Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- αβαβοέ
- η, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) 4525.
Το αρχ. γαλλ. avant-voë (βλ. και Χατζ., Ξέν. στοιχ. 63). Για τη λ. βλ. και Kahane, DOP 36,1982, 138.
Προκαταβολή: εάν ο πουλητής ουδέν θέλει να του δώσει κατά το έχουν στοίχημα, εντέχεται να του διπλάσει την αβαβοέ Ασσίζ. (Σάθ.) 4525. —Συνών.: αρραβώνα 1.
αβαμπαρλιέρης- ο, Ασσίζ. (Σάθ.) 24919, 25817, 27631, 34910‑11· αβαντπαρλιέρης, Ασσίζ. (Σάθ.) 2834, 7, 19, 28427· αβαμπαλιέρης, Ασσίζ. (Σάθ.) 3424· αφαμπαρλιέρης, Ασσίζ. (Σάθ.) 364, 9910, 12· αφαμπαλιέρης, Ασσίζ. (Σάθ.) 59, 1228· φαρπαλιέρος, Ασσίζ. (Σάθ.) 3413.
Από το αρχ. γαλλ. avant-parlier (Χατζ., Ξέν. στοιχ. 63).
Είδος δικηγόρου (βλ. και Κουκ., ΒΒΠ Ϛ́́ 50): Ο ανήλικος ουδέν ημπορεί να ένι αβαμπαλιέρης, τουτέστιν αβοκάτος ..., ουδέν εντέχεται να διαφεντέψει ετέρου ανθρώπου πράγματα εις την βουλήν με αγκάλεμαν Ασσίζ. (Σάθ.) 3424· να έχει πρόλαλον, τό λέγεται φράγκικα αβαμπαρλιέρη Ασσίζ. (Σάθ.) 34910-11· ουδέν πρέπει να ένι προστάτης, τουτέστιν εμπροπέτης, τό λέγεται αβαμπαρλιέρης Ασσίζ. (Σάθ.) 27631. — Πβ. αβογαδόρος, αβοκάτος, εμπροπέτης, παραστάτης, πρικουρούρης, προκουρούρης, προκύρης, πρόλαλος.
αβανία- η, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 169 δις· αβανιά, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 169· αβονιά (πιθ. διορθωτέον), Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 2531· βανία Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 521.
Από το επίθετο αβάνης (Κατά Meyer, NS IV 5, από το ιταλ. avania· πβ. Χατζ., Ξέν. στοιχ. 59, Χατζ., Λεξ., καθώς και Μαγουλά ΕΕΦΣΠΑ, περ. β́, 20, 1969 /70, 336-41 και Cortelazzo, Influsso 252-3. Κατά τον Καραποτόσογλου (Βυζαντ. 12, 1983, 365) η λ. προέρχεται από το τουρκοαραβ. ἁwᾱn = συκοφαντία, κακολογία). Η λ. στον Du Cange, στο Βλάχ. και σήμ. (ΙΛ, λ. αβανιά).
Συκοφαντία (Η σημασ. και σημ. ΙΛ λ. αβανιά 1. Βλ. και Βακαλ., Ιστ. Ν. Ελλην. Β́ 143): Ηύρηκαν μίαν μέθοδο και αβανία, ότι πως ο Σιν. Γιούλιος ο Πανάρετος, ένας από τους εδικούς μας άρχοντες, εμπήκε εισέ μιας φτωχής σπίτι και επροσπάθησε να κάμει με δαύτηνε με δυναστικόν τρόπον, ... όμως μετά καιρόν ελυτρώθη από την αβανίαν ετούτη, γνωρίζοντάς τονε η δικαιοσύνη άφταιστον Σουμμ., Ρεμπελ. 169· και τις μπορεί να ζήσει| σε τόσα τυραννίσματα, τες αβονιές που κάμνουν,| με δίχως να χρεωστούσινε χρέος να τών εβγάνουν; Τζάνε, Κρ. πόλ. 2531.
αβαντάτζιο(ν)- το, Ασσίζ. (Σάθ.) 27925· αβατάντζιο(ν), Ασσίζ. (Σάθ.) 3025.
Κατά Χατζ., Ξέν. στοιχ. 63 από το γαλλ. avantage. Πβ. και το ιταλ. avvantaggio. Τ. αβαντάτζο και αβατάντζο σε κρητ. έγγρ. του 1644 και του 1598 αντίστοιχα (Μαυρομάτης, Θησαυρ. 16, 1979, 234 και 213). Η λ. (αβαττάτζια) και σήμ. στην Κύπρο (Χατζ., Ξέν. στοιχ. 63). Πβ. και το σημερ. αβαντάγιο (ΙΛ).
Προνόμιο και κέρδος που προέρχεται από αυτό (πβ. ΙΛ, λ. αβαντάγιο 1): να έχει πολλά κέρδη λεγόμενα αβαντάτζια Ασσίζ. (Σάθ.) 27925· να ένι τιμημένες απού πολλά προβελίτζια, τουτέστιν σιγγίλια και με πολλά περισσέματα, τουτέστιν αβατάντζια Ασσίζ. (Σάθ.) 3029.
αβγάσιμον- το, Ασσίζ. (Σάθ.) 17713, 4305.
Από το βγάνω.
Εξάνθημα, απόστημα (Κουκ., ΕΕΦΣΠΑ, 1955/6, 245. Πβ. ΙΛ λ. βγάλμα 7, λ. βγάλσιμο 7, λ. βγαλτικός 3, λ. βγαλτός 7, λ. βγαντός, λ. βγατός 2): έπρεπε να κόψει την πληγήν ή να ανοίξει το αβγάσιμον ή το απόσταμαν Ασσίζ. (Σάθ.) 17713. —Συνών.: απόστημα, εβγαλτόν.
αβγό(ν)- το, Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 13376, Ασσίζ. (Σάθ.) 49220, Ορνεοσ. (Hercher) 57930, Πουλολ. (Krawcz.) 160, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) χκ́, Ch. pop. (Pern.) 511, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 133, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 227, 610, 1161, Αιτωλ., Βοηβ. (Băn.) 214, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 40020, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 4186, Διακρούσ. (Ξηρ.) 8824.
Από τη συνεκφορά τα ωά> ταουά> ταουγά> ταβγά‑τ’ αβγό (Χατζιδ., ΜΝΕ Β́́ 322, 328-329 και Τριαντ., Ν. Εστ. 33, 1943, 303-305). Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Αβγό, όπως και σήμ. (ΙΛ στη λ. 1): όπου είν’ τ’ αβγά της μελενά και τα πουλιά της μαύρα Ch. pop. (Pern.) 511.
αβεντούρα- η, Βουστρ. (Σάθ.) 539, Ξόμπλιν φ. 122v, 128r.
Το ιταλ. avventura (Meyer, NS IV 5). Πβ. Χατζ., Ξέν. στοιχ. 63. Σε έγγρ. του 1468 τ. αβαντούρα (Σακ., Κυπρ. Β́ 3).
Τύχη, πεπρωμένο: και τρέχει ένας Σκλαβούνος με το σπαθίν αρματωμένος και εμπαίνει μέσα εις την τζάμπραν της ρήγαινας ... και τρέχει ο μισέρ Τζόρτζον Κονταρής ... και λαλεί του: «Είντα θέλεις ώδε;» Κι εκείνος λαλεί του: «Γυρεύγω την αβεντούρα μου» Βουστρ. (Σάθ.) 539.
αβερτίρω,- Στάθ. (Σάθ.) Γ́ 254, Φορτουν. (Ξανθ.) Δ́́ 217.
Από το βενετ. avertir (Ξανθ., Φορτουν. Γλωσσ.).
α) Ειδοποιώ: Για να θελήσω σήμερο το Λούρα να αβερτίρω Φορτουν. Δ́ 217· Συνών. αβιζάρω β, αβιζιάζω β· β) υποδεικνύω, συνιστώ (κάτι σε κάποιον): Καλώς το Δάσκαλο! απατά, σα σέ ’δα, ανίμενά σε| να σ’ αβερτίρω όπου με δεις μπλιο σου να μην παινάσαι Στάθ. Γ́́ 254.
αβιζάρω,- Γαδ. διήγ. (Αλεξ. Λ.) 410, Αλφ. (Κακ.) 1055, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 162, Ευγέν. (Vitti) 777, Φορτουν. (Ξανθ.) Ά́ 402, Γ́́ 65, 112, 788.
Το ιταλ. avvisare. Πβ. και το προβηγκ. avisar (Χατζ., Ξέν. στοιχ. 63). Για τη λ. βλ. και Kahane, DOP 36,1982, 144,148. Η λ. και στο Κυπρ. χφ. (Παντ.) 156 και σήμ. σε ιδίωμ. (ΙΛ λ. αββιζάρω).
α) Κάνω γνωστό, ανακοινώνω (κάτι σε κάποιον), ενημερώνω: Αφέντη Γάδαρε, τίποτε μη φοβάσαι.| Να σ’ αβιζάρω τίποτες ήρθα γυρεύοντάς σε Γαδ. διήγ. 410· και πέ του νά ’ρθει ως εδεπά, για να τον αβιζάρω,| εις ορδινιά νά ’ναι και αυτός, καλά να τονε δείρει Φορτουν. Γ́́ 65· β) ειδοποιώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ λ. αββιζάρω 1): ότι να τους ειπούν την αλήθειαν, το πως από το σενάτο της Βενετίας τους αβιζάρανε ότι η αρμάδα της Μπαρπαρίας έχουνε γνώμη να κτυπήσουν την χρονίαν εκείνην Σουμμ., Ρεμπελ. 162. Συνών. αβερτίρω α, αβιζιάζω β.
αβιζιάζω,- Μαχ. (Dawk.) 15012, 6441, Βουστρ. (Σάθ.) 438, 440, 450, 461, 471, 517, 525, 528· αβιζιάζω ή βιζιάζω, Μαχ. (Dawk.) 39212.
Από το ιταλ. avvisare ή κατά Χατζ., Ξέν. στοιχ. 63, από το προβηγκ. avisar. Πβ. και Dawk., Μαχ. B́́, Γλωσσ. (Βλ. και Γεωργακ., Αφ. Τριαντ., 1960, 497 σημ. 99).
α) Πληροφορώ, κάνω γνωστό: Ακόμη αβιζιάζω σας ότι ... ήρτεν και ένας Γιάκουμο Μαρτέζης Βουστρ. 471· β) ειδοποιώ, στέλνω μήνυμα: και να αβιζιάσουν τους Κυπριώτες να φύγουν από την Συρίαν Μαχ. 15012· πάγω κατάδικα της συνείδησής μου και κατάδικα της πίστης μου, διότι είσαι άλλος παρά την πίστη μου, και αβιζιάζω σε κατάδικα του αφέντη μου ορθοδόξου Μαχ. 6441. Συνών. αβερτίρω α, αβιζάρω β.
αβίζο- το, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 159, Λεηλ. Παροικ. (Κριαρ.) 170, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 4443.
Το ιταλ. avviso (Χατζ., Ξέν. στοιχ. 63). Η λ. και στο Κυπρ. χφ. (Παντ.) 156 και σήμ. (ΙΛ λ. αββίζο).
Είδηση, ειδοποίηση (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ λ. αββίζο): Το αβίζο ωσάν έσωσε ..., ο γενεράλες όρισε όλα να σηκωθούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 4443· Και ερχόμενον κανένα ενάντιον να δίδουν το αβίζο του καπετάνιου του Σουμμ., Ρεμπελ. 1597. —Συνών.: αβίς το.
άβλαβος,- επίθ., Διγ. (Καλ.) A 964, 3618, 4320, Βέλθ. (Κριαρ.) 777, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 181, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 68.
Από το αρχ. επίθ. αβλαβής. Η λ. και στο Βλάχ. και σήμ. (ΙΛ).
α) Που δεν έπαθε τίποτε, σώος, απρόσβλητος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α 1): τους έστρεψε τους κουμέσους οπίσω ύγιους και άβλαβους Σουμμ., Ρεμπελ. 181· τόσον μεγάλον θανατικόν εγίνην … και δεν αφήκεν ούτε κάστρη ούτε χώρες άβλαβες ούτε οσπίτι Συναδ., Χρον. 68· β) αμετάβλητος, ακέραιος, ανόθευτος: τηρήσας πίστιν τήν αυτού άβλαβον έως τέλους Διγ. A 4320. — Πβ. άβλαφτος.
αβοκάτος- ο, Ασσίζ. (Σάθ.) 289, 13, 3412, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 7528, 7531, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 7528, Δελλ. (Μανούσ.) Α΄ 1219, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 163, Στάθ. (Σάθ.) Γ́́ 49, 59, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 58819· αβοκάτης, Ασσίζ. (Σάθ.) 2837· αβουκάτος, Ελλην. νόμ. (Σάθ.) 51614, 16, 5204, 57227, 57320, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 7521, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 7521, 7531, Γεωργηλ., Θαν. (Wagn.) 318, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 269, 388, 390, 414, Δεφ., Λόγ. (Kar.) 132, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 171.
Το ιταλ. avvocato (Meyer, NS IV 5 και Triand., Lehnw. 138 = Τριαντ., Άπ. Ά́ 441). Η λ. και σήμ. (ΙΛ λ. αββοκάτος). Πβ. και Du Cange, λ. αβουκάτος και αδβοκάτος.
Είδος δικηγόρου (βλ. και Μανούσ., ΕΕΒΣ 27, 1957, 347-348, πβ. και Κουκ., ΒΒΠ Ϛ΄ 49-50. Η σημασ. και σήμ. ΙΛ λ. αββοκάτος 1): Οι κριτάδες εις κανέναν αγκάλεμαν ουδέν εντέχεται να έναι εμπροπέτες ό (έκδ. ων· διορθώσ.) λέγεται αβοκάτοι και κριτάδες Ασσίζ. 289· ομοίως ο αβοκάτος, τουτέστιν ο εμπροπέτης ο λεγόμενος φαρπαλιέρος, εάν θελήσει να ένι πρικορούρης εις την αυλήν διά πράγμαν κανενού ανθρώπου Ασσίζ. 3412. — Πβ. αβαμπαρλιέρης, αβογαδόρος, εμπροπέτης, παραστάτης, πρικουρούρης, προκουρούρης, προκύρης, πρόλαλος.
αβοκατοσύνη- η, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 171, 172.
Από το ουσ. αβοκάτος.
Το να δικηγορεί κανείς: Ακόμα επίασαν και δι’ αβουκάτον ένα Φράγκον … ήτον καλός εις την αβοκατοσύνην Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 171.
άβουλα,- επίρρ., Ασσίζ. (Σάθ.) 18727, 32013, Λίβ. (Lamb.) Sc. 935, Λίβ. (Lamb.) Esc. 2017, Ιμπ. (Κριαρ.) 491, Ριμ. κόρ. (Pern.) 724, Πικατ. (Κριαρ.) 107, 360, Ιμπ. (Legr.) 156.
Από το επίθ. άβουλος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ λ. άβουλα ΙΙ).
Άθελα, χωρίς τη θέληση, χωρίς τη συγκατάθεση (κάποιου) (βλ. και Κριαρ., Πικατ. 60· εσφαλμ. Παπαδ. Α., ΛΔ 2, 1940, 15. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Ι): πως ιστανέου μου γράφουν σε τα χέρια μου πιττάκιν,| και «η δεσποτεία μου» λέγουν (κριτ. υπ.) σε τα χείλη μου άβουλά μου; Λίβ. Esc. 2017· πώς γαρ το αποκότησες …| άβουλα του πατέρα σου να πας να πολεμήσεις Ιμπ. (Legr.) 156· και άβουλα του αυθεντός τίποτα δεν κινάται Πικατ. 360· πλην ας ξηβούμεν άβουλα, κανείς να μην το ξεύρει,| δίχως βουλήν και θέλημαν πατρός σου και μητρός σου Ιμπ. (Κριαρ.) 491.
άβυσσος- η, Κρασοπ. (Λάμπρ.) 31, Ιων. (Hess.) 2156, Λίβ. (Μαυρ.) P 283, 1723, 1726, Λίβ. (Lamb.) Esc. 524, 1610, 2042, Λίβ. (Lamb.) Sc. 507, 965, 984, Λίβ. (Wagn.) N 1787, 1790, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) V 14, X 39, Πικατ. (Κριαρ.) 112, 410, Πεντ. (Hess.) Γέν. Ι 2 δις, VII 11, XLIX 25, Έξ. XV 5,8 XXXII 10, 22, XXXIII 13, Πιστ. βοσκ. (Joann.) V 6, 304, 305, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Έ́ 1193, Φορτουν. (Ξανθ.) Ιντ. Ά́ 95, Ζήν. (Σάθ.) Ά́ 69, 137, Έ́ 253· άβυσσο, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 285· άβυσσος (ή άβυσσο η), Πεντ. (Hess.) Δευτ. VIII 7· άβυσσος ο, Λίβ. (Wagn.) N 1471· πληθ. άβυσσα τα, Φυσιολ. (Legr.) 442 (ουδ.;), Πικατ. (Κριαρ.) 189, Αχέλ. (Pern.) 114, 1009.
Το μτγν. ουσ. άβυσσος. Ο τ. του αρσ. και του ουδ. και σήμ. σε ιδιώμ. (ΙΛ λ. άβυσσο).
1) α) Κυριολ.: χάος (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S στη λ. ΙΙ· πβ. και Lampe, Lex. στη λ. Α και ΙΛ λ. άβυσσο 1β): Και η γης ήταν άβυσσος και αφανιασμός και σκότος ιπί πρόσωπα άβυσσο Πεντ. Γέν. Ι 2· β) Μεταφ.: το αμέτρητο (πβ. Lampe, Lex. Στη λ. Ε): ουκ έχω άσπλαγχνον (χφ εις άσπλ.· βλ. κριτ. υπ.) ψυχήν και αδιάκριτον καρδίαν, άλλα εις αισθήσεως άβυσσον εσέβην η ψυχή μου Λίβ. Sc. 984· κι εμπαίνω σ’ άβυσσον χαράν κι άβυσσον λύπην ηύρα Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ 1188. 2) Βάθη, έγκατα της γης: Ημείς γι’ αυτό βουλήθημεν να ’ναι ξολοθρεμένη,| πρώτη από μας κι εις τ’ άβυσσα της γαίας βουλισμένη Αχέλ. 114· Η άβυσσος εξέρασεν πίσσ’ ανακατωμένην| και πύριν βρέχει ουρανός Χούμνου, Π.Δ. Χ 39. 3) Κάτω κόσμος, άδης, κόλαση (Η σημασ. ήδη μτγν., Bauer, Wört. στη λ. 2. Πβ. και Lampe, Lex. στη λ. Β και ΙΛ λ. άβυσσο 2): μα και όσοι κατοικούσι| θεοί απάνω ’ς τσ’ ουρανούς και κάτω στης αβύσσου| τον πάτο Φορτουν. Ιντ. Ά́́́95· Από τα βάθη σήμερο της σκοτεινής αβύσσου (παραλ. 1 στ.) να μὄβρης ένα δαίμονα Ζήν. Ά́ 69· Να πέσει εις τα τάρταρα, στα βάθη των αβύσσων Φυσιολ. 442· ει μεν εχθές εις άβυσσον και εις άδην επερπάτουν| εκ της οργής σου το άπειρον Λίβ. P 1723. 4) α) Θάλασσα (Η σημασ. ήδη μτγν., Sophocl. στη λ.[1]): Κι έκαμε τα θεριά της γης, τα ψάρια της αβύσσου Πικατ. 410· β) άφθονα υγρά (πβ. ΙΛ λ. άβυσσο 1α): βρύσες και άβυσσες εβγαίναν εις τον κάμπο και εις το όρος Πεντ. Δευτ. VIII 7· και να ποταμοφόριζαν ο άδολος ο οίνος| και να ήλθεν εις το στόμα μου η άβυσσος εκείνη Κρασοπ. 31.
αγαθοεργία- η, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 13.
Το αρχ. ουσ. αγαθοεργία.
Το να κάνει κανείς καλές, γενναίες πράξεις, ανδραγαθήματα: Μαθόντες γουν την ευγένειαν και γενεαλογίαν| του θαυμαστού Μερκούριου και αγαθοεργίαν Κορων., Μπούας (Σάθ.) 13.
αγαθόν- το, Σπαν. (Legr.) P 54, Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 4623, 5714, Ασσίζ. (Σάθ.) 3030, 11422, 1281, 16031, 1613, 16420, 18720, 36520-21, 28, 3813, 4166, Ελλην. νόμ. (Σάθ.) 53613, Διγ. (Mavr.) Gr. VI 338, Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 1726, Ωροσκ. (Λάμπρ.) 392, 4215, Περί ξεν. (Καλιτσ.) A 35, Σφρ., Χρον. μ. (PG 156) 1061 D, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) VII 84, Σκλέντζα, Ποιήμ. (Κακ.) 116.
Το ουδ. του επιθ. αγαθός ως ουσ. Η λ. και σήμ. (ΙΛ λ. αγαθά).
1) Καθετί καλό, ωραίο, χρήσιμο (πβ. Preisigke-Kiessling λ. αγαθός 2): άλσος μυρίων αγαθών κατάφυτον ορχάτοις Μανασσ., Χρον. 5714· δηλοί χαράν και αγαθά πολλά και βροχήν Ωροσκ. 4215· Πού είν’ τα τόσα αγαθά που ήσουν στολισμένη (προκ. για την Πόλη), ωσάν αυτόν τον ουρανόν ήσουν ζωγραφισμένη; Ιστ. Βλαχ. 2437 [ = Γέν. Ρωμ. (Λάμπρ.) 71]. 2) α) Αυτό που έχει κάποιος στην κατοχή του, περιουσία (πβ. L‑S λ. αγαθός ΙΙ 4): ου δύνουνται κληρονομήσαι τί κλήραν, ούτε άλλον αγαθόν τους γονείς αυτών Ασσίζ. 36520-21. Η ογδόη αιτία διατί εξηκληρωθήναι τα τέκνα εκ των αγαθών τους γονείς Ασσίζ. 18720· β) εισόδημα: ετεσαύτα να έχει ο είς ως τον άλλον απέ τους καρπούς ή αγαθά της αυτής οικίας Ασσίζ. 16420. 3) Προνόμιο, ευεργέτημα: οι αγίες εκκλησίες … να ένι τιμημένες απού πολλά προβελίτζια, τουτέστιν σιγγίλια …, και ουδέν εντέχεται … να έναι τα πενεφία τους, ήγουν τα αγαθά τους, αικάνωτα Ασσίζ. 3030. 4) Προκ. για τα πνευματικά αγαθά που προσφέρει η Εκκλησία στους πιστούς της: ένι αφορισμένοι να μηδέν έχουν μερτικόν απέ τα αγαθά της αγίας Εκκλησίας, ουδέ να εισέλθουν εις την αγίαν εκκλησίαν Ασσίζ. 11422. 5) Προκ. για τα σωματικά και ψυχικά χαρίσματα (πβ. L‑S, λ. αγαθός ΙΙ 4): τοις του Χριστού χαρίσμασι πάσι πεπλουτισμένον,| κάλλος, ανδρείαν, φρόνησιν και πολλήν ευτολμίαν, έχει και δρόμον άπειρον των αγαθών προσθήκην Διγ. Gr. VI 338· του δε κάλλους και των άλλων αγαθών των παιδίων μου ου δυναμένου κρυβήναι Σφρ., Χρον. μ. (PG 156) 1061 D. 6) Προκ. για καθετί καλό, ηθικό: Ιδέτε οι άξιες και οι καλές τί αγαθά οπού κάμαν Βεντράμ., Γυν. 249· τήν ενελέκτηκες οδόν ουδέ ποσώς την χάνεις,| μάλιστα τους αμαρτωλούς εις αγαθόν τους βάνεις Σκλέντζα, Ποιήμ. 116. 7) Προκ. για τη σωτηρία, τη λύτρωση από την αμαρτία: ως δε λόγος του Θεού και δύναμις δυνηθεί κατορθώσαι το παγκόσμιον αγαθόν, όπερ εβούλετο, διότι ην αδύνατον δι’ ενός ανθρώπου δυνάμει επιστρέψαι την οικουμένην προς τέλος τον Θεόν Ιστ. πατρ. 8715.
