, ημπορεί να δείξει ... ότι εκείνος οπού ένι λαβωμένος επήδησέν του πρωτύτερα Ασσίζ. 45712.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης