Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 31 εγγραφές  [0-20]

  Βιβλ.αναφορά : Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα

  • βγαίνω,  
    Σπαν. A 642, Πουλολ. 225, Ζήν. Β΄ πριν στ. 1, Φυσιολ. (Legr.) 421, Μαχ. 64015, Γαδ. διήγ. 141, Πικατ. 22, Κορων., Μπούας 34, 51, Δεφ., Σωσ. 262, Πεντ. Λευιτ. IX 24, Αρ. XX 11, Αχέλ. 2490, Ιστ. πατρ. 1346, 1592, Πανώρ. Α΄ 186, Ε΄ 78, Ιστ. Βλαχ. 1605, 2363 [= Γέν. Ρωμ. 6], Σουμμ., Ρεμπελ. 171, 172, 186, Ερωτόκρ. Β΄ 1811, 2028, Γ΄ 1049, Ε΄ 563, 808, Συναδ., Χρον. 39, Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 17, Διήγ. εκρ. Θήρ. 11110, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1150], Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 130, Β΄ 488, Γ΄ 442, Ζήν. Α΄ 72, Διγ. O 2904, Διακρούσ. 6911, Τζάνε, Κρ. πόλ. 38219, 4231, 49423, 51023, κ.π.α.· βιγαίνω, Έγγρ. του 1643 (Βισβίζ., ΕΚΕΙΕΔ 12, 1968, 11025)· εβγαίννω, Μαχ. 783, 55028· εβγαίνω, Σπαν. (Ζώρ.) V 550, Ασσίζ. 821, 2810, 747, 2256, 4891, 3, Συνθήκ. Καλλ. (Μέρτζ.) 2646‑7, Χρον. Μορ. H 4332, Ιατροσ. κώδ. φκε΄, Διήγ. παιδ. 572, 898, Λίβ. P 465, 943, Λίβ. (Lamb.) N 340, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 477, Αχιλλ. (Haag) L 1345, Χρησμ. (Βέης) 1423, Rechenb. 236, 662, Γαδ. διήγ. 146, Απόκοπ. 178, Σαχλ., Αφήγ. 167, Πικατ. 98, 259, Κορων., Μπούας 75, Δεφ., Λόγ. 36, Πεντ. Έξ. VIII 16, XIV 8, XXV 33, Αρ. I 20, XX 18, XXI 13, ΧΧΧV 26, Δευτ. XV 16, XIX 5, Χρον. σουλτ. 598, 12013, Ιστ. πατρ. 13619, Μηλ., Οδοιπ. 640, Ερωτόκρ. Α΄ 307, Δ΄ 1014, Ε΄ 1114, Ευγέν. Πρόλ. 94, Στάθ. Γ΄ 158, Ροδολ. (Μανούσ.) Δ΄ [145], Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 486, Τζάνε, Κρ. πόλ. 26028, κ.π.α.· (ε)γβαίνω, Ευγέν. 367· αόρ. έβγην, Θρ. Κύπρ. M 25, 120, 200, Μπερτόλδος 35· ήβγα, Διγ. A 1409, 2302, Ερωτοπ. 419, Απολλών. 79, 629, Αχιλλ. L 831, 1055, Παλαμήδ., Βοηβ. 147, Διήγ. πανωφ. 59, Διγ. O 2480.
    Από το αρχ. εκβαίνω (Κοραή, Άτ. Α΄ 219, 225). Ο τ. γβαίνω μτγν. (Preisigke-Kiessling, λ. εκβαίνω) και σήμ. στον Πόντο (Andr., Lex., λ. εκβαίνω).
    1) α) Βγαίνω, εξέρχομαι (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. εκβαίνω Ι1 και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1· βλ. και ΙΛ στη λ. Α9β): εσύ απ’ τούτην τη φλακή ώστε να ζει δε βγαίνεις Ερωτόκρ. Ε΄ 808· από το στήθος μου αναπνιά σαν πρώτας πλιο δε βγαίνει Πανώρ. Ε΄ 78· αν εβγωμό να έβγει ο φονεάς το σύνορο κάστρου Πεντ. Αρ. XXXV 26· (προκ. για μιλιά, ήχο, κλπ.): απιλογιά οχ το στόμα τζη, ουδέ μιλιά δε βγαίνει Ερωτόκρ. Γ΄ 1049· ύστερα βγαίνει μια βροντή μεγάλη και μουγκάται Τζάνε, Κρ. πόλ. 49423· αυτός ο θρηνισμός εβγαίνει εκ το φουσσάτο ... Πικατ. 259· φρ. (1) βγαίνουν τα μάτια μου = (κυριολ.) εξορύσσονται (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1δ): τα αίματα να τρέχουσιν, τ’ αμμάτια τους να βγαίνουν Πουλολ. 225· (μεταφ.) «τυφλώνομαι» (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1 φρ.): εκ τον πολύν τον κονιορτόν τα μάτια τους εβγαίναν Κορων., Μπούας 51· βλ. και ασβολώ 2· (2) βγαίνω από (εκ) το νου (κάπ.) = ξεχνιέμαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1 φρ.): λόγια που δεν μπορούσι μπλιο να βγούσ’ από το νου μου Ερωτόκρ. Β΄ 2028· (3) βγαίνω από (εκ, οκ) τον νουν (μου) ή βγαίνω του λογισμού μου = παραλογίζομαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α16 φρ.): η αρματιά σου σ’ έκαμε κι εβγήκες οκ τον νου σου Δεφ., Σωσ. 262· (4) (προκ. για θαλασσινά νερά) εμπαίνω και εβγαίνω = πηγαινοέρχομαι, ανεβοκατεβαίνω: εκείνα τα ύδατα της θαλάσσης εμπαίνουν και εβγαίνουν Μηλ., Οδοιπ. 640· (5) μπαίνω βγαίνω = «στριφογυρίζομαι», κατορθώνω, επιτυχαίνω: να μπεις να βγεις να κάμομε, σαν πεθυμώ, το γάμο Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 488· βλ. και αξιώνω Β2, αποσώνω Β3· β) πεθαίνω (Η σημασ. και σήμ., Μέγας, Λαογρ. 9, 1926, 256, 264, 327): Ζώντα σας ελογίζοντα άλλους, τούς αγαπούσαν·| να λείψετε εσπουδάζασιν, να εβγείτ’ επεθυμούσαν Απόκοπ. 178· φρ. (1) βγαίνω από τον κόσμον, βγαίνω από το πρόσωπο της γης = πεθαίνω: πώς δε λαμβάνεις θάνατον να εβγείς απέ τον κόσμον Ντελλαπ., Ερωτήμ. 477· εβγήκε ... από το πρόσωπο της γης και επήγε εις το ανάθεμα Σουμμ., Ρεμπελ. 172· βλ. και ανθυποκρύπτομαι, απαφήνω 5 φρ. β, απεκβαίνω γ, αποθαίνω, απονεκρώνω Β1, απορίχνω Α1, αποτελειώνω Β, αράζω Α7, αφήνω φρ. 6, βλέπω 6 φρ., παραδίδω, τελειώνω· (2) βγαίνει η ψυχή μου ή το πνεύμα μου = πεθαίνω (Η χρ. αρχ., L‑S, λ. εκβαίνω I2 και σήμ., ΙΛ στη Α1 φρ.): η ψυχή μου εβγαίνει ’δά και ο άγγελος με φωνάζει Αχιλλ. (Haag) L 1345· κάτεχε πως μονοτάρου βγαίνει (ενν. το πνέμα μου) Πανώρ. Ε΄ 304· (3) βγαίνει η καρδιά μου = πεθαίνω: πλια γλήγορα ήθελε βγει η καρδιά μου Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 442· γ) υφίσταμαι έξωση (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β9γ): ουδέ εκείνος να εβγεί οπού ενοικίασεν το σπίτιν Ασσίζ. 747· δ) (προκ. για κλήρο) βγαίνω: Λοιπόν ο λύκος να γενεί ναύκλερος του τυχαίνει,| ποδότας ο κυρ γάδαρος μπαλότα τού εβγαίνει Γαδ. διήγ. 146· 2) (Προκ. για προϊόντα) εξάγομαι: όλα τα πράγματα τά εβγαίνουν απέ την γην να τα πάρου εις την Σαρηκηνία κελεύει το δίκαιον Ασσίζ. 4893. 3) α) Απομακρύνομαι, φεύγω (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. εκβαίνω I2 και σήμ., ΙΛ στη λ. Α16): μη σφάλεις εις την πίστην σου κι εβγείς εκ την αλήθειαν Σπαν. A 642· είτις το ποίσει εντέχεται να εβγεί απέ την συντροφίαν τους άλλους κριτάδες Ασσίζ. 2810· να μην έβγω από εσέν ότι αγάπησά σε Πεντ. Δευτ. XV 16· βλ. και απομακρύνω Β, αποτάσσω (I)1· φρ. βγαίνω από το μέσον =απομακρύνομαι: προς το παρόν εβγάτ’ από το μέσον| να έλθει και ο έλεφας ο και συγκάθεδρός μου Διήγ. παιδ. 898· βλ. και απεκβαίνω α, απεμπρός 2 φρ. β, από (I)1α φρ., απομπροστά φρ., αποχωρίζω (II), μακραίνω, ξεκόβω, φεύγω· β) απομακρύνομαι από υπηρεσία, παραιτούμαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β1): με τον καιρόν εβγήκε από το οφίτσιο ετούτο Σουμμ., Ρεμπελ. 171· ειδέ και δεν το στέργεις, να έβγεις να καθίσει εκείνος πατριάρχης Ιστ. πατρ. 13619. 4) α) Αποβιβάζομαι (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. εκβαίνω I1 και σήμ., ΙΛ στη λ. Α18): ήρθανε με τα κάτεργα στο Κάστρο κι όξω βγαίνου Τζάνε, Κρ. πόλ. 4231· β) (προκ. για πλοίο) ετοιμάζομαι να προσορμιστώ, φτάνω: η αρμάδ’ η φράγκικη επήε κει και βγαίνει Τζάνε, Κρ. πόλ. 38219. 5) α) (Προκ. για δόντια) πέφτω: δύο δόντια τού βγήκασι και τ’ άλλα ξεκουνήσα Ερωτόκρ. Β΄ 1811· β) ξεφεύγω: να κουντηθεί το χέρι του εις το τσικούρι να κόψει το ξύλο και να έβγει το σίδερο από το ξύλο και να εύρει το σύντροφό του και να πεθάνει Πεντ. Δευτ. XIX 5. 6) Απαλλάσσομαι (από πάθος, υποχρέωση, κλπ.) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β2): Περί τους εγγυτάδες οπού θελήσουν να εβγούν απέ την εγγυμασίαν Ασσίζ. 821· απού τες έγνοιες τσι άμετρες απού ’βανεν εβγαίνει Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 486. Βλ. και αλαφρός 6, αλαφρυνίσκω, αναπαύω Β4, ξεγνοιάζομαι, ξεμπερδένω. 7) Παρουσιάζομαι, φαίνομαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α14): η πίστη δεν αποκοτά, μηδ’ η τιμή να εβγούσι Ροδολ. (Μανούσ.) Δ΄ [145]· Και βγαίνει ο Λογγίνος μαύρα ντυμένος και λέγει Ζήν. Β΄ πριν στ. 1· και εβγαίνει και τους εγκαλεί Σπαν. (Ζώρ.) V 550· εβγήκεν ’στιά αποομπροστά του Κύριου Πεντ. Λευιτ. IX 24· βλ. και ανατέλλω Α1γ, αναφαίνω Βα, ανεβαίνω 3β, προβαίνω, φανερώνω· (προκ. για εκδήλωση αρρώστιας): Εις το να έβγουν σκούληκες εις το οφτίν ή εις άλλον τόπον Ιατροσ. κώδ. φκε΄· φρ. (1) βγαίνω εις την μέσην = παρουσιάζομαι: εβγαίνω εις την μέσην,| μέσον της ρέντας ίσταμαι Λίβ. P 943· (2) βγαίνω εις το φως = εμφανίζομαι: εκείνα (δηλ. τα τέκνα) βγαίνουν εις το φως κι εκείνη αποθνήσκει Φυσιολ. (Legr.) 421. 8) (Προκ. για τον ήλιο, κλπ.) ανατέλλω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α11): όλες τσι χάρες, σαν εβγεί, ο ήλιος τού τσι δίδει Ερωτόκρ. Ε΄ 1114. Βλ. και ανατέλλω Α1β ανεβαίνω 6. 9) (Προκ. για νερά, δάκρυα, κλπ.) αναβλύζω, αναβρύζω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1ε): έδειρεν την πέτρα με το ραβδί του δυο φορές και εβγήκαν νερά πολλά Πεντ. Αρ. XX 11· Ώρες τα δάκρυα χώνουνταν κι ώρες απόξω βγαίνα Ερωτόκρ. Ε΄ 563. Βλ. και αναπιδύω. 10) (Προκ. για ποταμό) πηγάζω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α12): αποεκεί εσυνεπήραν και απλίκεψαν από το πέραμα του Άρνον ος εις την έρημο οπού εβγαίνει από το σύνορο του Έμορι Πεντ. Αρ. XXI 13. Βλ. και αναβλυστάνω, αναβρύζω. 11) (Προκ. για μυρωδιά) αναδίδομαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α10): Οχ την σπηλιάν την άγιαν βρόμος πλέον δεν βγαίνει Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1150]. 12) α) Φανερώνομαι: από λόγου της (δηλ. από την Κρήτη) περίφημοι και θαυμαστοί άνδρες εβγήκασιν Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 17· φρ. βγαίνω από τη μήτρα = γεννιέμαι: παιδία μέσα από την κοιλία,| διατί εσκοτωθήκαν κι απ’ τη μήτρα δεν εβγήκαν Διακρούσ. 6941· β) (προκ. για πουλί) εκκολάπτομαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1ς): ωσάν από μικρόν αβγό μικρό πουλίν εβγαίνει Ερωτόκρ. Α΄ 307. 13) α) Προέρχομαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β11): Αποτ’ εσάς η φρόνησις και η σοφία όλη| εβγήκε και εξάπλωσε στην οικουμένην Ιστ. Βλαχ. 2363 [=Γέν. Ρωμ. 6]· βλ. και ανατέλλω Α3, ανεβαίνω 15· β) ξεπετιέμαι: αξάφν’ ανεμοστρόβιλος από τη γης εβγαίνει Ερωτόκρ. Δ΄ 1014· και η πέτρα οπού εφάνη εις την θάλασσαν εβγήκεν από το βάθος της θαλάσσης Διήγ. εκρ. Θήρ. 11110· γ) (προκ. για καπνό, σκόνη, κλπ.) ανεβαίνω: από την σκόνην που ’βγαινεν ως νέφη προς τα ύψη| και τότ’ εκεί κατέβαινεν τους πάντας να καλύψει Αχέλ. 2490· φρ. βγαίνω από πάνω (σε κάπ.) = ορμώ εναντίον (κάπ.): εκίνησεν να πιλαλεί απάνω μου να βγαίνει Πικατ. 22. Βλ. και ανεμούμαι, αράσσω Β1α, βάνω (I)Α39. 14) Φυτρώνω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α7): τα έξι καλάμια οπού εβγαίνουν από την λυχνιά Πεντ. Έξ. XXV 33. Βλ. και ανθώ Β1. 15) (Προκ. για διαταγή) εκδίδομαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β20): φεϊτφάς εβγήκε Ιστ. πατρ. 1592. 16) (Προκ. για λόγο, φήμη, «όνομα», κ.λ.π.) διαδίδομαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β 20β, Β22): ωσάν έγινε πατριάρχης, εβγήκε κακόν όνομα κατ’ αυτού Ιστ. πατρ. 1346· να πείτε να εβγεί ο λόγος ότι οι Ρωμαίοι στείλουνε βοήθειαν Χρον. σουλτ. 598. Βλ. και αναπηδώ 3, απλώνω Γ3. 17) (Προκ. για μαθηματικό εξαγόμενο) προκύπτω (Βλ. και Δημητράκ. στη λ. 12): πάλιν τα αυτά μερίσας με τα δ΄́ είτι έβγει εις τον μερισμόν, εστίν του τρίτου Rechenb. 236. 18) (Συχνά με το επίρρ. έξω) αποπλέω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1): Ευθύς εκάμαν άρμενα, στο πέλαγος εβγήκαν Γαδ. διήγ. 141· Του Τούρκου τα πλεούμενα έξω να μην εβγούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 26028. Βλ. και αρμενίζω Α1β. 19) Ξεκινώ (για πόλεμο, αγώνα, κυνήγι, αναζήτηση, κλπ.) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1): με μια γυναίκα ’ς πόλεμο να βγω είναι ντροπή μου Διγ. O 2904· να έβγεις εις αναζήτησιν της κόρης της Ροδάμνης Λίβ. (Lamb.) N 340· καβαλικεύεις το πουρνό, εις τους λαγούς εβγαίνεις Σαχλ., Αφήγ. 167· με το σπαθί να έβγω συναπαντίς σου Πεντ. Αρ. XX 18· και παίρνει στάμενα πολλά και ήβγεν κατά κόσμου Απολλών. 79· βλ. και κινώ· φρ. εβγαίνω στρατιά = στρατεύομαι ως στρατεύσιμος: παν αρσενικό ... οπού εβγαίνει στρατιά Πεντ. Αρ. I 20. 20) Κατευθύνομαι: είπεν ο Κύριος προς τον Μωσέ: «Ταχύνεψε το πουρνό και στάσου ομπροστά στο Φαρώ· ιδού εβγαίνει εις το νερό και να πεις προς αυτόν» Πεντ. Έξ. VIII 16. Βλ. και ανατρέχω 1α. 21) Προχωρώ, πηγαίνω: εις τόπον γαρ και συμφωνίαν να έβγει με τον λαόν του Χρον. Μορ. H 4332· παιδιά του Ιαραέλ εβγαίνουν με χέρα ψηλή Πεντ. Έξ. XIV 8· βλ. και βαίνω Α1α, βάλλω 23, διαβαίνω, οδεύω· φρ. βγαίνω εις την άκραν (κάπ. πράγματος) = τα καταφέρνω, πετυχαίνω: να δω αν ημπορήσω να βγω εις την άκραν του και να κάψω το βρομονήσσιν της Κύπρου Μαχ. 64015. Βλ. και άκρα 9 φρ. 22) (Προκ. για πέρασμα) βγάζω, οδηγώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β17β): το κατώφλιν όπου εβγαίνει εις το κλόστριν Μαχ. 783. 23) (Προκ. για λογιστικό ποσό) ανεβαίνω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β16· βλ. και ΙΛ στη λ. Β6): στιμάροντάς τα όλα τα άνωθεν τά βιγαίνουσι του άνωθεν γαμπρού διά χαρίσματά του πέρπυρα 900 Έγγρ. του 1643 (Βισβίζ., ΕΚΕΙΕΔ 12, 1968, 11025). 24) Εξαφανίζομαι (Βλ. και ΙΛ στη λ. Α4): Πώς είναι μπορεζάμενο ...| τα πάθη μου να πάψουσι κι οι πόνοι μου να βγούσι; Πανώρ. Α΄ 186· φρ. (1) βγαίνω (ομπρός) από τα μάτια (κάπ.) = εξαφανίζομαι: Ω άνανδρε και οκνηρέ, είπεν, ουδέν εβγαίνεις| εμπρός από τα μάτια μου Κορων., Μπούας 75· Διά νά ’βγει από τα μάτια της θάνατον να της δώσει Ευγέν. Πρόλ. 94· βλ. και αποφαίνω Β3, αφανίζω Β1· (2) βγαίνω από την μέσην = εξαφανίζομαι: εβγάτ’ από την μέση μας, εμαγαρίσατέ μας Διήγ. παιδ. 572. 25) (Προκ. για χρέος) εξοφλούμαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β4): δεν έπαιρνεν τίποτες από τα δικαιώματα εωσού εβγήκεν όλον το χρήμα (πιθ. γρ. χρέωμα) Συναδ., Χρον. 39. Βλ. και αμεριμνώνω Β. 26) (Προκ. για μήνα, κλπ.) τελειώνω (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. εκβαίνω IIb· βλ. και L‑S, λ. εκβαίνω II5· η σημασ. και σήμ. ΙΛ στη λ. Α20): εβγαίνοντι ινδ. ιβ́ Συνθήκ. Καλλ. (Μέρτζ.) 2646‑7. 27) Παρεκκλίνω, παραστρατίζω (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. εκβαίνω I3): απ’ ό,τι ορίζει η εκκλησιά ας βλέπουν να μην έβγουν Δεφ., Λόγ. 36. Βλ. και ντεσβιάρω. 28) Εκπίπτω (από προηγούμενη κατάσταση): και ο πρωτόπλαστος Αδάμ εκ της τιμής εβγήκε Ιστ. Βλαχ. 1605. 29) Πραγματοποιούμαι, συντελούμαι, επαληθεύομαι, γίνομαι (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. εκβαίνω II1 και σήμ., ΙΛ στη λ. Β8, 11γ): όμως δεν τους εβγήκε καλά στο μυστήριό τους Σουμμ., Ρεμπελ. 186· οι ολπίδες τως ανάποδα εβγήκαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 51023. Βλ. και αποκαθιστώ Β2. 30) (Με κατηγορ.) αποδεικνύομαι (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. εκβαίνω II2 και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1 φρ., Β19 και 10): αν εβγεί δικαιωμένος ... εντέχεται να μείνει αμέριμνος ... απ’ εκείνον τον φόνον Ασσίζ. 2256. Βλ. και αποφαίνω Β2α, βεβαιώ Β2β. 31) Καταλήγω, καταντώ: Τα ανακατώματά σου| τα στείλασι οι ορανοί για νά ’βγου εισέ χαρά σου Στάθ. Γ΄ 158. Βλ. και αποβγαίνω 7, αποδίδω 6γ. 32) (Με κατηγορ. ή εμπρόθ. προσδιορ.) αναδεικνύομαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β9): να μου βοηθά στες πράξες μου και νικητής να βγαίνω Ζήν. Α΄ 72· ανισωστάς και βγούμενε με νίκη Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 130. Βλ. και απομένω. 33) (Μτβ.) α) βγάζω: Γλυκύτερον του μέλιτος λόγους βγαίν’ εκ το στόμα Κορων., Μπούας 34· β) βγάζω από πάνω μου κ.· χάνω κ.: Έκείνος λοιπόν οπού εμποδίζει τον λόγον, φράττει την ακοήν, φράττοντας την ακοήν εβγαίνει την πίστιν Μάξιμ. Καλλιουπ., Πρόλ. (Legr.) 364. 34) (Μτβ.) ξεριζώνω: να τον ιδείτε| πώς εβγαίνει τα μαλλιά του Χρησμ. (Βέης) 1423. Βλ. και απορριζώ, βγάζω 6, βγάνω 6. 35) (Μτβ.) κερδίζω: να εβγαίνει καθ’ ημέρα άσπρα μ́ Rechenb. 662. Βλ. και αποκερδαίνω α, βγάνω 34α, κερδαίνω.
       
  • βγάνω,  
    Ασσίζ. 274, 18114, 18221, 1843, Διγ. (Trapp) Esc. 1732, Πόλ. Τρωάδ. 3, 59, Ερμον. Φ 336, Χρον. Μορ. H 7905, Μαχ. 66, Χούμνου, Π.Δ. XIII 18, 40, Γαδ. διήγ. 411, 461, Ιμπ. (Legr.) 52, Σκλάβ. 190, 280, Κορων., Μπούας 8, 122, 151, Φαλιέρ., Ιστ. V 445, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 270, Δεφ., Σωσ. 19, Δεφ., Λόγ. 99, 444, Πεντ. Γέν. I 12, 24, Έξ. VIII 4, XIV 25, Λευιτ. IV 21, Δευτ. VII 15, VIII 15, XXVIII 38, Βίος γέρ. V 413, Αχέλ. 629, 1449, 2016, Αιτωλ., Μύθ. 169, Ιστ. πατρ. 17012, Ύμν. Παναγ. 20, Δωρ. Μον. XXIV, Πανώρ. Α΄ 420, Ερωφ. Α΄ 277, 306, Ιντ. α΄ 159, γ΄ 53, Ε΄ 148, 151, Παλαμήδ., Βοηβ. 471, 1253, Σταυριν. 1162, Διγ. Άνδρ. 36819, Ερωτόκρ. Α΄ 1289, Β΄ 108, 995, 1098, 1857, 1862, 2140, Γ΄ 586, 1198, 1318, 1390, Δ΄ 749, 924, 1544, 1904, Στάθ. Α΄ 110, Γ΄ 347, Στάθ. (Θέατρο) Β΄ 56, Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 191, Β΄ 55, Δ΄ 28, δ΄ 57, Αποκ. Θεοτ. II 91, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [153, 174, 1593, 1661], Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. α΄ 165, Β΄ 29, Γ΄ 183, 537, Δ΄ 538, Ζήν. Πρόλ. 52, 90, Διγ. O 2063, Διακρούσ. 10921, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1368, 16721, 18128, 1937, 1977, 2099, 2186, 27026, 3697, 38726, 42024, 45725, 46214, 4644, 46923, 5283, 55312, 5868, 58814, κ.π.α.· αβγάνω, Σεβήρ., Διαθ. 191· εβγάνω, Σταφ., Ιατροσ. 15422, Κομν., Διδασκ. Δ 347, Λόγ. παρηγ. L 560, Ασσίζ. 746, 12529, 1783, 20218, 24029, 2413, 27214, 45827, Ιατροσ. 2189, Διγ. A 988, Πόλ. Τρωάδ. 516, Χρον. Μορ. H 6101, 8629, Ιατροσ. κώδ. υξη΄, υοζ΄, Απολλών. 126, Λίβ. Sc. 11, Λίβ. (Lamb.) N 130, Λίβ. N 1930, Ιμπ. 518, 533, Γράμμα κρ. διαλ. 39, Rechenb. 43, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 458, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Wagn.) 679, Σαχλ., Αφήγ. 226, Πένθ. θαν.2 326, 466, Δεφ., Λόγ. 137, Τριβ., Ρε 107, Πεντ. Έξ. III 5, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 397, Μανολ., Επιστ. 173, Σταυριν. 951, Ιστ. Βλαχ. 2547 [= Γέν. Ρωμ. 137], Διγ. Άνδρ. 3257, 33212, Θυσ.2 814, Ευγέν. 996, Εγκ. αγ. Δημ. 110183, 185, Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 281, Διάταξη του 1649 (Τουρτόγλου, Φον. και αποζημ. 79), Διήγ. πανωφ. 60, Βακτ. αρχιερ. 169, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [375], Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 378, Γ΄ 202, Μαρκάδ. 344, Τζάνε, Κρ. πόλ. 2532, 34719, 53022, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 3416, κ.π.α.· μτχ. παρκ. βγαλμένος, Χούμνου, Π.Δ. XIII 19 (έκδ. βαλμένος· Πολ. Λ., Μετά Άλ. σελ. 63 εβγαλμένος· διορθώσ.)· εβγαλιμένος, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 217v· εβγαλμένος, Θησ. Β΄ [338], Δεφ., Λόγ. 424, Ερωτόκρ. Δ΄ 1221· εβγαμένος, Σαχλ. N 23, Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 207· εβγαρμένος, Θρ. Κύπρ. M 515, Διήγ. πανωφ. 59.
    Από το αρχ. εκβιβάζω. Για το σχηματ. βλ. και ΙΛ. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) α) Βγάζω έξω, εξάγω κάπ. ή κ. (από κάπου) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α2α): μετά βίας ετράβησεν έξω να τονε βγάλει Πόλ. Τρωάδ. 593· και γλήγορ’ οχ τη φυλακή χτάσσεται να σε βγάλει Ερωτόκρ. Δ΄ 1544· λέγει ευθύς διαγοργόν: «Εβγάλετε (τον) σίτον» και δίδει τον καθέκαστον όσον του χορτασθήναι Απολλών. 126· πολλά ωφελούσι την ψυχήν η ελεημοσύνη και βγάνουσι την ψυχήν απού την κόλασιν Αποκ. Θεοτ. II 91· εβγάνει το κεφάλιν της και τέτοια τον ελάλει Λόγ. παρηγ. L 560· (προκ. για αποξένωση από περιουσία): ήλεγες να εβγάλεις την νύφην σου από τα σπίτια της Γράμμα κρ. διαλ. 39· φρ. (1) βγάνω τον πόδα μου (από κάπου) = φεύγω (Πβ. ΙΛ, λ. βγάζω Αφ 2α ρ.): Του βασιλιά του Πρίαμου σήμερον ν’ αποθάνει| η θυγατέρα ’ς τούτο μου το μνήμα γή δε βγάνει| κανείς τον πόδα του αποδώ Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 28· βλ. και αποκλείνω β, αποξεβαίνω α, αποχωρίζω (II), μισσεύω· (2) βγάνω την ψυχήν κάπ. (από το κορμί) = κάνω κάπ. να πεθάνει (Πβ. τη σημερ. μεταφ. χρ. της φρ., ΙΛ, λ. βγάζω Α2αΦρ): ψυχές να βγάνει από κορμιά, αίμα πολύ να χύνει Τζάνε, Κρ. πόλ. 16721· ως λιόντες όρμησαν να βγάλλουν την ψυχήν του Κορων., Μπούας 122· β) βγάζω έξω, εξάγω (ενίοτε από το στόμα): Κι όσον το ’χεις στο στόμα σου (ενν. το μέλι) έχεις και την γλυκάδα| κι ωσάν το εβγάλεις, παρευθύς έρχεται η πικράδα Ευγέν. 996· φλόγαν ήβγαλεν από του στόματός του| κι άγρια μου ελάλησεν Διγ. (Trapp) Esc. 1732· γ) (προκ. για πέτρα ή για άγιο που βγάζει μύρο) αναβρύζω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βγάζω Α2η): οπού βγάνει εσέν νερό από την πέτρα τη δυνατή Πεντ. Δευτ. VIII 15· ωσάν άλλους αγίους, οι οποίοι δεν εβγάνουν μύρον Εγκ. αγ. Δημ. 110183· βλ. και αναβράζομαι· φρ. (1) βγάνω δάκρυα, κλάματα = χύνω δάκρυα, κλαίω: άσκημα δάκρυα βγάνουσι, γιατί δεν το βαστούσι Στάθ. Α΄ 110· εβγάνασι καθάρια| δάκρυα πικρά και θλιβερά δείχνοντας ’τι επονούσαν Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [174]· εβγάνουν κλάηματα πολλά, βρυχούνται από καρδίας Ιμπ. 518· καθεείς ας βγάλει| δάκρυα σε τόσον άνθρωπον που ’κοφτεν το δρεπάνι Τζάνε, Κρ. πόλ. 1937· βλ. και βρυχώμαι 3· (2) βγάνω αίμα = χύνω αίμα (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βγάζω Α2): ήτον ετούτ’ (δηλ. η λαβωματιά) ακρόκαλη κι αίμα πολύ του βγάνει Ερωτόκρ. Β΄ 1089· βλ. και βάνω (I) A 64 φρ.· (3) βγάνω τις όρεξές μου = ικανοποιώ τις επιθυμίες μου (Πβ. το σημερ. βγάζω το άχτι μου, ΙΛ, λ. βγάζω Α2 Φρ.): Για να μπορώ ερωτεύοντας να βγάνω τσ’ όρεξές μου Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1593]· βλ. και αποκαθιστώ Α4γ· δ) αποβάλλω περιττώματα: επήεν η κοιλία του ετοσαύτα εις το αγγείον, ότι πριν ξημερώσει έβγαλε πάντα όσα είχεν απέσω και το συκώτιν του και απέθανεν Ασσίζ. 1843· βλ. και βάλλω 1γ· ε) (προκ. για αέρια των εντέρων) αφήνω: καθίζω απάνω τση άκακα και κείνη αρχινίζει| η φούσκα απάνω ό,τι ήκατσα να παραξανεμίζει·| κι ήμοιαζε το ξανέμισμα ανθρώπου όπου σου φάνει| την ώρα εκείνη αληθινά πως η Φλουρού τσι βγάνει| και μέσα όπου αποσφίγγουμου κάποιες εβγαίνα πάλι Στάθ. (Θέατρο) Β΄ 56. Βλ. και απολύω, αχαμνώ 2, εξαφήνω, χάνω. 2) α) (Προκ. για ποταμό ή θάλασσα) βγάζω έξω στην ακτή ή στην όχθη: και ρίχνει το (ενν. το κιβουράκι) στον ποταμό κι ο ποταμός το βγάνει| στα δάση τούτα Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. α΄ 165· πάσαν την νύκταν στον γιαλόν τα κάτεργά του βγάνει Αχέλ. 2016. Απήραν την τα κύματα, στον Λύκον την εβγάλαν Γαδ. διήγ. 461· β) αποβιβάζω (επιβάτες ή πλήρωμα πλοίου) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. A1): Λαό από τα κάτεργα έβγανε κι αποθαίνα Τζάνε, Κρ. πόλ. 5283· Μέσα τσι βάρκες ήτονε κι άρχισαν να μισεύγουν (παραλ. 3 στ.)· στην στράταν αρρωστούσανε κι έλεγαν να τσι βγάνουν| στην γην και στην ακρογιαλιά κι έπειτ’ ας αποθάνουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 1977. 3) α) Φανερώνω, δείχνω, αποκαλύπτω: άσπρη να βγάλου στα Χανιά, να δείξουνε μπαντέρα Τζάνε, Κρ. πόλ. 42024· να βγάλει το δαμάλι προς αποόξω το φουσάτο και να κάψει αυτό Πεντ. Λευιτ. IV 21· και αυτές οι πόρτες βγάνουσι του ύπνου τα όνειρά του Στάθ. Γ΄ 347· βλ. και αποσκεπάζω 1β, αρμηνεύω 5α· β) φρ. βγάνω μάρτυρα = παρουσιάζω, επικαλούμαι κάπ. ως μάρτυρα (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. B3): εις τούτο εβγάνω μάρτυρα τον Κύριον της δόξης,| το πώς είχα την όρεξην Χρον. Μορ. H 6101· Περί μαρτύρων, οπού εβγάνει τινάς να μαρτυρήσουν διά άλλον Βακτ. αρχιερ. 169. Βλ. και βάνω (I) A20· 4) (Προκ. για ρούχα, οπλισμό, κ.λ.π.) αποβάλλω, βγάζω από πάνω μου (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. A2ια): βγάνουν όλα τ’ άρματα και μόνο το σκουτάρι| και το σπαθίν απόμεινε στο κάθε παλληκάρι Ερωτόκρ. Β΄ 995· εβγάνει το καπάσι του από την κεφαλήν του Σταυριν. 951· τη βασιλική στολή τότες εβγάλασί μου Ιντ. κρ. θεάτρ. δ΄ 57· Τ’ άρματα αυτάνα, αφέντη μου, μπορείς να βγάλεις τώρα Ερωφ. Ιντ. α΄ 159· έβγαλε τα παπούτσια σου αποπάνου τα ποδάρια σου Πεντ. Έξ. III 5. Βλ. και βγάλλω 3. 5) α) Αφαιρώ, εξορύσσω: αρπούσι| τη γλώσσα ντου και βγάνουν τη και χάμαι την πατούσι Ερωφ. Ε΄ 148· τότες και τ’ αμμάτια του τους όρισε κι εβγάλα Ερωφ. Ε΄ 151· ωσάν καρφί που με καρφί άλλ’ οχ την τρύπα βγάνεις Ερωτόκρ. Α΄ 1289· πέτρες να βγάλεις (ενν. από τον τοίχο) για να μπει (ενν. ο Ερωτόκριτος) Ερωτόκρ. Γ΄ 1318· και τους πόδας του τους όνυχας εβγάλετε Διγ. A 988· βλ. και βγάζω 7· β) αποσπώ κ. από κάπου (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βγάζω A2δ): και έβγαλεν τον τροχό των καρρουχών του και όδεψέν το με βαροσύνη Πεντ. Έξ. XIV 25· Την ίδιαν νύκτα βγάλασι τση χώρας τες καμπάνες Τζάνε, Κρ. πόλ. 2099. Βλ. και ανασπώ ΙA2α. 6) Ξεριζώνω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βγάζω A2ε): εξεριζώσασι δεντρά κι εβγάλασι αμπέλια Τζάνε, Κρ. πόλ. 38726· τάσσω σου το κεφάλι ντου να κόψω και να βγάλω| την άπονή ντου την καρδιά Ερωφ. Ιντ. γ΄ 53. 7) (Με αντικ. μαλλιά, γένια, κ.λ.π.) ξεριζώνω, μαδώ (Η σημασ. τον 9. αι., Κουκ., ΒΒΠ Ε΄ Παράρτ. σ. 50 και σήμ., ΙΛ, λ. βγάζω A2ε): το στήθος τως να δέρνουσι και τα μαλλιά να βγάνουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 55312· το παιδάκιν ήπλωσεν τα γένια του να βγάλει Χούμνου, Π.Δ. XIII 40. Βλ. και αναμαλλιαρίζω, αποσπώ IA1, βγάζω 6. 8) (Προκ. για μαχαίρι, σπαθί, δοξάρι, κλπ.) ανασύρω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. A2β): χίλιες φορές εβάλθηκα να βγάλω το σπαθί μου Ερωφ. Α΄ 277· και δένω το γεράκιν μου και εβγάνω το δοξάριν Λίβ. (Lamb.) N 130· σύρνουν ματσούκες και ραβδιά και εβγάνουν τα μαχαίρια Σαχλ., Αφήγ. 226. Βλ. και βγάζω 3, βγάλλω 4. 9) (Προκ. για λιτανεία ή παρουσίαση εικόνας) παρουσιάζω και περιφέρω σε λιτανεία (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βγάζω A9): Και την Μεσυπαντήτισσαν όλοι παρακαλούσαν| την Τρίτην που την βγάνασι μ’ ευλάβειαν ’κλουθούσαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 27026· ουδέ τας ημέρας των μεγάλων λιτανειών, ουδέ τας ημέρας της Παρακλήσεως, τουτέστιν όντα εβγάλουν τον Δράκον Ασσίζ. 12529. Βλ. και βγάλλω 5. 10) Εκτοξεύω, τινάζω, εκπέμπω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βγάζω A11β): ήβγαλε σπίθες εκατό το σιδερό κασίδι Ερωτόκρ. Β΄ 2140· έπαυσαν και οι σεισμοί ... και ελέγαμε πως να εσκόλασε η φλέγα και δεν θέλει εβγάλει Διήγ. πανωφ. 60· Σαν ένα ξύλ’ απόξερο που στη φωτιά σιμώσει,| πιάσει φωτιά κι άψει ζιμιό η βράση σαν του δώσει| και βγάλει την αναλαμπή με δίχως να καπνίσει ... Ερωτόκρ. Β΄ 1857. Βλ. και βγάζω 4. 11)   α1) (Ενίοτε με το επίρρ. έξω) κάνω κάπ. να βγει έξω: έφθασαν οι Έλληνες, εβγάνουν τον εκείθεν Πόλ. Τρωάδ. 516· τους βγάνουν απ’ τα σπίτια τους κι εκείνοι κατοικούσιν Διακρούσ. 10921· τσι φόσσες να πηδούσινε και έξω να τους εβγάνουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 53022· α2) φρ. βγάνω κάπ. από το νου του = κάνω κάπ. να χάσει τα λογικά του, τρελαίνω κάπ.: η θλίψις εβγάνει πολλάκις τον άνθρωπον από τον νουν Διγ. Άνδρ. 33212· Κρήτης, η Ρόδο εθλίβηκε, της Χιος εκακοφάνη| τ’ ανόλπιστόν σου το κακόν και από τον νουν τις βγάνει Σκλάβ. 190· βλ. και αποκεφαλίζω 1β· β) (μεταφ.) απομακρύνω κάπ. από κ. (Πβ. τη σημερ. μεταφ. χρ. της φρ. του βγάζω την πίστη, ΙΛ, λ. βγάζω A2α): η αγάπη ... εβγάνει ανθρώπους από την πίστην τους Διγ. Άνδρ. 3257· να τους εβγάλασιν εκ τα συνήθια που έχουν Χρον. Μορ. H 7905· γ) κάνω έξωση: το δίκαιον ορίζει, εφειδή ο νοικοκύρης το (ενν. το σπίτιν του) ενοικίασεν έως ά τέρμενον, ουδέν ημπορεί να τον (ενν. τον ενοικιαστή) εβγάλει κανείς Ασσίζ. 746. Βλ. και απολογιάζω (I) 6. 12) (Προκ. για μυρωδιά) αναδίδω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. B10): του γέρο η αγκαλιά χνότο και βρόμο εβγάνει Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 378. Βλ. και βγιάζω 8. 13) (Προκ. για μελλοντική σπορά) μεταφέρω (στο χωράφι): σπόρο πολύ να βγάλεις εις το χωράφι και ολίγο να μαζώξεις Πεντ. Δευτ. XXVIII 38. Βλ. και άγωμε(ν) A1, B1β, αναβαστώ A, αναφέρω A4. 14) α) (Προκ. για ήχο, αναστεναγμό, κ.λ.π.) βγάζω: άκουες κτύπους, βροντισμούς που βγάναν οι λουμπάρδες Τζάνε, Κρ. πόλ. 2186· ήβγαλεν αναστεναγμό όσο κι αν εδυνάστη (έκδ. ό,τι τον εδυνάστη· διόρθ. Αλεξ. Στ., Κρ. Χρ. 23, 1971, 205 κατά το χφ) Ερωτόκρ. 1904· βλ. και βαριαναστενάζω, βαριαναστένω· β) φρ. βγάνω φωνή (ή φωνές) = φωνάζω (Πβ. ΙΛ, λ. βγάζω A2α Φρ.): παρά τα πλήθη των Τουρκών με τες φωνές που κάναν| και απού την τόσην ταραχήν άνω στα ύψη βγάναν Αχέλ. 629· τες φωνές εβγάνει Μαρκάδ. 344· βλ. και βάλλω 14· γ) φρ. βγάνω λόγους, βγάνω (ε)μιλιά ή λαλιά = μιλώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βγάλλω A1α. Πβ. και τη σημερ. φρ. βγάζω λόγο, ΙΛ, λ. βγάζω A2α Φρ.): με τέχνη βγάνου τη μιλιά, με τέχνη απιλογούνται Πανώρ. Α΄ 420· και τη λαλιά οχ το στόμα ντου πολλά γλυκειά τη βγάνει Ερωτόκρ. Β΄ 1862· εγώ εμαχόμην τον σκοπόν πώς να την χαιρετήσω,| τι λόγους χαιρετίσματος να εβγάλω συντυχίας Λίβ. N 1930· ο γείς τον άλλ’ ανίμενε την εμιλιά να βγάλει Ερωτόκρ. Γ΄ 586. Βλ. και ανοίγω A1α φρ., βάνω (I), A13β φρ., συντυχαίνω. 15) α) Δημιουργώ, σχηματίζω (από κ. άλλο): εποίκεν δ́ σανιδία, απού τα ποία έβγαλεν ις́ γωνίες Μαχ. 66· β) (με υποκ. τη λ. γη) κάνω να γεννηθεί ή να φυτρώσει κ. (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βγάζω A10): Και είπεν ο Θεός: ας βγάλει η γης ψυχή ζωντανή εις τη λογή της, χτήνο και σερπετό και αγρίμι Πεντ. Γέν. I 24· έβγαλεν η γης χλόη Πεντ. Γέν. I 12· γ) (με υποκ. όν. πόλης) φέρνω στη ζωή, αναδεικνύω σημαντικά πρόσωπα (Πβ. ΙΛ, λ. βγάζω B5): και πατριάρχους έβγαλα και άξιους αρχιεράρχους (ενν. εγώ το Ρέθυμνο) Τζάνε, Κρ. πόλ. 5868. 16) α) (Με αντικ. τη λ. μαλλιά, δόντια) αποκτώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βγάζω A10): Εις τας κη΄ εβγάνει μαλλία Σταφ., Ιατροσ. 15422· τα παιδίαν όνταν δοντιάζουν και κλαίουν να εβγάλ(ου)ν δόντι γοργά ... Ιατροσ. κώδ. υοζ΄· β) (προκ. για ορισμένη εκδήλωση αρρώστιας, π.χ. κότσια, κ.λ.π.) παρουσιάζω (σύμπτωμα αρρώστιας) (Πβ. ΙΛ, λ. βγάζω A10 και Ανδρ., Αθ. 47, 1937, 197): Τσίτους και λάρια αγιάτρευτα να βγάλεις εις τα μάτια Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 183· Εις το να εβγάλει εις το χέριν κότσ(ι)α Ιατροσ. κώδ. υξη΄· Είχε σημάδι τίβετας; ΛΟΥΡ.: Είχε προς τη μασκάλη| ένα από πόνεμα κακό, οπού μικρό είχε βγάλει| κι επιάσα κι ήσκισά του το Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 538. 17) α) Κάνω να βγει (προκ. για νερό) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βγάζω A2β): αν πας στην πέτρα την ξερήν, χρεία ’ναι νερόν να βγάλεις Κορων., Μπούας 151· β) κάνω να χυθεί κ., κάνω αφαίμαξη (προκ. για πύο, αίμα) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βγάζω A2β): Είντα να κάμει ο γιατρός; ΜΠΕΡΝ.: Άκου! Αίμα να μου βγάλει Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 29· εκείνος ο ιατρός ... οπού έπρεπε να φλογοτομήσει και έβγαλέν του πολύν αίμαν Ασσίζ. 18221· αν αυτός μου ο σκλάβος είχεν απόσταμαν εις κανέναν τόπον οπού είχεν κίνδυνον και εχρήζετον έτερα πράγματα μαλαχά οπού να το εμαλακτιάναν και να το εψήσαν και να εβγάλουν εκείνον το κακόν έξω Ασσίζ. 1783· γ) (μεταφ.) αντλώντας από κάπου αποκτώ: Μα καθώς της βρύσης το νερόν δεν το γροικάς, α δεν το πιάσεις να το πίεις, έτσι και την χάριν και την δύναμιν της παρθένου Μαρίας δεν ημπορούμε να την έχομεν παρά να της σιμώσομεν εβγάνοντας την χάριν την κοινήν απού ήδωκεν εις όλους Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 397. 18)   α1) Απομακρύνω, διώχνω κ. ή κάπ. από κάπου (Για τη σημασ. βλ. Κουκ., ΕΕΦΣΠΑ, περ. β΄ 6, 1955/56, 245): τσ’ οχθρούς, παιδιά μου, ας βγάλομε Ζήν. Πρόλ. 52· τον Τούρκον τον παράνομον εβγάλετε ’κ την Δύσην Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 458· Βγάνοντας τώρα μοναχά τούτο τ’ αμπόδισμά σου Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1661]· και τα κανόνια σύρανε κι αποδεκεί τα βγάνουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 45725· μόνον αυτόν να βγάλετε να μη είναι στην μέση Παλαμήδ., Βοηβ. 471· βλ. και απομακρίζω 1α, βγάζω 9· α2) φρ. βγάνω από τη μέση = εκτοπίζω, εξαφανίζω, εξοντώνω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βγάζω A2α): Εβγάλετε από την μέσην τους μωρούς και αθλίους χριστιανούς Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 281·βλ. και βάλλω 19·   β1) (προκ. για συναίσθημα, για σκέψη) αποβάλλω, απομακρύνω, διώχνω: όχι τον πόθο από με, βγάνοντας από κείνη| την όργητα Ιντ. κρ. θεάτρ. Β΄ 55· έβγαλα τον φόβον από την καρδίαν μου Διγ. Άνδρ. 36819· Σατανική βουλή έναι αυτή και παραμέρισέ την·| από τον νουν σου ρίξε την, έβγαλε, ξόρισέ την Πένθ. θαν.2 326· τον κακόν λογισμόν θέλοντας ο Θεός να εβγάλει εκ τον ασκητήν Εγκ. αγ. Δημ. 110185· β2) φρ. βγάνω από (εκ) το νου μου, από τα λογικά μου, το λογισμό = εγκαταλείπω μια σκέψη, μια ιδέα, λησμονώ, ξεχνώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βγάζω A2α Φρ.): απολησμόνα το γοργόν, έβγαλ’ το από τον νουν σου Κομν., Διδασκ. Δ 347· κείνα που την παιδεύγασι αν ήβγαλ’ οχ το νουν τση Ερωτόκρ. Δ΄ 749· ποσώς μη το εβγάλετε από τα λογικά σας Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Wagn.) 679· έβγαλε τέτοιο λογισμό απού την όρεξή σου Θυσ.2 814· βλ. και αστοχώ 7α, ξεχάνω· γ) (με λ. που φανερώνουν συναίσθημα) εκδηλώνω (συναίσθημα): ηύρεν καιρόν το φαρμάκιν να βγάλει,| οπού ’χεν στην καρδιάν του να βλάψει του Μιχάλη Παλαμήδ., Βοηβ. 1253· καλά κι επήρεν ο πασάς ’ς τούτο χολήν μεγάλη,| ουδέν ηθέλησεν ποσώς έξω να τηνε βγάλει Αχέλ. 1449. 19) Μετακινώ κάπ. από κάπου: Έπειτ’ αμάξι φέρασιν ολόχρυσον κι εβγάλαν| την κόρην από τ’ άλογο και μέσα την εβάλαν Διγ. O 2063· Βλ. και αποσαλεύω, σύρνω. 20) Βγάζω, απομακρύνω κάπ. από μία θέση, από ένα αξίωμα (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βγάζω B1α): Ει τις έχει αρχήν και θέλεις να της την πάρεις, να τον εβγάλεις, λέγε τον ψαλμόν πρωί και εσπέρας τρις Ιατροσ. 2189· εδούλευε ως σταβλάτορας ... (έκδ. σταυλάτορα· διορθώσ. κατά κριτ. υπ.) (παραλ. 1 στ.)· Ο ρήγας τον ηγάπησε και εβγάνει τον εκ το στάβλο| και βάνει τον εις συντροφιά με έναν μισσέρ Παύλο Τριβ., Ρε 107· τους βασιλείς οκ το θρονί βγάνει Ζήν. Πρόλ. 90. 21) α) Εξαφανίζω, εξαλείφω: ψάλλετε προς τον Κύριο και να βγάλει τους βαθρακούς από εμέν και από τον λαό μου Πεντ. Έξ. VIII 4· β) (προκ. για κηλίδες ή ακαθαρσία) εξαλείφω, εξαφανίζω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βγάζω A6): Όποιες στην τιμή έτοι’ ασκημάδι βάνου| σαπούνια δεν τα πλύνουσι, μηδέ νερά τα βγάνου Ερωτόκρ. Γ΄ 1198· γ) εξαλείφω (εδώ μεταφ. προκ. για αμαρτίες): έπαρε πως ηθέλησεν ο Θιός την συντροφιά σου (παραλ. 2 στ.) κι έφτιασε με τες χάρες του τα τόσα σφάλματά σου·| έτσι και με τα πάθη του έβγαλε τα δικά σου Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 270· δ) (προκ. για πόνο, αρρώστια, κλπ.) εξαλείφω, εξαφανίζω αρρώστια ή σύμτωμα αρρώστιας, θεραπέυω: Χρυσό στεφάνι| τον πόνο απὄχει η κεφαλή ποτέ δεν το εβγάνει,| μηδέ παπούτσιν όμορφο ρεματικό δε γιαίνει Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 202· αν έστειλα έναν εδικόν μου κτήνον εις ένα μαρετσά, ήγουν καλλικάν, διά να του εβγάλει τους σκορδαψιούς απέ τα ματία του και εκείνος έβγαλέν τους ίτσου κακά, ότι έβγαλεν τους οφθαλμούς του Ασσίζ. 18114· να βγάλει ο Κύριος από εσέν παν αρρωστιά Πεντ. Δευτ. VII 15. Βλ. και αποκρούω 1β, αποπέμπω (I)4, βγάζω 13, γιαίνω, γιατρεύω. 22) Εξαφανίζω, ακοτώνω (Πβ. τη σημερ. φρ. βγάζω από τη μέση, ΙΛ, λ. βγάζω A2α Φρ.): Ανάθεμα τον μιαρόν τον Σεκίγη Μιχάλη,| οπού ’τονε η αφορμή τέτοιον άνδρα να βγάλει (παραλ. 2 στ.), πες μου, σαν το εφάγετε άδικα ’κ τον θυμόν σας,| τίναν εζημιώσετε; Σταυριν. 1162· φρ. βγάνω κάπ. από (εκ) τη ζωή = κάνω κάπ. να πεθάνει: τι μέραν νύκτα ο θάνατος με το σπαθί έναι ομπρός μας| να μασε βγάλει οχ την ζωήν και εμείς δεν το γροικούμεν Πένθ. θαν.2 466. Βλ. και βάνω (I) Α41α, 41β. 23) Γλυτώνω (κάπ. από κ.): χαίρε οπού μας έβγαλες εκ των εχθρών τα χέρια Ύμν. Παναγ. 20· να μασε βγάλεις τους πτωχούς εκ την αιχμαλωσίαν Ιστ. Βλαχ. 2547 [= Γέν. Ρωμ. 137]· να βγάλει| την κόρη από τον θάνατον Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 191· βλ. και αποβγάνω 3α, λυτρώνω· φρ. βγάνω από την έννοια = απαλλάσσω από τη φροντίδα: ας έλθει να μας αναπαύσει τον λογισμόν και να μας εβγάλει από την έννοιαν και να μας παρηγορήσει Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 3416. 24) (Προκ. για μέλος του σώματος) προβάλλω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βγάζω A2θ): η Μαργαρώνα ακούμπησεν στα γόνατα του Ιμπέρη (παραλ. 1 στ.). Εβγάνει το ποδάριν του, προσκεφαλάδιν βάνει Ιμπ. 533. 25) Σηκώνω, παίρνω κ. (ως δικό μου): ημπορεί καλά να εβγάλει πάντα όσα έβαλεν εις την γην μου, εάν θέλει να τα πουλήσει Ασσίζ. 20218. Βλ. και αγκαλίζομαι, αποσπώ IΑ3γ, αρεστιάζω 5, λαβαίνω. 26) Εξαιρώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βγάζω B8β): ως βλέπω, δεν τυχαίνει| καμιά γυναίκα το λοιπόν να πούσι τιμημένην,| εβγάνοντας όποιαν ποτέ άνδρας δεν την πειράξει Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [375]. Βλ. και βγάλλω 7. 27) Ξεχωρίζω (Πβ. ΙΛ, λ. βγάζω B11): Έβγαλ’ από τα ρούχα σου κατά την μπόρεσή σου| και δώσ’ πτωχών Δεφ., Λόγ. 137· μετά βίας τον εβγάλαν| εκ τε των νεκρών σωρείας Ερμον. Φ 336. 28) Εκλέγω, τοποθετώ (για μια αποστολή, για ένα αξίωμα) (Πβ. ΙΛ, λ. βγάζω B6): τούτους τους δύο στείλανε και τον Κορνάρο βγάνουν| μαρκέζε Βίλα τον καλόν κι εισέ καράβια βάνουν| να πάσινε στη Βενετιά Τζάνε, Κρ. πόλ. 46923· Απήτις βάρη άμετρα εις τα νησά εβάλα,| πρωτόγερους ευρήκανε αποδεκεί κι εβγάλα| και πάσινε στου βασιλιού, ογιά να του το πούνε Τζάνε, Κρ. πόλ. 46214. Βλ. και αναγράφω 3. 29) (Προκ. για πολεμική επιχείρηση) μετακινώ από μία βάση λαό, αρμάδα, κ.λ.π.: βγάνει όξω το λαό και να κρουσεύγει αρχίζει Τζάνε, Κρ. πόλ. 34719· βγάνει| ανθρώπους για τον πόλεμον κι εις τα καράβια βάνει Τζάνε, Κρ. πόλ. 3697· κράζει τον βιζίρη του και μιαν αρμάδα βγάνει| λέγοντας πάντα πόλεμον στην Μάλτα πως θα δώσει Τζάνε, Κρ. πόλ. 18128· κάτεργα του (δηλ. του βεζίρη) βγάνει| νά ’λθει στην Κρήτην με λαό Τζάνε, Κρ. πόλ. 4644. 30) Εξάγω (εμπόρευμα): Το δικαίωμαν του ψαρίου του αρμυρού, [τό] εβγάνουν έξω της χώρας, το δίκαιον κελεύει ... Ασσίζ. 24029. Το δικαίωμαν των όρνιθων και των υαλίων τά εβγάνουν ορίζει το δίκαιον να λάβουν τέλος σώον Ασσίζ. 2413. Περί των ετέρων πραγμάτων τών εβγάνουν διά την Σαρακηνίαν Ασσίζ. 27214. 31) Δημιουργώ («εκ του μηδενός»): και τις μπορεί να ζήσει| σε τόσα τυραννίσματα, τες αβονιές που κάμνουν| με δίχως να χρεωστούσινε χρέος να των εβγάνουν; Τζάνε, Κρ. πόλ. 2532. 32) (Προκ. για χρέος) εξοφλώ: Ότις κάμει αίμα εβγάνοντας το φονικό να πλερώνει γρόσ(ια) δέκα κατά το αίμα Διάταξη του 1649 (Τουρτόγλου, Φον. και αποζημ. 79). Βλ. και αποβγάνω 4α, αποκαθιστώ Α2, αποφλώ 1. 33) (Προκ. για κείμενο, για ποίημα, τραγούδι) συγγράφω, συνθέτω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βγάζω B17α, 18): εγώ τους στίχους έβγανα κι ήθελα τους ποιήσειν Τζάνε, Κρ. πόλ. 1368· τούτα τα δίστιχα έβγαλα διά θρήνον των ανθρώπων Σκλάβ. 280· Ιωάνν’ Ανδρέα Τρώιλον με χάρες θε να πλύνω,| γιατί έβγαλε κι ετύπωσε τον Ρήγα Ροδολίνο Τζάνε, Κρ. πόλ. 58814· και τα τραγούδια που ’βγαλα μες στη φωτιά τα κάψε Ερωτόκρ. Γ΄ 1390. 34) α) (Προκ. για χρήματα) κερδίζω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βγάζω B9): είπαμέν το και προ τούτου,| ότι διοίκησιν ουκ είχε,| τώρα δ’ εις την πράξιν ταύτην| έβγαλε την διοίκησίν του| ο ξενούτσικος ο γέρων Βίος γέρ. V 413· όταν κερδέσει τίβοτες να σηκωθεί να βγάλει,| πιστεύει να ’ναι φρόνιμος Δεφ., Λόγ. 99· βλ. και βγαίνω 35, βγάλλω 8· β) κερδίζω ποσό αντίστοιχο με κ. (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βγάζω B9 Φρ.): διά πόσες ημέρες θέλει εβγάλει την τιμήν της από τα αβγά οπού γεννά; Rechenb. 43. 35) Ονομάζω, δίνω όνομα σε κάπ. (Για τη σημασ. βλ. Dawk., Byz. 2, 1926, 476. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βγάζω B20): Ιμπέριον τον έβγαλαν εις όνομαν εκείνον Ιμπ. (Legr.) 52· Μωσήν να τονε βγάλω.| Τ’ όνομαν ξεδιαλύνεται «εκ τα νερά βγαλμένος»| στην γλώσσαν την αιγυπτιακήν Χούμνου, Π.Δ. XIII 19· φρ. (1) βγάνω όνομα (σε κάπ.) = ονομάζω, δίνω όνομα σε κάπ.: Και έβγαλέ τον όνομα και λέγε τον Μερκούρη Κορων., Μπούας 8· βλ. και βάνω (I) 16α· (2) βγάνω όνομα, φήμη = αποκτώ φήμη (Βλ. και ΙΛ, λ. βγάζω B19 Φρ.): και δοξασμένον όνομα στον κόσμον είχα βγάλει Ερωφ. Α΄ 306· Μέγα κακόν της γυναικός κακό όνομα να βγάλει Δεφ., Λόγ. 444· Οπού ποθεί ευυπόληπτα φήμην πολλήν εβγάνει Λίβ. Sc. 11. Βλ. και βγάζω 1 φρ. δ· (3) βγάνω όνομα κακό (σε κάπ.)· βλ. ά. όνομα Φρ. 7. 36) Θεωρώ, χαρακτηρίζω κάπ. ως ...: αν εις το φόρο γή μωρό γή ανήμπορος προβάλει| κι από κανένα σκοτωθεί, φονιά μην τονε βγάλει Ερωτόκρ. Β΄ 108· Αυτείνο το ανδρόγυνον γι’ άρχοντες τους εβγάναν Δεφ., Σωσ. 19· σα ζωντανέψει το παιδί, οπού νεκρό το βγάνα Ερωτόκρ. Δ΄ 924. Βλ. και ανακηρύττω 3, αφορίζω 4, βάνω (I) A37α. 37) Συμπεραίνω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βγάζω B12): Εγώ παιδί δεν έκαμα ποτέ μου στον καιρό μου,| μα συντηρώντας σήμερο τούτο τ’ αναθρεφτό μου| παιδί ... (παραλ. 1 στ.) βγάνω από τούτο και θωρώ καλά και λογαριάζω| και την αγάπη των παιδιώ τω φυσικώ λογιάζω Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 587. Βλ. και αργομεντάρω 2, κονκλουδέρω. 38) Αποδεικνύω: Και ψεματάρη βγάνω τον τάχα πως δεν ηξεύρει Αιτωλ., Μύθ. 162. Βλ. και βεβαιώνω A3β. 39) Φρ. βγάνω φεϊτφάν, μαντάτο, ορισμό, πρόσταγμα = εκδίδω διάταγμα, βγάζω διαταγή (Πβ. ΙΛ, λ. βγάζω B17β): υπήγε και έβγαλε φεϊτφάν Ιστ. πατρ. 17012· να μας εβγάλεις ένα μαντάτο να μπορούμε να βγάζομε αποπά σιτερό και τάβλες Μανολ., Επιστ. 173· ωσάν εμαζώχθησαν όλοι οι προεστοί από πάσαν χώραν, τότε έβγαλαν τον ορισμόν Δωρ. Μον. ΧΧΙV· Απαύτου εβγάνει πρόσταγμα το πώς εμήνα ο ρήγας ... Χρον. Μορ. H 8629. 40) α) Φρ. βγάνω βουλή = βγάζω απόφαση, αποφασίζω: Ευθύς εβγάλαμε βουλή με τη συντέκνισσά μου (παραλ. 1 στ.) τα κρίματα να λύσομεν Γαδ. διήγ. 411· βλ. και αφυρώνω 3α, βιγλίζω 10· β) φρ. βγάνω τη γνώμη (μου) = διατυπώνω, εκφράζω τη γνώμη μου: ανέν κι εσύ την γνώμην της δεν κάμεις να την βγάλει Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [153]. 41) Φρ. βγάνω (κάπ.) από το δίκαιον = στερώ κάπ. από το δίκιο του: Εμπαλής ουδέν εντέχεται άνθρωπον τον να μισά να τον εβγάλει απέ το δίκαιόν του διά όσην μισητίαν τον μισά Ασσίζ. 274. Βλ. και και απογυμνώ 2. — Βλ. και βγάλλω, έβγει το, εβγόντα.
       
  • γλυκερός,  
    επίθ., Στ. Αδάμ 36, Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) 1813, 6, Καλλίμ. 2068, Νεόφ. Έγκλ. Β΄ 38, Αχιλλ. N 1393, Δούκ. 1974, Γεωργηλ., Βελ. 14, 738, Κορων., Μπούας 34, 63, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1511, 1708, Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 30, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 515.
    Το αρχ. επίθ. γλυκερός. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
    1) (Προκ. για δέντρο) που έχει γλυκούς, εύγευστους καρπούς (Η σημασ. αρχ., L‑S και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): Άλλοι την (ενν. Κρήτην) κράζουσιν περίφημον ... διά τα γλυκερά και πολύκαρπα δένδρη Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 30. 2) α) Που ευφραίνει, που προκαλεί ευχαρίστηση (Η σημασ. αρχ., L‑S και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): μετά λόγου γλυκερού, γλώσσης ερωτευμένης Καλλίμ. 2068· ουδέν εδύνοντα και οι δυο ...| το να καταχορτάσουσιν τα γλυκερά τους κάλλη Αχιλλ. N 1393· έχασε το γλυκερόν το φως του κόσμου τούτου Γεωργηλ., Βελ. 14· Οι δε ενδημήσαντες προς σε από της ξενιτείας| χαράς πολλής πλησθήσονται ... (παραλ. 1 στ.) και γλυκεράς διαγωγής, ζωής τε αθανάτου Νεόφ. Έγκλ. Β΄ 38· β) (προκ. για βρύση, πηγή) που έχει νερό καλό, πόσιμο, δροσερό (Πβ. L‑S, λ. γλυκύς I1β): εξέρχεται δε και πηγή γλυκερά και δροσώδης Παϊσ., Ιστ. Σινά 1511· γ) (προκ. για μουσικό όργανο) γλυκόηχος: Αλλ’, ω Μανασσή, θελξικάρδιον στόμα (παραλ. 1 στ.), την γλυκεράν άρμοσον αύθις κιθάραν Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) 1813· δ) (προκ. για άνεμο) γλυκός, απαλός: έχεις τον Εύρον πνέοντα γλυκερόν αέριον Δούκ. 1974.
       
  • γλυκόλαλος,  
    επίθ., Ερωτοπ. 225, 294, Αγν., Ποιήμ. Β΄ 55, Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 72.
    Από το επίρρ. γλυκά και το λαλώ. Πβ. L‑S (λ. γλυκύλαλος). Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
    α) Που μιλάει γλυκά, γλυκόλογος (Πβ. L‑S, λ. γλυκύλαλος. Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ.): ρόδα γέμουν τα χείλη σου, τα φρύδια σου ζαμπέτιν| και η γλώσσα σου η γλυκόλαλος ζάχαριν με το μέλιν Ερωτοπ. 225· β) που κελαϊδεί γλυκά, μελωδικά (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ.): Ω γλυκόλαλό μου αηδόνι,| ποίσε να μου βγουν οι πόνοι Αγν., Ποιήμ. Β΄ 55.
       
  • γλυκόρροος,  
    επίθ., Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 31.
    Από το επίθ. γλυκός και το ουσ. ρους.
    Που κυλάει ήρεμα: Άλλοι την κράζουσιν περίφημον ... διά τα γλυκόρροα και θαυμαστά ύδατα Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 31.
       
  • γνωρίζω (I),  
    Σπαν. B 72, Διδ. Σολ. Ρ 118, Σπαν. P 246, Σπαν. V 48, 170, Γλυκά, Στ. 94, Λόγ. παρηγ. L 100, Προδρ. I 256, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 762, Καλλίμ. 1696, Ασσίζ. 15315, Ελλην. νόμ. 57616, Διάτ. Κυπρ. 50710, Ιερακοσ. 41423, 4258, Διγ. (Trapp) Esc. 87, 845, Διγ. Z 760, 3365, Διγ. A 4499, Βέλθ. 429, 867, Πόλ. Τρωάδ. 234, Ερμον. Λ 176, Ψ 262, Χρον. Μορ. H 1798, 4438, 8883, Χρον. Μορ. P 4060, 5667, Πουλολ. 359, Πτωχολ. Z 12, Φλώρ. 437, 1362, 1680, Λίβ. P 679, 1337, 2481, 2805, Λίβ. Sc. 178, 969, 1522, 1571, 1913, 2466, Λίβ. Esc. 3755, Λίβ. N 1211, 1968, Αχιλλ. (Haag) L 226, 890, Αχιλλ. N 143, 896, Ιμπ. 129, Χειλά, Χρον. 352, Σφρ., Χρον. μ. 1617, 13632, Θησ. Β΄ [73, 161, 354], Χούμνου, Π.Δ. VIII 17, Γεωργηλ., Βελ. 505, Ριμ. Βελ. 584, Γαδ. διήγ. 122, Αλεξ. 871, 2590, Ριμ. κόρ. 727, Σαχλ., Αφήγ. 341, 481, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 307, Κορων., Μπούας 35, 80, 104, Πένθ. θαν.2 110, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 32, Βεντράμ., Γυν. 33, Δεφ., Λόγ. 218, 717, Πεντ. Γέν. XLII 7, Ρίμ. θαν. 71, Βίος γέρ. V 332, Αιτωλ., Μύθ. 202, 1065, Θρ. Κύπρ. M 422, Χρον. σουλτ. 869, Δωρ. Μον. XLII, Πανώρ. Α΄ 197, Β΄ 278, Δ΄ 42, Ε΄ 90, 240, Ερωφ. Α΄ 30, 86, 120, 597, Γ΄ 51, 124, Ιντ. δ΄ 107, Ε΄ 489, Βοσκοπ. 33, Παλαμήδ., Βοηβ. 614, 1248, Σταυριν. 567, Βλαστού, Επιστ. 177 δις, Σουμμ., Ρεμπελ. 170, 174, Ερωτόκρ. Α΄ 96, 1078, 2065, 2219, Β΄ 293, 1282, 1584, 1684, 2035, 2050, 2205, Γ΄ 30, 155, 574, 1015, 1038, Ε΄ 137, 750, Θυσ.2 89, 825, 953, 1039, Ευγέν. 1375, Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 214, 217, Β΄ 52, δ΄ 26, 56, Στάθ. Πρόλ. 12, Α΄ 39, Β΄ 28, Ιντ. β΄ 58, Γ΄ 39, Ροδολ. Α΄ [308], Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [408, 574], Δ΄ [8, 79], Διήγ. πανωφ. 57, Βακτ. αρχιερ. 133, Σουμμ., Παστ. φίδ. Προσφών. [18], Α΄ [1069], Ε΄ [168, 530], Λίμπον. 188, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 602, Δ΄ 557, Ε΄ 88, 95, 123, 161, Ζήν. Δ΄ 271, Διγ. O 1144, 1300, Τζάνε, Κρ. πόλ. 13320, 46425, 46919, 52622, 52918, 57224, 57810, κ.α. αγνωρίζω, Ασσίζ. 603, 6419, 25, 8512, 877, 17, 9030, 13431, 16414, 17331, 1836, 19221, 21612, 2244, 7, 2283, 3762, Απολλών. 766, Φυσιολ. (Legr.) 300, Κυπρ. ερωτ. 38, 2411, 9043, 12523, κ.α.· αγρωνίζω, Ασσίζ. 2534, 45128, Μαχ. 422, 961, 14220, 16623, 21823, 2247, 4804, 5661, 57221, 67824, Βουστρ. 418, 421, 432, 473, 494, 532, Άνθ. χαρ. 29039, κ.α.· γρωνίζω, Μαχ. 21230, 25628, 2603, 4722, 57020, Βουστρ. 489, 542, Άνθ. χαρ. 29016· εγγνωρίζω, Αχιλλ. L 711· εγνωρίζω, Σπαν. A 74, Σπαν. B 110, 334, Λόγ. παρηγ. L 177, 353, Λόγ. παρηγ. O 102, Καλλίμ. 99, Ασσίζ. 15231, 5093, Ελλην. νόμ. 5838, Διγ. Z 404, Διγ. (Trapp) Esc. 79, 101, 917, 1301, 1362, 1377, 1386, Χρον. Μορ. H 283, 1798, 4447, 5456, 5803, Χρον. Μορ. P 4833, 6379, Συναξ. γαδ. 262, Φλώρ. 1415, Περί ξεν. A 512, Περί ξεν. V 43, 82, Ερωτοπ. 447, 486, Απολλών. 216, Λίβ. P 211, 2704, Λίβ. Sc. 71, 118, 1751 (κριτ. υπ.), Λίβ. Esc. 1236, 1441, 2556, 2648, 3072, 3907, Λίβ. N 93, 446, 570, 701, 1546, 2916, Αχιλλ. L 126, Αχιλλ. N 131, 1143, Αχιλλ. O 87, 374, Ιμπ. 539, Θρ. Κων/π. Πολλ. 24817, Αλεξ. 262, Σαχλ., Αφήγ. 466, Συναξ. γυν. 351, Κορων., Μπούας 9, 71, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 40, Θρ. Θεοτ. 54, Θρ. Κύπρ. K 562, 606, Ιστ. πατρ. 9822, Μ. Χρονογρ. 287, Σταυριν. 88, Ιστ. Βλαχ. 1329, 1596, 2758, Διγ. Άνδρ. 3222, 37413, 41137, Ερωτόκρ. Β΄ 505, Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 506, Βακτ. αρχιερ. 142, Λίμπον. Επίλ. 1, Χριστ. διδασκ. 50, 73, 97, 128, 451, Διακρούσ. 10314, Τζάνε, Κρ. πόλ. 20520, 53424· ηγνωρίζω, Σπαν. V 306, 350, Λόγ. παρηγ. O 95, Ασσίζ. 282, 2918, 3013, 4431, 6316, 902, 16529, 1854, 1865, 2048, 3521, 4161, 4233, 42617, 44421, 46110, Λίβ. P 1104.
    Το αρχ. γνωρίζω. Για τους τ. αγρωνίζω και εγνωρίζω βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 226, 231, 232 και Β΄ 569. Για τον τ. γρωνίζω βλ. Οικονομ., Αθ. 56, 1952, 229. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
    Α´ Ενεργ. 1) Γνωρίζω, ξέρω (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II1 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 3): Φέγγος μου, τας κακώσεις μου τάς έπαθα εγνωρίζεις Λίβ. N 1546· ηγνώριζουν καλά ποίος από τους δυο έχει το νίκος Ασσίζ. 2918· ανείν και καταπώς θωρώ κι απὄχω γνωρισμένα Ερωτόκρ. Α΄ 2065. 2) Μπορώ (να κάμω μια ενέργεια): ο κατ’ αλήθειαν άνθρωπος, ο κατ’ αλήθειαν φίλος,| οπού εγνωρίζει να πονεί του φίλου του τους πόνους Λίβ. Esc. 3072. 3) Γνωρίζομαι (με κάπ.), «ξέρω» (κάπ.) (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II2 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 6): Κυπρίδημος εκράζετο, πολλοί τον εγνωρίζα Ερωτόκρ. Β΄ 505· φίλε, τόν ουκ εγνώριζα και ο χρόνος παρ’ ελπίδα| φίλον μου σε απέδειξε Λίβ. Esc. 3755· εγνωρίσθησαν, συνεκάθισαν, συνομίλησαν Χειλά, Χρον. 352. 4) Γνωρίζω (ως ερωτικό σύντροφο) (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 6): εκεί γαρ την εγνώρισεν ο Φλώριος την κόρην| και μετά πόθου τού πολλού επλήρωσαν τον έρω Φλώρ. 1680· εγώ άνδρα δεν εγνωρίζω Χριστ. διδασκ. 73. 5) Αναγνωρίζω κάπ. ή κ. (Η σημασ. και στο Βλάχ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 5): είδεν ο Ιωσέφ τους αδερφούς του και εγνώρισέ τους Πεντ. Γέν. XLII 7· του έκοψαν την μύτην διά να γνωρίζεται Σουμμ., Ρεμπελ. 170· οι δρόμοι δεν γνωρίζονται οπίσω να γυρίσω Διγ. A 4499· τότε εγνωρίζεται καλά η αγάπη και ο έρως εις εκείνους οπού τον έχουν Διγ. Άνδρ. 37413· ουδέν επείκαζεν καλά να αγνωρίσει την ασθένειάν του Ασσίζ. 1836· αν ημπορήσει κανείς ... να αγνωρίσει ότι εκείνος απαύτα ένι ο κλέπτης οπού εσύλησεν το πράγμαν Ασσίζ. 17331. 6) Ξεχωρίζω: πώς αγρώνισεν (ενν. τον τίμιον σταυρόν) του Χριστού απέ τους ληστάδας (= από τον σταυρόν των ληστών) Μαχ. 422. 7) (Προκ. για σφάλμα) αναγνωρίζω, ομολογώ (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 8): εμετάνωσεν και αγρώνισεν το πταίσμαν του Μαχ. 16623· εγνώρισα ότι έσφαλα προς αύτον Χρον. Μορ. H 4438. 8) Θεωρώ, αναγνωρίζω, παραδέχομαι (κάπ.) (Για τη σημασ. βλ. Lampe, Lex. στη λ. 3): Τέτοιας λοής και σήμερο θέλω να με γνωρίζεις Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 161· μόνον εσένα να εγνωρίσουσιν Θεόν αληθινόν Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 506· πολεμάρχους θαυμαστούς εσάς να σας γνωρίζου Τζάνε, Κρ. πόλ. 57224· όλα δικά σου σήμερο θέλω να τα γνωρίζεις Φορτουν. (Vinc.) E΄ 95· τότες γνωρίζετ’ ο καλός ναύκλερος, μόνο τότες Ερωφ. Γ΄ 51· Την χώραν δε παρέλαβε κι αφέντης εγνωρίσθη Κορων., Μπούας 80· ψεύδους πατήρ γνωρίζεται, φίλος συκοφαντίας Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 762. 9) Καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι: το βεργίν εγνώρισεν (ενν. η Ροδάμνη) ότι απ’ εκείνον ένι Λίβ. P 1337· εγνώρισαν τα της αυγής τα βλέφαρα χαράζουν Βέλθ. 867· τώρα αγρωνίζω φανερά το πειν του αμιράλη ως τα έργατά του Μαχ. 4804· πως έχουσι να σμίξουσι ομάδι εγνώρισά τους| να δώσουσι απάνω μου Στάθ. Γ΄ 39· Καθώς δεν εδοκίμασαν να εγνωρίσουν τον Θεόν, έτσι τους επαράδωκεν ο Θεός εις αδόκιμον νουν Χριστ. διδασκ. 50. 10) Βεβαιώνομαι, πείθομαι: χωρίς να γρωνίσει και έχει δίκαιον Μαχ. 2603. 11) Μαθαίνω: Αφέντη μας, εγνώριζε, απέθανε ο αδελφός σου Χρον. Μορ. H 1798· ορίζει το δίκαιον ότι εκείνον τον νεκρόν να τον ανασκάψουσιν διά να αγνωρίσουν πώς επέθανεν Ασσίζ. 244. 12) Γνωρίζω (κ.) συναισθηματικά (Η σημασ. και στο Βλάχ.): σκληρότη και απονιά εγνώρισα από σένα Στάθ. Ιντ. β΄ 58· δροσάν εις την καρδιά γνωρίζω τη δική μου Ροδολ. (Μανούσ.) Δ΄ [79]· να μηδέν έχει ανάπαψη στον κόσμο γνωρισμένα Πανώρ. Ε΄ 90· όποιος δυο πάθη στην καρδιά δεν έχει γνωρισμένα Πανώρ. Α΄ 197. 13) Ανακοινώνω: προαπήλθεν εις τον αμιράν και εγνώρισεν ότι θέλει γενέσθαι την αγάπην Σφρ., Χρον. μ. 1617. Β´ (Μέσ.) αναγνωρίζω, παραδέχομαι (κ.): ο εγγυτής αρνάται την εγγυμασίαν εις την αυλήν και έπειτα αγνωρίζεται την εγγυμασίαν άνευ δυναστείας μαρτύρων Ασσίζ. 603.
       
  • δακτυλίδι(ον) και δακτυλίδιν  
    το, Προδρ. I 51, Διγ. (Trapp) Gr. 1315, Διγ. Z 858, 1752, Διγ. (Trapp) Esc. 465, 467, Πόλ. Τρωάδ. 262, Διαθ. Θεοδ. Σαρ. 20, Φλώρ. 272, 1187, 1768, Ερωτοπ. 355, Λίβ. P 1612, 1951, Λίβ. Sc. 747, 1684, Λίβ. Esc. 1839, 3704, Λίβ. N 1640, 2518, Ιμπ. 295, Rechenb. 381, Θησ. Θ΄ [705], ΙΑ΄ [452], ΙΒ΄ [624], Ριμ. κόρ. 684, 757, Ιμπ. (Legr.) 370, Φαλιέρ., Λόγ. 329, Σοφιαν., Παιδαγ. 120, Δεφ., Λόγ. 489, Χρον. σουλτ. 7623, Ερωφ. Α΄ 396, Ιστ. Βλαχ. 1576, Διγ. Άνδρ. 35226, Ερωτόκρ. Ε΄ 523, 545, 581, Στάθ. Α΄ 36, Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 526, Ζήν. Α΄ 74, Μαρκάδ. 43, Διγ. O 1675, 2170· δαχτυλίδι(ον) και δαχτυλίδιν, Χρον. Μορ. H 1866, Βουστρ. 518, Πεντ. Γέν. XLI 42, Γύπ. Πρόλ. Διός 25, Ερωτόκρ. Ε΄ 654, Στάθ. Β΄ 26.
    Το μτγν. ουσ. δακτυλίδιον. Ο τ. δακτυλίδιν και στον Αρέθ., Επιστ. 294. Ο τ. δαχτυλίδι και σήμ. (Δημητράκ.).
    α) Δαχτυλίδι (Η σημασ. στο Du Cange, λ. δακτυλίδι και σήμ., Δημητράκ., λ. δακτυλίδι(ν) 1. Πβ. και τη μτγν. σημασ., L‑S, λ. δακτυλίδιον): με το δακτυλίδι σου το γράμμα βούλλωσέ το Ιστ. Βλαχ. 2176· με δαχτυλίδιον γαρ χρυσόν ευθέως τον ρεβεστίζει Χρον. Μορ. H 1866· το στόμα της μικρόν ώσπερ το δακτυλίδι Θησ. ΙΒ΄ [591]· β) δαχτυλίδι αρραβώνα, βέρα (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. δακτυλίδι(ν) 1): Ο νιότερος ζητά φιλί κι η κόρη δακτυλίδι Ριμ. κόρ. 580· με δακτυλίδι, ωσά θωρώ, και αυτήνε εχάλασέν τη| κι εδά άλλη ερραβωνιάστηκε και τούτη ήφηκέν τη Στάθ. Β΄ 301.
       
  • δε(ν), 
    μόρ., Προδρ. III 138 (χφ g) (κριτ. υπ.), IV 136 (χφ Α) (κριτ. υπ.), Διγ. Z 878, Περί ξεν. V 188, Μαχ. 946, Ch. pop. 44, Χούμνου, Κοσμογ. 308, Γαδ. διήγ. 252, Σαχλ., Αφήγ. 407, Κορων., Μπούας 60, Πένθ. θαν.2 519, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 44, 45, 46, Πεντ. Έξ. VI 12, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 402, 415, Μορεζίν., Λόγ. 469, Κυπρ. ερωτ. 7548, Πανώρ. Β́ 584, Σεβήρ.-Μανολ., Επιστ. 17130, Κρ. συμβόλ. 82, Μεταξά, Επιστ. 476, Στάθ. Β́́ 91, Ροδολ. Τοις Αναγν. [25], Πρόλ. [40], Ε΄ [324], Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 103, Διήγ. πανωφ. 57, Διήγ. ωραιότ. 448, Φορτουν. (Vinc.) Ά́ 163, Β́ 295, Γ́ 381, Δ́ 442, Χριστ. διδασκ. 358, 375, Λεηλ. Παροικ. 247, 383, κ.α.· έ(ν), Κυπρ. ερωτ. 1214, 12939, 1384, 15124, Διγ. O 960.
    Το αρνητικό δε(ν) <ουδέν, ουδ. του αρχ. ουδείς. Ο τ. και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β́ σ. 541) και τη Χίο. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
    1) Δεν (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ.): δεν έχουν γλυτωμόν, ουδέ καμιά γιατρεία Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 44· εθεώρουν τον λαόν … και τα παιδιά πως εβγαίνουσι της πόλεως δεν κατέχοντας πως ζυγώνουσι τα φουσάτα Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 402· Φάγω δε φάγω, πάντα μου, Πετρούτσο, σου θυμούμαι Στάθ. Β́ 91. 2) Έκφρ. α(ν) δε(ν) βλ. αν 6.
       
  • διακοσμίζω, 
    Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 359.
    Από τον αόρ. διεκόσμησα του διακοσμώ.
    Στολίζω: με πολλήν επιμέλειαν τους διακοσμίζουσι (ενν. τους ναούς) και στολίζουσιν Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 359.
       
  • διασκορπίζω, 
    Συναξ. γαδ. 34, Ερωτοπ. 430, 694, Απολλών. 137, Ανακάλ. 79, Γαδ. διήγ. 520, Κορων., Μπούας 65, 90, Αχέλ. 2335, 2339, Αιτωλ., Βοηβ. 49, Κώδ. Χρονογρ. 54, Πανώρ. Β́ 515, Ερωφ. Β́ 238, 439, Σταυριν. 107, Ιστ. Βλαχ. 2072, Διγ. Άνδρ. 35912, 3909, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ́ [427], Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 502, Ζήν. Πρόλ. 18, Γ́ 276, Έ́ 101.
    Το μτγν. διασκορπίζω. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
    Α´ Μτβ. 1) Σκορπίζω, διαλύω (Η σημασ. μτγν., L‑S): τους εχθρούς στον πόλεμον να τους διασκορπίζεις Κορων., Μπούας 65· κάμε να διασκορπισθεί η αίρεσις Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 502· της νυκτός ο ήλιος το σκότος διασκορπίζει Αιτωλ., Βοηβ. 49· (μεταφ.): διασκορπίζεις τες καρδιές Ερωτοπ. 694· 2) (Προκ. για τον ήλιο) φωτίζω: ω ήλιε, οπού με τσ’ ακτίνες σου τον κόσμο διασκορπίζεις Ζήν. Έ́ 101. Β´ (Αμτβ.) διαλύομαι: Το πλοίον διεσκόρπισεν, επνίγησαν οι πάντες Απολλών. 137. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. (προκ. για το νου) = που δεν είναι συγκεντρωμένος: Βασανισμένη μου καρδιά, νου μου διασκορπισμένε Ερωφ. Β́ 439.
       
  • διατί, 
    σύνδ., Ασσίζ. 5130, 998, 15630, 18627, 36726, Διγ. A 2625, Διγ. (Trapp) Esc. 1784, Χρον. Μορ. H 3006, Χρον. Μορ. P 2992, Απολλών. 716, Λίβ. Sc. 593, 901, Λίβ. N 1195, 2406, Χρον. Τόκκων 3513, Βεν. 12, Μαχ. 28632, 43812, 55018, 61624, Θησ. (Foll.) I 87, Νεκρ. βασιλ. 3, Αγν., Ποιήμ. Δ́ 49, Σαχλ., Αφήγ. 29, 239, Κορων., Μπούας 31, 57, 76, 124, Πένθ. θαν.2 561, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 33, 44, 68,126, 285, Αιτωλ., Βοηβ. 316, Επιστ. Αδελφ. 52, Διαθ. ηγουμ. Μακαρίας 164, Σταυριν. 175, 464, Επιστ. Ηγουμ. 175, Σεβήρ., Διαθ. 190 δις, 192, Σουμμ., Ρεμπελ. 174, Βελλερ., Επιστ. 54, 62, 77, Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 328, Διήγ. πανωφ. 55, 57, Λίμπον. Αφ. 54, 70· 143, 258, 345, Τζάνε, Κρ. πόλ. 23227· για, Ch. pop. 301, Κατζ. Γ́ 427, Ερωτόκρ. Ά́ 430· γιατί, Μαχ. 665, 37019, Κυπρ. ερωτ. 9817, 10137, Κορων., Μπούας 83, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 33, Πεντ. Γέν.XII 18, Έξ. XXXII11, Αρ. IX 7, Αχέλ. 602, Ερωφ. Αφ. 61, Τσιρίγ., Επιστ. 168 δις, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 21, 51, 62, 96, Διγ. O 777, 1582, Τζάνε, Κρ. πόλ. 23227, Αλφ. (Mor.) III 47v (έκδ. γιτί· διορθώσ. γιατί), III12 (έκδ. γιτ’· διορθώσ. γιατ’)· διατίς, Χρον. σουλτ. 3924, Πηγά, Χρυσοπ. 51· ογιατί, Κορων., Μπούας 9329, Πανώρ. Ά́ 89, Γ́ 295, Δ́ 278, Ερωφ. Γ́ 97, Κατζ. Δ́ 281, Τσιρίγ., Επιστ. 168 δις, 170, Μανολ., Επιστ. 173, Στάθ. Β́ 172, Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 718, Έ́ 131· οδιατί, Συναξ. γυν. 9, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 396, 399· οδιατίν Ακ. Σπαν. (Eideneier) Ά́ 345· τι, Διδ. Σολ. Ρ 9, Πένθ. θαν.2 28, 465, 519, 630, Σταυριν. 397, Έγγρ. Σύρου Ά́ 31.
    Από τη συνεκφ. της πρόθ. διά και της αντων. τι. Η χρ. αρχ. (Βλ. L‑S, λ. τις B8h). Για τον αιτ. όμως τ. βλ. Φιλ., Γλωσσογν. 2, 87 και Ανδρ., Λεξ., λ. γιατί II. Για τον τ. για βλ. Δημητράκ., λ. για 11. Ο τ. γιατί και σήμ. (Δημητράκ., λ. γιατί).
    Α´ Ερωτημ. α) (σε ευθεία ερώτηση) γιατί, για ποιο λόγο (Η χρ. αρχ. Βλ. L‑S, λ. τις B8h. Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. για 1): Πώς εφαντάσθης, και διατί ήτον τό εφαντάσθης; Λίβ. N 1195· β) ο τ. γιά με το αρν. δεν = γιατί δεν: για δε λαβαίνεις θάνατο, τι στέκεις κι ανιμένεις; Ερωτόκρ. Ά́ 430· γ) (σε πλάγια ερώτηση) γιατί, για ποιο λόγο (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. για 1): να στρέψεις τοιούτον πράγμαν ως γιον σου εδάνεισεν και να σου δείξω διατί Ασσίζ. 5130· διατ’ είμεστα να γνώθωμε και το γιατί να ’ρθούμε Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 33. Β´ (Αιτ.) επειδή (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. για 3): ετρέχασι τ’ αμμάτια μου, διατί ’μουν κουρασμένος Νεκρ. βασιλ. 3· γιατί το μάκρος του καιρού τα πάντα παλαιώνει Πένθ. θαν.2 561· πε μου είντα θέλεις, ογιατί γροικώ τη την καρδιά σου Στάθ. Β́ 172· ο άδης κάτω κράζει με, πηγαίνω, τι φοβούμαι Αιτωλ., Βοηβ. 316. (Με το σύνδ. ως): ως γιατί γροικά η κερά μου,| τό ’χω χρειάν εις την πρικιά μου Αγν., Ποιήμ. Δ́ 49· ως διατί ουδέν έχεις τινάν εις ετούτον τον κόσμον Διγ. (Trapp) Esc. 1784.
       
