Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- περιφράσσω,
- Διγ. Z 3882, Φυσιολ. (Zur.) LIIII6 (έκδ. περιφρυγμένην· διορθώσ.), Ιστ. Βλαχ. 2008· γ́ εν. παθητ. αορ. περιφράθη· μτχ. παρκ. περιφραμένος, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 3587.
Το αρχ. περιφράσσω. Τ. περιφράζω στο Somav. και σήμ. Η λ. και σήμ.
α) Φράζω γύρω γύρω, περιβάλλω μια έκταση με φράχτη, περιφράσσω: Χρησμ. I 321· Έξωθεν δε της εκκλησίας, ..., είναι η Αποκαθήλωσις οπού εσαβάνωσαν τον Χριστόν ο Ιωσήφ και Νικόδημος ... Και γύροθεν περιφραγμένη μετά σιδήρου Προσκυν. Μπεν. 54 15810· (μεταφ.): Ω της παραχωρήσεως, βαβαί της δυστυχίας,| το πώς μας επερίφραξεν δεσμός της αμαρτίας Θρ. Κων/π. Βαρβ. 48· β) περιφράσσω, προφυλάγω: εις ύψος κάμνει (ενν. ο πελεκάνος) την φωλιάν εκ τον πολύν τον φόβον| και περιφράσσει την καλά ωσάν και ημπορέσει Φυσιολ. (Legr.) 806· (μεταφ.): ει δε εύρῃ (ενν. ο διάβολος) περιφραγμένην ψυχήν εν τῳ θελήματι του Θεού αναχωρούν φεύγει απ’ αυτής, μη δυνάμενος συλήσαι τον οίκον της ψυχής Φυσιολ. (Zur.) LIIII15· γ) περιβάλλω, περικλείω: Αφόν εστήθη ο ουρανός και θεμελιώθη ο κόσμος| και περιφράθη θάλασσα το γύρο με τον άμμον,| εκ τότε, κόρη, σ’ αγαπώ κι ακόμη δεν σε τὄπα Ch. pop. 56· οι οφθαλμοί ήταν κουφωμένοι, χωνεμέναι αι σιαγόνες του και τα ομματόφυλλά του περιφραγμένα από τα δάκρυα Αγαπ., Δαμασκ. Βαρλαάμ 22621. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = που φέρει πλήρη οπλισμό, αρματωμένος: Ο Σκύθης ουν διαλαλιάς αφ’ εσπέρας ποιήσας εν παντί τῳ στρατοπέδῳ ώστε πρωί ευρεθήναι τους πάντας επωχουμένους και περιφραγμένους τοις όπλοις, αναστάς ήδη όρθρου βαθέος παρετάξατο πάντας Δούκ. 958· Έπειτα εζωγράφισεν τον Γολιάθ, ..., ο οποίος ήτον περιφραγμένος με σίδερα από ποδών έως κεφαλής και εις την χείρα του εβάστα ακόντιον Διγ. Άνδρ. 39929.
πολυπλασιάζω,- Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3016.
Το μτγν. πολυπλασιάζω. Η λ. σε έγγρ. του 12.αι. (Act. Ivir. 52549, Caracausi 466), στο Fisc byz. 5410 ,19, 5614 ,18 ,21, 6027 κ.π.α. και στο Βλάχ.
I. Ενεργ. Ά Μτβ. 1) (Μαθημ.) κάνω την αριθμητική πράξη του πολλαπλασιασμού: πολυπλασιάζειν την δευτέραν φωνήν εξαπλά χρη πολυπλασιάζειν Rechenb. (Vog.) 391‑2· (με επόμ. τις προθ. προς, επί, μετά): πολυπλασιάσας ουν προς άλληλα ταύτα εύρον ͵βχκζ́ Rechenb. (Vog.) 5715· πολυπλασίασον τα έ ́προς τα ί Rechenb. (Vog.) 269· λαβών τα ρέ … πολυπλασιάζω επί το έτερον κεφάλαιον Rechenb. (Vog.) 5719· Πολυπλασίασον τα ς́ μετά κδ́ και γίνονται ρμδ́ Metrol.2 479. 2) α) Κάνω κ. πολλές φορές μεγαλύτερο, αυξάνω κ. (σε ποσότητα): Και επολυπλασίασε πολλές αμαρτίες, ήγουν τούτος ο Κάις Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 95r· δεν οικονόμησαν τον βίον οπού τους έδωσε ο Θεός ως καλοί οικονόμοι, αμή έχωσαν το τάλαντον εις την γην και δεν ηθέλησαν να το πολυπλασιάσουν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 349v· β) ενδυναμώνω, εντείνω: Όταν ουν ετελείωσαν οι δύο χρόνοι, επολυπλασίαζε τας ευχάς και δεόμενος μετά δακρύων έλεγε … Αγαπ., Δαμασκ. Βαρλαάμ 2263· γ) κάνω κ. πιο έντονο, επιτείνω, τονίζω: Τρίχας σγουράς και νόστιμας, το χρώμα χρυσαφίου,| τα ποία επολυπλασίαζαν την εμορφία του νέου Θησ. Ϛ́ [306]. Β́ Αμτβ. α) Αποκτώ (πολλούς) απογόνους: ο Κάιν, ο Άβελ και ο Σηθ με τες αδελφάδες τους μέσον εις τούτον τον καιρόν επολυπλασίασαν με πολύ πλήθος από γενεάν εις γενεάν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 88r· β) (προκ. για χώρα) επεκτείνομαι, αυξάνω σε πληθυσμό, μεγαλώνω: Και εκείνη (ενν. η χώρα) των Σιτσίτων επολυπλασίασε και αυξύνθη Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. 109r. IΙ. Μέσ. 1) (Μαθημ. ) πολλαπλασιάζομαι: ταύτα τα εξάγια επί το όλον χρυσίον πολυπλασιαζόμενα γίνονται χ́ Rechenb. (Vog.) 18. 2) Αυξάνομαι, μεγαλώνω (σε αριθμό): Και εκείνες γεννώντας (ενν. οι γίδες), και (ενν. τα γίδια) πολλαπλασιαζόμενα, αυξανόμενα, εις πέντε και εις έξι χρόνους γίνονται πολλές Ζυγομ., Διήγ. Περζουέ2 225. — Βλ. και πολλαπλασιάζω, πολυπλασιώ.
πολυπλάσιος,- επίθ.
Το μτγν. επίθ. πολυπλάσιος. Η λ. στο Βίος αγ. Ηλία 1520, Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 33, 79‑80, 88, 91, 230, 404, 609-10 και στο Βλάχ.
Που είναι κατά πολλές φορές μεγαλύτερος, περισσότερος από κ. ή κάπ. άλλο: θέλεις ιδείν αυτόν τον πολύτιμον λίθον … να φωτισθείς, να δώσεις καρπόν πολυπλάσιον Αγαπ., Δαμασκ. Βαρλαάμ 12021‑22· καθαρόν και άδολον φύλαξον τον θείον σπόρον του Ευαγγελίου, οδιά να φέρεις πολυπλάσιον τον καρπόν του δεσπότου Χριστού και Θεού ημών Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 1508. — Βλ. και πολλαπλάσιος.
πολυφαγία- η, Ορνεοσ. 57910, Κρασοπ. (Eideneier) AO 55, L 22, Μαλαξός, Νομοκ. 185, Zygomalas, Synopsis 300 Φ 14, Μαρτύρ. αγ. Νικολ. 167246, Αγαπ., Δαμασκ. Βαρλαάμ 14627, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 178· πολυφαΐα, Κρασοπ. (Eideneier) V 52.
Η λ. στον Ιπποκράτη (TLG). Ο τ. και σήμ. στο τσακων. ιδίωμα (Κωστ., Λεξ. τσακων., λ. πολυφαγία). Η λ. και σήμ..
α) Η ιδιότητα του πολυφάγου, το να τρώει κανείς πάρα πολύ, η αδηφαγία: Από την πολυφαγίαν επόθαναν πολλοί άωρον θάνατον, διατί, όταν φάγεις από το αρκετόν σου περισσότερον, είναι μεγάλη ζημία Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 178· αντίς την εγκράτειαν ημείς έχομεν την πολυφαγίαν και την μέθην Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 342v· β) η κατανάλωση υπερβολικά μεγάλης ποσότητας τροφής: ειδέ από πολυφαγίας ή μέθης ή ραθυμίας ο θάνατος του παιδίου γέγονεν, του εκουσίου φόνου έναι όμοιον Μαλαξός, Νομοκ. 444· οι πτωχοί είναι γυμνοί, είναι και πεινασμένοι,| και σεις χορτάτοι περισσά και παραμεθυσμένοι,| και σκάζει η κοιλία σας εκ την πολυφαγίαν Ιστ. Βλαχ. 2801· γ) άσεμνο γλέντι, φαγοπότι (πβ. ΚΔ, Πέτρ. Ά δ́ 3): φθάνει μας ο απερασμένος καιρός της ζωής να εκάμαμεν το θέλημα των εθνών, περιπατώντες εις ασελγείες, επιθυμίες, μέθες, πολυφαγίες, ποτά Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Επιστ. Πέτρ. Ά δ́ 3.
ποντίζω,- Σπαν. (Μαυρ.) P 422, Ασσίζ. 3431, 799, 11, 13821, 16323, 28315, 41027, 41511, 4346, 48323, Λίβ. P 1403, 2070, Λίβ. Sc. 290, 970, 1826, Λίβ. Esc. 1414, 2046, 3007, Λίβ. N 1298, 2669, 2689, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 780, Μαχ. 14227, 23216, Γεωργηλ., Θαν. 67 (έκδ. εποντιαστήκαν· διορθώσ.), Συναξ. γυν. 42, 202, Δευτ. Παρουσ. 98, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 145, Βεντράμ., Φιλ. 238, Διακρούσ. 8712· αόρ. εμπόντισεν, Ασσίζ. 15914.
Το αρχ. ποντίζω. Η λ. και σήμ.
I. Ενεργ. Ά Μτβ. 1) α) Καταποντίζω, πνίγω: Απέρριψεν αυτόν εις τα βάθη του Άιδου, και ποταμός επόντισέ τον Σπανός (Eideneier) A 141· (μεταφ.): βλέπω, τώρα η δυστυχία πάσχει να με ποντίσει| και να με βάλει εις τον βυθόν της κάτω απελπισίας Ντελλαπ., Ερωτήμ. 16· β) υποβάλλω κάπ. στο βασανιστήριο του πνιγμού βυθίζοντάς τον σε νερό: εάν γίνεται ότι είς άνθρωπος ποιεί στοίχημαν με έτερον άνθρωπον ..., διά ... κακήν δουλείαν ... και πολομά το κατά το αυτό στοίχημαν τό εποίκεν, και επιάστην εις την αυτήν κακοπραξία ... ού να το εμολόγησεν εις την αυλήν με το θέλημάν του, ού διατί τον επόντισαν, ού εποίησάν του έτερον κριτήριον ... εκείνον οπού εποίησεν να το ποιήσουν Ασσίζ. 3366. 2) Καταβρέχω, μουσκεύω: τες κεφαλάδες του Πιερ τε Καρπίε ... και άλλους γ́ όπου ήτον εις την συντροφιάν τους, απάνω στο δώμαν του ψουπουλείου ..., και έτρεξεν το αίμαν στο ψουμίν απού την χολέτραν και επόντιζεν το ψουμίν κάτω Μαχ. 60221. 3) (Μεταφ.) α) καταστρέφω, συντρίβω, αφανίζω κάπ. ή κ.: Όταν σοι επέλθει χαρωπόν, μηδέν κενοδοξήσεις,| και όταν σοι επέλθει λυπηρόν, μη σε ποντίσει η λύπη Σπαν. (Λάμπρ.) Va 313· και εις τον νουν μου επαρέτρεχεν φόβος πολύς και τρόμος,| μήπως εκ του φόβου της εσκεύασεν η γραία| δόλον εκ τέχνης μαγικής, προς το να μας ποντίσει Λίβ. P 2056· Χριστέ μου, παύσε την οργήν τούτην σου την δικαίαν,| και πόντισέ την εξ ημών, ρίψε την εις μερέαν Γεωργηλ., Θαν. 301· β) (ειδικότ., προκ. για περουσιακά στοιχεία) ξοδεύω, (κατα)σπαταλώ: εάν γένηται ότι είς άνθρωπος οπού έχει γυναίκαν και αρχεύει να παίζει το ζάριν, και να τρω και να πίνει άμετρα και να ποντίζει πάντα όσα έχει ... το δίκαιον ορίζει ότι η γυναίκα ημπορεί καλά να ζητήσει το δουέριν της Ασσίζ. 1228· σπίτια από τα ζάρια ποτέ δεν θέλει κτίσει (ενν. ο ζαριστής),| άμμε αν έχει τίποτες πράγμα να το πουλήσει,| το σπίτιν του, το έχειν του όλον να το ποντίσει Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 217. B́ Αμτβ. 1) α) Βυθίζομαι, βουλιάζω: Εις μιο καράβια πνίγησαν κι η πραματεία εχάθη,| ’φνίδια το βίος επόντισε, κι επήγε εις τα βάθη Βεντράμ., Φιλ. 256· β) μουσκεύω: Εάν γίνεται ότι είς άνθρωπος επήρεν γυναίκαν και ορμαστήκην της, και εκείνη μετά ταύτα ... κατουρεί κάθα νύχτα εις τα ρούχα της και ποντίζουν όλα τους τα ρούχα, το κείμενον κελεύει ότι ... η εκκλησία πρέπει να τους χωρίσει Ασσίζ. 37525. 2) (Μεταφ.) προκαλώ ζημία, καταστροφή: μετά ταύτα πάγει κατά πρόσωπα τους όρκους του, πολομά άδικον απαρχής, έπειτα αρνάται τον θεόν και ποντίζει, τουτέστιν φασιάζει εις τό όμοσεν Ασσίζ. 375. II. Μέσ., αμτβ. 1) α) Βουλιάζω, βυθίζομαι: Και ολίγον λίγον έλειψε όλα να τσακιστούνε (ενν. τα κάτεργα)| κι εκ τον πολύ τον άνεμον όλα να ποντιστούνε Άλ. Κύπρ. 1543· β) πνίγομαι: Ως δε και πάλιν έβλεψεν (ενν. ο Αλέξανδρος) αυτούς μη βουλομένους| διαπεράν τον ποταμόν, κατάρρουν τούτον όντα,| μήπως, λυθέντων των κνημών, άπαντες ποντισθώσιν,| ατρόμως ούτος πρώτιστος επάνω των ψαλίδων| επέβη συν υπασπισταίς και πέραθεν ορμήθη Βίος Αλ. 3075· οι μεν Ισραηλίται αβρόχως επέρασαν, οι δε εναντίοι άπαντες εποντίσθησαν και δεν εγλύτωσε τινάς εξ αυτών Αγαπ., Δαμασκ. Βαρλαάμ 12623· (σε μεταφ.): μη σε φλογίσει πρόσεχε του πόθου το καμίνιν,| βλέπε καλά μη ποντισθείς εις θάλασσαν του πόθου Λίβ. Sc. 331. 2) Πλημμυρίζω: αν γίνεται ότι ο κύρης του εφύτου πολομά μέσα εις τον καιρόν οπού ενομεύτη καμμία έξοδον περί της ποίας δεν ημπορεί να βαστάζει, ώσπερ αν εσκέπασεν την οικίαν ότι εποντίζετον όλον εκείνον διότι ήτον ασκέπαστον ... ού αν ήτον να κάμει το περιβόλιν οπού εποντίζετον ... και μετά ταύτα αν θέλει να περλάβει (ενν. ο πακτωνάρης) την οικίαν ού τον κήπον ... το δίκαιον κελεύει ότι ένι κρατημένος να πλερώσει όλους τους εξόδους τούς εξοδίασεν ο αφέντης του εφύτου Ασσίζ. 32826, 28. 3) Γίνομαι βρόμικος, λερώνομαι: το παιδίν ... ήλθεν εις του Πιαλέκη, κι εκεί είχεν τρύπαν με μίαν χολέτραν ξυλένην και ’πήγαιννεν το νερόν στον Τράχανον, και ’διάβην απουμέσα και ’ποντίστην με τα βόρβορα, και επήγεν εις τον Αράν και εγδύθην και επλύνναν τον Μαχ. 49624· Το λοιπόν εκείνον (ενν. το κτηνόν αρμελίνος) ... αντάν βρέχει δεν εβγαίννει ποττέ απού μέσα απού την τρύπαν του διά να μηδέν ποντιστεί με τον πηλόν, και τούτον πολομά το απού την ζιντιλέτσαν του Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 151. 4) (Μεταφ.) α) καταστρέφομαι, αφανίζομαι: Ο Πτολομαίος για να μη δει το βίος του πώς ’ποντίστη,| στην κάμερά του έμπηκε, ατός του εφουρκίστη Βεντράμ., Φιλ. 126· Η ακριβειά ... δεν είναι άλλον παρά ... θέλημα, τουτέστιν επιθυμιά να έχει και να κερδέσει και να κρατήσει διά δίκιον και άδικον και ν’ αφήσει να ποντιστούν τα πράματα παρά να δώσει άλλου Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 104· β) αχρηστεύομαι: ομοίως εάν εκείνος ο σκλάβος μου αν είχεν την πληγήν ... εις τον ποντικόν του χερίου, ού εις έτερον τόπον του κιντύνου, και εκείνος ο γιατρός εποίκεν μίαν ημέραν, ού δύο, και ουδέν τον άλλαξεν και έβαλεν ετεσαύτα πράματα θερμά απέ των ποίων ο ποντικός του χερίου, ού του μερίου του σκλάβο εποντίστην, και εβρόμισεν η πληγή ..., και επέθανεν διά τούτον, το δίκαιον κρίνει και κελεύει ότι ... Ασσίζ. 4312· γ) (προκ. για υπόθεση) ναυαγώ, αποτυγχάνω: Ο αυτός Δημήτρης παίρνοντα το αυτόν χαρτίν, εννοιάστην πας και ψηλαφήσουν τον εις την πόρταν και ποντιστεί η δουλεία Μαχ. 40830· Ε, καλέ τουρκοπουλιέρη, διά έναν κουτζούλλην, τον φραγκοπάπαδον, να ποντίζεται η δουλειά σου! Μαχ. 56620· δ) (προκ. για ενέχυρο) χάνω σε αξία, υποτιμώμαι: Περί εκείνου οπού ένι κρατούμενος άλλον εις καιρόν ’νοματισμένον, και δίδει του αμάχια και ποντίζουνται μετά ταύτα, επάνω τίνος ένι το χεροτέρισμαν Ασσίζ. 26521. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = α) κατεστραμμένος, χαλασμένος: και ούτοι οι Ϛ́ (ενν. κριτάδες) ένι κρατημένοι να κρίνουν πάντα τα εγκλήματα οπού να έλθουν εμπρός του εμπαλή, ώσπερ χρεού αμάχια οπού ένι χαμένα, ού ποντισμένα, ού ώσπερ ενοίκια εσπιτίων Ασσίζ. 23329· εάν ο κύρης του πραγμάτου εμπορεί να δείξει με β́ μάρτυρες ... ότι διά το φταίσμαν του καμηλάρη έπεσεν το καμήλιν, ού διά την κακήν του βλέπησιν, ο καμηλάρης ένι κρατημένος να πλερώσει όλην εκείνην την ζημίαν με δίκαιον εκείνου οπού ήτον το πράγμαν το χαμένον, ού ποντισμένον, ού τσακισμένον Ασσίζ. 32522· Και ορδινίασεν ο ρήγας μίαν μεγάλην πουμπάρδαν, και επολόμαν την ένας σαρακηνός, και διά εκείνην την πουμπάρδαν έκοψεν φ́ ελίες εις το Καζαπιφάνι και άλλα περισσά δεντρά, και εξέβην ποντισμένη Βουστρ. (Κεχ.) 8416‑17· β) (προκ. για πρόσωπο) χαμένος, χαντακωμένος: Και ουκ είχα το παράξενον, εάν αιχμαλωτιζόμην,| ει μη ιστανέο σου γίνεται, και εγώ ειμί ποντισμένος.| Αλλά διά την αγάπην σου τόσα δεινά πανθάνω Λίβ. P 1375. Φρ. ποντίζω την κοπέλαν/την παίδαιναν/την παρθενίαν = διακορεύω· ατιμάζω: εκείνος ο άνθρωπος ... πρέπει να ομόσει εις τα άγια ότι ουδέν εποίκεν εκείνον το παράπτωμαν, τουτέστι να ποντίσει την παίδαιναν, και μετά τούτο εντέχεται να ένι κίτες Ασσίζ. 9814· Εάν γίνεται ότι είς άνθρωπος λαμβάνει μίαν παρθένον δυναστικόν τρόπον και ποντίζει της την παρθενίαν της, ... το δίκαιον ορίζει ότι ... ημπορεί να την πάρει διά γεναίκα Ασσίζ. 34631· εκείνος ... να ομόσει εις τα άγια, ότι εκείνος ουδέν εποίκεν τούτον το παράπτωμαν, τουτέστιν να την ποντίσει την κοπέλαν, και μετά τούτον να ένι ελεύθερος και συχωρημένος, κίτες Ασσίζ. 34813.
ποταμηδόν,- επίρρ., Σπαν. (Λάμπρ.) Va 26, Ερμον. Χ 282, Ψ 232, Ταμυρλ. 82, Ψευδο-Σφρ. 42818‑19 κριτ. υπ., Διακρούσ. 10517.
Το μτγν. επίρρ. ποταμηδόν. Η λ. και σήμ. λόγ.
(Προκ. για άφθονη ροή) σαν ποτάμι: Ραβδέαν τούτον έπληξα μέσον των δύο ώμων,| αφ’ ων αίμα ποταμηδόν έρρεε παραχρήμα Διγ. (Trapp) Gr. 2593· Τότες από τον πολύν του φόβον εξύπνησεν όλος έντρομος. Οι δε οφθαλμοί αυτού έρραινον ποταμηδόν δάκρυα Αγαπ., Δαμασκ. Βαρλαάμ 19011.
πριονίζω,- Ντελλαπ., Ερωτήμ. 692, Κορων., Μπούας 124, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 209V, Αγαπ., Δαμασκ. Βαρλαάμ 17033, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 10732‑33, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 107, Προσκυν. Μπεν. 54 16115, Προσκυν. α′ 11934· πιργιονίζω, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Εβρ. ιά 37· πιριονίζω, Χρον. σουλτ. 10415· πρινίζω, Βουστρ. (Κεχ.) 1344, Βουστρ. (Κεχ.) A 1344.
Από το ουσ. πριόνιον και την κατάλ. –ίζω. Οι τ. πιργιονίζω και πιριονίζω σήμ. ιδιωμ. (Ξανθιν., Λεξ. δυτικοκρ. ιδιώμ., Κωστ., Λεξ. τσακων., στη λ., Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ. (πιρ#14ονίζω, λ. πιρ#14όνι(ν)). Τ. πρενίζω στο ποντ. ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.). Η λ. τον 3?/ 4 αι. και σε σχόλ. (TLG), στο Βλάχ. (πριωνίζω και πριωνισμένος) και σήμ.
I. Ενεργ. 1) α) Κόβω κ. με πριόνι, πριονίζω: παίρνουν (ενν. οι κυνηγοί) πρίονας δυνατούς, το δένδρον πριονίζουν Φυσιολ. (Legr.) 35· β) (εδώ προκ. για πέτρα ή μάρμαρο) λαξεύω, πελεκώ: Και ήτον συνηρμοσμένος (ενν. ο πύργος) με πριονισμένες πέτρες και επάνω ήταν με οκτώ κόχες Διγ. Άνδρ. 3996· Εκράτειν, (ενν. ο Σολομών) εξουσίαζεν τον δαίμοναν ως δούλον,| ολημερί τα μάρμαρα του τέμπλου να πριονίζει Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2088. 2) (Προκ. για άνθρωπο) α) θανατώνω κάπ. κόβοντάς τον με πριόνι: τους εσουγλίσανε και καμπόσους τους επιριονίσανε ζωντανούς Χρον. σουλτ. 1185· β) βασανίζω κάπ. χρησιμοποιώντας ως μέσο βασανισμού πριόνι· σε υπερβολή: μαχαίρια και αν με κόφτουσιν, πριόνια και αν με πριονίζουν,| ώσποτε ζω και φάινομαι, τόν αγαπώ ουκ αρνούμαι Ερωτοπ. 71. IΙ. (Μέσ., μεταφ.) δυσανασχετώ/ενοχλούμαι, στενοχωρούμαι: ακούοντας (ενν. οι Εβραίοι) τα λόγια τούτα επριονίζουντα και ήθελαν να τους θανατώσουν (ενν. τους αποστόλους) Σανκταμαύρας, Πράξ. Αποστόλ. (Κακ.-Πάνου) φ. 58v.
προγινώσκω.- Η λ. στον Ιπποκράτη και σε έγγρ. του 11. (Caracausi) και 16. αι. (Γρηγορόπ., Έγγρ. 222, 633, κ.α.).
1) α) Γνωρίζω κ. από πριν: Ο δε υιός αυτού ... εμάνθανε γράμματα ... από χάριν Θεού, όστις προγινώσκων την μέλλουσαν αυτού αρετήν, τον εφώτιζε Αγαπ., Δαμασκ. Βαρλαάμ 1166· β) προβλέπω, προφητεύω: ο μεγαλοδύναμος Θεός ... εχάρισέ τους (ενν. τινάς των αγίων) τόσην χάριν εδώ, ότι προγινώσκουν τα μέλλοντα Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) 35v. 2) Σκέπτομαι, εννοώ εκ των προτέρων: Όπου γαρ αν τύχει πόθος,| ουδαμώς γαρ το συμφέρον| προγινώσκει και το πρέπον Ερμον. Ψ 16.
πρόγνωσις- η.
Η λ. στον Ιπποκράτη και σήμ. στον τ. πρόγνωση.
1) Η εκ των προτέρων γνώση· έγκαιρη αντίληψη: Περί δοκιμασίας και προγνώσεως. Ει επιθυμείς καλούς κύνας κτάσθαι, ούτως αυτούς δοκίμαζε Κυνοσ. 58810. 2) Πρόβλεψη της εξέλιξης μιας ασθένειας: Περί προγνώσεως των πυρετών Ιατροσ. κώδ. Ϡιγ́. 3) Πρόνοια (πβ. ά. πρόνοια 1): θνήσκουσα γαρ όμως αύτη (ενν. η Πολυξένη) (παραλ. 1 στ.) πρόγνωσιν πολλήν κατείχεν | ώστε γαρ πεσείν ευσχήμως Ερμον. Ψ 235· (προκ. για τη Θεία Πρόνοια): γεννηθείς εις τον κόσμον με θείαν πρόγνωσιν και ιδών τον ουρανόν, την γην, την σελήνην ... εθαύμασα τον επιτήδειον στολισμόν αυτών και εκατάλαβα ότι εκείνος οπού κυβερνά ... ταύτα πάντα με τοσαύτην σοφίαν και σύνεσιν, αυτός είναι Θεός Αγαπ., Δαμασκ. Βαρλαάμ 1688 (πβ. Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 1021).
προγυμνάζω.- Το αρχ. προγυμνάζω. Η λ. και σήμ. λόγ.
Γυμνάζω, ασκώ κάπ. προκαταρκτικά: Αγαπ., Δαμασκ. Βαρλαάμ 1107.
προδιδάσκω.- Το αρχ. προδιδάσκω.
Δασκαλεύω κάπ. από πριν: βλέποντας (ενν. οι τρεις βιζίρηδες) τον βασιλέα να εθυμώθη κατά του Αχμάτ από τα λόγια των γιανιτσάρων, άρχισαν και αυτοί να μιλούσι κακόν διά τούτον, εξανάπτοντες περισσότερον τον βασιλέαν εις θυμόν και οργήν, λέγοντες και αυτοί μετά των γιανιτσάρων, τους οποίους αυτοί είχασι προδιδαγμένους, ότι, δηλαδή, δεν πρέπει πλέον να κάθεται, αλλά να σηκωθεί εις πόλεμον να ταπεινώσει την υπερηφάνειαν και αυθάδειαν του Αχμάτ Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 344. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = δασκαλεμένος, συνεννοημένος από πριν: απήλθεν ο Αραχής νύκτα βαθιάν εις το σπήλαιον του Ναχώρ, και τον ενουθέτησε πώς να πράξει τον δόλον, … και τότε πάλιν έστρεψεν εις τον βασιλέα, και το πρωί περιπατούντες (ενν. ο βασιλεύς με συνοδείαν αμέτρητον) πάλιν εις αναζήτησιν του Βαρλαάμ βλέπουσιν από μακράν ένα γηραιόν, όστις ήτον ο προδιδαγμένος Ναχώρ Αγαπ., Δαμασκ. Βαρλαάμ 15625‑26.
προκαταλαμβάνω,- Zygomalas, Synopsis 189 Ε 77, 264 Π 34.
Το αρχ. προκαταλαμβάνω. Η λ. και σήμ. λόγ.
1) α) Βρίσκω πρώτος κ. και το κρατώ, προφθαίνω και παίρνω στην κατοχή μου κ.: Zygomalas, Synopsis 242‑3 Ν 1 δις, 244 Ν 10· β) φθάνω νωρίτερα και καταλαμβάνω ένα χώρο: εξελθόντες εις αναζήτησιν αυτού (ενν. του βασιλέως) επροκατάλαβαν τους δρόμους οπού υπήγαιναν προς την έρημον, και περικυκλώσαντες όλα τα βουνά και λαγκάδια τον ηύραν Αγαπ., Δαμασκ. Βαρλαάμ 21423. 2) (Μεταφ., προκ. για ασθένεια) καταβάλλομαι, χειροτερεύω: Αρξαμένην την της καπνού νόσον ... τας μεν από του καπνού γενομένας βλάβας θεραπεύσεις ραδίως ... Ει δε προκατειλημμένος ήδη τῳ χρόνῳ φαίνεται (ενν. ο ιέραξ) και βαρυνόμενος, σκόρδου βραχύ τι μέρος ... έμβαλε μετά πτερού εις τα ρίνας αυτού Ιερακοσ. 40627.
προνοητής- ο, Ημερολ. 18, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 12832.
Το μτγν. ουσ. προνοητής. Τ. προνοετής στο L‑S Κων/νίδη Συμπλ. Η λ. σε παπυρ. (L‑S Suppl.), σε έγγρ. του 11. (Act. Lavr. I 5114, Act. Vat. I 1055, Act. Xér. 725), 12. (Act. Ivir. ΙΙ 5070, 51105, 129) και 16. αι. (Γρηγορόπ., Έγγρ. 283), στο Βλάχ., στο Βλαστού, Συνών.2 και το ΑΛΝΕ.
Αυτός που προνοεί και φροντίζει για κάπ. ή κ.· φύλακας, προστάτης: απέστειλε (ενν. ο Αλέξανδρος) τον Κρατερόν προς την Ελλάδα φθάσαι| και τῃ μητρί προνοητήν και βοηθόν προσείναι Βίος Αλ. 5900· ασπασίως εδέξαντο οι Βενέτικοι τους Ρωμαίους, τον βασιλέα ως δεύτερον μονάρχην και προνοητήν της των ψυχών σωτηρίας, ομοίως και τον πατριάρχην Δούκ. 26527· Ο κουράτωρ, ο φροντιστής και επιμελητής και προνοητής, είναι μεγαλύτερος του επιτρόπου Zygomalas, Synopsis 216 Κ 62· (προκ. για το χριστιανικό Θεό και το Χριστό· βλ. και Lampe, Lex., στη λ. 2, 3): εσύ ’σαι (ενν. Κύριε) πάντων ποιητής, προνοητής, προγνώστης Ιστ. Βλαχ. 2487 [= Γέν. Ρωμ. 109]· λατρεύω τον κτίστην και προνοητήν των απάντων, όστις εκαταδέχθη να σαρκωθεί, διά να μας λυτρώσει από τον θάνατον Αγαπ., Δαμασκ. Βαρλαάμ 1943.
προξενητής- ο, Πανώρ.2 Έ 12, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 15216, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Γ́ 882, Έ 1291· πληθ. προξενητάδες, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 631, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 541, 547, Β́ 405, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 2152.
Το μτγν. ουσ. προξενητής (L‑S Suppl.· βλ. και TLG). Ο πληθ. στο Du Cange. Η λ. και σήμ.
1) Αυτός που προκαλεί κ., που γίνεται η αιτία για κ.· πρόξενος, δημιουργός: ο Ιωάσαφ ... του έγινεν (ενν. του πατρός του) προξενητής της πνευματικής αναγεννήσεως Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 14320· χαρά γίνεται εις τον ουρανόν, όταν επιστρέψει αμαρτωλός προς μετάνοιαν, και του προξενητού της επιστροφής δίδεται μισθός και πολλή ανταπόδοσις Αγαπ., Δαμασκ. Βαρλαάμ 18622. 2) Άτομο που αναλαμβάνει ή του ανατίθεται η μεσολάβηση για τη σύναψη ενός συνοικεσίου (η σημασ. ήδη τον 4.-6. αι., βλ. L‑S, στη λ.· για το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ Δ́ 79-80, καθώς και ά. προξενητικά): Κύριε, δείξε θάμασμα εις τους προξενητάδες| οπὄδωσαν του γέροντος την νιaν διά τες ιντράδες Κακοπ. 111· (συχν. με το ρ. πέμπω): στην κάμερά τση να βρεθείς, ποιος εκ τους βασιλιάδες| για να τση πεις είναι καλλιά που τσι προξενητάδες| τση πέψασι Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 284· Την Ερωφίλη αφέντης μου θέλοντας να παντρέψει,| προξενητή άλλο σήμερο δεν ηύρε να τση πέψει| μόνον εμέ τον άντρα τση Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 436· (μεταφ.): άντρας ας εί ο Πανάρετος, σαν τονε θες, δικός σου,| κι ας είναι τ’ όχι θέλημα, κι όρεξη το στανιό μου,| προξενητής ο πόθος σας, βουηθός το ριζικό μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 364.
προπέμπω,- Γλυκά, Αναγ. 73, Διγ. (Trapp) Gr. 512, 628, Διγ. Z 2821, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 363, Βίος Αλ. 5388, Σφρ., Χρον. (Maisano) 2615, Αγαπ., Δαμασκ. Βαρλαάμ 14632, Διγ. O 1159, 1163.
Το αρχ. προπέμπω. Η λ. και σήμ. λόγ.
1) Στέλνω από πριν: Αγαπ., Δαμασκ. Βαρλαάμ 14637. 2) α) Ξεπροβοδίζω, κατευοδώνω: Βίος Αλ. 1528· β) (προκ. για νεκρό) οδηγώ, συνοδεύω στον τάφο/στον Άδη: Ερμον. Υ 362. 3) Εκτοξεύω: και οι υπεναντίοι προσώρμησαν επισείοντες τα δόρατα και τοξοβολισμούς οι τοξόται προέπεμπον Δούκ. 19128. Φρ. προπέμπομαι λόγον, βλ. λόγος (Ι) Φρ. 24.
προσβάλλω,- Χρησμ. I 256, Παράφρ. Χων. (v. Dieten) I 17.
[Το αρχ. προσβάλλω. Η λ. και σήμ.]
1) Επιτίθεμαι εναντίον κάπ.: Παράφρ. Χων. (v. Dieten) III 99· Bουλόμενος δε (ενν. ο βασιλεύς) και τους κατά το θέμα των Αρμενιακών προσβαλείν, άμα δε και Κωνσταντίνον τον Γαβράν κρατήσαι ... Παράφρ. Χων. (v. Dieten) I 164. 2) Επιρρίπτω, κτυπώ, επιτίθεμαι εναντίον κάπ. με κ. (μεταφ.): Όταν ... ο δόλιος δαίμων σου προσβάλλει λογισμούς υψηλόφρονας να σου ενθυμίζει την βασιλείαν ... οπού εγκατέλιπες, αντίστηθι Αγαπ., Δαμασκ. Βαρλαάμ 23037. 3) Επιθέτω, θέτω (το βλέμμα σε κ.): Ιων. II 5. 4) Τοποθετώ, βάζω (κ.) σε κ.: βέλος τῳ τόξῳ προσβαλών απέρριψεν εις όρνιν,| και τον ... όρνιν θανατοί Βίος Αλ. 1680. 5) (Πιθ.) θέτω, προβάλλω επιπροσθέτως· προσθέτω (δικαιολογία, επιχείρημα): Πολλά εδιαφεντεύγουνταν οι μαντατοφόροι, αμμέ δεν ημπορήσαν να ποίσουν τίποτες· αμμέ εμήνυσε ο πάπας χαρτία, και το αγκάλεμαν του ρηγός της Φραγκίας, ... Και απόβγα εψηφίσαν β́ μαντατοφόρους καβαλλάρηδες, ..., οι πγοι ... πολλές αφορμές επροσβάλαν και δεν εφελέσαν Μαχ. 969. 6) Βάζω κ. επιπλέον, προσθέτω (συστατικό σε φαγητό): όταν ψήνουσιν ποτέ το εδικό σας κρέας,| προσβάλλουσιν εκ το εμόν όπως να το αρτύσουν Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 382. 7) (Εδώ προκ. για δάκρυα) χύνω: Ομού θλίψιν υπέφερον, τα δάκρυα και πόνους| και χαράν την πανθαύμαστον την τότε γεναμένην.| Ως δε ταύτην ησπάζοντο μετά περιχαρείας,| και δάκρυα προσέβαλλον ποιούντες μέγα θρήνον Διγ. (Trapp) Gr. 293.
προσπάθεια- η.
Το αρχ. ουσ. προσπάθεια. Η λ. και σήμ.
1) Παθιασμένη προσκόλληση σε κ., αφοσίωση σε κ.: Αγαπ., Δαμασκ. Βαρλαάμ 14036. 2) Πάθος, αμαρτωλή επιθυμία: θάλαττα, είπον, ο παρών βίος υπάρχει, φίλε,| ως πάνυ κυματούμενος εκ συμφορών του βίου·| ιχθύες οι γλυκύτατοι νηχόμενοι εν τούτῳ| άνθρωποι οι ενάρετοι, λίαν κεκαθαρμένοι| ρύπου παντός και μολυσμού και πάσης προσπαθείας Γλυκά, Αναγ. 394. 3) Εύνοια, στήριξη: τότε της τύχης την οργήν είχα την μετ’ εμένα| και τώρα την προσπάθειάν της επήρα και υπαγαίνω Λίβ. διασκευή α 4330. 4) Καταβολή σωματικών ή πνευματικών δυνάμεων για την επίτευξη ενός σκοπού· (εδώ) δημιουργία, κατασκευή: ως ευεργεσίαν ηγούμεθα τούτου του ναού την προσπάθειαν, και την ανάκτισιν και την σύστασιν Χειλά, Χρον. 348.
προστασία- η, Πένθ. θαν.2 613, Δεφ., Λόγ. 751, Λίμπον. 497, Διακρούσ. (Κακλ.) 1289.
Το αρχ. ουσ. προστασία. Η λ. και σήμ.
1) Επιστασία, επιμέλεια: Πρόσταξον ουν να κτίσουν εις αναχωρητικόν τόπον ένα παλάτιον, και όταν απεγαλακτισθεί ο υιός σου να τον βάλεις έσω με διδασκάλους και υπηρέτας νέους από ιέ χρόνων έως κ́. Και δος την προστασίαν και έννοιαν ενός άρχοντος οπού να σε αγαπά υπέρ τους άλλους Αγαπ., Δαμασκ. Βαρλαάμ 11425. 2) Υπεράσπιση, προφύλαξη· συχν. προκ. για τη Θεοτόκο: Σε (ενν. Παρθένε Δέσποινα) βοηθόν κεκτήμεθα, σκέπην και προστασίαν,| και διά σου προς τον Θεόν έχομεν παρρησίαν Διακρούσ. (Κακλ.) 1369.
προσψαύω,- Διγ. Z 2922, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 368, Ερμον. Ψ 178.
Το αρχ. προσψαύω.
1) Ακουμπώ, αγγίζω: Αγαπ., Δαμασκ. Βαρλαάμ 24022. 2) (Για όπλο) χτυπώ: με το φρικτόν σπαθίν του,| κόλπους τους έκρω δυνατούς (ενν. ο Έκτωρ), λαβώνει τους συχνάκις· | οίον προσψαύσει το σπαθίν, ποτέ υγείαν ουκ έχει Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 3475. 3) Δοκιμάζω: Ο βασιλεύς ως ήκουσεν εκείνα τα μαντάτα,| ετρόμαξεν, εξέστηκεν, εφύρθην, επαγώθην| και τρεις ημέρας έποικε σωστάς πεπληρωμένας| μήτε φαγίου και ποτού μήτε ύπνου προσψαύσειν Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 120. 4) (Με άρν.) αφαιρώ, οικειοποιούμαι κ: Ο δε Ισμαήλ ... εξήλθε της Σινώπης και προϋπαντήσας αυτῴ και δουλικώς προσκυνήσας, ασπασίως αυτόν ο τύραννος υπεδέξατο, κελεύσας πάντας τους θησαυρούς αυτού λαβείν ... και μη προσψαύσαι τις τι των αυτού Δούκ. 42916.
πυρώ,- Φυσιολ. (Zur.) XVII 24, Δούκ. 5913, Διήγ. Βελ. N2 17, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 31, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 12136· πυρώνω, Ασσίζ. 18418, Ημερολ. 69, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 8810‑11, Συναξ. γυν. 448, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 21v, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 477, Σοφιαν., Γραμμ. 191, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Αποκάλ. Ιω. ά 15, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 244 δις, 268, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [1264], Χορ. ά [24], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 284· πυρώννω.
Το αρχ. πυρόω. Μτχ. πυρούμενος σε κυπρ. δημ. τραγ. (Κιτρομηλίδου Μ., Λαογρ. 33, 1985, 236, Παπαδ. Θ., Δημ. κυπρ. άσμ. 328). Ο τ. πυρώνω στο Βλάχ. και σήμ. Ο τ. πυρώννω στο Meursius (πυρόννειν) και σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Σακ., Κυπρ. Β́ 767, λ. πυρόνω).
I. Ενεργ. Ά Μτβ. 1) α) Θερμαίνω κ. στη φωτιά μέχρι να γίνει διάπυρο, πυρακτώνω: πύρωσε το σίδηρον, οπού θέλεις να βάψεις και, όταν το εβγάλεις από την φωτίαν, τρίψε το με σαπούνι Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 256· β) (μεταφ.) προκαλώ πολύ έντονο συναίσθημα, φλέγω: Για τον Μυρτίνον σου μιλώ και την Ερωπρικούσα (παραλ. 1 στ.) ταίρι το πλια καλόμοιρον ’ξ όσους περικυκλώνει| ο ουρανός κι όσους στην γην ο Έρωτας πυρώνει Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [1423]. 2) α) Θερμαίνω, ζεσταίνω: άφτει φωτιά (ενν. ο ψαράς) απάνω στα χαράκια,| εσίμωσέν τονε (ενν. τον Απολλώνιον) κοντά, ογιά να τον πυρώσει Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 339· (προκ. για τον ήλιο): έχει (ενν. ο ήλιος) την πύραν αυτήν όπου πυρώνει Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 51r· (μεταφ.): το Πνεύμα ... το άγιον όπου ζωογονεί και πυρώνει όλους τους ευσεβείς χριστιανούς ..., ώσπερ έναι η καύσις του ηλίου οπού πυρώνει πάντας Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 51v· β) μαλακώνω κ. με θερμότητα: Πώς επιγνάψεις όνυχα ιέρακος ορθόν όντα. Ει θέλεις αυτόν επιγνάμψαι ραδίως, πύρωσον αυτόν πρώτον Ιερακοσ. 5009. 3) (Προκ. για πτηνά) επωάζω: Ο Μαρχαλάθ ενέθρεφε ένα μικρό πουλλάκι,| όμορφο και παμπλούμιστο, σ’ ένα χρυσό κλουβάκι,| τ’ οποίο είδε φανερά αβγά και να γεννήσει| μόνωρα και ογλήγορα ...| Καθίζει και πυρώνει τα Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2152. Β́ Αμτβ. 1) Γίνομαι διάπυρος, λάμπω όπως η φωτιά: Αι δε θυρίδες όλες ήσαν καθαρόν χρυσίον ... Μάλιστα δε ωσάν έλαμπεν ο ήλιος τας ακτίνας επύρωνεν το χρυσίον και εκτύπαν εις τας όψεις των ανθρώπων Διγ. Άνδρ. 3992. 2) Παίρνω φωτιά, ανάβω, φουντώνω: Αμέ τα ξύλα στη φωτιά σα ’γγίξουσι καπνίζου,| και σαν πυρώσουν ξάφτουσι περίσσα και λαβρίζου Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 51114· (μεταφ., προκ. για συναίσθημα ή ερωτική επιθυμία): να δράμει ο ξαγοραστής τού αίμα καταπόδου τον φονιά, ότι να πυρώσει η καρδιά του και να τον φτάσει Πεντ. Δευτ. XIX 6· ’στιά επύρωσεν εις το θυμό μου και έξαψεν ως άβυσσο τον κάτω Πεντ. Δευτ. XXXII 22· Αυτείνοι δυο κακόγεροι δεν βάνουνε στον νουν τους,| στην ’ξυστερνήν μετάνοησιν να ’χουν στον λογισμόν τους·| εις την αγάπην έπεσαν, και εις την πορνειά πυρώσαν Δεφ., Σωσ. 85. II. Μέσ. Ά (Μτβ.) καίω κ. στη φωτιά (προκ. να ζεσταθώ): Ήτον χειμώνας και εις την τζιμνίαν κορμία ξυλαλάς και κανουνία αργυρά· και ξυλαλάν επυρώννουνταν Μαχ. 8222. Β́ Αμτβ. 1) (Μεταφ.) α) νιώθω έντονη επιθυμία για κ., φλογίζομαι από επιθυμία: Φως ήτον εκεί, εδώ μαυρώθηκεν,| πάλι επί το φως του Θεού πυρώθηκεν (ενν. η ψυχή).| Κάμποσον κάτω στη γη επιάστηκεν,| πάλι πήγε στα ψηλά που πλάστηκεν Rebâb-nâmè 14· β) ερεθίζομαι, διεγείρομαι ερωτικά: εκείνον το βοτάνι τρω η θήλη, ευθύς πυρούται,| και έρχεται στον άρρεναν και παίζει μετ’ εκείνον (παραλ. 2 στ.), ευθύς εκεί πυρώνεται, συγγίνεται τῃ θήλῃ,| κἀκείνη εγγαστρώνεται Φυσιολ. (Legr.) 14, 18· δεν είναι γραμμένον ... ότι ο γάμος είναι τίμιος και η κοίτη αμίαντος; Και κρείσσον γαμείν ή πυρούσθαι; Αγαπ., Δαμασκ. Βαρλαάμ 1868. 2) Ζεσταίνομαι (στον ήλιο ή πλάι στη φωτιά): Ήψαν ιστίαν, πυρώνουνται διά την μεγάλην κρυάδαν Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 157· ποτέ όταν ήτον παιδί (ενν. ο Βασίλειος ο Μακεδών) έστεκε εις τον ήλιον και επυρώνετον και ήλθεν ένας αετός αποπάνου του και του έκανεν ίσκιον Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 319r. Η μτχ. ενεστ. ως επίθ. = που καίει πολύ, πυρακτωμένος: αυτών (ενν. των θηρίων) τα στόματα παρά των πυρουμένων| κατακαιόμενα σκευών, ουκέτι προς ανθρώπους| κατίσχυον επιπηδάν Βίος Αλ. 4628. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = 1) Διάπυρος· λαμπρός: Και μίαν νύκτα φάνηκεν στην κλίνην οπού κοιμάτον (ενν. η κόρη) (παραλ. 1 στ.) είς πτεροφόρος και λαμπρός, περίσσια θυμωμένος| άγριος και ωσάν φωτιά όλος πεπυρωμένος Διγ. O 96. 2) Μεταφ. α) (προκ. για δάκρυα) φλογερός, καυτός: τα πυρωμένα δάκρυα που ασχόλαστα μου τρέχουν (παραλ. 1 στ.), θα σημαδεύουν φανερά πόσον πονεί η καρδιά μου Λίμπον. 59· β) παθιασμένος, ορμητικός: ούτως εκ του Αχιλλέως| του πολλά πεπυρωμένου| εγεμώσασι τα ρείθρα| αυτού του βαθέος Ξάνθου| από των ανδρών και ίππων Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΚΆ2 22· γ) (προκ. για άλογο) ζωηρός, γενναίος (βλ. και Bakker-v. Gemert [Βελ. σ. 383]): όσον να δράμει άλογον καλόν, πεπυρωμένον,| ούτως να κτίσεις και εσύ (ενν. την Κωνσταντίνου πόλιν) εις χρόνον πληρωμένον Διήγ. Βελ. χ 17. 3) Που έχει πυρετό: Καταψυχίζει (ενν. το αντίδιον) το συκώτι και όλα τα πυρωμένα μέλη, σβήνει την δίψαν, κινεί το ούρος Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 202.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- Διγ. Z 3882, Φυσιολ. (Zur.) LIIII6 (έκδ. περιφρυγμένην· διορθώσ.), Ιστ. Βλαχ. 2008· γ́ εν. παθητ. αορ. περιφράθη· μτχ. παρκ. περιφραμένος, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 3587.