Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- αλλήλως,
- επίρρ., Βέλθ. (Κριαρ.) 868, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 197, 770, 815, 928, 933, 1182, 1521, 3183, 3797, 3842, 3990, 4278, 6031, 6295, 6898, 7252, 8286, 8516, 8906, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 197, 3990, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 99, Φλώρ. (Κριαρ.) 269, 778, 779, 1679, Απολλών. (Wagn.) 99, Λίβ. (Lamb.) Esc. 364, Δελλ. (Μανούσ.) Α΄ 410, 442, 1051, 1265, 1329, 1566, 1637, 1841, 1846, 1859, 1921, 2049, 2102, 2616, 2623, 2625, 2758, Γ΄ 21, 35, 75, 271, 422, 623, Αχιλλ. (Hess.) N 570, Χρον. Τόκκων (Schirò) 1984, 2135, Χρησμ. (Λάμπρ.) 105, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Legr.) 349, Θησ. (Foll.) I 5, 123, Ch. pop. (Pern.) 678, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) I 35, Ριμ. Βελ. (Wagn.) 350, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 785, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 223, 463, Πικατ. (Κριαρ.) 143, 147, Πένθ. θαν. (Ζώρ.) N 476, Μυστ. παθ. (Parlang.-Μανούσ.) 12230, Δεφ., Λόγ. (Kar.) 59, Αχέλ. (Pern.) 520, 531, 880, 1527, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 108, Αιτωλ., Μύθ. (Legr.) 108, Κατζ. (Πολ. Λ.) Γ΄ 106, Δ΄ 424, Πανώρ. (Κριαρ.) Πρόλ. 26, Γ΄ 88, 104, Ερωφ. (Ξανθ.) Γ΄ 200, 413, Ε΄ 198, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Β΄ 2232, Γ΄ 26, 641, Δ΄ 1417, Ε΄ 654, 1370, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Β΄ 89, Γ΄ 12, 60, 61, Φορτουν. (Ξανθ.) Ιντ. δ΄ 89, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 41712, 5022· αλλήλω, Στάθ. (Σάθ.) Β΄ 124· αλλήλους, Διγ. (Καλ.) A 994, Αχιλλ. (Hess.) N 116, 569, Αργυρ., Βάρν. (Mor.) K 229, Διήγ. πανωφ. (Φιλαδ.) 61· αλλήλων, Ερμον. (Legr.) E 445, Gesprächb. (Vasm.) 817.
Από την αντων. αλλήλων. Η λ. πιθ. και στην Άννα Κομνηνή (ΙΕ΄ 11, 9) (Χαριτων., Πραγμ. Ακ. Αθ. 15, 1951, 37) και σήμ. (ΙΛ). Ο Καψ. (ΛΑ 3, 1943, 126 σημ. 5) νομίζει ότι στο αλλήλως (γράφει: αλλήλος) έχομε φωνητική εξέλιξη του οι της δοτ. αλλήλοις σε ü ‑ ο. Πβ. και τ. αλλήλα σε βυζ. παστικό τραγούδι (Κουκ., ΒΒΠ Δ΄ 132). Ο τ. αλλήλους και σήμ. σε ιδιώμ. (ΙΛ). Ο τ. αλλήλων οφείλεται σε εσφαλμ. σύνταξη. Ο τ. αλλήλω δεν αποτελεί ουσιαστικά ξεχωριστό τ., αφού η αποβολή του τελικού ‑ς οφείλεται σε λόγους ανομοιωτικούς εξαιτίας των συμφραζομένων. Βλ. και αλλήλων. Απαντά και σύνθ. διαλλήλως (σε αρχαϊστ. κείμενο) (Χαριτων., Πραγμ. Ακ. Αθ. 15, 1951, 37).
α) Αμοιβαία, με τρόπο που να υπάρχει θετική ή αρνητική σχέση του ενός προσώπου με το άλλο ή τα άλλα, με τρόπο που να δημιουργείται ανταλλαγή αισθημάτων, υποχρεώσεων, κλπ. από πρόσωπο σε πρόσωπο: ηδέως κατεφίλησαν, χωρίζονται αλλήλως Βέλθ. 868· διατί επεθυμούσαν πολλά του να ενωθούν αλλήλως Χρον. Μορ. (Καλ.) H 770· γλυκοφιλούν ενήδονα, αλλήλως ασχολούνται Φλώρ. 1679· αλλήλως να φιλήσομε πριν ν’ αποχωριστούμεν Ριμ. Βελ. 350· και αλλήλως τους εμάχονταν τις την τιμήν να πάρει Αχέλ. 1527· αγαπητοί, μονοιάσετε και αλλήλως φιλευθείτε Αχέλ. 531· αλλήλως εις το πρόσωπον δέρνοντας τσουγκρανίζαν Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 108· Εμείς είμαστ’ οχ την Αξά και Τούρκοι μας επιάσα| κι αλλήλως τως σαν κάνουσι, όλους μας εμοιράσα Κατζ. Δ΄ 424· μηδέ τα ψάρια στο γιαλό να στέκου δε μπορούσι| παρά κι εκείν’ αλλήλως τως αγάπην αγροικούσι Πανώρ. Γ΄ 104· πάσα καιρό αλλήλως τως σ’ άμετρη αγάπην ήσα Πανώρ. Πρόλ. 26· τα ζα, απού δε νογούσι,| ως γεννηθούν, αλλήλως τως γυρεύγου να σμιχτούσι Πανώρ. Γ΄ 88· και θυμωμένοι αλλήλως τως ζιμιό το μοιραστήκα Ερωφ. Ε΄ 198· και σαν ανέμοι αλλήλως τως μάχουνται πάντ’ αντάμι Ερωφ. Γ΄ 200· ποιος είμαι να γνωρίσετε κι αλλήλως να το πείτε Ερωτόκρ. Ε΄ 1370· αλλήλω μας κι εμείς αθιβολή μιλούμε Στάθ. Β΄ 124· β) μόνοι τους: κι αλλήλως γαρ χειροτονούν τον Πατριάρχην που έχουν Χρον. Μορ. (Καλ.) H 815· γ) όλοι μαζί (είτε πρόκειται για δύο ή περισσότερους): ευθέως του επροσηκώθησαν κι εκάθισαν αλλήλως Χρον. Μορ. (Καλ.) H 8906· ως αδελφοί να ζήσομεν αλλήλως Χρον. Μορ. (Καλ.) H 8516· Αλλήλως να σκιρτήσουσιν ερωτοενηδόνως Φλώρ. 779· έθηκαν τα κοντάρια τους αλλήλους εις την ρένταν (έκδ. ρέσταν· διορθώσ.) Αργυρ., Βάρν. K 229· Αλλήλως μέσα εμπαίνουσιν, κάμνουν την κατοικιάν τους Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) Ι 35· και παίζοντες εις ευθυμιάν αλλήλως εγελούμαν Πένθ. θαν. N 476· κι έπεψε και το δούλο του καπόνους ν’ αγοράσει,| να κάτσουσιν αλλήλως τως ομάδι να τσι φάσι Κατζ. Γ΄ 106· να ξεφαντώνου αλλήλως τους και ύστερα να πλύνου| τα πρόσωπά τους Ιντ. κρ. θεάτρ. Β΄ 89· εχάσαμεν αλήλως μας τέσσερα δαχτυλίδια Ερωτόκρ. Ε΄ 654· κι αυτείν’ οι τρεις αν πεθυμού και θε να το νικήσου,| αλλήλως τως ας τρέξουσι να το ξεκαθαρίσου Ερωτόκρ. Β΄ 2232. — Πβ. και συναλλήλως.
αλλόφυλος,- επίθ., Διγ. (Hess.) Esc. 114, Διγ. (Καλ.) A 468, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ (Ζώρ.) 640, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 105, Αιτωλ., Μύθ. (Legr.) 105, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 3729, 13524, Διακρούσ. (Ξηρ.) 9115.
Το αρχ. επίθ. αλλόφυλος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) Που ανήκει σε άλλο είδος ζώων (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S): Εθάρριε (ενν. η πέρδικα) γι’ αλλόφυλος εκείνα τα παθαίνει Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 105. 2) (Προκ. και για διάκριση των θρησκειών· η χρήση μετά τους χριστιανικούς χρόνους, πβ. Lampe, Lex. στη λ. 2 και Δημητράκ. στη λ. 3· η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1) που ανήκει σε άλλη φυλή και θρησκεία: διά να δώσουν πόλεμον μ’ αυτούς τους αλλοφύλους Διακρούσ. 9115· έπρεπε να πολεμάς αλλόφυλους και όχι τους Τούρκους του Προφήτη μας Χρον. σουλτ. 3729. —Συνών.: αλλόπιστος.
αναμένω,- Σπαν. (Hanna) A 420, Σπαν. (Legr.) P 207, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 319, 556, Διγ. (Hess.) Esc. 1106, Διγ. (Καλ.) Esc. 1029, Πόλ. Τρωάδ. (Μαυρ.) Α 295, 814, 816, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 886, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 612, 722 Φλώρ. (Κριαρ.) 1145, Περί ξεν. (Καλιτσ.) A 198, Απολλών. (Wagn.) 579, Λίβ. (Μαυρ.) P 617, 2115, Λίβ. (Lamb.) Esc. 892, Αχιλλ. (Haag) L 331, 804, 985, Αχιλλ. (Hess.) L 311, 333, Τζαμπλάκ. (Ζώρ.) 38, Φυσιολ. (Legr.) 952, Θησ. (Βεν.) B́́́́́́́́́ [44], Ch. pop. (Pern.) 330, 474, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) IX 4, 9 Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 12, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 135, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 21, 30, 83, Αχέλ. (Pern.) 518, 2416, Αιτωλ., Μύθ. (Legr.) 2810, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 35233, Ευγέν. (Vitti) 128, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Β́ [1032], Λίμπον. (Legr.) Επίλ. 50, Λεηλ. Παροικ. (Κριαρ.) 25, 163, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 1534, 2188, 3015, 18, 51610, Διακρούσ. (Ξηρ.) 9117· αναμένω ή ανεμένω, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 2980, 3650, 8118, Ερωτοπ. (Hess.-Pern.) 443, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 1248, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 971, Ερωφ. (Ξανθ.) Δ΄ 513, Λεηλ. Παροικ. (Κριαρ.) 304, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 24319, 26219· ’ναμένω ή ’νεμένω, Αχιλλ. (Hess.) L 786, Διήγ. ωραιότ. (Ασώπ. Ειρ.) 392· ανιμένω, Λίβ. (Lamb.) Sc. 1910, Ιμπ. (Legr.) 313, 394, 744, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 30, 64, 125, Τριβ., Ρε (Irmsch.) 90, 98, Αχέλ. (Pern.) 2263, 2456, Π. Ν. Διαθ. (Μέγ.) φ. 245α 11, Πανώρ. (Κριαρ.) Β΄ 87, 137, 375, 394, Γ΄ 410, Ερωφ. (Ξανθ.) Πρόλ. Χάρ. 138, Β΄ 364, Πιστ. βοσκ. (Joann.) ΙΙΙ 3, 21· 5, 251, Στάθ. (Σάθ.) Γ΄ 253, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 430, 514, 530, 596, 783, Γ΄ 546, 559, 567, 586, 625, 655, 1204, Δ΄ 1601, Θυσ. (Μέγ.)2 21, 268, 296, 373, 497, 499, 501, 504, 506, 522, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Δ΄ [1402], Ε΄ [140], Φορτουν. (Ξανθ.) Α΄ 424, Ιντ. α΄ 25, Γ΄ 115, 603, 718, Δ΄ 228, 304, 321, Έ́ 19, 104, Ζήν. (Σάθ.) Δ΄ 101, 127, 374, 378, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 1871, 22219, 22626, 27716, 2966, 29819, 3069, 31025, 31113, 34115, 35315, 18, 35824, 40515, 42626, 50426, 50512, 5368, 5511, 5531, 18, Διγ. (Lambr.) O 1326, 2596· παρατ. ενίμενα, Ριμ. κόρ. (Pern.) 615, Θυσ. (Μέγ.)2 556, 1003, 1111, Φορτουν. (Ξανθ.) Β́ 468, Έ́ 3.
Το αρχ. αναμένω. Ο τ. ανεμένω από την εσωτερ. αύξηση· ο τ. ανιμένω κατά το περιμένω (Χατζιδ., Αθ. 24, 1912, 29· βλ. όμως και Ξανθουδίδη, Ερωτόκρ., σ. 496 και ΙΛ, λ. αναμένω, ετυμ.). Το ρ. και οι τ. του και σήμ. (ΙΛ).
1) α) Περιμένω (κάποιον, κάτι), περιμένω να ... (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): αύριον έλα γλήγορα, εγώ αναμένειν θέλω Αχιλλ. L 804· να πάσινε στου βασιλιού, οπού τους ανιμένει Ερωτόκρ. A΄ 596· ο γεις τον άλλ’ ανίμενε την εμιλιά να βγάλει Ερωτόκρ. Γ΄ 586· Ετούτα δεν τ’ ανίμενα να μου τα πεις εμένα Ερωτόκρ. Γ΄ 1204· Με πεθυμιά ’νιμένασι τση νύχτας το σκοτίδι Ερωτόκρ. Γ΄ 655· Με τση καρδιάς τ’ απόκτυπο θέλω σας ανιμένει·| μ’ ό,τι εγδοχή στα σίδερα έχουν οι φλακιασμένοι Θυσ.2 499· β) ελπίζω, προσδοκώ (κάτι) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1β): Ποιαν ανιμένω πλια γιατρειά στους πόνους μου να δώσει; Πανώρ. B΄ 375· εκ τον Θεόν ανάμενε πάντοτε βοηθείαν Αχέλ. 518· να φθάσεις τό επιθυμείς κι εκείνο τ’ αναμένεις Τζαμπλάκ. 38· γ) αδημονώ (να δω κάποιον): Τάσσω σου κι η γιαγάπη μου πάντα να σ’ ανιμένει Πανώρ. Β΄ 400· ανιμένουν τση φλακής την πόρτα να κτυπήσει Θυσ.2 501· δ) περιμένω (κάτι κακό): Στρέφετ’ επά, στρέφετ’ εκεί ωσάν περιορισμένη| και φαίνεταί σου κι εγνοιανόν μαντάτον ανιμένει Θυσ.2 296· Μ’ αφήνω σας, γιατί θωρώ το στρατηγό και βγαίνει·| τούτον οπού πρικότατο θάνατον ανιμένει Ερωφ. Πρόλ. Χάρ. 138· ε) καιροφυλακτώ: ... και μαθαίνου| πως εις τον Μυλοπόταμον Τούρκοι και τσ’ ανιμένου,| όταν περάσου από κει, όξω να θε να βγούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 31113. 2) Έχω πρόθεση, σκοπεύω να ...: ανέμενα να σου το πω τάχα να το γροικήσου| κι οι άλλοι συμβουλάτοροι να δου να σ’ αμποδίσου Ερωφ. Δ΄ 513 3) (Αμτβ.) μένω αργός, καθυστερώ (να κάμω κάτι), παραιτούμαι (από κάτι): στο Διγενή (χφ έκδ. Διγεν’· διορθώσ.) απάνω ’τρεξεν, ποσώς δεν ανιμένει Διγ. O 2596. 4) (Στο γ΄ πρόσ. συνήθ. και με αιτ. προσ.) επίκειμαι (σε κάποιον ως μοιραίο ή απλώς επακόλουθο): είντα μαχαίρι και φωτιά σήμερο σ’ ανιμένει; Ερωφ. B΄ 364· ω μάννα μου, και τι γλυκύ μαντάτο σ’ ανιμένει; Θυσ.2 1003· Ότι είσαι βασιλέως υιός και στέμμαν σε αναμένει Φλώρ. 1145. 5) (Αμτβ.) απομένω, μένω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): Τότε ανέμεινε πικραμένος ο σουλτάνος, οπού ανέμεινε χωρίς λουμπάρδες Χρον. σουλτ. 971· ο γάδαρος εκεί ψοφά, στον τόπον αναμένει Αιτωλ., Μύθ. 1248. 6) Ανήκω, ταιριάζω: Επήγαν διά (έκδ. δα· διορθώσ.) να πάρουσι την χώραν της Μιλάνας,| δι’ ον κεινού ανίμενεν εκ συγγενειάς της μάννας Κορων., Μπούας 30· Απ’ αύτους τόσον μου λαόν ν’ ακούσω σκοτωμένον,| να ’χουσι και το πράγμα μου, οπού μοί αναμένει Κορων., Μπούας 30· Το δε ρεάμι ’πόμεινε στου Σπάνια τας χείρας,| γιατί ’κεινού ανίμενε διά δικαίας μοίρας Κορων., Μπούας 64. 7) (Απρόσ., αν δεν πρόκειται για τυπογρ. λάθος) πρόκειται: Ενύκτιασεν κι ανίμενε για να παραδοθούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 34115. —Συνών.: καρτερώ.
αναμέσον,- επίρρ., Βέλθ. (Κριαρ.) 1065, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 259, 273, Μαχ. (Dawk.) 6602, Διήγ. Αγ. Σοφ. (Băn.) 14716, Αχέλ. (Pern.) 522, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 13916, 15318, 17620, Παϊσ., Ιστ. Σινά (Παπαδ.-Κερ.) 859, 1667, Δωρ. Μον. (Buchon) ΧΧΧΙ, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 35719, 39816, Σάθ., ΜΒ Ϛ΄ σ. 35· ανάμεσο(ν), Ασσίζ. (Σάθ.) 28113, 3794, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 8777, Λίβ. (Μαυρ.) P 1294, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 5322, 13512, Δωρ. Μον. (Buchon) XVIII, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) Εισαγ. 29· 124, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 164, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 39010, Ευγέν. (Vitti) 558, Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 134, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Α΄ [898], Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 5233· αναμεσό(ν), Μαχ. (Dawk.) 51628, 57633, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 37133, Στάθ. (Σάθ.) Α΄ 332· αναμέσα, Πόλ. Τρωάδ. (Μαυρ.) Α΄ 529· ανάμεσα, Διγ. (Καλ.) Esc. 1057, 1089, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 2583, Διήγ. Βελ. (Cant.) 454, Φλώρ. (Κριαρ.) 1674, Λίβ. (Lamb.) Sc. 1388, Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 237, Μαχ. (Dawk.) 52828 62631, Ch. pop. (Pern.) 506, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 11831, Πικατ. (Κριαρ.) 202, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 145, Πεντ. (Hess.) Έξ. ΧΙΙΙ 9, 16 ΧΧΙΧ 39, Λευιτ. ΧΧΙΙΙ 5, XXVII 33, Αρ. ΙΧ 3, Δευτ. ΧΙ 18, XXVIII 57, Αχέλ. (Pern.) 1820, Αιτωλ., Μύθ. (Legr.) 5616, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 643, Μηλ., Οδοιπ. (Παπαγ. Σπ.) 637, Κατζ. (Πολ. Λ.) Ιντ. γ΄ 9, Πανώρ. (Κριαρ.) Πρόλ. 27, A΄ 90, Γ΄ 114, 408, Ερωφ. (Ξανθ.) B΄ 516, Δ΄ 113, 122, E΄ 605, Πιστ. βοσκ. (Joann.) Ι 1, 361· IV 3, 14· 6, 21, Σταυριν. (Legr.) 380, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 627, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 162, 193, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 3905, Στάθ. (Σάθ.) B΄ 130, Γ΄ 174, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [41], Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 156, 181, 182, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Α΄ [1232], Γ΄ [423, 524, 1135], Χορ. δ΄ [58], Ε΄ [1336], Λίμπον. (Legr.) Επίλ. 72, Φορτουν. (Ξανθ.) Ιντ. α΄ 72, Ζήν. (Σάθ.) Ε΄ 331, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 15913, 38315, 4862· ανάμεσας, Πιστ. βοσκ. (Joann.) ΙΙ 5, 93· ΙΙΙ 6, 62· αναμεσά, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Α΄ [283], Γ΄ [1168]· αναμεσάς, Πιστ. βοσκ. (Joann.) ΙΙ 5, 93· αναμεσώς, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 14418, 20, 21913‑14.
Από τη μτγν. έκφρ. ανά μέσον (βλ. Raderm., Neutest. Gramm. 138 και Tabachovitz, Eranos 31, 1934, 113· παλαιές μνείες του αναμέσον βλ. Lampe, Lex.· πβ. και Mitsakis, Glotta 43, 1965, 180). Ο τ. ανάμεσα και στον Ψελλό (βλ. Μανδηλαρά, Αθ. 62, 1959, 346). Για το σχηματ. του τ. ανάμεσα βλ. Παπαδ. Α., Αθ. 29, 1917, ΛΑ 137 και ΛΔ 2, 1940, 68. Οι τ. ανάμεσο, αναμεσόν, ανάμεσα και αναμεσά και σήμ. (ΙΛ, λ. ανάμεσα, αναμεσόν).
1) Τοπ. α) μεταξύ (διαφόρων τόπων, οικοδομημάτων, αντικειμένων, κλπ. Η χρήση και σήμ., ΙΛ, λ. ανάμεσα 1α και ανάμεσον 1α): ανάμεσα στον Βούργον κι εις την χώρα Αχέλ. 1820· ανάμεσα δύο σπιτίων Βακτ. αρχιερ. 181· ανάμεσα στα ξόβεργα τέτοιον τον λόγον λέγει Ch. pop. 506· Κι από τα τουρκοκάτεργα ανάμεσα περάσαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 15913· αυτείνος έχει την καρδιά τη δόλια μου καημένη| κι ανάμεσα στα χείλη μου στέκεται κι αναμένει| πότες να δει ... Πανώρ. Γ΄ 410· —Συνών.: αναμεταξύ 1α· β) στο μέσο (ενός τόπου πραγματικού ή εικονικού): ανάμεσα του ποταμού ήτανε μία καμάρα Πικατ. 202· ήταν αναμέσο ’νού πεδίου και όρισεν τον λαόν το απεζικόν να πιάσουν τ’ άρματά τους Μαχ. 6602· Εσένα εθάψα ζωντανό ανάμεσα στο χώμα Ζήν. E΄ 331· πιέτω δις εις το φαγίν αυτού οίνον αναμέσον ύδατος θερμόν Σάθ., ΜΒ Ϛ΄ σ. 35· ανάμεσα στον θάνατον στέκεται η ζωή μου Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [1135]· Εις την περικεφαλαίαν| έμπηξε το μακρόν δόρυ (ενν. ο Αίας)| αναμέσον του μετώπου Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Ζ΄ [20]. 2) Χρον. α) μέσα σε χρονικό διάστημα (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. ανάμεσα 2β): Περί κριτού ότι ανάμεσα είκοσι ημέρας θέλει να ιδεί την κρίσιν Βακτ. αρχιερ. 156· γενόμενον χρονών κε΄ και ανάμεσον εις χρόνον ένα ανατρέπει τα κακώς πουλήσας και αγοράσας Βακτ. αρχιερ. 134· ανάμεσα τα| ισπερινά Πεντ. Έξ. XXIX 39· β) κατά τη διάρκεια (γεγονότος): ανάμεσα της ταραχής τούτης απέθανεν και η κόρη Μαχ. 52828· 3) α) Μεταξύ (προσώπων) ή μέσα (σε ομάδα προσώπων): μηδέν γένει ορμασία ανάμεσον χριστιανού και Σαρακηνού Ασσίζ. 3794· Δύο αδέλφια ανάμεσόν τωνε ποτέ να παντρευτούσι Στάθ. Γ΄ 174· ο παμπόνηρος διάβολος επήρεν μίσος αναμεσόν της νύμφης και της πεθθεράς Μαχ. 57633· και τούτη η μέρα ας είναι πάντοτε ανάμεσά μας τιμημένη Πιστ. βοσκ. IV 6, 21· τιμή ας του κάμομε όλοι ανάμεσά μας Πιστ. βοσκ. IV 3, 14· επήγασι στην πόλη| με μία γνώμη και βουλή ανάμεσά τους όλοι Λίμπον., Επίλ. 72· εμαλώνασι ανάμεσόν τους ένας τον άλλον Χρον. σουλτ. 13512· εμουρμουριζότουνα ανάμεσα τον λαόν Σουμμ., Ρεμπελ. 162· απολούνε ανάμεσα εις το λαό τουφέκια Τζάνε, Κρ. πόλ. 4862. Πβ. αναμεταξύ 1β· β) (προκ. για συμμετοχή, συνεργασία) αναμεταξύ: η σπέζα ... να είναι αναμεσώς τως Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 2637· ινστρουμέντο καμωμένο αναμεσώς τως Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 2956. Ιδιάζ. χρ.: α) αναμέσον ... και αναμέσον ... = μεταξύ ... και ... (Πβ. ανά μέσον του φωτός και ανά μέσον του σκότους ΠΔ, Tisch., Γέν. Ι 4): Και είδεν ο Θεός το φως ότι καλό· κι εχώρισεν ο Θεός ανάμεσα το φως και ανάμεσα το σκότο Πεντ. Γέν. Ι 4· από ανάμεσα + αιτ. = από (κάτι): από ανάμεσα τα ποδάρια του Πεντ. Γέν. XLIX 10 (πβ. εκ των μηρών αυτού ΠΔ, Tisch., Γέν. XLIX 10)· β) στο μέσο (προσώπων ομάδας), μπροστά (σε πρόσ. ομ.): με σπάθην κοπτερήν ανάμεσά τους βγαίνουν (οι χριστιανοί) Αχέλ. 522· γ) (προκ. για ανταλλαγή): να μη ψηλαφήσει ανάμεσα καλό εις κακό Πεντ. Λευιτ. XXVII 33· δ) (με αιτ. αντικ.) μπροστά: ανάμεσα τα μάτια σου Πεντ. Έξ. XIII 9. — Πβ. μέσον.
ανάξιος- επίθ., Προδρ. (Hess.-Pern.) ΙΙΙ 447, Ελλην. νόμ. (Σάθ.) 52622, Διγ. (Mavr.) Gr. IV 86, VIII 167, Διγ. (Hess.) Esc. 1837, Διγ. (Καλ.) A 2959, Ερμον. (Legr.) Ω 37, 111, Βίος Αλ. (Reichm.) 2468, Θεολ., Τζίρ. (Λάμπρ.) 35515, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 14415, Σκλέντζα, Ποιήμ. (Κακ.) 766, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΙΘ́ [133], Αιτωλ., Μύθ. (Legr.) 495, Ιστ. πολιτ. (Βόνν.) 384, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 18311, Πιστ. βοσκ. (Joann.) V 2, 143, Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 155, 217, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) A΄ [83, 560], Γ΄ [403], Δ΄ [1038], Χορ. δ΄ [74]. E΄ [216], Ζήν. (Σάθ.) Γ΄ 135· ανάξος, Ροδολ. (Μανούσ.) Δ΄ [330], Ανέκδ. ιντ. κρητ. θεάτρ. Β́ 8.
Το αρχ. επίθ. ανάξιος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) Που δεν αξίζει την προστασία (κάποιου προσώπου) ή δεν είναι άξιος κάποιας εκδήλωσης (Η σημασ. αρχ.): τρις των αχράντων μυστηρίων με εκοινώνησαν τον ανάξιον Σφρ., Χρον. μ. 14415· κι εσύ, κοπέλι πελελόν, ανάξιο τέτοιας χάρης Σουμμ., Παστ. φίδ. A΄ [83]· και παντελώς ανάξιοι εσμέν του σου ελέους Διγ. Gr. VIII 167. 2) Ανίκανος, ανεπιτήδειος (σε κάτι) (Η σημασ. αρχ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): εις την μάχην ουκ εμβαίναν ως ανάξιοι πολέμου Ερμον. Ω 111· ανάξιος παντάπασιν πολεμείν τα θηρία Διγ. Gr. IV 86. 3) Ευτελής, ταπεινός (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): Πάντα της (ενν. η γυναίκα) τον ανάξιον ποθεί και τον ψηλώνει Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1038]· και δούλος ων ανάξιος τολμήσας εδεήθην Προδρ. ΙΙΙ 447. 4) Αναξιοπρεπής (Πβ. ΙΛ στη λ. 1β): μ’ όλο απού ’ναι κάμωμα σφαλτό και ντροπιασμένο| κι ανάξο Ροδολ. Δ΄ [330]. 5) (Προκ. για γεγονότα ή πράγματα) αταίριαστος, αποτυχεμένος: Επί των αναξίων γάμων ... εάν λάβει άνθρωπος ... και μεταμεληθεί ... οι αρραβώνες ... στρέφουνται ως εδόθησαν Ελλην. νόμ. 52622· Λύσετέ την και τ’ ανάξια| ρίξετε τα σκοινιά Πιστ. βοσκ. V2, 143· έπαινους ανάξιους που μου δίνεις Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [403].
αναπαύω,- Σπαν. (Hanna) A 421, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 249, Παράφρ. Μανασσ. (Praecht.) Β 285, Ιατροσ. (Legr.) 22130, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1409, 1749, 4112, 5544, 5590, 6072, 6140, Βίος Αλ. (Reichm.) 1273, 4234, 4661, 5937, Πτωχολ. (Schick) P 72, Πτωχολ. (Ζώρ.) N 76, Φλώρ. (Κριαρ.) 187, 337, 864, 1690, Περί ξεν. (Καλιτσ.) A 12, Λίβ. (Μαυρ.) P 1758, Λίβ. (Lamb.) Sc. 234, 1059 (κριτ. υπ.), Λίβ. (Lamb.) Esc. 4054, Λίβ. (Wagn.) N 1207, 1415, 3056, Αχιλλ. (Haag) L 420, Αχιλλ. (Hess.) N 1548, Ιμπ. (Κριαρ.) 435, 506, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Legr.) 467, Βησσ., Επιστ. (Λάμπρ.) 3515, Χειλά, Χρον. (Hopf) 353, Μαχ. (Dawk.) 2229, 17220, 20820, 48422, Θησ. (Foll.) Ι 16, 20, 81, Θησ. (Βεν.) Ε΄ [98], Η΄ [776], Ch. pop. (Pern.) 612, 920, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) ΙΙΙ 11, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 6919, 13313, Συναξ. γυν. (Krumb.) 11, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 26, 33, 65, 86, 133, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 91, 732, Πεντ. (Hess.) Έξ. XX 11, Δευτ. III 20, XII 10, XXV 19, XXVIII 65, Αχέλ. (Pern.) 766, 1088, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 1103, Θρ. Κύπρ. (Μ. Κιτίου) K 155, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 6420, 1048, Μ. Χρονογρ. (Τωμ.) 3515, Π. Ν. Διαθ. (Μέγ.) φ. 335α 15, Κατζ. (Πολ. Λ.) Ε΄ 98, Πανώρ. (Κριαρ.) Αφ. 55, Πρόλ. 61, Β΄ 42, Γ΄ 493, Ερωφ. (Ξανθ.) Β΄ 225, Γ΄ 390, Πιστ. βοσκ. (Joann.) Ι 3, 119· ΙΙ 2, 198· 5, 52· ΙΙΙ 3, 40· 3, 93· IV 3, 66· V 1, 110, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 370, 1163, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 36815, 36981, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Γ΄ 858, Δ΄ 122, Ε΄ 293, Θυσ. (Μέγ.)2 486, Ευγέν. (Vitti) 119, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 29, Διήγ. πανωφ. (Φιλαδ.) 57, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Πρόλ. [46], Χορ. α΄ [49], Δ΄ [759], Ε΄ [89], Φορτουν. (Ξανθ.) Γ΄ 629, 651, Διγ. (Lambr.) O 1699, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 18919, 2195, 2615, 27627, 3593, 4375, 5633, 56512, 5738· αναπαύγω, Μαχ. (Dawk.) 19416, 43832, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 11013· ’ναπαύω, Θησ. (Foll.) Ι 139, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 205, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 19, Θρ. Κύπρ. (Μενάρδ.) M 274, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 5739· ανεπαύω, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 1478· ’νεπαύω, Πτωχολ. (Schick) P 279, Διήγ. Βελ. (Cant.) 266, 438, Φλώρ. (Κριαρ.) 1300, Λίβ. (Μαυρ.) P 1205, Λίβ. (Lamb.) Sc. 69, Αχιλλ. (Haag) L 1018, 1291, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) VII 69, Θυσ. (Μέγ.)2 860. Διήγ. πανωφ. (Φιλαδ.) 57, 60· αναπεύω, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 2634, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 6140, Θησ. (Foll.) Ι 1, Θησ. (Βεν.) Ι΄ [104], Βεντράμ., Φιλ. (Ζώρ.) 95, Αχέλ. (Pern.) 1525, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 574, Αιτωλ., Μύθ. (Legr.) 812, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 13923· αναπεύγω, Λίβ. (Lamb.) Esc. 1358, Αιτωλ., Μύθ. (Legr.) 812, Π. Ν. Διαθ. (Μέγ.) φ. 260β 18, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Ά́ 389, 1053, 1619, Β́ 82, Γ́ 990, Φορτουν. (Ξανθ.) Γ́ 245· εναπαύομαι, Θησ. (Foll.) Ι 82· μτχ. αναπαυμένος, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 118, 124, Δωρ. Μον. (Buchon) XXVI, Θυσ. (Μέγ.)2 109· αναπαμένος, Ασσίζ. (Σάθ.) 12431, Μαχ. (Dawk.) 2227. 7010, 53434, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 9912, 11914, Φαλιέρ., Ρίμ. AN 235, Θρ. Κύπρ. (Μ. Κιτίου) K 316, Κατζ. (Πολ. Λ.) Α΄ 24. Γ΄ 464, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Β΄ [821]· αναπαημένος, Κατζ. (Πολ. Λ.) Δ΄ 16, Ερωφ. (Ξανθ.) Ιντ. α΄ 74, Β΄ 306, Γ΄ 280, Πιστ. βοσκ. (Joann.) ΙΙΙ 2, 214· V 5, 170 (έκδ. αναπαγμένος· διορθώσ.), Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 899, Ε΄ 1159, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Ε΄ [1, 697], Φορτουν. (Ξανθ.) Ε΄ 324, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 2973, 38917, 56621.
Το αρχ. αναπαύω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ). Ο τ. αναπεύω κατά τα ρ. σε ‑εύω (Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 271 και Αθ. 24, 1912, 12).
Α´ Ενεργ. μτβ. 1) α) Ξεκουράζω (Πβ. Lampe, Lex. στη λ. A3· η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. A1α): όντεν η νύχτα η δροσερή κάθ’ άνθρωπ’ αναπεύγει| και κάθε ζο να κοιμηθεί τόπο να βρει γυρεύγει Ερωτόκρ. Α΄ 389· ανάπαψεν τα άλογα, ομοίως και τον λαόν του Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1749· να αναπάψει τα φουσσάτα του από τον κόπο του πολέμου Χρον. σουλτ. 6420· έδωκέν τους έναν όμορφον απλίκιν και εμπήκαν ν’ αναπαυτούσιν Μαχ.17220· και αναπαύτην εις την ημέρα την έφτατη Πεντ. Έξ. ΧΧ 11· Οι μεν ελέγαν να απελθούν στο σπίτι του ο καθένας| να αναπαούσιν καν ποσώς, διατί ήσαν κοπιασμένοι Χρον. Μορ. (Καλ.) H 5590· μέρα δεν αναπεύγομαι και νύκτα δεν κοιμούμαι Π. Ν. Διαθ. φ. 260β 18. Πβ. ανάπαυσις 1α· ανασαίνω Α1. —Συνών.: αλαφρώνω Α2, ξεκουράζω. Η μτχ. αναπαμένος (ως επίθ.) = ξεκούραστος: ο Αχιλλεύς τους έλεγεν: Έξω μερεάν σταθείτε| διά να έλθουσιν άλλοι από τους αναπαμένους Αχιλλ. L 400· β) ανακουφίζω (Η σημασ. και σε έγγρ. του 1572· Σάθα, Τουρκοκρατ. Ελλάς 171): ελάφρυνε και ανάπαυσε το βάρος μας ολίγον Σπαν. V 249· Πολλά γαρ μας εβάρυνεν ο μέγας ο πατήρ σου·| ανάπαυσόν μας ολιγόν (έκδ. ολίγον· διορθώσ.) και να μας έχεις πάντα·| δούλοι σου πάντες να είμεθεν Σπαν. (Hanna) A 421· ... δεν θε να την αφήσει| πολύ καιρόν στα βάσανα,| μα θαν την αναπάψει Ευγέν. 119· Μου φαίνεται να σε τα ειπώ, ν’ αναπαγεί καρδιά μου Φαλιέρ., Ιστ. V 91· πίε εξ αυτού και πλύνε και τα μόρια σου και θέλεις αναπαυτήν Ιατροσ. 22130· πβ. ανασαίνω 2, ανάπαυσις 1β· —Συνών.: αλαφραίνω 1β, αλαφρώνω 1γ, ανακουφίζω, δροσίζω· γ) απαλλάσσω (από φροντίδες): κόρη, τον νουν σου ησύχασε κι ανάπαψ’ την ψυχήν σου Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [759]· Τότε να κεφαλαιώσετε, αυθέντες να γενείτε·| ν’ αναπαυθείτε όλοι σας, τινά να μη φοβάστε Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 467· δ) εξασφαλίζω: εγώ να σου δώσω άλλους τόπους να σε αναπάψω· να περάσεις την ζωήν σου ωσάν σου πρέπει Χρον. σουλτ. 1048· ως ότι να αναπάψει (πβ. έως αν καταπαύσει ΠΔ,Tisch., Δευτ. ΙΙΙ 20) ο Κύριος τους αδελφούς σας σαν εσάς Πεντ. Δευτ. III 20 (Πβ. τη μτχ. αναπαμένος ως επίθ. = ασφαλής: αν θέλεις να στέκεις αναπαμένος, άμε μέσα εις τον λιμιώναν Πορτολ. Α, Del., 405): από μαλιές και σύγχυσες περίσσια αναπαημένοι Ερωφ. Ιντ. α΄ 74· με δίχως έγνοια η βασιλειά, περίσσια αναπαημένη Ερωφ. Γ΄ 280. Η μτχ. αναπαμένος (ως επίθ.) = αμέριμνος: Τούτη την ώρα κάθε είς γλυκότατα κοιμάται| κι αναπαμένος μηδεμιά δουλειά του σκιάς θυμάται Κατζ. Α΄ 24· ε) φροντίζω, περιποιούμαι: θαρρούν εις εμένα να τους διορθώσω και να τους αναπαύσω καλά Βησσ., Επιστ. 3515· βλέπει το αφέντης του, έμορφα τ’ αναπεύει Αιτωλ., Μύθ. 574· ς) ικανοποιώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. A2): Ενέπαυσέ με η συμβουλή και ο λόγος ήρεσέ με Λίβ. Sc. 69· ει τι χρεία τους έκαμνε καλά τους αναπεύουν Θησ. Ι΄ [104]· ν’ αναπάψει την πείνα την πολλή ντου Πιστ. βοσκ. III 3, 93· επήρεν πρώτα την Αδάν και την Σελάν του φέρνουν.| Μ’ αυτούνες ανεπαύετον, είχεν τες διά δικές του Χούμνου, Π.Δ. III 11· η πεθυμιά αναπεύγεται, πράμ’ άλλο μπλιο δε θέλει Ερωτόκρ. Β΄ 82· εσείς που μ’ εμισούσατε τώρα αναπαυτείτε Κυπρ. ερωτ. 13313. Η μτχ. παρκ. (ως επίθ.) = ικανοποιημένος: Να τους δώσεις μούλκια να είναι πολλά αναπαυμένοι Δωρ. Μον. XXVI· ποίσε τους κληρονομίες όπου να είναι αναπαμένοι Μαχ. 2227· πόσα χαιράμενος πολλά κι αναπαημένος μένω Φορτουν. Ε΄ 324· Και Σπιναλόγγα, σε χαρά στέκε κι αναπαημένη Τζάνε, Κρ. πόλ. 56621· εις όλα κοντεντάρεται κι αναπαμένος μένει Κατζ. Δ΄ 16· πβ. ανάπαυσις 1δ· (προκ. για πράγματα) ικανοποιητικός, άνετος: Παντόθεν είναι η κατοικιά καλή κι αναπαημένη·| όθεν αρέσει καθενός κι αναπαημένος μένει Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1]. Πβ. ανάπαυσις 1γ. 2) Σταματώ (κάτι) (Πβ. Lampe, Lex. στη λ. B1· η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. A1β): φιλεί τα, συργουλίζει τα, το κλάημα να αναπάψει Π. Ν. Διαθ. (Μέγ.) φ. 335α 15. Πβ. ανάπαυσις 4. 3) (Προκ. για το Θεό) παρέχω μεταθανάτια μακαριότητα (Πβ. Lampe, Lex. στη λ. Β3 και ΙΛ στη λ. A1, φρ.): Ο Θεός να αναπαύσει την ψυχήν σου μετά των αγίων αυτού Μ. Χρονογρ. 3515. Πβ. ανάπαυσις 10β. B’ Μέσ. 1) α) Μένω ήσυχος, αδρανής, αδρανώ (Πβ. ΙΛ στη λ. B5): ήλθες εδώ εις τον Μορέαν ποτέ ου και αναπαύτης.| Ευθέως φουσσάτα εσώρεψες κι ατός σου αρματώθης Χρον. Μορ. (Καλ.) H 5544. Η μτχ. αναπαμένος (ως επίθ.) = αδρανής: και νικημένος| (ενν. συ ο νους) δε στέκεσαι ποτέ σου αναπαημένος Πιστ. βοσκ. V 5, 170· Η Βενετιά να το ’ξευρεν δεν ήτο (έκδ. ήτον· διορθώσ.) αναπαμένη Θρ. Κύπρ. K 316· β) χαίρομαι την ησυχία, μένω ήσυχος (Πβ. Lampe, Lex. στη λ. Β5· η σημασ. και σήμ.): κάθονται κι αναπεύονται, τίποτε ου ψηφούσιν Χρον. Μορ. (Καλ.) H 2634· Μπασάς δεν αναπαύετον, αλλ’ είχεν στο κεφάλιν| από την πρίκαν κι εντροπήν πολλά μεγάλην ζάλην Αχέλ. 766· Εσυβάστηκε του ρήγα η θυγατέρα| ο γάμος να ξετελειωθεί ετούτην την ημέρα·| τα δύσκολα και τα βαρά, εδά ’ν’ αναπαημένα Ερωτόκρ. Έ́ 1159. Η μτχ. παρκ. (ως επίθ.) = ήρεμος, ατάραχος, ειρηνικός: αναπαημένη βρίσκουμουν και παρηγορημένη Ερωτόκρ. A΄ 899· Μα θέλουσίνε σύβασες, για να ’ναι αναπαημένοι Τζάνε, Κρ. πόλ. 38917· Είναι γυμνή, μα με καρδιάν στέκετ’ αναπαμένην Σουμμ., Παστ. φίδ. B΄ [821]· με τη φτωχειά περνά ζωή καλή κι αναπαημένη Ερωφ. B΄ 306· Δεν έχει ο κόσμος πούπετες αναπαμένη στάση Φαλιέρ., Ρίμ. AN 235. Πβ. ανάπαυσις 2α· γ) (προκ. για τη θάλασσα) είμαι γαληνιαίος: εις τόσ’ ότι (έκδ. τόσον ’τι· διορθώσ.) εξημέρωσεν κι η θάλασσα αναπάγη Θησ. I 20. Πβ. ανάπαυσις 2β. 2) Είμαι εγκαταστημένος, έχω την έδρα μου: εκείνος ν’ αναπαύεται εις το σκαμνί της Ρώμης Χρον. Μορ. (Καλ.) H 6140. 3) Επαναπαύομαι (Πβ. Lampe, Lex. στη λ. B2): έτσι σ’ εμέν τον ταπεινόν ν’ αναπαυτείς δαμάκι Ch. pop. 820· εις τα έθνη εκείνα να μην αναπαυτείς Πεντ. Δευτ. XXVIII 65. 4) (Με αιτ. αντικ.) απαλλάσσομαι (από κάτι): να αναπαυθώ <’χ> (προσθήκη δική μας) τα δύσκολα τά πάσχω καθ’ εκάστην Λίβ. N 1415. —Συνών.: αλαφρώνω Α4, ανασαίνω Α3. Η μτχ. αναπαμένος (ως επίθ.) (προκ. για πράγμα) = ανενόχλητος: Την πόρτ’ αυτείνη άφησ’ τη να στέκει αναπαμένη Κατζ. Γ΄ 464. 5) Σταματώ (Πβ. Lampe, Lex. στη λ. B1): δεν είν’ καιρός ακόμη| ν’ αναπαγεί ο θυμός κι η μάνητά σας; Πιστ. βοσκ. IV 3, 66: ν’ αναπαγούσινε κι εμέ οι έγνοιες μου οι περίσσες Φορτουν. Γ΄ 651· ποτέ δεν αναπεύετον αλτελαρία κείνη Αχέλ. 1525. Πβ. ανάπαυσις 4. —Συνών.: ανασαίνω Α5. 6) Διαμένω, παραμένω: σύρε εις την Ανδριανούπολη και αναπεύου εκεί Χρον. σουλτ. 13923. Πβ. ανάπαυσις 9β. 7) Ξαπλώνω (για να ξεκουραστώ) (Πβ. Lampe, Lex. στη λ. Β5· η σημασ. και σήμ.): η Σάρρα με τον Αβραάμ επήγεν κι ενεπάγη Χούμνου, Π.Δ. VII 69· Και αφότου αποδειπνήσασιν, υπάν να αναπαυθούσιν Ιμπ. 506· Χωρίς δε βίγλα στέκασιν, άφοβ’, αναπαυμένοι Κορων., Μπούας 124· Μέσα ’τονε πολλότατοι κι ήτονε αναπαημένοι Τζάνε, Κρ. πόλ. 2973. Πβ. ανάπαυσις 9α. —Συνών.: ακουμπίζω Α1α, εξαπλώνω, θέτω, πλαγιάζω. 8) Κοιμούμαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. B1): νύκτα ’ν’ πολλή κι ας θέσομε, καλέ, ν’ αναπαγούμε Θυσ.2 486· υπάγουν εις την κλίνην τους να αναπαυθούν οι δύο Αχιλλ. N 1548. Πβ. ανάπαυσις 9α. —Συνών.: ακουμπίζω Α1β. 9) Πεθαίνω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. B2): αναπαύθην εν Κυρίῳ κι επήγε η ψυχή του μετά των μαρτύρων Συναδ., Χρον. 29· Μακάρι ο Θιός να το ’θελε να ’μουν αποθαμένος| κι αυτό χαρά μου ήτονε να ’μουν αναπαμένος Θησ. Γ΄ [248]. Πβ. ανάπαυσις 10α. —Συνών.: αποθαίνω. — Πβ. παρακοιμούμαι.
ανεμπαίζω,- Πωρικ. Z 42, Χούμνου, Π.Δ. (Πολ. Λ.) σ. 60 [στ. 40]· ’νεμπαίζω, Ριμ. κόρ. (Pern.) 759, Τριβ., Ρε (Irmsch.) 345, Αιτωλ., Μύθ. (Legr.) 2812, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 2812 (έκδ. ενώμπαιζε· διορθώσ.)· αναμπαίζω, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 75 (έκδ. αναπαίζουσι· διορθώσ.), Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 8317, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 1592, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Β΄ [489, 657, 870], Γ΄ [1237], Δ΄ [13, 1030, 1033]· αόρ. ανέμπαιξα, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 291r· υποτ. αορ. ενεμπαίξει, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 259v.
Από την προθ. ανά και το εμπαίζω. Η λ. και στα Κείμ. αγ. Δημ. (Λαούρδ.) σ. ιδ. 7 και σήμ., (ΙΛ, λ. ανεμπαίζω). Πβ. και Lampe, Lex., λ. ανέμπαικτος.
α) Εμπαίζω, κοροϊδεύω, περιγελώ: από της σης οκνίας έφυγαν οι εχθροί μου| και τώρα μ’ αναμπαίζουσι που ’σαν δούλοι δικοί μου Κορων., Μπούας 75· Καθώς θωρώ αναμπαίζεις με, Δορίντα, ή ελωλάθης Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [657]· ουδέ να αναμπαίζεται και να καταφρονιέται Ιστ. Βλαχ. 1592· ... να τους γελούν και να τους ανεμπαίζουν Πωρικ. Z 42· β) εξαπατώ: και δεν ήτανε τα λόγια του αληθινά, μόνε τους τα έστειλε διά να τους αναμπαίξει Χρον. σουλτ. 8317· ... τη γυναίκα του Αδάμ με δόλον τσ’ ερμηνεύει (ενν. ο διάβολος) (παραλ. 2 στ.): «Φάγε και δώσ’ και του Αδάμ...» (παραλ. 2 στ.)· και απλώνει, πιάνει τον καρπόν και σύντομα ανεμπαίχθη Χούμνου, Π.Δ. σ. 60 [στ. 40]. —Συνών.: κομπώνω. Πβ. απεργώνω. Πβ. επίσης και αναμπαιστικός.
άνθρωπος- ο, Σπαν. (Hanna) A 222, Σπαν. (Hanna) B 85, Σπαν. (Hanna) V 52, Σπαν. (Hanna) O 53, Σπαν. (Legr.) P 29, Λόγ. παρηγ. (Λάμπρ.) L 172, 226, Λόγ. παρηγ. (Lambr.) O 544, Αιν. άσμ. (Παπαδ.-Κερ.) 2, Προδρ. (Hess.-Pern.) Ι 67, ΙΙ G 71, Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 2096, 6125, 6132, 6150, Παράφρ. Μανασσ. (Praecht.) 312, Ασσίζ. (Σάθ.) 1512, 664, 23, 10616, 13528, 23612, 26011, 2733, 34316, 3632, 3, 4017, Ελλην. νόμ. (Σάθ.) 5247, 5258, 52717, 53620, 57820, 58013-4, Διγ. (Mavr.) Gr. V 159, Διγ. (Καλ.) Esc. 386, Α 2654, Ερμον. (Legr.) Δ 60, Ω 356, Ωροσκ. (Λάμπρ.) 391, 7, 4323, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 158, 621, 1373, 1464, 1583, 1869, 2416, 3144, 3982, 4726, 5042, 5105, 5185, 5697, 6323, 6972, 7786, 8583, 8709, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 83, Πουλολ. (Krawcz.) 350, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) 160 υϞ΄, Περί ξεν. (Καλιτσ.) A 430, Ερωτοπ. (Hess.-Pern.) 455, Λίβ. (Μαυρ.) P 300, Λίβ. (Lamb.) Sc. 224, 685, 2121, Λίβ. (Lamb.) Esc. 541, 2461, Αχιλλ. (Hess.) N 1574, Ιμπ. (Κριαρ.) 15, Χρον. Τόκκων (Schirò) 1189, 3470, Μαχ. (Dawk.) 625, 86, 24, 2925, 36419, 40628, 4541, 48820, 55225, 57420, 28, 63218, 26, 6662, 66815, Δούκ. (Grecu) 3579, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 126, 1627, 181, 7033, 11827, Θησ. (Βεν.) Β΄ [862], Ϛ΄ [553], Σκλέντζα, Ποιήμ. (Κακ.) 1200, Γεωργηλ., Θαν. (Legr.) 404, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 29, 85, Διήγ. Αγ. Σοφ. (Băn.) 15032, 1546, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 14119, Έκθ. χρον. (Lambr.) 721, 528, 10, 7616, Συναξ. γυν. (Krumb.) 72, 204, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 18, 24, 25, 39, 53, 125, Πένθ. θαν. (Ζώρ.) N 130, Πένθ. θαν. (Knös) S 130, Βεντράμ., Φιλ. (Ζώρ.) 4, Πεντ. (Hess.) Γέν. ΧΙ 5, Έξ. XVI 20, Λευιτ. XVI 17, Δευτ. ΧΧΧΙΙ 8, Βίος γέρ. (Schick) V 827, Αχέλ. (Pern.) 346, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 1014, Αιτωλ., Μύθ. (Legr.) 22, 83, Κώδ. Χρονογρ. (Άμ.) 58, 62, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 4920, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 8212, Αλφ. (Μπουμπ.) Ι 95, Δωρ. Μον. (Hopf) 237, Δωρ. Μον. (Buchon) ΧΧΙΙΙ, Πανώρ. (Κριαρ.) Α΄ 36, 197, 284, Β΄ 202, Δ΄ 271, Ερωφ. (Ξανθ.) Πρόλ. Χάρ. 14, Ε΄ 11, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 188, Χίκα, Μονωδ. (Μανούσ.) 131, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 185, 186, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 31819, 33431, 36321, 39324, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 1203, 2237, Γ΄ 313, Δ΄ 546, Ε΄ 1420, Στάθ. (Σάθ.) Α΄ 266, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 27, 68, Αποκ. Θεοτ. (Dawk.) ΙΙ 73, Διήγ. ωραιότ. (Ασώπ. Ειρ.) 146, Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 158, 173, Λίμπον. (Legr.) 307, Φορτουν. (Ξανθ.) Α΄ 339, Γ΄ 458, Πρόλ. κωμ. (Βεργ.) 33, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 16319, 21412, 27414, 3312, 37420, 39625, 39814, 52614, 55523· άνθρουπος, Μαχ. (Dawk.) 1846· άθρωπος, Πεντ. (Hess.) Γέν. Ι 26, ΙΧ 5, ΧΙΙΙ 8, XVIII 2, ΧΙΧ 5, 10, ΧΧ 8, XXVI 7, ΧΧΧΙΙ 29, XXXIV 7, XXXVII 28, XLVII 6, Έξ. IV 19, VIII 13, ΙΧ 10, XVI 20, Λευιτ. ΧΧΙΙ 5, Αρ. VIII 17, ΧΙΙΙ 32, ΧΧΧΙ 11, 35, 49, XXXIV 17, Δευτ. V 21, ΧΙΙΙ 14, XXV 11, Ερωφ. (Ξανθ.) Α΄ 597, Δ΄ 130, 138, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 76, 235, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 1344, Β΄ 243, Γ΄ 313, Θυσ. (Μέγ.)2 58, 304, Αποκ. Θεοτ. (Dawk.) ΙΙ 206, Φορτουν. (Ξανθ.) Ιντ. α΄ 23, 94, β΄ 107, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 33214.
Το αρχ. ουσ. άνθρωπος. Ο τ. άθρωπος ήδη στον 3. αι. μ.Χ. σε επιγρ. (Dieterich, Unters. gr. Spr. 116). Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) α1) Άνθρωπος (Η χρ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): Και τι και πώς πανθάνουσιν οι άνθρωποι του κόσμου Ιμπ. 15· α2) (ο εν. περιληπτ.) οι άνθρωποι, το ανθρώπινο γένος (Η χρ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): Κάτεχε πως εισέ πολλά το ζο τ’ ανθρώπου μοιάζει Ερωτόκρ. Α΄ 1203· α3) (με το τόσος) ανθρώπινο πλήθος ως πλήρωμα πλοίου, κλπ.: να χάσουν τόσον άνθρωπον και τα πλεούμενά της Τζάνε, Κρ. πόλ. 39625· άναψε και το κάτεργο γιαμιά την ώρα εκείνη,| οπού ’χε τόσον άνθρωπον κι ήτον αρματωμένον Τζάνε, Κρ. πόλ. 39814· α4) (με άλλο ουσ., οπότε το άνθρωπος διακοσμητικό· η χρ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α, Φρ.): παιδίος άνθρωπος Μαχ. 625· απαίδευτοι να πολεμούν μετά Φράγκους ανθρώπους Χρον. Μορ. (Καλ.) H 4726· από του νυν άνθρωπός μου είσαι λίζιος Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1869 (πβ. homme lige)· β΄ μάρτυρας ανθρώπους Ασσίζ. 13528· Δασκάλοι αθρώποι φρόνιμοι κομπώνονται και σφάνου Ερωτόκρ. Γ΄ 313· άνθρωπος ληστής Λίβ. Sc. 224· άνθρωπον πολεμιστήν Δούκ. 3579· α5) κάτοικος: Ελθόντος ... του αμιρά και εις ... αυτό το Λεοντάριν και ευρών αυτό έρημον ανθρώπων Σφρ., Χρον. μ. 11827· α6) (με γεν. ιδιότητας) ικανός, κατάλληλος (για κάτι) (Πβ. τη σημερ. όμοια χρ. για να δηλωθεί το «άξιος να πάθει κάτι», ΙΛ στη λ. 1α, Φρ.): άνθρωπος της κατσάνης Πουλολ. 350· ανθρώπους των αρμάτων Μαχ. 824· Εγέμισε το πέλαος ανθρώπους του πολέμου Τζάνε, Κρ. πόλ. 37420· πβ. άγρυπνος, αμφοτεροδέξιος· εκφρ. (με επίθ.) (1) τοπικός άνθρωπος = εντόπιος: ήσαν τοπικοί άνθρωποι όπου εγνωρίζαν τους τόπους και τα διάβατα Χρον. Μορ. (Καλ.) H 5042· (2) μεγάλος άνθρωπος = σημαντικός άνθρωπος, αξιωματούχος: οι μεγάλοι άνθρωποι, οι κεφαλάδες όλοι Χρον. Μορ. (Καλ.) H 5697· όρισεν δύο αμιράδες μεγάλους ανθρώπους να έλθουν μαντατοφόροι Μαχ. 2925· (3) μικρός άνθρωπος = ταπεινός ως προς την προέλευση άνθρωπος: απ’ αρετές φτωχότερος παρά μικρούς αθρώπους Ερωφ. Δ΄ 308· (4) τρανός άνθρωπος = ηλικιωμένος άνθρωπος: έτερον εις τρανόν άνθρωπον που δεν ημπορεί να ουρήσει Ιατροσ. κώδ. 160 υϞ΄· φρ. δεν είμαι μπλιο άνθρωπος = δεν υπάρχω πια, χάνομαι: αν είχες πει τ’ όχι κι εδά, άνθρωπος μπλιο δεν ήμου Ερωτόκρ. Ε΄ 1420· β1) (χωρίς άρν.) κάποιος, καθένας (Πβ. ΠΔ, Tisch., Αρ. XXIV 2): όταν δε θέλεις κτήσασθαι προς άνθρωπον φιλίαν ... Σπαν. P 29· έβαλεν άνθρωπον κι εσκότωσέν τον Κώδ. Χρονογρ. 62· είδα χαρτίν ερωτικόν τάφος να γένει ανθρώπου Λίβ. Sc. 685· και χίλιες γνώμες άνθρωπος έχει ώστε να γεράσει Ερωτόκρ. Δ΄ 546· Δευτερογαμών ο πατήρ χρήσιν έχει να δώσει προς τα παιδία άνθρωπον να βλέπει τα πράγματα των παιδίων Ελλην. νόμ. 57820· και επέρσεψαν ανθρώποι από αυτό ως το πουρνό Πεντ. Έξ. XVI 20· β2) (με άρν.) κανείς, ούτε ένας: δίχως να σφάξουν άνθρωπον έλα να το νικήσεις Τζάνε, Κρ. πόλ. 27414· στέκουν ρημασμένα| και άνθρωπος δεν κατοικά, γιατί ’ναι χαλασμένα Τζάνε, Κρ. πόλ. 3312· γιατί άθρωπος με λίγωμα ποτέ δεν αποθαίνει Θυσ.2 304· Του λέει: «Γιε μου, τα κλειδιά αθρώπου δεν τ’ αφήνω» Ερωτόκρ. Α΄ 1344· —Συνών.: ανήρ· β3) (με τη μτχ. «γεννημένος» για να δηλωθεί κατάφαση· βλ. Ξανθ., Χρ. Κρ. 1, 1912, 535) οποιοσδήποτε, καθένας: τον λόγον| όπου ειπεί κι επισχεθεί ανθρώπου γεννημένου Χρον. Μορ. (Καλ.) H 5185· αν τα είπα εγώ των αδελφών μου ή αν τα εμολόγησα ανθρώπου γεννημένου Διγ. Esc. 386· β4) (σε αρνητ. φράση με τη μτχ. «γεννημένος» για να δηλωθεί ισχυρή άρν.· βλ. Ξανθ., ό.π.· πβ. και Διγ. Esc. 386) κανείς απολύτως: ανδρείαν τόσην οπού δεν ευρίσκεται εις γεννημένον άνθρωπον Διγ. Άνδρ. 36321. 2) Άνθρωπος καθώς πρέπει, με ανθρωπιά (Η σημασ., και σήμ., ΙΛ στη λ. 1β): Και λέγει των μετά χολής: «Ουκ είστε γαρ ανθρώποι να εντρέπεστε κι αισχύνεστε ρόγαν να με ζητάτε ...» Χρον. Μορ. (Καλ.) H 5105. 3) Κάτοχος, κυρίαρχος: πολλών πραγμάτων άνθρωπον θέλω σε καταστήσει,| χώρας μεγάλης δέσποινα σε θέλω καταστήσει Λίβ. Sc. 2121. 4) α) Άνδρας (Η σημασ. ήδη σε Σχολ. Αριστοφ., Θεσμ. 682, στον Προκόπ., Ανέκδ. 50Α και στο Μαλάλ., Βόνν., 6610· βλ. Δημητράκ. στη λ. 9· και σήμ. στη Θράκη, Κύπρο κ.α., ΙΛ στη λ. 2· πβ. το γαλλ. homme και το ιταλ. uomo): ποταπής ηλικίας μέλλει να ένι ο άνθρωπος και η γεναίκα πριν ορμαστούσιν Ασσίζ. 3633· περί των δωρεών, τών δίδει ο άνθρωπος της γυναικός του, αφού την πάρει Ασσίζ. 1512· β) άνδρας, «παλληκάρι»: αλλά ας σταθούμε ως άνθρωποι, στρατιώτες παιδεμένοι Χρον. Μορ. (Καλ.) H 3982. Πβ. αγόρι(ν) 1. 5) Βοηθός, υπηρέτης (πβ. Μαλάλ., Βόνν., 3253, Δημητράκ. στη λ. 8): έστειλε κρυφά άνθρωπον εδικό του εμπιστεμένο εις τον βεζίρ πασά Χρον. σουλτ. 4920· εζήτησαν (ενν. οι Πιζάνοι) βοήθειαν ώσπερ υπόκλιτοί τους (δηλ. των Βενετιών),| δούλοι πιστότατοι αυτών και άνθρωποι εδικοί τους Κορων., Μπούας 18· Το κάστρον ένι του αυθέντη μας του ρηγός και εμείς ανθρώποι του Μαχ. 4541. 6) Υποτελής, τιμαριούχος (βλ. Αδαμαντίου, ΔΙΕΕΕ, 1902 /6, 543 και Ζέπο, ΕΕΒΣ 18, 1948, 207· πβ. και Άννα Κομν. 10, 289· η χρ. και σε σιγίλλ. 10. και 11. αι., Schlumberger, Nic. Phoc. 725, Sigillographie 480 και Κωνσταντόπουλου, Βυζ. μολυβδόβουλλα, Διεθν. εφημ. Νομ. Αρχ. Ϛ΄, 1903, 87, αρ. 335): εποίησε (ενν. ο Γοδεφρείδος Β΄ Βιλλαρδουΐνος) την συμβίβασιν κι εγίνη άνθρωπός του (δηλ. του Λατίνου αυτοκράτορα της Πόλης) Χρον. Μορ. (Καλ.) H 6323. Πβ. ανθρωπέα, λίζιος. 7) Στρατιώτης, πολεμιστής: έφθασαν τα κάτεργα όλα κι εμαζωχτήκαν (παραλ. 2 στ.) κι ανθρώπους έξω βγάλασι ογιά να πολεμούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 21412. Διά τούτο ας χωρίσομεν από όλα μας τα αλλάγια| ’λαφρούς ανθρώπους, φρόνιμους, στρατιώτες παιδεμένους Χρον. Μορ. (Καλ.) H 6972. —Συνών.: αγόριν 1, αδνουμιάτης. — Πβ. και αζάπης ο.
αυτός,- αντων., Σπαν. B 181, Προδρ. I 166, 178, ΙΙΙ 5, 69, 138b (κριτ. υπ.), 216m (χφ. g) (κριτ. υπ.), 229, 416, IV 24, 130α (χφ. g) (κριτ. υπ.), Ασσίζ. 39314, 47424, 48211, 51124, Ιερακοσ. 43612, Διγ. Z 721, 1106, 1236, 2851, 2933, 3994, Βέλθ. 59, 250, 278, 759, 782, 813, 822, 862, 885, 930, 958, 968, 976, 1037, 1062, 1066, 1086, 1221, 1236, 1281,1252, 1259, Χρον. Μορ. H 6464, Χρον. Μορ. P 3602, 8295, Gesprächb. 658, Πανάρ. 6712, Περί ξεν. V 55, 109, 111, 118, 119, 510, Απολλών. (Wagn.) 56, Απολλών. 9, Λίβ. Sc. 2759, Μαχ. 287, 4638, 18427, 23020, 2325, 3045, 39015, 35, 47023, 47215, 35, 54818, 62019 δις, Σφρ., Χρον. μ. 626, 13233, 15627, Βουστρ. 473, 494, Γαδ. διήγ. 482, Διήγ. Αλ. V 68, 76, Αλεξ. 1491, Κυπρ. ερωτ. 98, 194, 438, 518, 587, 695, 842, 874, 914, 9445, 9610, 10026, 1047, 10625, 1452, 1534, Έκθ. χρον. 3133, 6112, 14, 7218, 738, 7823, 8031, 83, 8214, 20, 8316, Απόκοπ. 139, 140, 189, 183, 205, 237, 283, 315, 366, 367, 382, 433, 436, 460, Απόκοπ. Επίλ. I 219, 552, 553, Πένθ. θαν.2 559, Τριβ., Ρε (Ζώρ.) 311, Ψευδο-Σφρ. 5822, Πεντ. Έξ. XXXII 1, ΧΧΧΙΙΙ 7, Ρίμ. θαν. 53, Χρον. σουλτ. 8236, Πιστ. βοσκ. II 4, 76, Διήγ. ωραιότ. 11, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [24], Δ΄ [528], Λίμπον. 165, κ.π.α.· ατός, Προδρ. III 410, Διγ. A 1808, Διγ. Z 784, Ερμον. Ζ 297, Θ 72, Ο 137, Χρον. Μορ. H 770, 4346, 4439, 5155, 5187, 6143, 7435, 7578, 7700, 8223, 9012, Χρον. Μορ. P 328, 2061, 4086, 6250, Πουλολ. Αθ. 437, Πτωχολ. N 630, Διήγ. Βελ. (Cant.) 60, Φλώρ. 85, 647, 1711, Περί ξεν. A 174, 223, Περί ξεν. V 506, Αχιλλ. (Haag) L 368, Αχιλλ. L 641, Αχιλλ. N 464, 1415, Αχιλλ. O 121, 239, 313, Ιμπ. 143, 181, 464, Χρον. Τόκκων 1972, 2123, 2168, Παρασπ., Βάρν. C 307, 341, 347, Αργυρ., Βάρν. K 162, Θησ. (Foll.) I 68, 113,120, Θησ. Πρόλ. [165], Β΄ [451], Ch. pop. 418, Σκλέντζα, Ποιήμ. 1182, Ριμ. Βελ. 93, Αλεξ. 930, 1101,1237, 1534, Απόκοπ. 318, Πικατ. 536, Συναξ. γυν. 592, 959, Κορων., Μπούας 12, 68, Φαλιέρ., Λόγ. 206, 413, Φαλιέρ., Ρίμ. L 160, Βεντράμ., Φιλ. 251, Σοφιαν., Παιδαγ. 113, Δεφ., Λόγ. 34, 38, 183, 242, Τριβ., Ρε 329, Περί γέρ. 123, Αχέλ. 54, 1077, Χρον. σουλτ. 258, 14127, Δωρ. Μον. XXII, Γύπ. Πρόλ. Διός 52, Παλαμήδ., Βοηβ. 630, 700, Ιστ. Βλαχ. 577, 1259, Σουμμ., Ρεμπελ. 165,169,189, Διγ. Άνδρ. 31423, 33119, 34628, 35329, 37020, Ερωτόκρ. Δ΄ 9, Ευγέν. Πρόλ. 133· 1059, 1411, Συναδ., Χρον. 42, Ροδολ. Α΄ [339], Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [100, 211, 1241], Δ΄ [639], Ε΄ [526, 819], Φορτουν. Β΄ 403 (έκδ. ατίστωνε· διόρθ. Κουκ., Αθ. 36, 1924, 317 σε ατές τωνε), Ιντ. γ΄ 31, Ζήν. Ε΄ 323, Διγ. O 2090, 2902, Τζάνε, Κρ. πόλ. 5079, κ.π.α.· αύτος, Σπαν. A 148, Σπαν. B 94, 181, Σπαν. V 266, Σπαν. (Ζώρ.) V 103, 268, Προδρ. (Μαυρ.) 33339, Καλλίμ. 1804, Διγ. (Hess.) Esc. 1261, Διγ. (Trapp) Esc. 193, 1203, 1259, Βέλθ. 521, 711, Πόλ. Τρωάδ. 46, 207, 254, 284, Ερμον. Β 231, Χρον. Μορ. H 36, 236, 352, 368, 518, 830, Χρον. Μορ. P 36, 664, 747, 8402, Πουλολ. Z 412, Φλώρ. 24, 76, 91, 303, 307, 337, 803, 893, Περί ξεν. V 268, Απολλών. (Wagn.) 290, Λίβ. P 2449, Αχιλλ. O 22, Ιμπ. 162, 272, Χρον. Τόκκων 1974, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Wagn.) 1372, 1771, Θησ. (Foll.) I 1, 4 δις, 31, 72, Ριμ. Βελ. 328, Γαδ. διήγ. (Wagn.) 540, Γαδ. διήγ. 208, Διήγ. Αλ. V 29, 32 δις, 46, 53, 54, Αλεξ. 26, 123, 302, 1004, 1653, 2520, 2551, Ριμ. κόρ. 133, 728 (κριτ. υπ.), Σαχλ., Αφήγ. 668, Κυπρ. ερωτ. 67, 74, 741, 8, 7547, 8114, 847, 8716, 9752, 1407, 1556, 1564, Απόκοπ. 21, 63, 219, 303, 307, Πικατ. 463, Ιμπ. (Legr.) 128, Κορων., Μπούας 59, 63, 64, 122, Βεντράμ., Γυν. 105, 188, Μυστ. παθ. 54, Τριβ., Ρε 82, 338, Αιτωλ., Μύθ. (Legr.) 1024, Θρ. Κύπρ. K 251, Αρσ., Κόπ. διατρ. σ. 371, 414, 418, Άλ. Κύπρ. 1545, Κατζ. Ε΄ 414, Σταυριν. 723, 1077, 1128, Βίος αγ. Νικ. 58 (έκδ. αυτόν διόρθ. Κριαρ., B-NJ 19,1966, 87 σημ. 1), Ιστ. Βλαχ. 192, Θυσ.2 56, 238, Συναδ., Χρον. 52, κ.π.α.· ταύτος, Κάτης 29, Αλεξ. 1468, 2340, Σταυριν. 495, 591, Ιστ. Βλαχ. 1151, Ευγέν. 766, κ.π.α.· ταυτός, Τριβ., Ρε 340, Διγ. O 380· (γεν.) τού ή του, Διγ. (Trapp) Esc. 296, Βοσκοπ. 393, Στάθ. Β΄ 326 (έκδ. το· διόρθ. Πολ. Λ., Κρ. ποίησ. σελ. 109), κ.α.· ντου, Ερωτόκρ. Α΄ 161, 162, 443, 801, κ.α.· τής ή της, Ερωτόκρ. Β΄ 550, Θυσ.2 778, κ.π.α.· τσή ή τση, Πανώρ. Β΄ 237, 438, 452, Ερωτόκρ. Α΄ 183, Θυσ.2 1042, 1051, Λεηλ. Παροικ. 397, 458, κ.π.α.· τζή ή τζη, Πανώρ. Β΄ 176, Ερωτόκρ. Α΄ 469, Θυσ.2 116, 821, κ.π.α.· των, Βεν. 33, κ.π.α.· (από συμφ. γεν. και αιτ.) τώς ή τως, Αλεξ. 1618, Πανώρ. Α΄ 421, Δ΄ 298, 375, 379, Βοσκοπ. 21, Ερωτόκρ. Α΄ 585, Διήγ. πανωφ. 58, Λεηλ. Παροικ. 285, κ.π.α.· ντως, Πανώρ. Δ΄ 323, 375, Θυσ.2 871, κ.π.α.· (αιτ.) τόν ή τον, Αλεξ. 1492, κ.π.α.· τήν ή την, Βεν. 29, Ευγέν. 963, κ.π.α.· τό ή το, Σπαν. A 159, Αρμεν., Εξάβ. Παρ. 344, 45, σχόλ., Διήγ. Βελ. 42, 496, Ιμπ. 132, Κυπρ. ερωτ. 10934, Τριβ., Ρε (Ζώρ.) 30, Στάθ. Γ΄ 414 (έκδ. τον· διόρθ. Πολ. Λ., Κρ. ποίησ. σ. 114), Διήγ. πανωφ. 57, Βακτ. αρχιερ. 146, Φορτουν. Ιντ. γ΄ 166, Ζήν. Ε΄ 379, κ.π.α.· τούς ή τους, Αλεξ. 1491, 1738, Πανώρ. Δ΄ 298, Ζήν. Ε΄ 381 (έκδ. του· διόρθ. Πολ. Λ., Κρ. ποίησ. σ. 73), κ.π.α.· τσί ή τσι, Πανώρ. Δ΄ 297, 370, Ερωτόκρ. Δ΄ 433, Φορτουν. Α΄ 152, Λεηλ. Παροικ. 341, Τζάνε, Κρ. πόλ. 39115, κ.π.α.· τες, Αλεξ. 1270, κ.π.α.· τσις, Ερωτόκρ. Α΄ 642, τά ή τα, Προδρ. III 404, Βεν. 35, Κυπρ. ερωτ. 1086, Θυσ.2 918, κ.π.α.
Η αρχ. οριστική ή αντιδιασταλτική αντων. αυτός. Ο τ. ατός από την αυτοπαθή αντων. εατού <εαυτού (Χατζιδ., Αθ. 41, 1929, 13 κε.). Ο τ. αύτος με επίδρ. των αντων. ούτος ή τούτος (Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 155). Ο τ. ταύτος από τον πληθ. του ουδ. ταύτα. Οι συγκεκομμένοι τ. που αρχίζουν από τ προήλθαν από τις πλάγιες πτώσεις του τ. ατός (Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 221). Από τους τ. αυτούς οι άτονοι είναι εγκλινόμενοι. Ο τ. τώς ή τως από συμφ. της γεν. των και της αιτιατ. τους (Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 577). Το ν των ντου, ντως είναι προηγούμενο τελικό ‑ν. Ο φθόγγος τζ από προηγούμενο ν. Βλ. και γιαύτο(ς), δαύτος.
1) Ως αντιδιασταλτική (ενίοτε με το άρθρο. Η λ. με τους εγκλινόμενους τ. μου, σου, του, της, μας, σας, των για έμφαση. Βλ. και L‑S στη λ. I, ΙΙΙ· η χρ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1) αυτός, αυτός ο ίδιος, μόνος (μου, κλπ.), με τη θέλησή (μου): όνταν εγροίκησεν τον ορισμόν του ρηγός, εκατέβην ο αυτός πρίνζης να καβαλικεύσει Μαχ. 54818· κι αυτόν το δείν της δύνεται να δώσει! Κυπρ. ερωτ. 194· Τῴ αυτῴ πάλιν Γερμανῴ τῳ Γραίκῳ Ασσίζ. 51124· εφόνευσα και τον αυτόν εκ του θυμού πυρ πνέων Διγ. Z 2933· Σ’ αυτό άνθρωπος δεν δύνεται να μάς παρηγoρήσει,| μόνον αυτός ο Ποιητής· αλλ’ ούδ’ αυτός το θέλει| στην πρώτην τάξιν να στραφούν του σώματος τα μέλη Πένθ. θαν.2 559· τότ’ ο πρώτος αδελφός αυτός ο Κωνσταντίνος Διγ. Z 721· ατοί τους γάρ και μοναχοί αλλήλως επαινούνται Χρον. Μορ. H 770· η αγκαλιά του γέροντα μηδεκιαμιάς αρέσει,| μα κάνουσί τ’ ατές τωνε (έκδ. ατίστωνε· διόρθ. Κουκ., Αθ. 36, 1924, 317) μόνο για το τορνέσι Φορτουν. Β΄ 403· αυτός μου υπάγω Gesprächb. 658· ατός μου με τα χέρια μου εσένα να φονεύσω Παρασπ., Βάρν. C 307· όλοι επαρεδόθησαν κι ο πρίγκιπας ατός του Χρον. Μορ. P 4086· εκείνο τό μισά κανείς εις αύτο να γυρίζει Τριβ., Ρε 338. Επιρρ. έκφρ. επί το αυτό = στο ίδιο μέρος (Η χρ. μτγν., L‑S στη λ. IV): αι χώραι συνήχθησαν επί το αυτό και γέγονε διωγμός βαρύς Πανάρ. 6712. 2) Ως επαναληπτική (Βλ. και L‑S στη λ. I· η χρ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2) αυτός: Και όλους γάρ τους όρισα αυτόν να ονομάζουν| ωσάν θεόν επίγειον, να τόνε θυσιάζουν Αλεξ. 1491· τά μου τα κάνει σήμερα δε με ’χε μαθημένο Θυσ.2 918· τό ντρέπεσαι να πολεμείς, εντρέπου να το λέγεις Σπαν. A 159· το δένδρον έπεσε κι εγώ μετ’ αύτο επήγα Απόκοπ. 63. 3) Ως προσωπική, για να δηλωθεί το γ΄ πρόσ. (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. II και σημερ., ΙΛ στη λ. 3. Για την περιφραστική χρ. στην Κύπρο βλ. Pitsillidès [Κυπρ. ερωτ. σ. 348]) αυτός: είπαν προς αυτόν Πεντ. Έξ. XXXII 1· ήφερεν με αυτόν την θυγατήρ του Χρον. Μορ. H 6464· ουδέ φελά με ανείν και παραδώσω| σ’ αυτόν της ταπεινά τον εμαυτόν μου Κυπρ. ερωτ. 98· τότε όλοι έναν στόμαν είπαν εις αυτόν του Μαχ. 2325· πληθαίνει τως την όρεξη και δύναμη τως δίδει Ερωτόκρ. Α΄ 585· Την αφορμή του ’πε πως την εχάσε Βοσκοπ. 393· Νά ’ναι πρός αύτονε πιστός Κορων., Μπούας 59. Στην Κύπρο η γεν. του θηλ. αυτής και η γεν. του αρσ. αύτου αμετάβλητες για όλα τα γένη και τους αριθμούς σε συνεκφ. με τους εγκλινόμενους τ. μου, σου, σας, τους, για να δηλωθούν τα τρία πρόσωπα της προσωπικής αντων. (Βλ. Pitsillidès [Κυπρ. ερωτ. σ. 348, λ. αυτός]): αμέ καρδιά μου πάντά ’ναι σ’ αυτής σου Κυπρ. ερωτ. 438· αν τα εξηγήθηκα ως γιόν εγινήκαν, ήτον πολλά βαρετά εις αυτόν μου να γράφω και εις αυτής σας να τ’ αγροικάτε Μαχ. 62019· αφέντη κοντοσταύλη, πολλά θαυμάζομαι εις αυτής σου Βουστρ. 494· να δω τα δυό σου ’μμάτια να βιγλίσουν| εις αύτου μου στεριά και ταπισόντα| βαθιά ν’ αναστενάξεις Κυπρ. ερωτ. 847· ως και τον Χάρον απού μεν ελείψασιν| και να ’ρτει δεν αφήννουσιν εις αύτου μου Κυπρ. ερωτ. 9752· παίρνοντας αχ την κρυότημ μου μπορείς να ποίσεις| η βράστη να ’ν’ εις αύτου σου συγκερασμένη Κυπρ. ερωτ. 748· Μαχ. 18427, 39033, 47023, Βουστρ. 473, Κυπρ. ερωτ. 518, 695, 9445, 1407, 1534, 1556, 1564. 4) Ως δεικτική (Πβ. τη μτγν. χρ., ΠΔ Γέν. III 15 και ΚΔ Λουκ. 5,14· η χρ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 4) αυτός: ποίησε τά και τά και ας γίνεται και τάδε Προδρ. III 404· Εσάς ουδέν ψηφούμε| για τούτους που ’ν’ ολόγυρα για ταύτ’ απιλογούμαι Αλεξ. 1468· ευθύς προς αύτους όρμησεν έξω του γεφυρίου Κορων., Μπούας 64· όρισε γάρ ο νόμος επί εκάστῳ αμαρτήματι τας ποινάς· οίον τον κλέπτην διδόναι τό, τον δολερόν διδόναι ή πάσχειν τόδε ή τόδε Αρμεν., Εξάβ. Παρ. 345 (σχόλ.). 5) Ως κτητική (προκ. γιά το γ΄ πρόσ.) (Συνήθως η γεν. των εγκλινόμενων τ.· η χρ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 3β): τώρα τ’ όνομ’ αυτουνού που το μισάς ατή σου Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [1241]· τα παιδιά και τσι αδελφούς τως Λεηλ. Παροικ. 285· τα δένδρη να μην κόπτωμε, ουδέ τη μυρωδιά τως … Αλεξ. 1618. — Βλ. και αυτείνος, αυτόνος, αυτούνος, τούτος.
αχώ,- Διγ. Z 1838, Απόκοπ. 90, Αιτωλ., Μύθ. (Legr.) 962.
Από το ηχώ. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. αχώ I).
(Αμτβ.) ηχώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αχώ I): ειπέ μας … (παραλ. 3 στ.) ανέ μυρίζουν τα βουνιά και τα λαγκάδια αχούσιν Απόκοπ. 90. Βλ. και αντιδονώ 2.
δέξιμον- το, Ακ. Σπαν. (Eideneier) Α 493, Β 190, Αιτωλ., Μύθ. (Legr.) 1712.
Το ουδ. του επιθ. δέξιμος ως ουσ. (Βλ. Ανδρ., Λεξ.). Η λ. το 10. αι. (Sophocl.)· βλ. και Guilland, BSl 26, 1965, 17 και σήμ. (Δημητράκ.).
1) Δώρο, χάρισμα (Πβ. Δημητράκ., λ. δεξίμι 1): Ο μύθος λέγει πως πολλά η Τύχη τα χαρίζει,| έξαφνα τα δεξίματα καθένα τα θερίζει Αιτωλ., Μύθ. (Legr.) 1712. 2) Καλωσόρισμα (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. δέξιμο): την πορδήν μου να εύρεις δέξιμον Ακ. Σπαν. (Eideneier) Α 493.
εις,- πρόθ., Ασσίζ. 199, Βέλθ. 344, Φλώρ. 1320, Λίβ. N 2545, Μαχ. 35019, Σκλάβ. 80, Χρον. σουλτ. 6729· εισέ, Σπαν. A 37, Διγ. A 4497, Θησ. (Foll.) I 93, Γαδ. διήγ. 392, Πικατ. 488, Ερωτόκρ. Έ́ 156, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 72· ’ς [σ(τον), σ(την), κλπ.], Πουλολ. 451, Χρον. Τόκκων 2029, Βεν. 34, 55, 66, Μαχ. 41616, Αιτωλ., Μύθ. (Legr.) 141, Βοσκοπ. 1, 137, Ερωτόκρ. Δ́ 1105· σε, Διγ. Z 227, Χρον. Μορ. P 497, Κυπρ. ερωτ. 877, 10444, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́́ [90], Διακρούσ. 11228, κ.π.α.
Η αρχ. πρόθ. εις. Ο τ. σε και η συνεκφ. στον, στην, κλπ., και σήμ. κοινοί. Η λ. και σήμ. σε ιδιώμ. (Andr., Lex.).
1) Τόπος α) στάση (ενίοτε και με τοπικό επίρρ. Η χρ. και σήμ. Βλ. Δημητράκ. στη λ. 1): εκαθέσθημεν εις δένδρον υποκάτω Διγ. Z 3163· αν γκρεμνισθεί ο όχθος … επάνω εις του γείτονος τον τόπον Βακτ. αρχιερ. 180· άνθρωπος δεν επήγαινε σε σπίτι να κοιμάται Τζάνε, Κρ. πόλ. 4977· β) μέσα (Η χρ. και σήμ. Βλ. Δημητράκ. στη λ. 1): εποίησαν εις φυλακήν την εβδομάδα εκείνην Χρον. Μορ. H 4217· να λούονται εις εκείνον (ενν. το λουτρόν) Λίβ. P 2281· γ) ανάμεσα (ενίοτε και με το επίρρ. επάνω) (Η χρ. και σήμ.): στους Τούρκους αναθρέφετον Χρον. Τόκκων 2029· μεγάλην έχει δύναμιν εις πάντας τους ανθρώπους Διγ. Z 174· δ) κατεύθυνση (καμιά φορά και εχθρική) (ενίοτε και με την πρόθ. προς) (Η χρ. και σήμ.): έδραμα εις βασιλέαν Χρον. Μορ. P 4150· εις προς τη βρύση Πεντ. Γέν. XXIV 42· Εισέ παλάτια βασιλιώ τα μάτια οντέ στραφούσι Ερωτόκρ. Ά́ 187· ως αετός εις πέρδικας αφ’ ύψους επετάσθην Διγ. Z 2919· ε) (με το σύνδ. έως) τέρμα (Η χρ. και σήμ. Βλ. Δημητράκ. στη λ. 6): απελθόντος αυτού και έως εις την Πάτραν Σφρ., Χρον. μ. 7027· στ) απέναντι (Η χρ. και σήμ. Βλ. Δημητράκ. στη λ. 12): ούτως αυτόν εις ήλιον στήσον έως ώρας ή́ Ορνεοσ. 54720· μόνον προθύμως έξελθε εις του αμιρά την τόλμην Διγ. (Trapp) Esc. 7. 2) Ενώπιον: ίν’ όπως μη ονειδισθώ φονεύς εις τας γυναίκας Διγ. Z 3746· να μηδέν ψευσθείς εις τον βασιλέαν Ιστ. πατρ. 16414. 3) Εναντίον (ενίοτε και με το επίρρ. απάνω): μόνοι κατετολμήσατε ελθείν εις μυριάδας Διγ. Z 821· μη σύρει εις αύτον πλέον τινάς απάνω εις την ζωήν του Χρον. Μορ. P 4062· ελάλησαν απομακρέα μη σύρουσιν εις αύτους Χρον. Μορ. H 8402. 4) Χρόνος α) (γενικά) (Η χρ. και σήμ. Βλ. Δημητράκ. στη λ. 5): εισέ καιρό που πόλεμος αδυνατός εκίνα Ερωτόκρ. Έ́ 156· στας δεκαπέντε του Μαρτιού μισσεύγουν Διήγ. Βελ. 149· όποιος του πόθου δούλεψε εισέ καιρόν κιανένα Ερωτόκρ. Ά́ 11· στες δεκαφτά ώρες ήτον ενούς Σαββάτου Τζάνε, Κρ. πόλ. 13619· ο τεθνηκώς εφήκεν τούτο εις τον θάνατόν του Ασσίζ. 13911· β) (διάρκεια): χάρισέ μου τον, να ζει εις χρόνους αμετρήτους Διγ. (Trapp) Esc. 807· μέσα εις τούτον τον καιρόν να ηγνωριστεί ή εις ’ξομολόγημαν ή αφ’ εαυτού Ασσίζ. 989· τρέμει θέλουσιν αυτόν εις χρόνους της ζωής τους Διγ. Z 1444· ως εν τούτῳ μου τον νουν εις ώραν ησχολούμην Διγ. (Trapp) Gr. 2841· πάγεις εις την κόλασιν εις όσα και αν ζήσεις Φυσιολ. (Legr.) 199· να ποίσει εις όσον ξημερώσει την δουλειάν του Κυπρ. ερωτ. 782· γ) επανάληψη (με τακτικό αριθμητ.): εκείνος να έλθει εις την τρίτην φοράν Ασσίζ. 41926. 5) Αιτία: Περίσσια θλίψις στον σκληρόν, τυραννισμένον φόνον Λίμπον. Αφ. 15· εις του κυρού την απονιά πολλά παραπονάται Θυσ.2 412· αγκαλεί … έναν Σαρακηνόν εις χρέος οπού του χρεωστεί Ασσίζ. 5730. 6) Ποιητικό αίτιο: ουδέν ηυρέθηκεν κανείς, ίνα με καταφθάσει| και πολεμήσει, νεώτεροι, κι επάρη μου το κούρσος.| Κι εδάρτε τό έπαθα εις εσάς, ποτ’ ουκ ελησμονώ το Διγ. (Trapp) Esc. 150. 7) Προσέγγιση: όταν σ’ εύρουν εις μικρόν πταίσιμον Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 220· να σμίξει εις σε πόλεμον Χρον. σουλτ. 14418. 8) Σκοπός: τα φυλάττω και κρατώ σ’ ασφάλειαν της αγάπης Χρον. Μορ. H 8744· είχες κατά καιρόν εις φύλαξιν των άκρων Διγ. Z 2360· νουν και πόθον και σπουδήν είχε εις ωφέλειά μου Λίμπον. 37· μια κόρη που ’λεγε κι ήφερνε εις μαρτυριάν της Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [183]· εκάτσαν εις κρισίματα Χρον. Μορ. H 7519. 9) Συμφωνία: τότε θέλειν γίνειν η αγάπη εις την όρεξίν σου Μαχ. 2102. 10) Αναφορά (Η χρ. και σήμ. Βλ. Δημητράκ. στη λ. 8): χαρίεις ην εις όρασιν και κάλλιστος εις γεύσιν Μανασσ., Χρον. 309· άλλη ουκ ήτον ωσάν αυτήν εις ευγενείαν και κάλλος Ιμπ. 38· ελεήμονας και χριστιανός εις πάντας Χρον. Μορ. H 5538· δεκάλιτρο ένα εις το πρόβατο το ένα εις τα εφτά πρόβατα Πεντ. Αρ. XXIX 4. 11) Κατάσταση: είσαι εις του όρκου την στοργήν, τήν όμωσες μετά με Λίβ. Sc. 1457· τον κύρην του που βρίσκεται εισέ μεγάλη κρίση Ερωτόκρ. Γ́ 1004· να του γυρίσει σε κακό κι εισέ πολλή πρικότη Ερωφ. Δ́́ 68· έπεσε εις ζάλην φοβερήν, σ’ αστένειον βαρυτάτην Χρον. Μορ. H 7216· μην πέσει σε αγάπη Διγ. O 56. 12) Όριο: λαβώνει τον εις τον θάνατον Ασσίζ. 4578. 13) Καταμερισμός: εσπάσαν τα κοντάρια ντως κι εις εκατό γενήκα Ερωτόκρ. Δ́ 1681· εις εκατόν εκόπτετον ο νους μου Λίβ. N 472. 14) Για σχηματ. κατηγορουμένου (Βλ. Δημητράκ. στη λ. 10): όσον πλέον έσφαλεν εις πλέον θλίψιν το έχω Χρον. Μορ. H 5898· την θυγάτηρ του, οπού έστελνεν του ρόι Ραγγού εις γυναίκα Χρον. Μορ. H 6319· γονείς και αγχιστάς εις ουδέν ελογίσθην Διγ. (Trapp) Gr. 2274· σε βάρος δεν το παίρνει Ερωτόκρ. Έ́ 387· κράτει το εις αλήθειαν Χρον. Μορ. H 8948· τους μέλλοντας ψηφισθήναι εις επισκόπους Διάτ. Κυπρ. 5124. 15) Για σχηματ. σε θέση αντικ. ή δοτ. προσωπικής ή μη (ενίοτε και με επίθ.) (Η χρ. και σήμ. Βλ. Δημητράκ. στη λ. 12): δια να θαρρέσει εις αυτόν Χρον. Μορ. H 8250· τι πράγματα συνέβησαν δι’ εσέναν εις εμέναν Λίβ. Esc. 1291 (κριτ. υπ.)· το πράμα μπλιό δεν εί’ χωστό στον ένα και στον άλλο Ερωτόκρ. Ά́ 2181· υπαντρεμένη ένι| εις άνθρωπον ευγενικόν Χρον. Μορ. H 7456· ορέχθηκεν εις αύτον Λίβ. N 2569· αυτός εις πόλεμον ησχολείτο Δούκ. 612· είς άνθρωπος εκλητεύει εις την αυλήν μίαν γυναίκαν Ασσίζ. 9513· να ακούσουν εις την φωνή σου Πεντ. Έξ. III 18. 16) Αντικατάσταση (με ακόλουθη την πρόθ. διά): Αν λάχει ότι είς άνθρωπος αμαχεύσει το άλογον του ετέρου ανθρώπου εις διά πέρπυρα κ́́ Ασσίζ. 5424. 17) Ποσότητα ή αξία: εις εξήκοντα χιλιάδας| επουλήθηκεν ο λίθος Βίος γέρ. V 301· ώστε να σβήσω μιαν εγώ, μ’ εκέντα απού την άλλη,| ’ς τόσο που εδώσα οι λογισμοί κι οι εντήρησές μου τόπο Στάθ. (Martini) Β́́ 215· εξ αυτού λάμβανε εις το τρίτον Ορνεοσ. αγρ. 5465. 18) Μέσο, όργανο: Παρηγοράτ’ η Αρετή εις τά τση μίλει η Νένα Ερωτόκρ. Δ́́ 185· μην πλανεθείτε σε φλωριά Περί γέρ. 180· μη μισήσεις τον αδερφό σου εις την καρδιά σου Πεντ. Λευιτ. XIX 17· το λεγάτο του τό του αφήκεν κανείς άνθρωπος εις την διαθήκην του Ασσίζ. 26321. 19) (Με την πρόθ. διά): να πουληθεί εις διά χειρός ετέρου Σαρακηνού Ασσίζ. 15026. 20) Τρόπος (Βλ. και Δημητράκ. στη λ. 9): είπαν την εις τιτοίαν λογήν Μαχ. 48827· επάρετέ τον εις το καλόν Μαχ. 59621· εις θάρρος γαρ και λογισμόν να επάρεις τον Μορέαν Χρον. Μορ. H 5503· Ουδένας να ευρεθεί εναντίος του ορισμού αυτού εις ποινήν της ζωής αυτού, ήγουν να τονε κρεμάσουν όποιος εναντιωθεί Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 20· εκπληρώσετε το πράγμα εις τέτοιον τρόπον Χρον. Μορ. H 6456· ένι γαρ ο Θεός κριτής και κρένει εις το δίκαιον Χρον. Μορ. H 3268. 21) Δικαιοδοσία: έχει σε εις θέλημάν του Χρον. Μορ. H 4123. 22) (Προκ. για κυριαρχία, υπεροχή): να ’ξουσιάσουν εις ψάρι της θαλασσούς και εις πετούμενο του ουρανού Πεντ. Γέν. I 26· Μάιος εβασίλευσεν εις άπαντας τους μήνας Διγ. Z 2769. 23) Προσθήκη (με το επίρρ. επάνω): ή επαφήνω πέρπυρα ρ́́ ή ά́ μάρκα επάνω εις όλα μου τα καλά Ασσίζ. 1437. 24) Όρκος (ενίοτε με το απάνω) (Η χρ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 13): να μαρτυρήσουν απάνω εις την ψυχήν τους με όρκον Ασσίζ. 8116· και εις Θεόν ορκίζουσα και εις ψυχάς γονέων Διγ. Z 2707 μα πάψε γή ζιγώνω σε μιαν ώρα, στο Θεό μου Στάθ. (Martini) Ά́ 188. Εκφρ. 1) Εις (τους) αιώνας = παντοτινά· βλ. αιών(ας) φρ. 2) Εις (το) άκρον, εις άκρον = σε μεγάλο βαθμό, πάρα πολύ: Βλ. άκρον 4 φρ. 3) Εις αλήθειαν, σ’ αλήθειαν = αληθινά· βλ. αλήθεια 3 φρ. 4) Σ’ αληθοσύνη = αληθινά· βλ. αληθοσύνη 3 φρ. 5) Εις άριστον = κατά τρόπο άριστο· βλ. άριστος φρ. 6) Στις αρχές = αρχικά· βλ. αρχή Ββ. 7) Εις βάρος = με κακή διάθεση: παρακαλώ σε, φίλε μου, μη το δεχτείς εις βάρος Χρον. Μορ. H 8732. 8) Εις το γοργόν = γρήγορα: αν ου γερθείς εις το γοργόν, να πάρεις τας ποδιάς σου Πουλολ. 37. 9) Εις (τ’) έν(α) = μαζί, ομού (πβ. εις …) όταν εσμίξουσι εις ένα δυο καρδιές Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 370· να τους αναγκάσει όλοι να ’λθούν εις ένα Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 928. 10) Επάνω εις εκατόν = εκατό τοις εκατό: επάνω εις εκατόν, να έλεγες, ολοσίδηρος ένι Λίβ. P 735. 11) Εις επήκοον (κάπ.) = μπροστά (σε κάπ.) (Η έκφρ. αρχ.): και λόγους εναπέτεινεν εις επήκοον πάντων Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 113. 12) Εις το καθόλου = εντελώς: αναιτίατος ένι εις το καθόλου Γεωργηλ., Βελ. 181. 13) Εις καιρούς = κάποτε: εις δε καιρούς ερώτ’ αυτόν Σπαν. (Λάμπρ.) Va 122. 14) Εις κενόν = μάταια: Μάτην ο κόπος, εις κενόν το σόφισμα της τέχνης Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 249. 15) Εις κοντολογίαν = με λίγα λόγια, κοντολογίς: και εις κοντολογίαν, ποίος ήθελε τολμήσει να αναφέρει Χριστ. διδασκ. 53. 16) Εις κοντόν = σύντομα (χρον.): μέλλει εις κοντόν να δώσω τέλος Κυπρ. ερωτ. 10822. 17) Εις κόρον = με υπερβολή: εκείνοι πάντα πίνουσι το χιώτικον εις κόρον Προδρ. III 312· ει δε πολλάκις ουκ ευρείς πτώμα να φας εις κόρον Πουλολ. 112. 18) Εις κρίμαν = αμαρτωλά: μεν κοιμηθείς εις κρίμαν με άρσεν Μαχ. 46436. 19) Εις το μέγα = υπερβολικά: το να τρώγεις σύντομα και να πίνεις εις το μέγα Προδρ. III 55. 20) Εις μέρος μεν …, εις άλλο δε = από το ένα μέρος …, από το άλλο: εις μέρος μεν οι συγγενείς, εις άλλο δε η μήτηρ Διγ. Z 975. 21) Εις μεσωθιό = στο μέσο: δέντρο της ζωής εις μεσωθιό το περιβόλι Πεντ. Γέν. II 9. 22) Εις μίαν καρδιάν = με ένα αίσθημα: να ποίσετε ομόνοιαν εις μιαν καρδιάν οι όλοι Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 451. 23) Εις οφθαλμού ριπίδα, εις ροπήν οφθαλμού = αμέσως, αυτοστιγμεί: εισέ ροπήν του οφθαλμού γροικά και τα μαντάτα Γαδ. διήγ. 392. 24) Εις το ολιγότερον = τουλάχιστο: να ένι γεγραμμένον μέσα εις την αυτήν διαθήκην εκείνον τό ζητά μετά δύο μάρτυρας εις το ολιγότερον Ασσίζ. 1398. 25) Εις πλάτος = σε μεγάλη έκταση: εις πλάτος υβρίζοντα τον πατριάρχην Ιστ. πατρ. 1459. 26) Εις πλατυσμόν = σε άπλωμα· βλ. εις πληθυσμόν. 27) Εις πλήθος = σε μεγάλο βαθμό: έχει μεν την ζέσιν πλέον,| την θερμότητα εις πλήθος Βίος γέρ. V 98· άγρια ζώα και ήμερα εις πλήθος επιφέρει Διήγ. πόλ. Θεοδ. 7. 28) Εις πληθυσμόν = σε άνθιση: ως βαθύρριζον δένδρον η θνητή φύσις εις πληθυσμόν και πλατυσμόν εληλακυία Μανασσ., Χρον. 376. 29) Εις πληροφορίαν = από πληροφορία: εγνώρισε εις πληροφορίαν το έργον τό του εποίκεν Χρον. Μορ. H 3953· ως είδαμε εις πληροφορίαν, καθώς το εγνωμιάσαν Χρον. Μορ. H 6930. 30) Εις πλησμονήν = πλουσιοπάροχα: τα επίλοιπα σιτηρέσια εις πλησμονήν έδωσεν Ψευδο-Σφρ. 1742. 31) Εις (το) πρόσωπον = κατά πρόσωπο: ποίσε να ιδώ, αυθέντη μου, εις πρόσωπον την κόρην Φλώρ. 1547. 32) Εις σφόδρα = σε μεγάλο βαθμό: έκλαψε εις σφόδρα, σε λαλώ, εις θλίψιν μεγάλην εμπήκεν Χρον. Μορ. H 1810. 33) Εις τέλος = τελικά: μάχην στήσας κατ’ αυτής κατέστρεψεν εις τέλος Βίος Αλ. 1061. 34) Εις υπερβολήν = πάρα πολύ: ηγαπήθησαν εις υπερβολήν Χειλά, Χρον. 352. 35) Χρόνο εις χρόνο = κάθε χρόνο: όμπροστε στον Κύριο τον Θεό σου να το φας χρόνο εις χρόνο Πεντ. Δευτ. XV 20. 36) Εις ώδε = εδώ: εχθές επαραμείναμεν, εστάθημεν εις ώδε Διγ. Z 771. 37) Εις (την) ώρα = πολύ σύντομα: εις ώρα εβγαίνει ο ρήγας με την κόρτε του και θέλει προκλαμάρει Ευγέν. 1032. — Βλ. και εισμίαν.
καβάδι(ν) και ‑ιον- το, Διγ. (Trapp) Gr. 1874 (έκδ. καβάδην), Αχιλλ. O 409, Τάξ. Πόρτ. 43, Σφρ., Χρον. μ. 1813, 3830, Κορων., Μπούας 91, Ψευδο-Σφρ. 25824, 28839, Τριβ., Ταγιαπ. 186, Αιτωλ., Μύθ. (Legr.) 1223, Σταυριν. 520, 526, 557, Διγ. Άνδρ. 39429, Λεηλ. Παροικ. 162, Διγ. O 2917, Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 132.
Από το όνομ. της πόλης Κάβαδα της Καρμανίας (Βλ. Φουρ., ΛΑ 6, 1926, 465 κε. και Ανδρ., Λεξ., λ. καβάδι). Η λ. στον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο (Βλ. Trapp, ΕΕΦΣΠΚ 5, 1989, 186). Η λ. το 10. αι. (Sophocl.).
1) α) Μακρύ ένδυμα (ανδρικό και γυναικείο): εφάνη εις τον πρωτομάστορα άγγελος Κυρίου εις ομοιότητα του βασιλέως, φορεμένος άσπρον καβάδιν Διήγ. Αγ. Σοφ. 15434· το δε καβάδιόν της ήτον ωσάν αραχνιασμένον Διγ. Άνδρ. 3961· β) αγροτικό ή πολεμικό ένδυμα: άλλαξεν και το καβάδιόν του και έβαλεν άλλον ελαφρόν διά το κατάψυχον Διγ. Άνδρ. 3472· Στέκει με το καβάδιν του| ως ένας αγελάρχης,| με την γενειάδαν την μακρέα Πτωχολ. P 1· εφόρουν καβάδιον βαγδάτιν και ήμουν και εζωσμένος ζωνάριον οξύν Διγ. Άνδρ. 38734· γ) πολυτελές ένδυμα αξιωματούχων: έδωκε τον Ακρίτην χαρίσματα, ... δώδεκα βάιες και ευνούχους δώδεκα και καβάδια πολυτίμητα δώδεκα Διγ. Άνδρ. 36119. 2) (Μετων.) αξίωμα: καβάδια τού χαρίσασι κι άλλα πολλά του τάξαν Κορων., Μπούας 9.
καθούρι- το, Θησ. Δ΄ [13], Αιτωλ., Μύθ. (Legr.) 266.
Υποκορ. του ουσ. καθούρα. Η λ. και σήμ. στο κρητ. ιδίωμα (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Β΄). Ο τ. καθόρι στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.).
1) Βροχή, καταιγίδα: που χαλαζώνονται συχνά εκ τα πολλά καθούρια Θησ. Ζ΄ [363]· (μεταφ.) Με λύπην και καρδίας κλαυθμόν, με των δακρύων καθούρια Σκλέντζα, Ποιήμ. 57. 2) Ομίχλη: ευθύς καθούριν έσωσε μετά βροχήν και χιόνιν Απόκοπ. 355.
μετά,- πρόθ., Προδρ. I 152, III 379, Διγ. Z 2524, 3440, Βέλθ. 1287, Φλώρ. 1715, Πανώρ. Δ΄ 249, Ε΄ 400, Ερωφ. Ε΄ 256, 646, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 69, Δ΄ 1960, Ε΄ 991, κ.π.α.· ματά, Απολλών. 611, Φαλιέρ., Ιστ.2 741 κριτ. υπ.· με, Προδρ. III 213, Ασσίζ. 245, Χρον. Μορ. P 4023, Ιμπ. 463, 540, Ερωφ. Γ΄106, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1000, Β΄311, κ.π.α.· μεδέ, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 870, 1292, Αργυρ., Βάρν. K 221· μετέ, Χρον. Μορ. H 289, Απολλών. 265, Πεντ. Γέν. XII 4, XIV 5, 8,17, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Μάρκ. ιδ’ 49· ?μι, Μαχ. 249· μιτά, Μαχ. 615, 8410, Βουστρ. 445 κριτ. υπ., Άνθ. χαρ. 29631, 30028, Κυπρ. ερωτ. 513, 176, 2511, 623, 7513, 809, 8719, 9022, 10114, 11719, κ.π.α.
Η αρχ. πρόθ. μετά. Ο τ. ματά με αφομοίωση (Βλ. Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Α′ 625)· απ. και σήμ. ιδιωμ., συν. ως α’ συνθ. Ο τ. με με ανομοιωτική αποβολή της β’ συλλαβής της μετά σε περιπτώσεις που ακολουθούσε το άρθρο τα (Ανδρ., Λεξ., λ. με· για τον τ. βλ. Hatzid., Einleit. 153, Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 210, Φιλ., Γλωσσογν. Β΄ 157-8, Georgac., Glotta 31, 1951, 205-6)· απ. στο Du Cange και σήμ. Για τον τ. μεδέ, που απ. και σε έγγρ. του 16. αι., βλ. Σβορ., Αθ. 48, 1938, 181. Για τον τ. μετέ, που απ. και σήμ. στην Κάρπαθο (Μιχαηλ.-Νουάρ., Λεξ. 263-4), βλ. Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Α′ 285 και Σβορ., Αθ. 48, 1938, 181. Για τον τ. μι βλ. Dawkins [Μαχ. Β΄ σ. 256]· απ. και στο ιδίωμα της Καππαδοκίας (Dawk., Modern Gr. 624). Ο τ. μιτά και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 657, λ. μητά, Μενάρδ., Αθ. 8, 1896, 449) και στη Μακεδονία. Η λ. και σήμ.
Α´ Πρόθ. (με γεν. ή αιτιατ. και συχνά με τις προθ. αντάμα, μαζί + αιτιατ.) 1) α1) Μαζί με (για δήλ. τοπ. ή χρον. συνύπαρξης, συνάφειας, κ.τ.ό.): Ιερακοσ. 3844, 41514· να είναι όλοι αντάμα του, να στέκουν μετά κείνον Αχιλλ. L 185· Απήρε τον απόλογον, ιστάθην με τας άλλας Βέλθ. 595· δίδω σε …| την Καλομμάτα κι Αρκαδίαν μετά την περιοχήν τους Χρον. Μορ. H 1865· το τραπέζιν έστησαν με την εξόπλισίν του Προδρ. I 241· έν’ το δίκαιον μετ’ εμάς και το άδικον μ’ εκείνους Θησ. (Foll.) I 35· άρματα ουκ είχα μετ’ εμέν Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1211· α2) (για δήλ. κοινής ενέργειας ή πάθους): Βέλθ. 1177· Η γι-Αφροδίτη είμαι εγώ, … που ο ήλιος λάμπει μετά με και φέγγει την ημέρα Πρόλ. άγν. κωμ. 54· πορνικοί με τους γνησίους νιούς ουδέν κληρονομούσιν Ελλην. νόμ. 54215· καταφιλεί την λυγερήν και χαίρεται μετ’ αύτην Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1378· Η γούλα κάστρη καταλεί και μετ’ αυτά διαβαίνει Δεφ., Λόγ. 231· να αποθάνεις μετ’ εμάς και ημείς μαζί μετά σε Παρασπ., Βάρν. C 304· β) και (για δήλ. κοινής πράξης, εμφάνισης, εκδήλωσης, κ.τ.ό., κυρίως ως σύνδεσμος δύο υποκ. ή αντικ.): Προδρ. III 15· ενέμεινε ο μισέρ Τζεφρές μετά τον Καμπανέσην Χρον. Μορ. P 1576· Τα γέλια με τα κλάηματα, με την χαράν η πρίκα| μιαν ώραν εσπαρθήκασι Ερωφ. Γ΄ 1· καθούριν έσωσε μετά βροχήν και χιόνιν Απόκοπ.2 355· την Πανώρια συντηρώ μαζί με την Αθούσα Πανώρ. Ε΄ 249· ως το ήκουσαν οι γυναικάδελφοί του| με την μάνναν τους αντάμα Διγ. (Trapp) Esc. 579· γ) συνοδεία (προσώπων): έρχετον μετά Ρωμαίους και Τούρκους Χρον. Μορ. P 3709· διά να χύσουν αίματα έρχονταν (ενν. οι άρχοντες) με φουσσάτα Ιστ. Βλαχ. 608· επέρασεν ο σουλτάν Ορχάνης … εις την Καλλίπολιν με τρακοσίους σαράντα καβαλαραίονς Μικρ. χρον. Yale 69r· τάσσω του … … εις τον τόπον μας μ’ όλον μας να γυρίσω Ερωφ. Ιντ. δ΄ 58· δ) φρ. ο λογισμός ή ο νους μου είναι μετά μένα = έχω τα λογικά μου: Τα μέλη μου όλα κόβγουνται κι είναι απονεκρωμένα| κι ο λογισμός μου, κάτεχε, δεν είναι μετά μένα Πανώρ. Ε΄ 80· Δεν ξεύρω αν είμαι ζωντανή και μετά μένα ο νους μου Ροδολ. Ε΄ [181]· ο νους μου τση βαριόμοιρης δεν είναι μετά μένα Ερωφ. Ε΄ 268. 2) Βοήθεια, συμπαράσταση, συνδρομή: με του Θεού έχομεν την Αμόχουστον Μαχ. 43415· ο κύριος ο θεός σας οπού πηγαίνει μετ’ εσάς να πολεμήσει γιατ’ εσάς με τους οχτρούς σας Πεντ. Δευτ. XX 4. 3) Εξουσιασμός, υποταγή: Ο Έρωτας μ’ εμπέρδεσε και σκλάβο του κρατεί με| και δουλευτής του εγράφτηκα και μετά κείνον είμαι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1202· να πα και αυτός να δουλωθει μετ’ αυτόν τον αυθέντη Βυζ. Ιλιάδ. 596· Μόνον γυναίκες ήτον πικραμένες| κι εστέκαν με τον Τούρκον σκλαβωμένες Τζάνε, Κρ. πόλ. 13718. 4) (Προκ. για ένδυμα) φορώντας: Προδρ. III 68· μόλις εσώθην εις την γην γυμνός με το βρακίν του Βέλθ. 1110· τα κορμιά κείτονται γυμνά μόν’ με το δέρμα Σταυριν. 382. 5) α) (Με τα ρ. ευρίσκομαι, είμαι) κατάσταση: Σα δυο λιοντάρια, όντε βρεθού με πείναν εις τα δάση Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1057· με μεγάλη έννοια βρίσκομαι πω<ς> περνά η πανιερότη σου Σεβήρ.-Μανολ., Επιστ. 171· με κλάματα ευρίσκονται νύκταν και την ημέραν Θρ. Κύπρ. M 479· σαν ήταν με την έννοιαν διά το περιστέρι Αιτωλ., Μύθ. 4013· βάπτισμα όποια γυναίκα είναι με τα (έκδ. μετά) συνήθειά της δεν το δίδουν Βακτ. αρχιερ. 139· β) (με κατηγορηματική μτχ.): Όταν ίδεις τον ιέρακα μετά των πτερύγων αυτού συνεσφιγμένων (έκδ. συνεσφιγμένον) καθήμενον ώσπερ εν τη φωλεά Ορνεοσ. αγρ. 55129. 6) Χαρακτηριστικό γνώρισμα, ιδιότητα (προσώπου ή πράγματος): εις την Μιλάναν σέβηκε μετά ξανθής του κόμης Κορων., Μπούας 64· αγούρους απέστειλεν με ίππων επιλέκτων Διγ. Z 681· οσπίτι μετά κεραμίδια Ιστ. πατρ. 13713· οι φράροι με ξυλόποδα εξεζωνάτοι τρέχουν Απόκοπ.2 220· εκείνοι τα λαλάγγια συχνάκις με το μέλι,| ημείς δε το αλαλάι τους συχνά με το φαρμάκιν Προδρ. III 319· Ω νεραντζιά με τον καρπόν και λεμονιά με τ’ άνθη Ch. pop. 815. 7) α) Συνοδεία (για δήλ. των συνθηκών ή των περιστατικών που συνοδεύουν μια ενέργεια ή μια κατάσταση): Προδρ. III 359, IV 15, Διήγ. Αγ. Σοφ. 16017· άκου το τι τον έλεγαν μετά μεγάλα δάκρυα Αχιλλ. L 1250· με τον θρήνον τον πολύν τον στρατηγόν ελάλει Διγ. Z 2135· Την στράταν ήρχουμουν ποτέ με πείναν και με δίψαν Προδρ. IV 227· Με πόνους κι αναστεναμούς επέρναν ο καιρός του Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 103· με την ευχήν σου σήμερον άνδρα να τον επάρω Ιμπ. 454· ετσάκισαν τον Μπλάδο με πολύ αίμα Χρον. σουλτ. 11136· σηκώνεσαι με τον πουνέντε και με τον γαρμπή Πορτολ. A 981· αν είσαι με μικρό καράβι, άγουμε όπου θέλεις Πορτολ. A 11624· μέσα κάθεται ο βασιλεύς με θρόνον εις την τέντα Διήγ. Βελ. 503· ομάδι με το στήθος μου ν’ αγγίζει το δικό σου,| ν’ αναστενάζομε μαζί Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 144· β) (σε περίφραση αντί για επίρρ.): Γυρίζει η χήνα με θυμού και λέγει προς τον γλάρον Πουλολ. (Τσαβαρή) 111· στο σπίτι του πατέρα του με την χαρά γυρίζει Διγ. O 1542· Με δίκι’ ο κόσμος έπρεπε μητέραν να σε κράζει Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1109]· Να κάμω παρακάλεσην με την ταπεινοσύνην Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [527]· γ) εκφρ. (1) μ(ε) (την) ανάπαυσίν (ή ανάπαψή) (μου) ή μετά αναπαύσεως· βλ. ά. ανάπαυσις-ση 2 φρ. (2) μετά βίας = δύσκολα (Για τη χρ. βλ. Πηδώνια Κομν., Χορτάτσης 277 σημ. 4. Πβ. και βία 4α.): Όταν ίδεις τον ιέρακα μετά βίας αφοδεύοντα Ορνεοσ. αγρ. 52020· μετά βίας οκάποτε ήλθον τα λογικά μου Λίβ. Sc. 679· μετά βίας ο βασιλεύς απεκεί ελυτρώθην Παλαμήδ., Βοηβ. 137· (με άρν.): Όλοι επηγαίναν και ήρχουντα κάπου κι επαίρναν βήμα| και μετά βίας δεν έβγαινες εκ του Χριστού το μνήμα Σκλέντζα, Ποιήμ. 1146· (3) μετά ’γειάς = ευχή σε κάπ. που απόχτησε καινούργιο ρούχο: Αφέντη Λούρα, μετά ʼγειάς τη φορεσά! Να ζήσω| και απόμακρα εγανάχτησα ποιος είσαι να γνωρίσω Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 479· (4) μετά σπουδής = γρήγορα, βιαστικά (Για τη χρ. βλ. Πηδώνια Κομν., Χορτάτσης 276-7): πάραυτα μετά σπουδής ομπρός οπίσω εστράφη Πικατ. 15· πιλαλεί μετά σπουδής, κρούει τον κονταρέαν Αχιλλ. O 282· τρέχει, συντόμως έφθασεν, μετά σπουδής εσέβην Καλλίμ. 1096· (5) μετά χαράς = ευχαρίστως, πρόθυμα (Για τη χρ. βλ. Ανδρ., Αθ. 51, 1941, 46 και Πηδώνια Κομν., Χορτάτσης 277 ): γλήγορα τό ʼρισεν η κερά μας| μετά χαράς ας κάμομε Ερωφ. Ιντ. α 186· μετά χαράς το έστερξαν μικροί τε και μεγάλοι Ιστ. Βλαχ. 298· και αν πρέπει ν’ ανιμένω, να καρτερώ μετά χαράς Φαλιέρ., Ιστ.2 320· βοήθεια εις τα πάθη του μετά χαράς να δώσεις Πανώρ. Γ΄ 17· μετά χαράς να σου το πω Ζήνου, Βατραχ. 43· δ) φρ. ας είν’ με την υγειά σου = εσύ να ’σαι καλά! (δηλ. δεν εύχομαι κακό εναντίον σου· πβ. το σημερ. με ʼγειά σου, με χαρά σου!): α δεν πονείς τους πόνους μου, ας είν’ με την υγειά σου Πανώρ. Γ΄ 636. 8) Περιεχόμενο: περβόλι ορεχτικό με δέντρη μυρισμένα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1393· ήτο χαρτί με γράμματα εις του ρηγός τη χέρα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 123· είναι τα κεφάλια μας με άνεμον γεμάτα Ιστ. Βλαχ. 508· Ώφου! μαντάτο άπονον …| οπού ’πεσεν στον Χάνδακα με την φωτιά γεμάτο Τζάνε, Κρ. πόλ. 51120. 9) Περίληψη, περιεκτικότητα: εβάσταζε σπόρον με σακκίν Λίβ. Esc. 1087· μύγδαλα με σακκούλι Αιτωλ., Μύθ. 465· ολίγον νερόν με στέρναν Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 171· Τι είναι ταύτα τα φλωρία με το άργυρόν ταφίν; Ιστ. πατρ. 10618. 10) Ύλη: ιμάτιον … μετά και πρασίνου υφάσματος Ψευδο-Σφρ. 28838· έξωθεν ήτον (ενν. τo οσπίτιον) μετά χαλκού Διγ. Άνδρ. 39831· τα κομπιά ολοχύμευτα με το μαργαριτάριν Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1465· με μετάξα και χρουσά τα φύλλα είν’ καμωμένα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 131· έκτισαν δύο πύργους με τας κεφαλάς αυτών Ιστ. πατρ. 14910· άθρωπος ʼδέ νήπιο με το χώμαν Κυπρ. ερωτ. 11135. 11) α) Όργανο ή μέσο: Προδρ. III 314, 315, Ιερακοσ. 40427, Ορνεοσ. αγρ. 53420· κολαφίζει (ενν. ο δενδροκόλαφος) μετά της εαυτού μύτης το δένδρον και μετά το ους ακροάται Φυσιολ. 36721-2· σιγγίλιον βουλλωμένον μετά την σφραγίδαν του αφέντη της χώρας Ασσίζ. 10323· τον Μούλιον ομοίως| μετά δόρυ περονίζει Ερμον. Τ 294· με νερό τα κάρβουνα γλήγορα να τα σβήσω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 258· το δε τρυγόνιν έφερε νερόν με τα πτερά του Βέλθ. 1184· με τα χέρια μου να πάρω τη ζωή μου Ερωφ. Α΄ 278· ν’ αρματωθεί (ενν. ο Έρωτας) με πονηριές, να μασε πολεμήσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1046· να την πάρει γυναίκαν με στεφάνιν Ασσίζ. 978· να σε δείρει ο Κύριος με τον πειρασμό Πεντ. Δευτ. XXVIII 22· άπλωνε τους λόγους του με πολλά παραδείγματα της θείας γραφής Ιστ. πατρ. 1172· β) (προκ. για πρόσωπο): μου μήνυσε με τον Αρμόδη Ερωφ. Ε΄ 277· πέμπει συχνομηνύματα στον καίσαραν τον μέγα| με αποκρισιάρην φρόνιμον Διήγ. Βελ. 461 να δείξει με μάρτυρας εκείνον τό του αφήκαν Ασσίζ. 172· γ) (προκ. για αριθμητικές πράξεις): μοίρασον αυτά με τον μοιραστήν σου και έρχουνται πούντοι αθ’ Rechenb. 8911· όσα άσπρ(α) επίασεν να τα πολλ(α)πλασιάσ(ει) με τ(α) γ’ Rechenb. 442· μοίρασε τα με έξι Καραβ. 49211. 12) Τρόπος: επούλησαν και κορίτσια και παιδιά και μετ’ αυτό εγλύτωσαν Κώδ. Χρονογρ. 63· Τα δάση ετούτα ολημερνίς τα πάθη σου γροικούσι (παραλ. 1 στ.) και μετά τούτο την καρδιά λιγάκι αλαφραίνεις Πανώρ. Α΄ 221· έρριψ’ από τα ομμάτια μου τον ύπνον μετά βίαν Λίβ. P 318· θέλω να τρως τον άρτον σου μετά τον ίδρωτά σου Πικατ. 525· με δύναμης τα άρπαζαν (ενν. τα άγια) κι ερίχτασίν τα κάτω Χρον. Μορ. H 15· τα δυο (ενν. κορμιά) με μια ψυχή στον κόσμ’ απάνω ζούσα Ερωφ. Ε΄ 299· εις τον Θεόν να ελπίζεις με όλης της καρδιάς σου και εξ όλης της ψυχής σου Σπαν. (Ζώρ.) V 54· Ορίζει νά ’ρθουν οι άρχοντες όλοι εις το παλάτιν| τιμητικά, με παρρησίαν Ιμπ. 469· εδιάβη ο σουλτάν Μουράτης και την επήρε (ενν. τη Σαλονίκη) με πόλεμον Χρον. σουλτ. 6032· δεν θέλω να πηγαίνω με βία βία να κάμω πολέμους Χρον. σουλτ. 7337. 13) Μέτρο: μάκρος του βηλαριού του ενού τράντα με την πήχη Πεντ. Έξ. XXVI 8. 14) Όρος: έστερξε την αγάπη με τοιούτο, ότι να χαλάσουνε τον τοίχο του Εξαμιλίου Χρον. σουλτ. 6114· θέλετε ακούσει το δίκαιον των ανθρώπων και των γυναικών οπού δουλεύουν με μηνίο με άλλους λας Ασσίζ. 31911. 15) Συμφωνία, συμμόρφωση: έχει εξουσίαν (ενν. ο υιός) να κάμει διαθήκην μετά γνώμην του πατρός του Βακτ. αρχιερ. 136· ένι κρατούμενος να γυρέψει τον θάνατόν του με το κείμενον και με την ασσίζαν Ασσίζ. 4663· η αυλή εντέχεται να του ποίσει πλέρωμαν εις τα άνωθεν πέρπυρα κι με το δίκαιον και κατά την ασσίζαν Ασσίζ. 5410· εάν να γίνεται ότι κανείς άνθρωπος εις τας ρηθείσας ημέρας να ορμαστεί με τον νόμον και με την αγίαν του Θεού εκκλησίαν Ασσίζ. 1265-6. 16) Αιτία: Χαρά σ’ εσένα, Αβραάμ, …| με την εμπιστοσύνην σου Θυσ.2 944· Εξύπνησεν η νένα της με τη φωνήν εκείνη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 79· έμεινε ο Πελάγιος εις έκσταση με τούτη τη μελωδία Ζήν. Δ΄ μετά στ. 102· Εθαύμασε ο Φίλιππος μ’ εκείνο το ορνίθι Αλεξ. 213· με το να τον ηξεύρουν οι άνθρωποι το πως είναι μωρολωλός, δεν τον εσυνορίζονταν Συναδ., Χρον. 39· τινάς δεν εσέβην εις το μέσον …, με το να ήταν μεγάλη υπόθεσις Συναδ., Χρον. 52. 17) Ποιητικό αίτιο: Οπού χύνει αίμα του άθρωπου με τον άθρωπο το αίμα του να χυθεί Πεντ. Γέν. IX 6. 18) Εχθρική ενέργεια ή διάθεση: ο Μουσουλμάνος … απέρασε από το στενό της Καλλίπολης να πολεμήσει με τον Μουσά Χρον. σουλτ. 4326· να μάχεσαι με τους κακούς Πικατ. 343· το πόρτο έπιασεν (ενν. ο Θησεύς) τότε των Αμαζόνων| με πόλεμον οπὂποικεν μετά εκείνες μόνον Θησ. (Foll.) Πρόλ. I 12· άρχισε μάχην δυνατή μετά τους Βενετίκους (ενν. ο Παλαιολόγος) Χρον. Μορ. P 1286· είναι γαρ παιδευτικοί εις μάχην με τους Τούρκους Χρον. Μορ. H 3581· Τόσον σκλερή γοιον δείχνεις μετά μένα, δεν είσαι Κυπρ. ερωτ. 215· στέκουν και τους βλέπουσι και μετ αυτούς γελούσι Αιτωλ., Μύθ. (Legr.) 11412. 19) α) Αντίθεση, εναντίωση (με επόμ. το επίθ. όλος): Ενίκησά σε, Σολομέ πάνσοφε, με όλην σου την δόξαν Διήγ. Αγ. Σοφ. 1594· χωστά του βασιλιού δεν έπρεπε να κάμω,| μ’ όλα τα πάθη που ʼγνωθα, με το παιδίν του γάμο Ερωφ. Α΄ 402· να πολεμήσει με τσ’ οχθρούς μ’ όλη την όρεξήν του Ερωφ. Ιντ. δ΄ 31· β) εκφρ. (με επόμ. το επίθ. όλος στον εν. και πληθ. ουδ. και τις αντων. εκείνο, που, τούτο και τους τ. τους στον εν. και πληθ.) = μολονότι, παρόλο που, αν και, ωστόσο: μ’ όλον εκείνο, Πανώρ. Δ΄ 43· με όλον οπού, Πηγά, Χρυσοπ. 99(21), 254(10), 302(10), 307-8(9), 327(2), 331(11), Λούκαρ., Διάλογ. 22920· μ’ όλο απού, Πανώρ. Β΄ 289, Ροδολ. Χορ. Β΄ 12· μ’ όλον οπού, Φορτουν. (Vinc.) Αφ. 35, Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 15, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 906· μ’ όλον που, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1648], Τζάνε, Κρ. πόλ. 39412· μ’ όλο που, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 256, 841, Β΄ 469, Στάθ. (Martini) Β΄ 152, Λίμπον. 246, Ερωφ. Ιντ. β΄ 151· με όλον ετούτο, Λεηλ. Παροικ. Αφ. 7· με όλον τούτο, Πηγά, Χρυσοπ. 302 (10), Πορφυρόπ., Μετάφρ. Ανεκδ. Προκοπ. 218· με όλον τούτον, Κυπρ. ερωτ. 15320· με τούτον όλον, Ροδινός (Βαλ.) 103, 193· με τούτο όλον οπού, Γερμ. Λοκρ., Γράμμ. 91· μ’ όλο ετούτο, Πανώρ. Β΄ 303· μ’ όλον ετούτο, Πανώρ. Β΄ 363, Ερωφ. Γ΄ 153, Ιντ. γ΄ 31, Δ΄ 259, 297, Ε΄ 337, 373, Κατζ. Α΄ 310, Β΄ 215, Γ΄ 29, Δ΄ 413, Σουμμ., Ρεμπελ. 174, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 185, Ροδολ. Β΄ [405], Ζήν. Α΄ 16· μ’ όλον ετούτον, Ροδολ. Γ΄ [19]· μ’ όλον τούτο, Ερωφ. Ε΄ 447· μ’ όλον τούτο οπού, Σουμμ., Ρεμπελ. 169· μ’ όλο τούτο, Ροδολ. Α΄ [9]· μ’ όλα αυτά, Φαλιέρ., Ιστ.2 428· μ’ όλα αυτείνα, Φαλιέρ., Ιστ.2 662· μ’ όλα κείνα, Κατζ. Α΄ 361· μ’ όλα τούτα, Μεταξά, Επιστ. 47, Κυρίλλ., Επιστ. 38: είμαι σαν έναν ακριβό πὄχει τσι θησαυρούς του| χωσμένους ʼς τόπο αδυνατό, μ’ όλον ετούτ’ ο νους του| στέκει με χίλιους λογισμούς Ερωφ. Γ΄ 136· μ’ όλο που στην αρχοντιά και πλούτη δεν του μοιάζει,| ο πόθος τούτα δε θωρεί, η αγάπη δε λογιάζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 623. 20). 20) Αναφορά: ήτον τέλειος θεός και άνθρωπος μετά πάντα Συναξ. γυν. 125· εύκαιρα μετά μένα| κοπιάς, Αλέξη, κάτεχε Πανώρ. Γ΄ 523· γιατί ήρθες τη δασκάλισσα να κάμεις μετά μένα Ερωφ. Ε΄ 634· ουδέποτέ μου μετά με, ψυχή μου, να σ’ αρνήθη Φαλιέρ., Ιστ.2 720· βάνεις τα απάνω μου τά ουδέν με εμέ τυχαίνουν Χρον. Μορ. H 4179· με τον πατέρα σου να ποίσομεν να σ’ έχει| ώσπερ ηγαπημένον του και γνήσιον τεκνίον Βέλθ. 191. 21) (Χρον.) χρονική σύμπτωση (εδώ με προηγ. την πρόθ. αντάμα): Αντάμα, λέγω τους, μ’ εσάς εχάσασιν το φως τους Απόκοπ.2 233. 22) (Χρον.) χρονική ακολουθία: Ιερακοσ. 49520, Ασσίζ. 36721, 3908, Βέλθ. 72, Αχιλλ. L 911, Μαχ. 47816· (ιδιάζ. σύντ. με γεν.): ωνομάζετο Μουσούρ προ τούτον βαπτισθήναι,| μετά δε του βαφτίσματος εκλήθη Ιωάννης Διγ. Z 4169· (με έναρθρ. απαρέμφ.): Γυναίκα τις μέλλουσα να ορμαστεί ετάχτη μετά το ορμασθήναι να δώσει του ανδρός μεγάλην προίκα Ελλην. νόμ. 52921· μετά το ρίψαι το βαμβάκιν παράβαλε αυτῴ ορνιθοπούλου ήμισυ μέρος Ορνεοσ. 57918· μετά το αφυπνήσαι με εξήλθεν εις το δένδρον Διγ. Z 2855· (με λ. που δηλ. χρον. διάστημα): Λίβ. P 161, Διγ. Z 2588, Θησ. (Foll.) I 2, Πτωχολ. α 433, Ιστ. πατρ. 15911· ήλθεν με τον χρόνον και την ημέραν να ζητήσει τίποτες Ασσίζ. 38921· με ολίγην ώραν ήρτεν ο κούντης της Τρίπολης Βουστρ. 523· με ολίγες ημέρες έρχισεν και επαρακίνα … το κορμίν του Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 460· με ημέρες λιγοστές στην Κρήτην είχε σώσει Άλ. Κύπρ. 948. 23) (Χρον.) βαθμιαία μετάβαση από μια κατάσταση σε άλλη (με το ουσ. καιρός): το μικρό με τον καιρόν εγίνηκε μεγάλο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 298· ετούτ’ η μάχη με καιρό φιλιά κι αγάπη φέρνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 177. 24) (Χρον.) εκφρ. α) μετά βραχύ, μετά μικρόν, με ολίγον = ύστερα από λίγο: μετά δε βραχύ εις ύδωρ αυτόν (ενν. τον ιέρακα) δύσον Ιερακοσ. 46420· Ο κηπουρός μετά μικρόν εκείθεν εμετέστην Καλλίμ. 2065· με ολίγον εστράφη ο εις από τους δύο Ασσίζ. 8131· β) με (την) ώρα = β1) σύγκαιρα, ταυτόχρονα (Βλ. Martini [Στάθ. σ. 164]): ταραχής η θάλασσα μαντάτο μουρμουρίζει| και με την ώρα μάχεται Στάθ. (Martini) Β΄ 3· β2) έγκαιρα: Δος μας την τώρα γλήγορα να φύγομεν με ώρα Διγ. O 318· β3) (επιτ.) πάνω στην ώρα: Μα τον Πανάρετο θωρώ και με την ώρα μπαίνει Ερωφ. Β΄ 235· το δάσκαλο βλέπω πως απροβαίνει,| απού τον ήθελα, απατά και με την ώρα μπαίνει Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 136· γ) με τον καιρόν βλ. καιρός Δ΄ 3· δ) με τον καιρόν ομάδι = τώρα αμέσως: έλα λοιπόν και ας πηαίνωμε με τον καιρόν ομάδι Φαλιέρ., Ιστ.2 172. 25) Τοπική ακολουθία, διαδοχή: μετά στράταν ικανήν έχει κρημνώδη τόπον Καλλίμ. 170. 26) Με επόμ. τις αντίθ. σε σημασ. προθ. δίχα, δίχως, διχωστάς, χωρίς κατά συμφ. αντί των απλών δίχα, δίχως, κ.λ.π.: Τρεις κορασές ενέθρεφεν με δίχως την μητέρα Βίος αγ. Νικ. 151· μες στον παράδεισο εκρύφτην| με δίχα το μαντίν της Κυπρ. ερωτ. 9438· με δίχα κάψα λάμπουν τ’ άστρα Κυπρ. ερωτ. 1059· με διχωστάς τιμή τα πλούτη δε φελούοι Ερωφ. Ε΄ 619. 27) Για σχηματ. σε θέση αντικ. ή δοτ. προσωπικής ή μη με ρ. που δηλ. σχέση και επικοινωνία, φιλική ή εχθρική: δεν είναι άξιον ποτέ να τον συγκρίνωμεν μετ’ εκείνου Διγ. Άνδρ. 34137· Υπάγει να απαντηθεί εκείνος με τον ξένον Ιμπ. 108· μ’ εκείνον να μιλήσεις Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 58· έδωσεν πεσχέσιον φλωρία χιλιάδες δύο, ότι ο δεφτερδάρης δεν ευχαριστάτον με χίλια Κιγάλα, Σύνοψις ιστοριών υλθ΄· Η Άντρος με τα Ψαρά βλέπονται γρέγο γαρμπή, μιλιά ο΄ Πορτολ. A 27313· έλαβεν μνήστρον μετ’ αυτής Ελλην. νόμ. 5164· να παντρευτεί μ’ όποιο απ’ αυτούς θελήσει Ερωφ. Β΄ 427· ο ρήγας μετά προθυμίας μετά σε συγγενέψει Χρον. Μορ. H 6334· εάν ο υιός πέσει μετά της μητρυιάς του Ασσίζ. 1879· μία μεγάλη θεά … θέλει να ευρεθεί μετ’ εκείνον Ροδινός Νεόφ. 229· ο Βέλθανδρος κοιμάται με την νύμφην Βέλθ. 1040· Εάν γίνεται ότι έναν άνθρωπον οπού ουδέν ένι απέ την χώρα καταδικάζεται με έναν άνθρωπον της χώρας Ασσίζ. 33813· ο ρήγας αγγρίστην μετά του Μαχ. 1888· ηθέλησα να εχθρευτώ με μεγαλύτερόν μου Αιτωλ., Βοηβ. 120· (με επίθ.): ο βασιλιάς είν’ σπλαχνικός, γλυκύς με πάσαν ένα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 227· (με ουσ.): συνθήκας έποικεν μετά τους κεφαλάδες Χρον. Μορ. P 50· ο Κύριος ο Θεός μας έκοψε μετ’ εμάς διαθήκη Πεντ. Δευτ. V 2· ειρήνην ήθελε με τον καθένα να ’χει Ιστ. Βλαχ. 98· Εγροίκησα το κακόν θέλημαν τό έχετε μετά μου Μαχ. 4819· ο ρήγας εποικεν αγάπην μετά τους Μαχ. 37415· έχετε μεγάλον άδικον μετά μου Βουστρ. 512. Β´ (Επίρρ.) έπειτα: άναψαν τα κερία οπού είχεν εις τας χείρας του και μετά τα άναψεν και ο λαός εκ των χειρών του πατριάρχου Προσκυν. α′ 11633.
να (I),- μόρ., Προδρ. IV 22, Ασσίζ. 9325, 21931, Χρον. Μορ. P 468, 3531, Λίβ. Sc. 1544, Λίβ. Esc. 2386, Λίβ. (Lamb.) N 176, Αχιλλ. N 1317, Αχιλλ. O 115, 220, Χρον. Τόκκων 59, 771, Μαχ. 705, 32221, Απόκοπ.2 89, Χρον. σουλτ. 5728, Κυπρ. ερωτ. 96, 363, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 410, Β΄ 13, 247, Γ΄ 126, Δ΄ 409, Ε΄ 127, Ερωφ. Ιντ. α΄ 28, Ιντ. β΄ 80, Ιντ. γ΄ 67, Ιντ. δ΄ 16, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 345, Β΄ 115, Γ΄ 150, Δ΄ 565, Ε΄ 667, Στάθ. (Martini) Β΄ 122, Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 98, Β΄ 462, Τζάνε, Κρ. πόλ. 2381, Ζήν. Β΄ 164, κ.π.α.· ναν, Πιστ. βοσκ. V 2, 103, Σεβήρ.-Μανολ., Επιστ. 171, Σουμμ., Ρεμπελ. 162, 166 δις, Ευρετ. Ερωτοκρ. 765390· νε, Ασσίζ. 41517.
Από τον αρχ. σύνδ. ίνα με αφαίρεση του ι (Βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 493-4). Στον τ. ναν το ν ευφωνικό πριν από λ.που αρχίζουν από τ. Η λ. και σήμ.
I. Σε κύριες προτάσεις Α´ 1) Με οριστ. ιστορικού χρόνου εκφράζει α) επιθυμία ή ευχή απραγματοποίητη (οριστ. ευχετική· πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 287): Να βρέθηκα μιτά της δίχως ήλιον| και μεν μας εθωρούσαν παρά τ’ άστρα Κυπρ. ερωτ. 10631· Χριστέ, να ʼράγην το πλακί, να σκόρπισεν το χώμα,| να ʼγέρθημαν οι ταπεινοί από τ’ ανήλιον στρώμα! Απόκοπ.2 243, 244· είπεν εξ όλης του καρδιάς: «Να μη είχα εγεννήθην ... » Βέλθ. 427· β) κ. δυνατό ή ενδεχόμενο (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 188, να δυνητικό· πβ. όμως και Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 289, οριστ. δυνητική με το μόρ. θα με την ίδια σημασ.): εστέκαν τέσσαρεις αετοί στα πόδια τον κρεβάτου| και να ʼπες ότι τον κράβατον θέλουσιν να αρπάξουν Αχιλλ. L 511· να είδες αγούρους θαυμαστούς, σπαθεάς δοκιμασμένας,| ουδέναν εδευτέρωναν να μην τον ρίψουν κάτω Αχιλλ. N 512· η μέση του να έλεγες ωραίον δακτυλιδίτσιν Ιμπ. 80. 2) Σε ευθείες ερωτ. προτάσεις συνοδεύει οριστ. ιστορικού χρόνου προκ. να εκφραστεί η αμφιβολία εκείνου που ρωτά για το αν θα πάρει απάντηση (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 319): είντα να θέλαν ποίσειν οι ν’ μέσα εις το κάτεργον; Μαχ. 3604· ποιον να είχε πιάσει και ο αγάς; ποιον να ήθελε φονέψει;| ή ποίον από τους φονείς στην Πόλην να είχε πέψει; Λίμπον. 423, 424· Πότε να επεριεπάτησες το κάστρον της ψυχής μου;| Πότε τον πύργον της εμής καρδίας να εδιέβης; Λίβ. Sc. 278, 279. Β´ 1) Με υποτ. εκφράζει: α) απλή βούληση, στο α΄ πρόσ. εν. ή πληθ. (υποτ. βουλητική· Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 305): να σας ειπώ μερτικόν απέ την αρχοντίαν τήν είχεν ο σιρ Φρασές Ουλαχά Μαχ. 823· την πεσματιά και τον χαημόν εγώ ʼς κακιά δεν τα ʼχω,| μα πάντα να’σαι αφέντης μου, να σε τιμώ όπου λάχω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1674· όμως να έλθωμεν εις το προκείμενον Ιστ. πατρ. 1893· (με προηγ. την προσωπ. αντων. ως εμφαντικό υποκ. για να εκφραστεί έντονη θέληση· Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 306): η καύκ’ απέσωσε του κυρ Γεώργου Ρώσω (παραλ. 1 στ.) και λέγει της Τζαβούλαινας: «Εγώ να σε ʼκανώσω» Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 477· ας είναι κι εις τα ξένα,| εγώ να ʼμαι για λόγου του κι εκείνος ογιά μένα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1138· β) προτροπή, παραχώρηση, προσταγή, στο β΄ και γ΄ πρόσ. εν. ή πληθ. (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 307): στρατιώτες μου να ʼρθείτε,| ʼς τούτη τη βρύση σκύψετε ... να πιείτε Ερωφ. Ιντ. β΄ 51, 52· Να ηγνωρίζετε καλά ότι ο νόμος ... ορίζει ... ότι ουδέν εντέχεται να έχει διαφοράν όποιος το γράψει Ασσίζ. 14315· να είναι κραυγή μεγάλη εις όλη την ηγή την Αίγυφτο, ος σαν αυτό δεν εγένην Πεντ. Έξ. XI 6· όποιος νικητής βγει ... (παραλ. 1 στ.) να ʼχει τα δώρα τ’ ακριβά Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β 126· γ) απειλή, στο β΄ πρόσ. (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 308): Μην ʼπαίρνεσαι σ’ ό,τι ήκαμες, ρηγόπουλε αντρειωμένε,| και να γνωρίσεις σήμερο ο Αντρόμαχος ποιος έναι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1596· δ) ευχή (υποτ. ευχετική· Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 308): Μαγάρι εδά να συβαστεί, μαγάρι να το θέλει,| μαγάρι εσένα, όχι αλλουνού, γυναίκα να σου μέλλει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 227, 228· Καλά να ’ν’ τ’ άστρη, ο ήλιος, το φεγγάρι,| η γη και τα νερά στο διάφορός σου Κυπρ. ερωτ. 10445· (σε παρενθετική πρόταση συν. με την υποτ. του ρ. ζω, ως όρκος ή ισχυρή επιβεβαίωση· βλ. ά. ζω Α 1γ): δίδω σού τα και μπορεις με τα μισά, να ζήσω,| να ντύνεσαι καλότατα, να μ’ ακλουθάς ’ποπίσω Στάθ. (Martini) A΄ 181· ’ξέβησαν οι στρατιώτες τους μετά πολλής της τόλμης,| αλλά ...,| να ζω, να ζεις, να χαίρεσαι και εγώ, κόρη, μετά σου,| ... σπαθεάς εχάρισα είτινα ηύρα έμπροσθέν μου Αχιλλ. N 1375· Λέγω σου είναι και όμορφη περίσσια εις τα κάλλη,| να ζήσω, κι εις την χώρα μας, κρένω, δεν βρίσκεται άλλη Ευγέν. 788· σας θυμούμαι πάντα μου, να ζήσει η ψυχή μου Ευγέν. 1298· ε) έκπληξη (υποτ. της έκπληξης· Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 310): Ο παντοδύναμος Θεός έπεψεν τον υιόν του ... και έπαθεν ... και τούτος ο μέγας μάστρος, ο φίλος μου, να κρατεί τούτον το κακόν; Μαχ. 145· ς) σε συνεκφ. με το μόνο (να), αξίωση ή παράκληση που είναι ταυτόχρονα και υπόθεση (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 308 σημ. β): με νίκη θέλομεν εβγεί και με τιμή μεγάλη,| μόνο να μη θελήσομε να λείψομ’ απατοί μας Ερωφ. Ιντ. δ΄ 19· νικούμε τον τον Δάρειον, μόν’ να ’ν’ καλή η καρδιά μας Αλεξ. 710. 2) Συνοδεύει υποτ. σε διηγήσεις ή περιγραφές περασμένων γεγονότων αντί οριστ. παρατ. (υποτ. διηγηματική· Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 314): Σαΐτες ανερίφνητες στην χώραν να πετούσι,| μέσα τσι ρούγες να ’ρχουνται πλείστοι να σκοτωθούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 15215, 16· Να βγαίνουν από δυο μερές ...| να πιάνουν τους Αγαρηνούς, να παίρνουν τα παβιόνια,| κι άλλα πολλά εκάνασι Τζάνε, Κρ. πόλ. 5321. 3) Σε ευθείες ερωτ. προτάσεις εκφράζει α) απορία (υποτ. απορημ.· Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 320): άνθρωπον κενόδοξον τις να τον αγαπήσει; Σπαν. A 239· Κι εγώ η καημένη είντα να πω στον κίντυνον οπού ’μαι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 147· πώς να παινέσω σήμερο κείνα που σ’ αφουκρούμαι; Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 148· β) αγανάκτηση ή δυσφορία (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 321): Γιάντα δεν έσφαξες εμέ πρώτα, γιατί ν’ αφήσεις| τόσο κακό τ’ αμμάτια μου να δούσινε; Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 413. 4) Συνοδεύει υποτ. προκ. να εκφραστεί αμφιβολία ή κ. το ενδεχόμενο αντί θα και οριστ.: τῳ βασιλεί σου πρόσδραμε, λέγε τα πταίσματά σου·| ο βασιλεύς φιλάνθρωπος και να σε συμπαθήσει Γλυκά, Στ. 523· χάριν αυτού μη θλίβεσαι, μηδέ συχνοστενάζεις·| η ζάλη τούτη να διαβεί, πάλιν να ελθεί γαλήνη Γλυκά, Στ. 314. IΙ. Σε δευτερεύουσες ονοματικές προτάσεις Α´ Ειδικές 1) α) Εισάγει ειδική πρόταση που εκφέρεται σε οριστ. (μετά από τα ρ. κρίνω, νομίζω, κ.τ.ό.) και χρωματίζει έτσι αυτό που σημαίνει η πρόταση ως κ. αμφίβολο (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 58): Τα ρούχα του Ρινάλδο μου τούτα πως είν’ γνωρίζω| και κρίνω να ’φυγε αποδώ κι όλη να τρέμω αρχίζω Ερωφ. Ιντ. β΄ 146· Μ’ αν το πιστεύγει, ολοτενιάς να κουζουλάθη κρίνω Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 615· Χρόνους εκαρτερήσαμεν, νομίζω να ήσαν δύο Λίβ. N 2550· Λύπη τ’ αφτιά σας μηδεμιά κρίνω να μου γροικήσα Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 136· β) συνοδεύει πλεοναστικά τους ειδικούς συνδ. ότι, πως σε προτάσεις που εκφέρονται σε οριστ.: βαρύν φουσσάτο·| ως χιλιάδες είκοσι παντέχω ότι να ήτον Χρον. Τόκκων 435· Πιστεύομεν και ομολογούμεν ότι πως ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός να ενομοθέτησε το ιερόν του Δείπνον Χριστ. διδασκ. 150. 2) α) Εισάγει ειδική πρόταση που εκφέρεται σε υποτ.: μεν νοιαστείς ποτέ μου να σκαλέψω| την έννοιαν μου αχ το δειν των αμματιώσ σου Κυπρ. ερωτ. 635· λέγει της …| … ως ξημερώσει, ό,τι ζητά να της τα φανερώσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 688· (με επόμ. το θα για να εκφραστεί η έντονη επιθυμία του υποκ. γι’ αυτό που δηλώνει η δευτερεύουσα πρόταση· βλ. Μανούσ., Χρ. Κρ. 1, 1947, 573): ανέν και η Ήρα ...| γροικά το μήλο το χρουσό να θα κλερονομήσει,| ’ς τούτο πολλά λανθάνεται Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. α΄ 45· την εικόνα τση θεάς εβλέπω και όλη τρέμει| και σώπασε, γιατί θαρρώ να θα μασε μιλήσει Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. γ΄ 89· β) συνοδεύει τους ειδικούς συνδ. ότι, πως σε προτάσεις που εκφέρονται σε υποτ. και εκφράζεται κ. το αμφίβολο ή ενδεχόμενο: ελόγιασεν η λυγερή πως ν’ αγαπά άλλη κόρη| το ταίρι τση Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 655· Μην βάλεις εις τον νουν σου ότι χωρίς αυτήν να γυρίσομεν οπίσω Διγ. Άνδρ. 3235· με τι να ξέρω ότι να την κλερονομήσω; Πεντ. Γέν. XV 8. Β´ Βουλητικές 1) Εισάγει βουλητική πρόταση που εκφέρεται σε υποτ. (άρν. μη) α) μετά ρ. κυρίως βουλητικά και δυνητικά ως αντικ. του ρ. της κύριας (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 77-81): φίλος μου ... πάντα μου θέλω να ʼσαι Ερωφ. Ιντ. δ΄ 110· πώς η Τύχη ενάντιον σας να κλώσει εσυγκατέβη; Απόκοπ.2 390· πε στο βασιλιό σου| να στείλει τσι στρατιώτες του Ερωφ. Ιντ. δ΄ 56· μηνούσιν τον Ιμπέριον να ’λθει εις το παλάτιν Ιμπ. 461· ορίζει ο βασιλεύς να αρματωθεί φουσσάτον Διήγ. Βελ. (Foll.) 390· ως υποκ. απρόσ. ρ. ή έκφρ. (Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 81-83): του δερματιού τα πόδια έτσ’ εσαλεύγα,| που εφαίνετο πως άνθρωπο ν’ αρπάξουν εγυρεύγα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 354· Περί εκείνου οπού κάμνει το αγκάλεμάν του με τους μάρτυράς του, τείντα εμπαίνει να πλερώσει Ασσίζ. 2307· Στα χείλη οπού μου εσφάξασι λίγ’ έλειψε να πέμψω| μιαν δυνατή δαγκωματιά Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [271]· είναι ντροπή σου ... τα ψόματα να λέγεις Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 883· ως προσδιορισμός, διασάφηση όρου της κύριας πρότασης (Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 83-88): Περίσσια είχα πεθυμιά ...| να σασε δούσιν όλες σας τ’ αμμάτια τα δικά μου Ερωφ. Ιντ. α΄ 128· Μη με καταδικάζεις (παραλ. 3 στ.). Σώνει άμετρός μου και πολύς φόβος να με σκοτώσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 99· β) μετά το ρ. κάμνω και τροπ. επίρρ. (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 85): ποτέ μου ...| δε θέλω πει «κακά ’καμα να σμίξω μετά κείνο» Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 106· δεν κάμνεις καλά να ʼσαι κρυμμένη Κυπρ. ερωτ. 452· γ) μετά τις προθ. δίχως, άνευ (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 88 σημ. β): εντέχεται να τον κρατεί εις την φυλακήν ..., άνευ να του κακοποιήσει, άχρι να πλερωθεί Ασσίζ. 31531· χωσμένο να τον έχει,| δίχως κιανείς πού βρίσκεται ποτέ του να κατέχει Ερωφ. Ιντ. α΄ 56· Τον ουρανό στολίζει …| … η πορπατηξά σου,| δίχως ποτέ τη στράτα τση να σφάλει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Χορ. δ΄ 716. 2) Συνοδεύεται πλεοναστικά α) α1) από το σύνδ. ότι: ειπές του Ααρών ότι να ανακατώσει το νερόν με την ράβδον Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 158v· ο βασιλεύς επρόσταξε ότι να μνημονεύεται και αυτή ομού με τον βασιλέαν Διήγ. Αγ. Σοφ. 14914· όταν είδαν οι μαστόροι ότι αυτό το ξύλον ήτονε από τρεις λογές, ... ηθέλησαν ότι να το μάθει ο Δαβίδ Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 195v· ελπίζω εις το έλεος του Θεού ότι να ευτυχήσεις Χρον. Μορ. H 1389· α2) από το σύνδ. διά: όσες έναι οπού το ʼκάμαν| τούτο το κακόν το πράμαν,| δύσκολα διά να το αφήσουν Συναξ. γυν. 695· Κανείς ... απ’ όλον το φουσσάτο| τούτον ουκ εδυνήθησαν διά να τον απαντήσουν Ιμπ. 352· α3) από το σύνδ. πως: τάσσω σου κι εσένα (παραλ. 1 στ.) πως τση κεράς σου συντροφιά στον Άδη να σε πέψω Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 635· κάθεται και λέγει παραμύθια,| λογιάζοντας πως μετ’ αυτά το νου μου να σκοτίσω Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Χορ. Ϛ΄ 613· α4) από τους συνδ. ότι πως: περί απροίκου γάμου γυναικός, οπού προίκα δεν έταξεν ότι πως να δώσει Βακτ. αρχιερ. 136· α5) από το σύνδ. όπως: επλάκωσαν τον τόπον οι Αλβανίται,| σκοπώντας και ελπίζοντας όπως να τηνε πάρουν (ενν. τη Λευχάδα) Χρον. Τόκκων 84· β) από κάπ. πτώση του ουδ. άρθρου (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 83 σημ.): κἀμέ δε άφες ως με δει του να ʼμαι τυφλωμένος Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 216· ηγάπα και το να με είχε ... εις την δουλοσύνην του Σφρ., Χρον. μ. 2211· ήθελα του να τονε ρωτήσω Λίβ. N 54· άφες το να θυμώνεσαι, ...| άφες το να είσαι μανική ...,| άφες το να κακώνεσαι Λίβ. Sc. 325, 326, 327. 3) α) Σε συνεκφ. με το θε (να) = θα, πρόκειται να: για το κυνήγι οπού ’καμε θάνατο θε να πάρει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 716· β) εκφράζει ταυτόχρονα β1) δυνατή θέληση η απόφαση: δε θε ν’ αφήσω να χαθώ δίχως να δοκιμάσω| στό δύνομαι να βουηθηθώ Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 57· απής σ’ ετούτο μ’ έφερεν η τύχη η εδική μου,| θε να σου πω τη σήμερο τίνος κυρού παιδί ’μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 670· πάσα άλλη μου δουλειά σε μια μερά θ’ αφήσω| και τσ’ έγνοιας μόνον ετουνής θε ν’ ακλουθώ ξοπίσω Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 370· β2) κ. ενδεχόμενο: Τούτα θε να ’ναι η αφορμή κι εσφάγηκε και τούτη Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 557. Τούτο το πράμα ...| θε να σε βλάψει με καιρόν, όχι να σε φελέσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 128· έχεις πολέμους κι όχθρητες τα λογικά γεμάτα| και θε να κάμεις του κυρού εις την τιμή ασκημάδι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 183. 4) Εισάγει βουλητική πρόταση που εκφέρεται σε οριστ. ιστορικού χρόνου όταν το περιεχόμενο της πρότασης α) είναι ευχή απραγματοποίητη (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 90): ήθελα ν’ είχα ζωντανόν τώρα τον Ευριπίδη Λίμπον. 73· Να ήτον οδός …| … να εστάθην εμπροσθά μου| και αν ου τον εθανάτωνα, ας με ελιθοβολούσαν Αχιλλ. N 1612, 1613· να το θεληματέψει η ομορφιά σου| απόψε να κοιμήθηκα κοντά σου Βοσκοπ.2 108· β) παρουσιάζεται ως απλή σκέψη του λέγοντος (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β' 91): όλπιζα με καλλύτερον ανέμιν| ’ς τίτοιον λιμνιώναν να ’σωσα την στράταν Κυπρ. ερωτ. 10716· απ’ αλλονού να δόθηκε στον κόσμο δε λογιάζω Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 624· σαΐτες πλουμισμένες ...| μ’ εφάνησαν νά ησαν αιματωμένες Φαλιέρ., Ενύπν.2 18. Γ´ Ενδοιαστικές· εισάγει ενδοιαστ. πρόταση με τα ενδοιαστ. μόρ. μη, μηδέν, που εκφέρεται σε υποτ. (άρν. μη) (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 120): τρομάσσω| να μη γυρίσει η τύχη μου κι όλα γιαμιά τα χάσω Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 332· τρομάσσω| να μη γροικήσει τό ’καμα και τη ζωή μου χάσω Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 206· ουδέ φοβούνται| να μηδέν τασε γροικήσουν Συναξ. γυν. 785. Δ´ Πλάγιες ερωτ. 1) Ακολουθεί ερωτ. αντων. ή επίρρ. σε πλάγια ερωτ. πρόταση που εκφέρεται α) σε απλή οριστ. (Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 116): σ’ ερωτούν …, (παραλ. 5 στ.) ... τα παιδιά π’ αφήκασι οι μάννες κι αρνηθήκαν,| τάχα τι να τα κάμασι οι Τούρκοι σαν τα βρήκαν; Τζάνε, Κρ. πόλ. 18112· β) σε οριστ. δυνητική (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 116-7): να ʼδαμεν τις να ξέβηκεν εις συναπάντησίν μας| και τις να μας εδέχθηκεν στην πόρταν της αυλής μας Απόκοπ.2 251, 252· Να ’ξευρα ... την σωτηριάν πού να ʼβρα Κυπρ. ερωτ. 10031· γ) σε υποτ. απορημ. (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 117): βούηθησέ μου| κι εις τούτα μου τα βάσανα, πώς να περάσω πε μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 430· ο χριοφειλέτης αποκρίνεται ότι ουδέν έχει απόθεν να εμπορήσει να τον πλερώσει Ασσίζ. 30426· μέσα του εδιαλογίζετο πώς να τον αποθάνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 776. 2) Ακολουθεί τους συνδ. μη, μήπως σε είδος πλάγιας ερώτησης που δηλώνει κ. ενδεχόμενο, επιδιωκόμενο, επιθυμητό και εκφέρεται σε υποτ.: Θέλω ...| να λείψω εις την ξενιτιάν μη να ξεραθυμήσω (παραλ. 1 στ.), μη ν’ ανασάνω τίποτε και πάλιν να γυρίσω Ιμπ. 177, 179· εγέμισε σύντομα το δοξάριν| και ρίκτει τάχα εις τον αετόν μήπως να τον δοξεύσει Λίβ. Esc. 2694· να τραγουδήσω| θέλω σε τούτο το στενό, μήπως να την ξυπνήσω,| στο παραθύρι της να βγει Κατζ. Α΄ 124. IΙΙ. Σε δευτερεύουσες επιρρ. προτάσεις: Α´ Αιτιολογικές 1) Εισάγει αιτ. πρόταση που εκφέρεται σε απλή οριστ. (Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 60): εάν ο ιερεύς οπού τους ευλόγησεν ουκ εγίνωσκεν ότι ήσαν συγγενάδες, ... το δίκαιον ορίζει ότι ουδέν εντέχεται να έχει καμίαν τιμωρίαν απ’ εκείνον τον γάμον, να δεν εγίνωσκεν Ασσίζ. 11527. 2) Σε υποτ.: τ’ άδικο που εγίνηκε του ριζικού ήτο χάρη,| όχι να ʼνʼ ο Κυπρίδημος καλλιά του παλληκάρι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1830· με προηγ. το σύνδ. διά, για (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 61): διά να έχει ανδρείαν πολλήν και φρόνησιν, έκαμαν συμβουλήν οι πρώτοι της Συρίας και εδιάλεξάν τον σουλτάνον Διγ. Άνδρ. 31813· διά να μη έχω φίλον,| έγινα ωσάν το ξύλο Συναξ. γυν. 1047· επήρε τέτοιο θάνατο, για ν’ αγαπά περίσσα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 719· με προηγ. το επίρρ. μόνε: Μόνε να είμαι εγώ καλή, αρχόντισσά μου, είμαι εδώ πρόθυμη (έκδ. πρόθυμος· διορθώσ.) να τηνε δουλεύσω Μπερτολδίνος 137. Β´ Τελικές 1) α) Εισάγει συν. μετά ρ. κίνησης τελική πρόταση που εκφέρεται σε υποτ. (άρν. μη· πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 76): ο βασιλιός τους ήπεψε να πιάσουσιν εμένα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 536· μ’ έστειλε να σε κάμω| να συβαστείς Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 99· τους Ρωμαίους έκραξε να πάσι να βοηθούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 28325· είπεν ο Θεός: «ας είναι φεγγίτες εις άπλωμα του ορανού να χωρίσει ανάμεσα την ημέρα και ανάμεσα τη νύχτα» Πεντ. Γέν. I 14· β) β1) με προηγ. το σύνδ. (ο)για: μ’ εθανάτωσε …| … μόνο για να μου πάρει| τη βασιλειά Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 295· Πολλές φορές εγρύπνησα για να σ’ αποκοιμίσω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 95· ήρθα ως επά μόνο για να σε δούσι| τ’ αμμάτια μου Ερωφ. Γ΄ 77· Επήγασίνε κι εις τη Χιο ογιά να τηνε πάρουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 4163· Τούτος ο ανθός ευρίσκετο ’ς τση ρήγισσας τη χέρα,| ογιά να τονε δώσει ενούς εκείνη την ημέρα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 136· β2) με προηγ. το σύνδ. διά: πήγαν εις πηγάδι,| διά να το κατοικήσουσι Αιτωλ., Μύθ. (Legr.) 196· να ποίσω ορισμόν διά να γένει φόνος Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 546· β3) με προηγ. το σύνδ. όπως: τα κάστρη να φυλάξουσιν, όπως να μη τα χάσουν Χρον. Τόκκων 127· εις κείνους τα μοιράσασιν, όπως να του θυμούνται Κορων., Μπούας 104· Φιλοδωρίες, χαρίσματα άρχισεν να τους τάζει,| όπως να προθυμήσουσιν όλοι μετά καρδίας Χρον. Τόκκων 1358· β4) με προηγ. το σύνδ. ως: μας εκαταδίκασες εις χείρας των εχθρών μας·| πολλά καλά το έκαμες ως να σωφρονισθούμεν Ιστ. Βλαχ. 2479 [= Γέν. Ρωμ. 101]· β5) με προηγ. το σύνδ. ότι: καλά να την φυλάσσει,| ότι να μη τον γελάσει Συναξ. γυν. 702· στην γειτονίαν γλήγορα μέλλει να γένουν γάμοι| και θέλω γένει και εγώ παχύς, ότι να φάγεις Αιτωλ., Μύθ. 349· γ) με επόμ. το θα: θέλ’ έβγει ο δράκος πάλι| να θα σ’ αρπάξει το ζιμιό με μάνητα μεγάλη Ιντ. κρ. θεάτρ. Γ΄ 14. 2) Με προηγ. το άρθρο σε θέση παλαιού απαρεμφ.: καλούσιν των Ελλήνων| άρχοντες του να δικάσουν| περί των αρμάτων τούτου Ερμον. Φ 354· Το δε νεκρωθέν γαρ σώμα| επαρέλαβεν η μήτηρ| προς το να κηδεύσει τούτο Ερμον. Ψ 252. Γ´ Αποτελεσματικές 1) Εισάγει αποτελεσματική πρόταση που εκφέρεται σε υποτ. όπου το αποτέλεσμα: α) εμφανίζεται ως απλή σκέψη εκείνου που μιλεί ή ως ενδεχόμενο (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 95): δεν ήτο ποιος να του μιλεί και να τονε διατάσσει,| να του αλαφρώσει ο λογισμός Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 620· θωρείς πως έναι δυνατή καρδιά της| τόσον να πεις ότ’ είναι διαμαντένη Κυπρ. ερωτ. 9024· περισσά σπλαχνικός να θε να μου χαρίσει| πλια παρ’ απ’ αποκότησεν η γλώσσα να ζητήσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 345· β) δηλώνει συμφωνία ή όρο (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 182): Η δε Πάρος και η Αξία και η Μήλος ... επροσκύνησαν να δίδουν χαράτσιον ... και διά τούτο δεν τους επήρεν αιχμαλώτους Κώδ. Χρονογρ. 49· γ) εξαρτάται από την προστ. κάμε, ‑ετε του ρ. κάμνω: τα λόγια που σου θέλει πει κάμε να τα θυμάσαι Γαδ. διήγ. 322· Πιάσ’ τη βουλή μου, αφέντη μου, και κάμε να νικήσει| τη μάνητά σου η φρόνεψη Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 545· κάμετε να τους κόψετε κι ουδ’ ένας να γλυτώσει Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 3· δ) δ1) με προηγ. το σύνδ. για (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 95): ο σκλαβωμός κι η μοίρα μου ...| ξόμπλι ας γενούν παντοτινό του λογισμού σου ...| για να μην είσ’ αλύπητος Ερωφ. Ιντ. δ΄ 103· αργεί ... την παιδωμή να δώσει| για να’ χει φταίστης τίβοτας καιρό να μεταγνώσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 308· δ2) με προηγ. το σύνδ. και: Αλλ’ όμως δεν επήγασι μακρά και να γλυτώσουν Κορων., Μπούας 97· όρισε καβάτοράν σου| να ελθεί εις το παλάτι,| να το σχίσει το λιθάριν| και να εύρεις το σκωλήκι Πτωχολ. α 404· μπόριε να γελάσει| η ζγουραφιά κάθ’ άνθρωπον οπού να μην κατέχει| και να θαρρεί κι απαρθινά ο τόπος σπήλιον έχει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 244. 2) Σε δυνητικη οριστ., όπου το αποτέλεσμα εμφανίζεται ως δυνατό ή πιθανό (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 95): στον Άδη να μπορώ να στέκω μετά σένα,| δυο πρικαμένες να ʼμεστα μ’ όνομα μόνον ένα Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 442· έθελα θωρείν το πρόσωπόσ σου| να ʼδα ποτέ μου αγάπην εις αυτόν σου Κυπρ. ερωτ. 8620· (εδώ με προηγ. το σύνδ. για): φυτεμένο στην καρδιά πως σ’ έχω να σου δείξω| για να ʼχες πει, Πανάρετε, «χωρίς το θάνατό μου| ν’ ανασπαστώ, Ερωφίλη μου, δεν είναι μπορετό μου» Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 127. 3) Εισάγει μόνο του ή με προηγ. το σύνδ. (ο)γιά είδος τελικής - αποτελεσματικής πρότασης που εκφέρεται σε υποτ. (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 182 σημ.): δώσ’ μου μια γλυκιά θωριά να ξοριστούσι| σα νέφαλα εκ τον άνεμον οι πόνοι Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 401· ο τυφλός ... πέφτει χάμαι ... από την πολλήν δίψαν ... και ο Λέων ... ελυπήθη περισσά και αρχίζει ... να γυρεύει μήπως και εύρει νερόν να του δώσει να μην αποθάνει Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 396· τη γη ποτίζεις για να μπορού να ζιου τα πλάσματά σου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Χορ. δ΄ 719· ν’ αφήσεις| τη διαφορά σου ...| ογιά να μη δυσκολευτεί το κάλεσμα οπού γίνη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 925. Δ´ Υποθετικές 1) Εισάγει υποθ. πρόταση που εκφέρεται σε οριστ. ιστορικού χρόνου όταν η υπόθεση λαμβάνεται ως κ. αντίθετο από το πραγματικό ή ως απλή σκέψη αυτού που μιλεί: να ʼμπόρουν εις χαρτίν να γράψα| τα πάθη μου ... (παραλ. 1 στ.), ... έθελεν πάψειν απού μεν η κάψα Κυπρ. ερωτ. 231· τό έποικες δίχως το θέλημά μου,| έτσι να ήτον τίποτες πράγμαν πολλά μεγάλον,| ... μ’ έχανες εκ τον κόσμον Ιμπ. 147· σιδερή την εμιλιά να ʼβγανα, τον καημό μου| σωστά να πω ... δεν είναι μπορετό μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 25. 2) α) Σε υποτ. συν. αορ. όταν η υπόθεση λαμβάνεται ως κ. ενδεχόμενο ή προσδοκώμενο ή αόριστα επαναλαμβανόμενο: καμία εκ τες βαγίτσες μου ...| να εύρω να δέχεται γραφάς και αντιγραφάς να πέμπει,| ας εγνωρίζει απ’ εμέν: γουργόν ο θάνατός της Λίβ. Esc. 1440· να σιγανέψουν οι καιροί, ολπίζω να ψαρέψω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 480· Σπουδαίον άνδρα να ιδούν (ενν. οι αμαθείς), πολλά τονε μισούσιν Γκίνου, Στ. 11· β) ακολουθεί πλεοναστικά τον υποθ. σύνδ. εάν: εάν κανείς να δώσει ετέρου, εκείνος ή εκείνη οπού να τα λάβουν ένι κρατημένος να τα στρέψει εις την αγίαν του Θεού εκκλησίαν Ασσίζ. 15518· γ) στην έκφρ. ανίσως και να = αν τυχόν, αν συμβεί να (βλ. ά. ανίσως 1): ανίσως και ποτέ να καταντήσεις| εκεί που να θαφτούν τα κόκκαλά μου,| μηδέν είσαι τόσον σκλερός μιτά μου Κυπρ. ερωτ. 10477· Ανίσως και να πίστευγες, κυρά μου (παραλ. 3 στ.), έλπιζα ...| να γνώρισες πως είμαι δουλευτής σου Κυπρ. ερωτ. 541. Ε´ Ενδοτικές· ακολουθεί πλεοναστικά τον εναντιωματικό σύνδ. μόλον που σε ενδοτική πρόταση που εκφέρεται σε υποτ. και εκφράζει κ. το αόριστο χρονικά (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 75): το σίδερον και η φωτιά μόλον που να πονούσι,| είν’ ακριβά κι ωφέλιμα εις όσους γιατρευτούσι Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1648]. Ϛ´ Χρονικές α) Εισάγει χρον. πρόταση που εκφέρεται σε υποτ. αορ. και φανερώνει πράξη προσδοκώμενη (= μόλις, όταν· πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 99 και 190): Να την ιδεί ο Αχιλλεύς, λιγοθυμιά τον πιάσεν Αχιλλ. (Haag) L 492· εδιάβην ώρα περισσή να της αποκριθούμεν Απόκοπ.2 391· ασηκώνοτουν τρεις ώρες να ξημερώσει, εις το να ιδεί πώς αύξαινεν ένα σύκον Μπερτολδίνος 91· οι Ισραηλίτες| ομοφωνούν να δώσουσιν την χώραν του Ολοφέρνη.| Και να το ακούσ’ η Ιουδήθ ...| εσύναξεν την γερουσίαν Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1791· με προηγ. το ουδ. άρθρο: Το να τ’ ακούσει παρευθύς ο Αχιλλεύς τους λόγους,| συντόμως γράφει γράμματα Αχιλλ. N 402· το να προκύψει η λυγερή να βλέπει προς εκείνους,| ελάκτισεν ο Αχιλλεύς τον άσπρον τον φουδούλην Αχιλλ. N 1146· Το να το ιδεί ο Ιμπέριος (ενν. το παρανυχίδιν), ετρώθην η ψυχή του Ιμπ. 293· Το να τον δουν εγλήγορα οι γυναικάδελφοί του,| πεζεύγουν, ... προσκυνούν τον Αχιλλ. (Haag) L 1047· β) ακολουθεί πλεοναστικά β1) τους χρον. συνδ. όταν (όντα, όνταν, άντα, αντάν): όταν να θέλει να λουστεί η θαυμαστή η κόρη,| τις έναι οπού να δυναστεί να είπει και να γράψει; Αχιλλ. L 515· όντα να τελειώσει η πρώτη λειτουργία, ... άννοιξε το χαρτίν το βουλλωμένον Μαχ. 1433· Όνταν την ευγενειάσ σου να βιγλίσω,| χάννεται ο λογισμός μου Κυπρ. ερωτ. 9115· Άντα να μηδέν έχετε τό θέλετε, να ʼχετε το ποίσειν νώσιν του πάπα Μαχ. 3547· Γλυκιά και δροσινά ʼναι τα λαμπρά μου (παραλ. 2 στ.), αντάν την ευγενειάσ σου να βιγλίσω Κυπρ. ερωτ. 508· β2) το σύνδ. ότι: τότες να καθεριστείς από την ανάρα μου, ότι να έρτεις προς τη γενεά μου Πεντ. Γέν. XXIV 41· β3) τους συνδ. πριν, πριχού(ν), πρίχου: αποθαίνει ού ο είς ού ο άλλος πριν να παντρευτούσιν Ασσίζ. 36917· Μα ʼρθαν και τον ευρήκασιν οι μπιστικοί του φίλοι,| πριχού να κάμει η χέρα του ό,τ’ είπασι τα χείλη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 728· Φοβούμαι μεν το κλίνω το κεφάλιν| πριχούν με λύπην να με δουν τα μμάτια της θέισσάς μου Κυπρ. ερωτ. 10826· πρίχου ν’ αποθάνει,| σα λιόντας εμουγκίστηκε Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 160· β4) το σύνδ. αφόν: αφόν στον ουρανόν να λάψουν τ’ άστρα,| στρέφουνται ποιον στο σπίτιν ποιον στο δάσος Κυπρ. ερωτ. 1064· γ) με προηγ. το σύνδ. ώστε· η πρόταση αναφέρεται στο τέλος συν. μεγάλης χρον. περιόδου: θέλω πασαείς να δει τη μπόρεσή μου,| για να φοβάται ώστε να ζει, περίσσα την οργή μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 626· δεν τελειώνει η μάχη σας ώστε να μπεις στον Άδη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 184· σε χέρι γή σε μάγουλο ποτέ δε θες μου ʼγγίξει| ώστε να φέρουν οι καιροί γλυκύς καιρός ν’ ανοίξει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 684· Ώστι να ζει και να θωρεί δεν θέλει λησμονήσει Κυπρ. ερωτ. 11310· δ) με προηγ. το συνδ. κάθα· η πρόταση δηλώνει αόριστη επανάληψη: Κάθα να δω το βγενικόν το ʼδεισ σου,| όλος αφταίννω Κυπρ. ερωτ. 691· ε) με προηγ. το σύνδ. ωσόπου, εωσόπου· η πρόταση δηλώνει το χρον. διάστημα κατά τη διάρκεια του οποίου μπορεί κ. να ισχύει: Γλυκύν και δροσινόν έν’ το λαμπρόν μου| ωσόπου να βιγλώ τα γλυκιά ʼμμάτια Κυπρ. ερωτ.10532· δεν έχει νίκος να με πάρει| ωσόπου να ʼχω την γλυκιάν της χάρην Κυπρ. ερωτ. 288· εντέχεται να τον κρατεί εις την φυλακήν του ... εωσόπου να τον πλερώσει Ασσίζ. 31218. Ζ´ Αναφορικές 1) Εισάγει μόνο του ή συνοδεύει αναφορ. αντων. ή επίρρ. σε αναφορ. πρόταση που εκφέρεται σε οριστ. α) απλή: δεν ευρέθηκεν κανείς ...| να είπεν, να με σύντυχεν καλόν διά τα ξένα Περί ξεν. V 166· β) πιθανολογική: εκείνος ού εκείνη οπού να έβαλαν τοιούτους ανθρώπους μάρτυρας, ... εντέχεται όλα να ένι κρατημένα του αυθέντη του τόπου Ασσίζ. 14410· γ) ευχετική (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 106): τοιούτα έχουν οι κορίτσες| όταν είναι κοπελίτσες,| ήγουν όταν έν’ μικρά,| όπου να τα ʼθαψα νεκρά Συναξ. γυν. 499· Αφήτε μ’, οπού να ʼμουνε σήμερ’ αποθαμένη Θυσ.2 311. 2) α) Σε υποτ. και δηλώνει κ. το ενδεχόμενο (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 106-7)· συν. προηγείται αποφατική πρόταση: άθρωπος δεν ήτονε μηδένας να θελήσει| με τέτοιους δυνατούς εχθρούς να βγει να πολεμήσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 571· δεν είναι βάσανο να μοιάζει του δικού μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 424· στη μεγαλότητα κιανείς δεν είν’ να του σιμώσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 410· τινάν ουδέν έχω δι’ εμέναν να σε αναφέρει Λίβ. Sc. 171· β) με προηγ. αναφορ. αντων. ή επίρρ.: το δίκαιον κρινίσκει ότι εκείνος ή εκείνη απού να το ποιήσει, πρέπει να χάσει είτι και αν έχει Ασσίζ. 19522· να οικοδομήσει ναόν οπού να μην έγινεν άλλος δεύτερος απ’ αυτόν Διήγ. Αγ. Σοφ. 1481· μπόριε να γελάσει| η ζγουραφιά κάθ’ άνθρωπον οπού να μην κατέχει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 243· (εδώ με προηγ. το σύνδ. και στη θέση του αναφορ. που): ίσα του δεν εγίνη άλλος κιανεις και να βαστά την ομορφιάν εκείνη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 286. 3) Συνοδεύει το αναφορ. επίρρ. απού, οπού σε αναφορ. - αποτελεσματική πρόταση που εκφέρεται σε υποτ. (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 108)· συν. προηγείται στην κύρια πρόταση το δεικτ. τόσον: φοβούμαι| να μη ζηλέψει (ενν. το ριζικό) ...| και ρίξει με σε βάσανο τόσον απού ποτέ μου| να μη μπορέσω να ’γερθώ Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 480· όμορφή ’σαι| τόσον οπού τινάς δε να μπορήσει| τα κάλλη σου ποτέ να τα μετρήσει Κυπρ. ερωτ. 8712· θες γροικήσει| τόση καλή θαράπαψη απού να φχαριστήσεις| την ώραν οπού βάλθηκες να τωνε συμπαθήσεις Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ 547. 4) Συνοδεύει το σα(ν), ως, ώσπερ σε αναφορ. προσδιοριστική πρόταση όπου εκφράζεται υποθ. παρομοίωση (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 111): στέκομαι τρεμάμενη σαν να’χα να περάσω| μια θυμωμένη θάλασσα Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 7· Φράγκοι, Ρωμαίοι στέκουνε σα να ’τον χριστιανοσύνη,| σα να μην ήτονε Τουρκιά, έχουσι καλοσύνη Τζάνε, Κρ. πόλ. 41615, 16· αγάπα τον και τίμα τον ως να ήτον συγγενής σου Σπαν. (Ζώρ.) V 122· όσοι αποθάνουν εις αυτό εκείνο το ταξίδιν| να έχουν συμπάθιον κι άφεσιν από τες αμαρτίες τους,| ώσπερ να αποθάνασιν εις του Χριστού τον τάφον Χρον. Μορ. H 493.
νωρίς,- επίρρ.
Από το επίρρ. ενωρίς, για το οποίο βλ. Ανδρ., Λεξ. Η λ. και σήμ.
Νωρίς· (εδώ στο συγκριτ.): στο σπίτι είχαν πετεινόν, είπαν (ενν. οι σκλάβες) να τον σκοτώσουν,| αν τύχει ακ τες δούλεψες ολίγον να γλυτώσουν.| Ωσάν τον εσκοτώσασι, κακό τους τότ’ εγίνη·| νωρίτερα τες σήκωνε τότ’ η κυρά εκείνη Αιτωλ., Μύθ. (Legr.) 7910. — Βλ. και ά. απονωρίς.
ο,- άρθρο, Προδρ. (Eideneier) II 63, IV 20, Ασσίζ. 27520, 51124, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1216, 1427, Βέλθ. 505, Ερμον. Η 114, Χρον. Μορ. H 425, Χρον. Μορ. P 64, Λίβ. P 1017, Λίβ. (Lamb.) N 54, Λίβ. Esc. 3282, Αχιλλ. N 7, Αχιλλ. O 303, Ιμπ. 682, Μαχ. 17822, 30620, Θησ. Β́ [651], Απόκοπ.2 234, 353, Πεντ. Γέν. IX 24, Πτωχολ. α 122, Χρον. σουλτ. 2722, Κυπρ. ερωτ. 8610, 9518, Πανώρ. Ά́ 396, Δ́ 224, Ερωφ. Ιντ. δ́ 119, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 666, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 247, Β́ 1079, Θυσ.2 394, Στάθ. (Martini) Ά́ 145, Ροδολ. (Αποσκ.) Β́ 323, Ζήν. Γ́ 60, Τζάνε, Κρ. πόλ. 4982, κ.π.α.· ου, Αλφ. (Mor.) III 6· ονομ. ουδ. του, Ασσίζ. 30028· γεν. εν. τση, Πανώρ. Ά́ 21, 22, Β́ 525, 526, Έ́ 387, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 28, Ά́ 74, Β́ 157, Γ́ 78, Δ́ 268, Έ́ 65, Ερωφ. Ιντ. β́ 54, γ́ 78, δ́ 95, 97, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 180, Θυσ.2 453, 807, Λεηλ. Παροικ. 18, κ.α.· γεν. πληθ. αρσ. τω, Θρ. Κων/π. (Mich.) 15, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 41, Δ́ 584, 678, Θυσ.2 233, Λεηλ. Παροικ. 130, 592· αιτιατ. πληθ. αρσ. τις, Χρον. σουλτ. 675, 853 (δις), Πιστ. βοσκ. II 1, 310, Διήγ. ωραιότ. 639· τσι, Πανώρ. Πρόλ. 55, Γ́ 441, Δ́ 286, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφ. 10, Πρόλ. 43, Ά́ 380, 545, Β́ 254, Γ́ 105, 135, Δ́ 602, Έ́ 173, 251, Ερωφ. Ιντ. ά́ 32, γ́ 32, 44, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 555, Θυσ.2 681, Ιντ. κρ. θεάτρ. Ά 10, Λεηλ. Παροικ. 65, 645, Τζάνε, Κρ. πόλ. 39115, κ.α.· αιτιατ. πληθ. θηλ. τες, Χρον. Μορ. H 3031 (δις), Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 41, 73, 81, Θρ. Κων/π. (Mich.) 44, Σκλέντζα, Ποιήμ. 13, Απόκοπ.2 101, Κυπρ. ερωτ. 1078· τσι, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 12, Πηγά, Χρυσοπ. 109 (57), Πανώρ. Αφ. 13, 32, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφ. 68, Πρόλ. 84, Ά́ 14, 584, Β́ 72, 257, Γ́ 37, Δ́ 688, Έ́ 218, 647, Ερωφ. Ιντ. ά́ 93, β́ 33, γ́ 22, Ερωτόκρ. Ά́ 435, Λεηλ. Παροικ. 279, κ.α.
Το αρχ. άρθρο ο, η, το. Για τον σχηματ. των τ. τση και τσι (και για τη χρ. του δεύτερου στο αρσ.) βλ. Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Β′ 199, 201 και Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́ 198. Η γεν. του θηλ. τση και η αιτιατ. πληθ. του θηλ. και του αρσ. τσι και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. ο) και στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ά́ 258-9). Η αιτιατ. πληθ. τες του θηλ. σε δημ. κυπρ. τραγ. (Eideneier, Πρακτ. Β′ Κυπρ. Σ Γ́ 421). Η λ. και σήμ.
Ά́ Ως οριστικό άρθρο 1) Πριν από ονόματα α) γνωστά (ή που καθορίζονται με καπ. προσδιορισμό)· πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. 172-3: δεν εφάνην του ρηγός, ’δέ της βουλής του να το δώσουν αλλού παρά του Τακκά Μαχ. 34420· τον επέτρωσαν της ξενιτειάς αι λύπες Περί ξεν. V 72· είδα ... (παραλ. 1 στ.) ... τες εικόνες τω θεώ παρέκει να στραφούσι Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 175· εσυμβουλεύτην ο ρήγας με τον δάσκαλόν του, ... ο ποιος ήτον υιός μιας καλογριάς Ρωμέσσας Μαχ. 5625· β) ουρανίων σωμάτων (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. 173): τον ουρανό παρακαλώ, τον ήλιο, το φεγγάρι,| τ’ άστρα ... πάντοτες πλήσα χάρη να σασε δίδουν Πανώρ. Έ́ 391-2· επλάτυνεν ο ήλιος, έλαμψεν πανταχόθεν Φλώρ. 635· γ) γεωγραφικών όρων (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. 172-3): τούτη (ενν. η αποκοτιά) τσι ποταμούς περνά και τα βουνιά ανεβαίνει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 341· Τύπος ουδέν τους έμνεσκε της γης και της θαλάσσου Πένθ. θαν.2 281· ώρες ’ς τσι κάμπους πορπατώ Πανώρ. Έ́ 57· δ) φυσικών φαινομένων (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. 172-3): είναι όλα τα ποιήματα ... μέτοχα τούτων των τεσσάρων στοιχείων, ήγουν της γης, του αήρ, του ύδατος και του πυρός Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 18r· Τα περιστέρια τσι βροντές και τα νερά γροικούσι Ερωφ. Γ́ 67· ωσάν περάσουν οι βροχές πάλι καλοσυνεύγει Πανώρ. Β́ 256· εφοβήθηκε κι αυτή τσ’ αντάρες, το σκοτίδι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 182· ε) χρονικών σημείων ή περιόδων (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. 172-3): ο χειμώνας και το καλοκαίρι ήσαν όμοια, διότι ήτον κανένας άνεμος Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 98v· οι χρόνοι τρέχουσιν και εμείς πάντα γερούμεν Πένθ. θαν.2 255· Τσι δεκαεννιά ’τον τότες του Μαΐου Λεηλ. Παροικ. 265· Εν τῃ ημέρᾳ των Ρωμαίων και τῃ ευημερίᾳ| του βασιλέως Ιουστινιανού Διήγ. Βελ. 4· ς) φυτών ή ζώων (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. 172-3): Με την κιτριάν η λεμονιά συχνιά συμπεθεριάζει Πανώρ. Γ́ 109· τρυγοκράμβιν εκ το γουλίν και από το ξυλοκράμβιν Προδρ. II 42· με τον καιρόν μερώνουνται τ’ αμέρωτα λιοντάρια Πανώρ. Ά́ 137· θαύμασον του μύρμηκος την τηλικαύτην τόλμαν Προδρ. (Eideneier) IV 14· ζ) ασχολιών η γεγονότων της καθημερινής ζωής: πείσθητι γεροντικοίς ... μου λόγοις| και μάθε τα γραμματικά Προδρ. IV 14· έπραττεν (ενν. ο μύρμηξ) την γεωργίαν Πτωχολ. N 730· δίχως να με κράζουσι συχνιά ’ς τσι γάμους μπαίνω Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 82· ’ς τούτο τον καιρό, σαν ξεύρεις, εσηκώθη| τση Πέρσιας ο πόλεμος Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 206· η) συναισθημάτων ή εννοιών στις οποίες ο άνθρωπος πιστεύει ή που τον χαρακτηρίζουν (-όταν γίνεται γενικά αναφορά σ’ αυτές): Στη δούλεψη ... μικρή περισσά εμπήκα| τσ’ αγάπης Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 16· εκείνος (ενν. ο πόθος) τση φιλιάς φίλος κι εσύ τση μάχης Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 213· η Περηφανειά ...(παραλ. 1 στ.) ... με τση τιμής περιντυμένη| τ’ όνομα πορπατεί Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Χορ. Β́ 506· επερίσσευσε στον κόσμον η κακία Ιστ. Βλαχ. 2621· τη λευτεριά σκλαβώνει (ενν. η περηφάνεια) κι όλες παίρνει| τσ’ ανάπαψες του πόθου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Χορ. Β́ 512· θ) συγγενικών προσώπων ή πραγμάτων πολύ σχετικών με τον άνθρωπο (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. 174): ο γιος του ο μικρός Πεντ. Γέν. IX 24· Μια μόνο μου βασάνιζεν έγνοια το λογισμό μου,| τση θυγατέρας μου η παντρειά Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 354· πλερωμή τση τόσης| τιμής απ’ αποκότησες τον κύρη σου ν’ αξώσεις Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 392· εστράφην αφ’ τα ξένα του, ήλθε στα γονικά του Βέλθ. 1312· εβγήκα| απού τα γεννητούρια μου και την πατρίδα εφήκα Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 292· ι) μελών του σώματος: ποιος του ʼδερνε τσι πλάτες του, ποιος τσι πατούχες κάτω,| ποιος του ʼφράσσε με το πανί το στόμα Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 113, 114· τη μάχη βάνω| ... ’ς τσι νώμους σας απάνω Ερωφ. Ιντ. δ́ 64· διήγησιν ηρξάμην| και το ους ευήκοον έχε Πτωχολ. α 30· ως πρήσμαν εκ του κρούσματος γέγονε τῃ χειρί μου Προδρ. IV 88· τα μάτια μου πλιο τως να μην τη δούσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 378· ια) πριν από κύρια ονόματα (προσώπων ή πραγμάτων· πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. 174): Πέψετε εσείς (ενν. μούσες) βοήθεια στα λόγια τα δικά μου (παραλ. 1 στ.), καθώς και του Ηρόδοτου την ειχετε χαρίσει Λίμπον. 93· τώρα πολέμα την Πόλη, οπού την έκτισε ο μέγας Κωνσταντίνος Χρον. σουλτ. 8917· αρμάτωσεν ο βασιλεύς κάτεργά …| … τριάκοντα εκ την Θεσσαλονίκην Διήγ. Βελ. N2 89· οι Ρωμαίοι αντιστέκανε ανδρειωμένα εις τους Τούρκους Χρον. σουλτ. 9011· τ’ Άδη και τση Κόλασης δύναμη, μ’ είντα τρόπο| ... κομπώνετε τ’ αμμάτια των αθρώπω Ερωφ. Ιντ. β́ 61· εκείνο το φιλίν απού ανοιγοσφαλίζει| τσι πόρτες τση Παράδεισος και τσι καρδιές δροσίζει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 358· μα τον Χριστόν, το βασιλιά του κόσμου Ch. pop. 26· ιβ) πριν από παράθεση ή κάπ. επίθ. που δίνει μια ιδιότητα στο ουσ.: ο Θεός, ο πάντων κτίστης Πτωχολ. α 896· Κωνσταντίνος, ο ύστερος βασιλέας Χρον. σουλτ. 5323· πώς η κακορίζικη, πώς ημπορώ ν’ αφήσω| την Ερωφίλη μοναχή Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 19· τον επιάσανε οι Ρωμαίοι και τον εδώσανε του βασιλέως κυρ Μανοήλ του Παλαιολόγου Χρον. σουλτ. 5311· Τάχα να είχε περισσότερη δύναμη ο Αλέξανδρος ο Μακεδών από εμένα; Χρον. σουλτ. 8730. 2) Οριστικό με κτητ. σημασ. (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. 173 σημ.): Τα περιστέρια τσι βροντές και τα νερά γροικούσι| κι απού τσι κάμπους με σπουδή προς τσι φωλιές πετούσι Ερωφ. Γ́ 68· στο σπίτι να τ’ αφήσουν να γυρίσει| και το Μαριώ να τωνε τραγουδήσει Λεηλ. Παροικ. 436· οληνυκτίς ... μιλούν (ενν. η Αρετούσα και ο Ρώκριτος) τους πόνους έναν ένα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 667. 3) α) Ειδοποιό (στον εν. ή πληθ. αρ. όταν γίνεται αναφορά σε σύνολο ομοειδών προσώπων ή πραγμάτων πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. 173): Ο λαγός έναι γλήγορος και δειλός πλέον παρά τα άλλα ζώα Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 18r· ουδεμιά δε βρίσκεται καλομοιριά μεγάλη| σαν ειν’ τση κόρης το φιλί Ερωφ. Ιντ. ά́ 172· Ελπίδα κάνει τσι γιωργούς κι ολημερνίς δουλεύγου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 283· τα σφάλματα ’ς τσ’ αθρώπους ει δοσμένα Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 459· β) ειδοποιό με διανεμητική σημασ. (με ονόματα που σημαίνουν διαίρεση χρόνου· πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. 173 σημ.): Αυτός μικρός ουδέν είδεν το του λοετρού κατώφλιν,| και τώρα λουτρακίζεται τρίτον την εβδομάδαν Προδρ. (Eideneier) III 63· ουκ οίδα πώς χορτάζουσιν οι δεκατρείς τον μήνα Προδρ. (Eideneier) II 27· ως σηκωτής να εδούλευα την άπασαν ημέραν Προδρ. (Eideneier) III 182. 4) Με απόλ. αριθμτ. δηλώνει α) ενωμένο σύνολο: πλήθος ανδρών επέθαναν απέ των δύων τα μέρη Διήγ. Βελ. 219· (με προηγ. το σύνδ. και· πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. 175): να μας κρατούσι| τυραννισμένους και τσι δυο ’ς μια λόχη Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 173· αν θέλουν τρώγειν και οι δεκατρείς τους δώδεκα μοδίους (παραλ. 1 στ.) τι τούς ου θάπτω ως ότε ζω Προδρ. II Η 26i· β) μέρος συνόλου (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. 176): εκ την μύτην| καλά το ήμισον έκοψε Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.) 4094 (Δωδώνη 8,1979, 394)· να τση μιλήσει| τον ένα απού τσι δυο τωνε (ενν. βασιλιούς) να πάρει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 20. 5) Ουσιαστικοποιεί α) επίθ. (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. 177): ελπίδα κάνει και τσι νιους τες κόρες ν’ αγαπούσι Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 289· τσι πλούσους βλέπομε συχνιά το πως φτωχαίνου| και τσι φτωχούς κιαμιά φορά πως βασιλιοί απομένου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 563· εις τα βουνά δεν πρέπει πλιο κι εις δάση να γυρίζεις,| να μη θωρείς τσι λυγερές, τσι νιους να μη γνωρίζεις Πανώρ. Αφ. 4· β) αριθμτ.: ουκ οίδα πώς χορτάζουσιν οι δεκατρείς τον μήνα Προδρ. (Eideneier) II 27· τον πλια αντρειωμένο από τους δυο δεν ξεύρουσι να πούσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 1064· ένωσον τα δδ́ και λδ́ και τα κδ́ και γίνονται ρ.β́. Βάλε τα εις την μέθοδον των τριών και λέγε ... Rechenb. 636· γ) επίρρ.: Ούτως ένας ...| και των αυθεντών η αγάπη:| τους κοντότερα θερμαίνουν,| επί πλείον μεγαλώνουν Πτωχολ. α 107· αν εξετάσεις ακριβώς έμπροσθεν και τοις άνω| και να νοήσεις και τα πρόλοιπα Προδρ. II Η 25b· δ) δευτερεύουσες προτάσεις: είπε γαρ ο που το επούλει,| ο πραγματευτής εκείνος Πτωχολ. α 471· με το να πάθ͵ (ενν. ο Ιησούς Χριστός) ως άνθρωπος έσωσεν τον λαόν του Διγ. O 1077· Άφες το να θυμώνεσαι, φουδούλα μου, ουδέν αρμόζει,| άφες το να είσαι μανική κατά του πόθου τόσα,| άφες το να κακώνεσαι τους ερωτοποθούντας Λίβ. Sc. 325, 326, 327. 6) Επιθετοποιεί α) επίρρ. (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. 172-3): να ρίκτου τουφεκιές ...| εκεί στον τόπον της φωτιάς τους μέσα να σκοτώνου Τζάνε, Κρ. πόλ. 48222. Οικούντες γαρ εισιν (ενν. οι Αλβανίται) εν όρεσιν υψηλοίς και αβάτοις, κατερχόμενοι δε εκρούσευον τας κάτω χώρας και ηφάνιζον Έκθ. χρον. 7917· β) αριθμτ.: κάμετε τσι δυο προξενητάδες| να τσι τιμάτε, σύμβουλε, σα να ’σα βασιλιάδες Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 547· αν θέλουν τρώγειν και οι δεκατρείς τους δώδεκα μοδίους Προδρ. II Η 26i. 7) Συνοδεύει α) ερωτ. ή αναφορ. αντων. όταν πρόκειται να δοθεί κάπ. πρόσθετη πληροφορία για το πρόσ. ή το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος (πβ. L-S Β I 7 β): ο Λουνυάδης, οπού έφυγε, θέλανε να τονε σκοτώσουνε ... Ο οποίος Λουνυάδης εγίνη και ρήγας της Ουγγαρίας υστέρου από τον πόλεμον Χρον. σουλτ. 7332· Κι ευθύς μοντάρμους σύναξε τον αριθμόν χιλίους,| τα ονόματα των αγνοώ να σας ειπώ τους ποιους Κορων., Μπούας 18· ακόμη ʼθέλα βρίσκεσθαι ... σφαλισμένοι| σε σκοτεινότατη φλακή ...| αν ο Ρινάλδος άτυχος δεν είχε θανατώσει| τόσους στρατιώτες μ’ ακριβούς ...,| ο ποιος Ρινάλδος, ξεύρετε, τ’ όνομα μόνο σώνει| τσι πράξες τ’ ολομόναχο στον κόσμο να ξαπλώνει Ερωφ. Ιντ. γ́ 21· β) το επίθ. ίδιος και την αντων. αυτός και τους προσδίδει ιδιότητες οριστικής αντων. (βλ. και ά. ίδιος Ά́ και αυτός 1): μάρτυρα τον Ουρανό κι εσέ τον ίδιο βάνω Ερωφ. Ιντ. γ́ 37· πλιότερ’ είχα μάχη| με την αγάπη την κουρφή σ’ όποια μερά ’χα λάχει| παρά με τσ’ ίδιου μας εχθρούς Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 269· το πρόσωπό τση τ’ όμορφο …| … εθάμπωνε τον ίδιον ήλιο, κρίνω Πανώρ. Ά́ 314· αν είχεν ποίσειν ο Θεός το θέλημάν του από τον αυτόν μας αφέντην, έθελεν στεφθείν η αφεντιά σου ρήγας Μαχ. 30616· όνταν εγροίκησεν τον ορισμόν του ρηγός, εκατέβην ο αυτός πρίνζης να καβαλλικεύσει Μαχ. 54818· γ) δεικτ. αντων. όταν γίνεται αναφορά σε κ. για το οποίο έγινε λόγος προηγουμένως: Άνθρωποι δύο ηθέλησαν ωνήσασθαι ναυν, ής η τιμή νομισμάτων ρ́· τών δε μηδείς έχων τον τοσούτον ποσόν, ήτησεν ο πρώτος του δευτέρου τα γ΄΄ Rechenb. (Vog.) 72· θέλει δράμει η τοιαύτη| παιδοπούλα παρά φύσιν| περισσότερον εκείνης| της κακώς γεννησαμένης| την τοιαύτην παρά φύσιν Πτωχολ. α 695· όσοι αν ουκ εδέξασθε τρώσιν ποσώς αγάπης,| άπαντες νυν ακούσατε αφήγησην την ταύτην Αχιλλ. N 11· η δόξα κι η τιμή εσέν’ ας είν’ δοσμένη| τουνής τση νίκης σήμερο, Χριστέ Ερωφ. Ιντ. γ́ 124· δ) την αντων. άλλος = υπόλοιπος: πλια απού τσ’ άλλες κορασές του κόσμου τιμημένη Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 310· Τούτο μπορέσειν ήθελε να λέγεται για τσ’ άλλους| κι όχι ποτέ για βασιλιούς Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 629· Ένας Δαίμονας προς τσι άλλους μιλεί Ερωφ. Ιντ. ά́ πριν από στ. 1· ε) τα επίθ. άπας, πας για να δηλωθεί ότι δεν υπάρχει εξαίρεση (πβ. L-S, Β I 8): οι άπαντες γαρ έφριξαν διά τον Αλαμάνο Ιμπ. (Legr.) 385· λυπούνται, κλαίουν οι άπαντες, μικροί τε και μεγάλοι Διήγ. Βελ. 359· των άλλων (ενν. κορασίδων) (παραλ. 1 στ.) ... ωραία τῳ είδει πάνυ| παρά τας γυναίκας πάσας Πτωχολ. α 510· ς́) πλεοναστικά κλητική προσφών.: Ούτως έναι, το παιδίν μου,| και των αυθεντών η αγάπη Πτωχολ. α 105· ειπές το, θυγατέρα,| ειπές μας, το παιδάκι μου, κάμε να ζει η ψυχή σου Ιμπ. (Legr.) 307· Τι θέλεις, η Ροδάμνη;| τι θέλεις, η καρδιά μου, το φως των οφθαλμών μου; Λίβ. Esc. 258, 259· Να ηξεύρετε, οι σύντροφοι εδικοί μου και αδελφοί μου,| ότι όλην την οικουμένην ηπήρεν Αλέξανδρος Διήγ. Αλ. G 28610· ζ) πλεοναστικά αντων.: αν εκείνος ετελεύτησεν πριν του εκείνου, καλά ορίζει το δίκαιον ότι μετά τα ταύτα ημπορεί να ποίσει το θέλημάν του Ασσίζ. 15720,21. 8) Προσδίδει σημασ. υπερθ. βαθμού, όταν συνοδεύει επίθ. ή επίρρ. συγκριτ. βαθμού: Έρωτα, απού συχνιά ’ς τσι πλια μεγάλους| κι όμορφους λογισμούς κατοικημένος| βρίσκεσαι Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Χορ. Ά́ 585· Μη στέκετε το λοιπονίς, κάμετε το σημάδι| τση μεγαλύτερης μαλιάς, απού μπορείτ’ ομάδι Ερωφ. Ιντ. δ́ 40· Το πλέον γληγορότερον εις τον στρατόν να σπεύσω Κορων., Μπούας 59. 9) Επαναλαμβάνεται α) για λόγους επίτασης όταν το επίθ. προηγείται του ουσ. (βλ. και Χατζιδ., ΛΑ 6, 1923, 6): Ο Θεός εθέλησεν να βοηθήσει του πτωχού του ρηγάτου της Κύπρου Μαχ. 55416· των πολεμάρχω η χάρη, του βροντοφόρου του Διός είσαι (ενν. στρατηγέ) αστροπελέκι Ζήν. Γ́ 61· Απιλογίαν τήν έδωσεν ο θαυμαστός ο Γιάγκος Αργυρ., Βάρν. K 163· απήλθεν εις τα ίδια| ο σοφότατος ο γέρων Πτωχολ. α 964· β) οταν το επίθ. ακολουθεί το ουσ.: εις τσι δροσιές τσ’ αρίφνητες σμίγεις φωτιές περίσσες Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 230· άλλη ελπίδα ... δεν έχω τση ζωής μου| παρά τον πόθο μοναχάς τση κόρης τσ’ όμορφής μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 448· πρι γεράσεις (παραλ. 1 στ.) τση νιότης σου τση δροσερής ξεφάντωση να δώσεις Πανώρ. Γ́ 131. Το ουδ. το 1) Χρησιμοποιείται πλεοναστικά πριν από α) επίρρ. (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. 177 σημ. β): Γάδαρος κι ένας πετεινός εβόσκουνταν αντάμα·| το έξαφνα ο γάδαρος έπαθεν τέτοιον πράμα Αιτωλ., Μύθ. (Legr.) 652· η θυγατέρα του Φαραώ ... είχε το ώσπερ υιόν της και το ομοίως το αγάπα και ο Φαραώ Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 155r· τότε ευρέθη ο γέρων| αληθινός ως το πρώην Πτωχολ. (Κεχ.) P 267· Τες πράξες του τες θαυμαστές οπὄποικε ’φηγάτον (ενν. ο Θησεύς)| και το συχνιό τα μάτια της (ενν. της Ιππόλυτος) εσφάξαν την καρδιά του Θησ. Β́ [956] · Μη το τυχόν περιτραπείς, μηδ’ εκλυπείς τας ώρας Γλυκά, Στ. 334· β) το συνδ. λοιπό (ν) (βλ. και ά. λοιπόν): Με θέλημά του το λοιπόν εις τα καράβια επήρα| κι έβαλα τη βασίλισσαν Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 217· άκουσε, φίλε μου, το τι έγραφεν το λοιπόν εις το χαρτίν της Λίβ. Esc. 977· Φόβος κι αγάπη το λοιπό μαζί συντροφιασμένοι,| καθώς γροικάς, με κάνουσι κι έχω ζωή κριμένη Πανώρ. Ά́ 175. 2) Συνοδεύει πλεοναστικά δευτερεύουσες προτάσεις (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. 176): α) πλάγιες ερωτ.: το τίνος έναι το χαρτίν και διά τίναν γράφει,| Βέλτανε, ουκ εγνωρίζω το Λίβ. N 1285· Ουχί γαρ τόσο σκοτεινά, που να μηδέν εβλέπει| εκείνος με τα μάτια του το τι έκανε εκείνη Θησ. Γ́ [124]· εξαπορεί μου ο λογισμός, αι χείρες και η γλώσσα| το πώς να αφηγήσομαι χαρές του παλατιού Ιμπ. 57· Βλέπεις, κοράσιον μου καλόν, το τι λαός μας διώκει; Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 950· β) ειδικές: ουδένα μέλι εσάλευγε (ενν. ο Πανάρετος), τόσο που μονοτάρου| το πως απόμεινε νεκρός στα χέρια των εθάρρου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 130· λέγει (ο Κιοσές)| το πως ραγιάς δεν είναι εδικός τως Λεηλ. Παροικ. 515· είδασι το πως τον κόπο χάνου Λεηλ. Παροικ. 66· γ) αιτιολογικές: η Μαργαρώνα ... είχεν μεγάλην λύπην| το πως ουδέν εφάνηκεν ο Ιμπέριος εις την ρένταν Ιμπ. 365· εζήτησεν ο σιρ Τουμάς τε Μουντολίφ ο αδετούρης διά τον αδελφότεκνόν μου, ζητώντα μου να του το στρέψω τα ρηγάτα του, το πως είναι δικά του Μαχ. 30632· μεγάλην θλίψιν έχω| το πως ουδέν προσκλίνεσαι εις έρωταν να έρθεις Αχιλλ. O 370· δ) βουλητικές (συν. σε γεν.): ει θέλεις του να φύγεις (παραλ. 1 στ.), ατός μου με τα χέρια μου εσένα να φονεύσω Παρασπ., Βάρν. C 305· θέλω του να πολεμήσω| Αχιλλέαν μοναχός μου Ερμον. Τ 52· ξένον μονάχος υπάρχει| του να γράφουσι τοιαύτα Πτωχολ. α 25· των εμών τις δε των παίδων| τις η χρεία το να μάθουν| του τε θησαυρού τον τόπον; Ερμον. Ω 170· ε) τελικές: ποίαν ουκ εύρεν (ενν. ο Βερδερίχος) μηχανήν το να με κολακεύει Λίβ. Sc. 2178· έδωκα πέρπυρα ί́ ενού ανθρώπου ... διά το να μου ποίσει ... κάμωμαν ... και ... ουδέν εποίησεν εκείνον Ασσίζ. 15529· Όρμησα τάχα και εγώ το να γενώ τσαγγάρης,| μήνα χορτάσω το ψωμίν Προδρ. (Eideneier) III 145· (και σε γεν.): καλούσιν των Ελλήνων| άρχοντες του να δικάσουν| περί των αρμάτων τούτου (ενν. του Αχιλλέως) Ερμον. Φ 354· (εδώ με παράλ. του να): από τα κάλλη του δεντρού, την ηδονήν του τόπου| και των πουλιών την μελωδιάν και ολημερνού του κόπου| ... ηκούμπισα του περιανασάνω Απόκοπ.2 31· ς́) συμπερασμ.: εποίησαν συμβίβασιν ...| όλα τα αρχοντόπουλα ...| να έχουσιν ο καθεείς προς την ουσίαν τήν είχεν,| την ανθρωπίαν και την στρατείαν τόσην το να του μένει Χρον. Μορ. P 1646· ζ) αναφορ.: και τώρα, υιέ μου, άκουσε εις τη φωνή μου, εις το ος εγώ παραγγέλνω εσέν Πεντ. Γέν. XXVII 8· εξύπνησεν ο Νοάχ από το κρασί του και ένιωσεν το ος έκαμεν αυτουνού ο υιός του ο μικρός Πεντ. Γέν. IX 24. 3) Συνοδεύει πλεοναστικά απαρέμφ. που αναλύεται σε δευτερεύουσα α) βουλητική πρόταση (συν. σε γεν.): βουλόμενος (ενν. ο υιός) του ζήσαι,| έποικεν τον ορισμόν του (ενν. του γέρου) Πτωχολ. α 176· αξίωσαν την δούλην σου ... του| λυτρωθήναι Εις Θεοτ. 48· εβιάζετον του δράξαι| εκ χειράς γαρ του Εκτόρου Ερμον. Σ 140· Μη δύνοντα (ενν. εγώ) το αποκριθείν και περιαναμένειν (παραλ. 1 στ.) « ... Μέλλω στραφείν» τους είπα Απόκοπ.2 457· (με επόμ. το σύνδ. να): Τότε ουν ο βασιλεύς γαρ| βουληθείς του να γνωρίσαι| την γενεάν του και την γνώμην| εκ το χέρι του επαίρνει Πτωχολ. α 708· β) τελική πρόταση: Το κάστρον ήτον μοναξόν, ως μοναστήρι ήτον,| το σώσει επολεμήσαν το, από σπαθί το επήραν Χρον. Μορ. P 1713· Αν είχες βάλει, δέσποτα, ετότε τους δοξιώτες| το ιδεί τους Φράγκους ότι έρχονται ... (παραλ. 1 στ.) εκέρδαινές τους παρευτύς Χρον. Μορ. H 4937· (και σε γεν.): ούτοι οι παράνομοι και άθλιοι Εβραίοι| εκάμμυσαν τους οφθαλμούς, έφραξαν και τα ώτα| του μη ιδείν τον ήλιον τον άδυτον, υιέ μου Θρ. Θεοτ. 49· και ώμοσεν (ενν. ο Αίσωπος) αυτῴ (ενν. τῳ βασιλεί) να υποστρέψει πάλιν, του κατοικήσαι εις την Βαβυλώνα Βίος Αισώπ. 30115. 4) Ουσιαστικοποιεί: α) επιρρ.: το ταχιά, καλά ταχιά, απήγεν η Χρυσάντζα,| το υποκάμισο έδωκεν Βέλθ. 1041· πιστεύει (ενν. ο παιγνητής) ...| με τ’ αύριον, με το σήμερον τίβοτες να κερδίσει Δεφ., Λόγ. 101· (και στον πληθ.): εξέβην (ενν. η σατία) έξω του λιμνιώνος, διατί τα ταχία έμελλε ν’ αρμενίσει Μαχ. 20217· ήτον ο τόπος μοναξός, θάλασσα τα έμπροσθέν μας Λίβ. Sc. 1591· β) το ουδ. των επιθ. και μτχ.: είδα γουν το κάλλος (παραλ. 1 στ.) το γοργόγλωσσον εκείνον| και το τολμηρόν τό είχεν Πτωχολ. α 647, 648· Ίσασι ... και το προς τας παραταγάς των πολέμων το τολμηρόν και θρασύ και λεόντειον Δούκ. 21722· ρίψε το κενόδοξον, άψες το επηρμένον Λίβ. P 1316· γ) απαρέμφ.: μεγάλη διαφορά είναι από το πειν ως το να ποίσει Μαχ. 47627· εγέρασεν ο Ιτσχάκ και εθαμπώθηκαν τα μάτια του από του ιδεί Πεντ. Γέν. XXVII 1· έδωκέν της ρούχα (ενν. της αρχόντισσας) ... κι εδήγαν καλά και το φαν της και το πιειν της Μαχ. 21622, 23· Υποπτεύσαντες δε είναι αίτιον και τον μητροπολίτην της αυτής Παλαιάς Πάτρας του ελθείν κατ’ αυτών το αρμάτωμα λαβόντες εις τον πάλον εκάθισαν Σφρ., Χρον. μ. 13234· έκφρ. το έχειν, βλ. ά. έχω· δ) προτάσεις κύριες και δευτερεύουσες: Ου φέρω γαρ, ω δέσποτα, την ταύτης μοχθηρίαν,| τους καθ’ ημέραν χλευασμούς και τας ονειδισίας·| το «κύρη, ουκ έχεις προσοχήν», το «κύρη, πώς το λέγεις;»| το «κύρη, τι προσέθηκας;» το «κύρη, τι επεκτήσω;» Προδρ. (Eideneier) I 44, 45· με το να τον ηξεύρουν οι άνθρωποι το πως είναι (ενν. ο παπακυρ-Αδριανός ο Πρωτοσύγκελος) μωρολωλός δεν τον εσυνορίζονταν Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 31r· ε) οποιαδήποτε λ.ή έκφρ., της οποίας προηγείται: το «κυρά μου» προσειπών και το «καλή σου ημέρα»,| και το «ψυχή, ουκ ανοίγεις μοι, καρδιά, ου θεωρείς με»,| και στεναγμόν από ψυχής εκπέμψας άχρι τρίτου Προδρ. (Eideneier) I 227, 228· Αν έναι δύναμις σ’ αυτόν ... (παραλ. 1 στ.) ν’ ανάψει τη σβεστή φωτιά και να σε στρέψει μ’ ένα που, δεν ηξεύρω το γιατί, εχόλιασες μ’ εμένα Θησ. Πρόλ. 263. 5) Συνοδεύει το επίρρ. πολύ για να δηλωθεί ανώτατο όριο (η χρ. και σήμ.): πράτσα των φούντων ... θέλουν να είναι το έναν μακρύν οργιές επτά, το πολύ ως οκτώ Καραβ. 49318. 6) Συνοδεύει το ουδ. επιθ. προσδίδοντας επιρρ. σημασ.: πρέπει το ίσο να κρίνουν τον μέγα και τον μικρόν Ασσίζ. 2824· Ώστε να ζιω το όμοιο κι εγώ ο φτωχός σου τάσσω Πανώρ. Δ́ 415. Β́ Ως αναφορ. (κυρίως στην αιτιατ. εν. και πληθ.) 1) α) Εισάγει δευτερεύουσες αναφορ. προτάσεις: εισμίαν ορίζει ο αμιράς κι εκράτησε μετ’ αυτόν| τους θαυμαστούς αγούρους του, τούς είχε εις την βουλήν του Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 200· Μωρόν παιδίν το φτιάζουν,| γιον τον (ενν. τον πόθον) θωρείς εδά ζωγγραφισμένον,| γιατ’ οί ποθούν έχουν τον νουν χαμένον Κυπρ. ερωτ. 1817· Είντα μαντάτο μου ʼφερες, άγγελε, απού τον θρόνο| τ’ αφέντη μου κι ορίζεις με να κάμω τό δε σώνω; Θυσ.2 32· Αλί τους καρτερεί το δολερόν μαντάτον| οπού στον Άδην έπεψαν μιαν νύκτα, μιαν εσπέραν| τους είχασιν παρηγοριάν, δυο υιούς και θυγατέραν Απόκοπ.2 406· να συμβουλευτούμεν και να εγκλέξομεν το καλλύττερον τό να θελήσει ο θεός Μαχ. 2344· Ειπέ μοι, το παιδάκι μου, ...| πώς δεν συμπέφτεις θέλημα άνδρα διά να πάρεις| τό έναι νόμος πανταχού εις άπαντα τον κόσμον; Ιμπ. 279· β) (εδώ χωρίς να ακολουθεί το γένος και την πτώση του ουσ. που προσδιορίζει): Ουαί ζημία τό εγίνοτον εκείνην την ημέραν| ʼς τοιούτους ανθρώπους ευγενείς εκ το άθος της Φραγκίας Χρον. Μορ. P 1111· να τον (ενν. το γραμματικό) πάρου άχρι της κρεμάστρας τό λέγεται φούρκα και να τον κρεμάσουν Ασσίζ. 4793. 2) Εισάγει πλάγια ερωτ. πρόταση: Σολομών ο φρόνιμος εις τα χαρτία του δείχνουν το γέλασμα και τό περπάτημα έχει ο Αλέξανδρος Διήγ. Αλ. G 26428,29. Γ́ Ως δεικτ. αντων. 1) Αυτός, εκείνος (χωρίς ουσ.· πβ. L-S Α II και λ. μεν A II 2): Αλλ’ όμως πάντα ταύτα μεν παρείδε θεός, τίσι κρίμασιν ουκ οίδα, τα δε ηγνοούσαν οι άνθρωποι και έκαστος έλεγε κατ’ εκείνου τό ήθελεν Σφρ., Χρον. μ. 10414. 2) (χωρίς να ακολουθεί ουσ.) στο σχήμα α) ο μεν ... ο δε = ο ένας ... ο άλλος, άλλος ... άλλος (πβ. L-S A VI και Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Ά́ 170): Εν μέρει ορίζει ο ηγούμενος, εν άλλῳ ο οικονόμος,| ο μεν προστάσσει: «τρίψε με και τάρασσε το σκάμμα»,| ο δ’ άλλος πάλιν: «γέμισε, περέχυσέ με, ας έκβω» Προδρ. (Eideneier) IV 126· εθανατώσαν (ενν. οι Λευκωσίτες) [τους] Γενουβήσους ... και τους μεν ερίβγαν εις τους λάκκους, τους δε ερίβγαν στα χαντακία Μαχ. 41615, 16· β) ο δε ... ο δε = άλλος ... άλλος: άνταν ήλθαν οι μαντατοφόροι μου έμπροσθέν σου, τους δε ηθέλησες να τους στρώσεις, τους δε εσέραν τους ομπρός σου Μαχ. 2127, 8· γ) το ουδ. στις φρ. το και το, τα και τα = αυτό κι αυτό, αυτό κι εκείνο (πβ. L-S A VII 2 και Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Ά́ 170): όρισέ μοι (ενν. ο βασιλεύς) και έγραψα ιδίως ... ότι να έχει είς έκαστος (ενν. των υιών) το και το ... από των ιδίων αυτού αξιολόγων ειδών Σφρ., Χρον. μ. 2017 κριτ. υπ.· λέγουσι (ενν. οι ιατροί) «ποίησε τα και τα και ας γίνεται και τάδε» Προδρ. III 404· δ) το μεν ... και = αφενός ... αφετέρου: και βασιλείς ρηγάδες τε εσέναν επεθύμουν,| το μεν διά το κάλλος σου και διά την ευμορφιάν σου Απολλών. 29.
ολόρθος,- επίθ., Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 947, 954, Λίβ. Esc. 926, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 1372· ’λόρθος· ’λόρτος, Αιτωλ., Μύθ. (Legr.) 48· ολόρτος, Φυσιολ. (Legr.) 352.
Από το ά́ συνθ ολο‑ και το επίθ. ορθός. Ο τ. ολόρτος και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ. στη λ.). Τ. όλορθος στο Du Cange. Η λ. στο Somav. και σήμ.
1) α) Που στέκεται εντελώς όρθιος, στητός: Έδωκεν (ενν. ο καπετάν μπασιάς) έξω στο βουνό κι ολόρθος εκεί εστάθη| κι ήρθε ένα βόλι απάνω του και παίρνει τον κι εχάθη Τζάνε, Κρ. πόλ. 3277· Απ’ αύτην (ενν. την Μακροθυμίαν) πάλι ιστέκετον ολόρθη η Ελπίδα,| να βλέπει απάνου εις ουρανόν,| την χέραν να σηκώνει Λίβ. Esc. 1004· Τα ιεράκια οφείλουσιν είναι μακρύλαμνα, αι δυσωμίαι αυτών πλατέαι ...η γλώσσα μαύρη και ίνα κάθηνται ολόρθα Ορνεοσ. 57823· Τ’ άλογον εγονάτισε, μα χάμαι δεν εστράφη| και το ζιμιόν επήδηξεν ολόρθο σαν το ’λάφι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 2142· β) (προκ. για ζώο) που έχει ανασηκωμένα και ακίνητα τα δυο μπροστινά του πόδια: Όταν στέκει (ενν. η άρκος) από μακρά και βλέπει προς τον άνδρα,| πατεί οπίσω εις τα πόδας της και ίσταται ολόρθη Φυσιολ. 37119· Τον τράγον λέγ’ η αλεπού· ... (παραλ. 1 στ.) Τους μπροστινούς τους πόδας σου κάμε να ακουμπήσεις,| έμορφα ’λόρθος στάθησε, προσέχου μην τους σείσεις Αιτωλ., Μύθ. 48. 2) (Προκ. για τα χέρια) υψωμένος, τεντωμένος προς τα πάνω: σήκωνε (ενν. Μωυσή) τα χέρια σου στον ουρανόν ολόρθα| διά να ’χει νίκος ο λαός εις τους εχθρούς οπὄρθα Χούμνου, Κοσμογ. 2607. 3) Κάθετος προς το έδαφος, κατακόρυφος: Είπ’ ο Θεός του Μωυσή να κάμει την βουλήν του,| ολόρθ’ απάνω στα ψηλά να στέσει το ραβδίν του Χούμνου, Κοσμογ. 2350· το χερόβολον το εδικό μου έστεκε ολόρθο και τα εδικά σας επροσκυνούσαν το εδικό μου Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 145v.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- επίρρ., Βέλθ. (Κριαρ.) 868, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 197, 770, 815, 928, 933, 1182, 1521, 3183, 3797, 3842, 3990, 4278, 6031, 6295, 6898, 7252, 8286, 8516, 8906, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 197, 3990, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 99, Φλώρ. (Κριαρ.) 269, 778, 779, 1679, Απολλών. (Wagn.) 99, Λίβ. (Lamb.) Esc. 364, Δελλ. (Μανούσ.) Α΄ 410, 442, 1051, 1265, 1329, 1566, 1637, 1841, 1846, 1859, 1921, 2049, 2102, 2616, 2623, 2625, 2758, Γ΄ 21, 35, 75, 271, 422, 623, Αχιλλ. (Hess.) N 570, Χρον. Τόκκων (Schirò) 1984, 2135, Χρησμ. (Λάμπρ.) 105, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Legr.) 349, Θησ. (Foll.) I 5, 123, Ch. pop. (Pern.) 678, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) I 35, Ριμ. Βελ. (Wagn.) 350, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 785, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 223, 463, Πικατ. (Κριαρ.) 143, 147, Πένθ. θαν. (Ζώρ.) N 476, Μυστ. παθ. (Parlang.-Μανούσ.) 12230, Δεφ., Λόγ. (Kar.) 59, Αχέλ. (Pern.) 520, 531, 880, 1527, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 108, Αιτωλ., Μύθ. (Legr.) 108, Κατζ. (Πολ. Λ.) Γ΄ 106, Δ΄ 424, Πανώρ. (Κριαρ.) Πρόλ. 26, Γ΄ 88, 104, Ερωφ. (Ξανθ.) Γ΄ 200, 413, Ε΄ 198, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Β΄ 2232, Γ΄ 26, 641, Δ΄ 1417, Ε΄ 654, 1370, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Β΄ 89, Γ΄ 12, 60, 61, Φορτουν. (Ξανθ.) Ιντ. δ΄ 89, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 41712, 5022· αλλήλω, Στάθ. (Σάθ.) Β΄ 124· αλλήλους, Διγ. (Καλ.) A 994, Αχιλλ. (Hess.) N 116, 569, Αργυρ., Βάρν. (Mor.) K 229, Διήγ. πανωφ. (Φιλαδ.) 61· αλλήλων, Ερμον. (Legr.) E 445, Gesprächb. (Vasm.) 817.