αγαθός,- επίθ., Σπαν. (Hanna) A 505, Σπαν. (Hanna) B 483, Σπαν. (Legr.) P 54, 55, Προδρ. (Hess.-Pern.) II H 65α, ΙΙΙ 235 (χφφ CSA) (κριτ. υπ.), Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 6361, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. (Miller) 160, Καλλίμ. (Κριαρ.) 1023, Ωροσκ. (Λάμπρ.) 403, Βίος Αλ. (Reichm.) 134, Λίβ. (Μαυρ.) P 929, Λίβ. (Wagn.) N 2006, Notizb. (Kug.) 74, Έκθ. χρον. (Lambr.) 5616, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 53, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 14019, Π. Ν. Διαθ. (Μέγ.) φ. 336α 14, Πιστ. βοσκ. (Joann.) V 8, 2· παραθ. κρειττότερος, Βέλθ. (Κριαρ.) 533, Ερμον. (Legr.) A 227, X 150.
Το αρχ. επίθ. αγαθός. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) Που έχει σχέση με την αρετή, ηθικός: κι εις την οδό την αγαθή πάντα να μας οδεύγει Π. Ν. Διαθ. φ. 336α 14. 2) Καλοκάγαθος (πβ. ΙΛ στη λ. Α2): ήτονε άνθρωπος ταπεινός. Αγάπα την φιλοσοφίαν … και ήτονε φύσις αγαθός άνθρωπος Χρον. σουλτ. 14019. 3) Που προέρχεται από καλή διάθεση: ει δε κἀν <συ> πτωχός είσαι, ουκ έχεις τί να δώσεις, κἀν λόγον δος τον αγαθόν, να τον <ε> θεραπεύσεις Σπαν. A 512. 4) Που σχετίζεται με κάτι καλό, ευχάριστο: ορθοτομία και ευσέβεια και ελπίς αγαθή και πολλαί διαλέξεις περί πίστεως και νίκος κατά των αντερούντων αυτοίς Ωροσκ. 403. 5) Που χαρακτηρίζεται από ευημερία, ευμάρεια: και διά τον αγαθόν καιρόν και διά την λιμπισίαν Προδρ. ΙΙ Η 65α. 6) Ευοίωνος (πβ. ΙΛ στη λ. Β1): ουκ αγαθήν εδέξατο την λεκανομαντείαν Βίος Αλ. 134. 7) Γενναίος: να τον παρακαλέσω ίνα ποίσῃ αυτούς τους Τρώας κρείττους των Ελλήνων πάντων Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Α΄ [629].
αγαθοσύνη- η, Σπαν. (Hanna) A 352, Ασσίζ. (Σάθ.) 3116, 972, 28011, 31823, 3471, Ωροσκ. (Λάμπρ.) 398, Θρ. Κων/π. (Ζώρ.) Βαρβ. 13, Σκλέντζα, Ποιήμ. (Κακ.) 759, Διήγ. Αγ. Σοφ. (Băn.) 14920, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) Επίλ. ΙΙ 502.
Το μτγν. ουσ. αγαθωσύνη. Η λ. και σήμ. (ΙΛ λ. αγαθωσύνη).
1) Καλοκαγαθία (πβ. Bauer, Wört. λ. αγαθωσύνη): Ελεημοσύνης δέσποινα, αγαθοσύνης φύσις,| ξεμίστευγε τους δούλους σου, μην τους καταπονήσεις Σκλέντζα, Ποιήμ. 759 (πβ. αγαθότης 1). 2) Χρηστότητα (πβ. Bauer, Wört. λ. αγαθωσύνη): Ο δε βασιλεύς ήταν φίλος της αγαθοσύνης και δεν ήθελεν να αδικήσει τινάν Διήγ. Αγ. Σοφ. 14920 (πβ. αγαθότης 2). 3) Ευήθεια, ευκολοπιστία (πβ. ΙΛ λ. αγαθωσύνη 2): Εάν γένειται ότι είς άνθρωπος λάβει παρθένον δυναστικού τρόπου και φθείρει την παρθενίαν της καν τε με το θέλημαν της παρθένου, καν διά την αγαθοσύνη της Ασσίζ. 972. 4) «Καλοσύνη», εκδούλευση, εξυπηρέτηση: να ποίσει αγαθοσύνην ενού του φίλου και ποιεί του το καλόν, τουτέστιν δανείζει του το κτηνόν του Ασσίζ. 31823. 5) Καλοπέραση, ευημερία: Βροχή πολλή και ωφέλιμος, άνεμοι δε καλοί και του λαού αγαθοσύνη και είσοδος των ειδών Ωροσκ. 398.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- η, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) 4525.