  • διώκω, 
    Σταφ., Ιατροσ. 15420, Ιερακοσ. 5043, Διγ. (Trapp) Esc. 1615, Βέλθ. 219, 1100, Βίος Αλ. 2062, 3107, 3641, Ιατροσ. κώδ. υζ́, Φλώρ. 526, 1188, 1805, Λίβ. P 1748, 1846, 1907, Λίβ. Sc. 1015, 1546, Λίβ. Esc. 2719, Λίβ. N 2406, Αχιλλ. N 579, Ιμπ. 194, 235, Φυσιολ. (Legr.) 75, Γεωργηλ., Θαν. 577, Έκθ. χρον. 1024, 4015, 641, 7117, Ιμπ. (Legr.) 217, Κορων., Μπούας 47, Φαλιέρ., Λόγ. 123, Ιστ. πατρ. 1016, Χίκα, Μονωδ. 92, Σουμμ., Ρεμπελ. 158, Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 562, Βακτ. αρχιερ. 214, Διγ. O 218, 2289, κ.π.α.· διώχνω, Σπαν. (Ζώρ.) V 637, Σπαν. O 43, Διγ. Z 2007, Ακ. Σπαν. 42452, Χρον. Μορ. H 7051, 7057, 9021, Χρον. Μορ. P 1143, Φλώρ. 1657, Λίβ. Esc. 2089, Λίβ. N 894, Χρον. Τόκκων 1078, Θησ. (Foll.) I 62, Αρμούρ. 162, Ριμ. κόρ. 585, Φαλιέρ., Λόγ. 178, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 164, Βεντράμ., Γυν. 27, 277, Σοφιαν., Παιδαγ. 111, Δεφ., Λόγ. 214, Αχέλ. 1755, Ιστ. πατρ. 17711, Πανώρ. Β́ 130, Παλαμήδ., Βοηβ. 1127, Ιστ. Βλαχ. 1832, Ερωτόκρ. Ά́ 738, Έ́ 224, Στάθ. Γ́ 164, 288, Συναδ., Χρον. 53, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά́ [693], Γ́ [487], Ζήν. Β́ 386, Τζάνε, Κρ. πόλ. 25525, 28724, 4254, κ.π.α.· διώχτω, Rechenb. 811· διώχω, Προδρ. III 72 (χφ g) (κριτ. υπ.), 380 (χφ g) (κριτ. υπ.), Αχιλλ. L 449, 461, 967, Γεωργηλ., Θαν. 168· δώχνω, Ασσίζ. 9110, 23115, 27729, Μαχ. 526, 1264, 40119, 40614, 42016, 4263, 43015, 46621, Βουστρ. 418, Αλεξ. 1781· δώχω, Μαχ. 53813, εδιώχνω, Χρον. Μορ. H 3301· αόρ. έδιωξα, Ασσίζ. 296‑7, 32329, Διγ. Z 1919, Διγ. (Trapp) Esc. 98, Αχιλλ. N 1282, Χρησμ. I 155, Δούκ. 29528, Ζήν. Ά́ 231, Έ́ 301, 354, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 125, Ψευδο-Σφρ. 5249, Σοφιαν., Παιδαγ. 121, Πεντ. Δευτ. VII 22, XXXIII 27, Αχέλ. 52, Αιτωλ., Μύθ. 625, 1009, Χρον. σουλτ. 594, Κυπρ. ερωτ. 1068, Ερωφ. Δ́ 579, Σταυριν. 857, Ιστ. Βλαχ. 1018, 1290, Σουμμ., Ρεμπελ. 157, Διγ. Άνδρ. 33410, Ερωτόκρ. Ά́ 183, 1768, Γ́ 438, 1093, Δ́ 381, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά́ [997], Β́ [956], Δ́ [836], Τζάνε, Κρ. πόλ. 48410, κ.π.α.
    Το αρχ. διώκω. Η λ. και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Τ. διώκτω απ. στο Somav. και στο Βλάχ. Ο τ. διώχω κατά το έτρεξα τρέχω, έβρεξα βρέχω (Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́ 283). Οι τ. διώχτω, διώχω και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. διώχνω και σήμ. (Δημητράκ.).
    1) α) Καταδιώκω (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I1α): «Περιστερά μου εύμορφη, βλέπε, λαός μας διώχνει» Διγ. Z 2007· σαράντα μίλια με εδίωχνεν πεζός με τα γονάτια Αρμούρ. 162· αφήκασιν και διώχνουσι τους Φράγκους οπού εφεύγαν Χρον. Μορ. H 7057· β) (προκ. για ζώο) κυνηγώ (Πβ. την αρχ. σημασ., L‑S στη λ. I1α): Με την Αθούσα συντροφιά είμαστε στο κυνήγι,| αμή ένα ’λάφι διώχνοντας οπού ’θελε μας φύγει Πανώρ. Β́ 130· όντεν ιδείς ασπούργιτα να διώχνει το ξιφτέρι Ριμ. κόρ. 585. 2) (Προκ. για τόπο) α) διασχίζω: τότε εκτρέχει, ως καλός δρομεύς παρά το πρώτον| τας νάπας και τας κοίλας τε και φάραγγας διώκει Φυσιολ. (Legr.) 75· β) περιηγούμαι: τα μέρη της Ανατολής γυρεύει και Τουρκίας·| εγύρισεν, εδίωξε τους τόπους και τα κάστρα Βέλθ. 219. 3) Φρ. διώκω ‑ώχνω τους ανέμους = είμαι τόσο γρήγορος που «καταδιώκω» και προφτάνω τον άνεμο (Πβ. λ. αήρ - αέρας): ψαρία και ιππάρια να διώκουν τους ανέμους Γεωργηλ., Θαν. 577· «… Αετός αν ήτον, κόρη μου, να διώχνει τους ανέμους,| ουκ ήλθεν έτσι σύντομα εδώ να καταλάβει» Φλώρ. 1657. 4) Επιθυμώ κάπ., θέλω (Πβ. την αρχ. σημασ., L‑S στη λ. I2): Όταν δε λείπεις απ’ αυτούς, μάλλον να (έκδ. αν· διόρθ. Κριαρ., ΕΜΑ 1, 1939, 144 σε να) σε διώκουν Φαλιέρ., Λόγ. 123. 5) (Μτβ. και αμτβ.) επιδιώκω κ., αγωνίζομαι για κ. (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. Ι2): δίωχνε την αλήθειαν, αγάπα προθυμίαν Σπαν. O 43· να νυκτοκοπιάζουσι, να κάμνουσιν, να διώχουν,| διά να μην ξεπέσουσιν από τον βιον απόχουν Γεωργηλ., Θαν. 168. 6) α) Διώχνω, απομακρύνω (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ., Παπαδ. Α., Λεξ.· βλ. και Δημητράκ., λ. διώχνω 2): διώξαν τους Αγαρηνούς Τζάνε, Κρ. πόλ. 48410· εβγήκεν ο πατριάρχης εκ του θρόνου και εδιώχθη τελείως Ιστ. πατρ. 1016· εδιώξαν οι ουρανοί τα μαύρα γνέφη Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά́ [997]· Διώξε τσ’ αυτούς τσι λογισμούς, μη σε κακαποδώσουν Ερωτόκρ. Δ́ 381· ήδιωχνε πάσα προξενιά Ερωτόκρ. Έ́ 224· … η Αρετή το σφάλμα τση δει το και καλοδεί το και διώξει και ζυγώξει το κείνο, π’ εδά ποθεί το Ερωτόκρ. Ά́ 1768· β) φρ. διώχνω απομπρός μου βλ. ά. απεμπρός 2α φρ.· γ) κατατρέχω, καταδιώκω κάπ. (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. V και σήμ., Δημητράκ., λ. διώχνω 1): τότε, να γένουν έκλαμπροι οι καταφρονεμένοι,| και ένδοξοι και έντιμοι εκείν’ οι διωγμένοι Ιστ. Βλαχ. 1832· πολλοί τινες αρχιερείς ή και λαϊκοί διωγμένοι επρόσφευγαν εις το σπίτι του Συναδ., Χρον. 53· δ) εκτοπίζω, εξορίζω (Πβ. την αρχ. σημασ., L‑S στη λ. II): να τον διώξουν απού την χώραν χρόνον ά́ και μίαν ημέραν Ασσίζ. 296‑7· α φονεύσει, διώχνεται και πα στην εξοριά του Βεντράμ., Γυν. 277· πολλοί λέγουν πως εδίωξε εκατόν πενήντα χιλιάδες ψυχές Σουμμ., Ρεμπελ. 158· ε) (προκ. για ποτάμι) μετατοπίζω την κοίτη: εδίωξε τον ποταμόν εξ αύτον το λιβάδιν| κι εποίησεν τόπον πάντερπνον κι ωραίον παραδείσιν Διγ. (Trapp) Esc. 1615. 7) (Μεταφ.) αποβάλλω κ.· λησμονώ, απαρνιέμαι (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. διώχνω 3): ολπίζω πως ογλήγορα τον πόθον του να διώξω Ερωτόκρ. Γ́ 438· διώξε την την αγάπην του, δεν είν’ αυτός για σένα Ερωτόκρ. Γ́ 1093. 8) (Προκ. για πρόβατα) (επιτηρώντας) βόσκω: διώχνω πρόβατα πολλά και βόσκω ως ποιμένας Λίβ. N 894.
       
  • δυσκίνητος, 
    επίθ., Έκφρ. ξυλοκ. 178, Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 609.
    Το αρχ. επίθ. δυσκίνητος. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
    1) Που δύσκολα κινείται, βραδυκίνητος (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): το δε βαρύ και δυσκίνητον Έκφρ. ξυλοκ. 178. 2) (Προκ. για χρόνο) δύσκολος: Λυτρώνετε την νήσον ταύτην από κακούς και δυσκίνητους καιρούς Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 609.
       
  • ειδωλόθυτα 
    τα, Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 262, Χριστ. διδασκ. 127 δις.
    Το μτγν. ουσ. ειδωλόθυτα (L‑S, λ. ειδωλόθυτος).
    Τα κρέατα που απομένουν μετά τη θυσία (Η σημασ. μτγν., L‑S, λ. ειδωλόθυτος): μετά προθυμίας μεγάλης τους αγίους άρπαξαν (ενν. οι στρατιώται) …, σύρνοντάς τους τους έφεραν εις τους ναούς των ειδώλων … βιάζοντάς τους να θυσιάσουν … και να φάσιν από εκείνα τα ειδωλόθυτα και μεμιασμένα φαγητά Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 262.
       
  • είμαι, 
    Σπαν. A 86, Σπαν. O 217, Προδρ. III 364, Αναγν., Στ. πολιτ. 24, Ασσίζ. 31129, 42229, Ελλην. νόμ. 5623, Διγ. Z 417, Διγ. A 1732, Διγ. (Trapp) Esc. 131, 1321, Πόλ. Τρωάδ. 424, Ερμον. Ρ 247, Χρον. Μορ. H 3134, 5489, 6112, 6190, 6654, 8554, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 466, Διήγ. Βελ. (Neap.) 149, Λίβ. N 3703, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 3156, Αχιλλ. O 101, Χρον. Τόκκων 1032, Μαχ. 4218, 4434, 6620, 34, 9633, 15624, 2285, 27610, 37013‑4, 40621, 54421, 55018, 58625, 62014, Θησ. (Foll.) I 24, Ch. pop. 244, Βουστρ. 494, 540, Διήγ. Αλ. V 28, Αλεξ. 2351, Κορων., Μπούας 94, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 257, Βεντράμ., Γυν. 142, Πεντ. Γέν. I 3, 9, 29, XV 12, Αρ. ΧΧ 2, Αχέλ. 881, 2214, Αιτωλ., Μύθ. 12512, Θρ. Κύπρ. M 113, Αλφ. 1051, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 413, 433, Κυπρ. ερωτ. 10215, Πανώρ. Γ́́ 342, Ερωφ. Δ́ 351, Βοσκοπ. 381, Παλαμήδ., Βοηβ. 754, Διγ. Άνδρ. 3362, Ερωτόκρ. Ά́ 455, Έ́ 274, Θυσ.2 43, 680, Στάθ. (Martini) Β́́ 24, 49, Ροδολ. Ά́ [650], Λίμπον. 127, 186, 526, Χριστ. διδασκ. 48, 55, Λεηλ. Παροικ. 666, Τζάνε, Κρ. πόλ. 27029, Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. Αφ. 84 κ.π.α.· έ (μπροστά από φωνήεν), Κυπρ. ερωτ. 537, Ερωτόκρ. Ά́ 272· (μπροστά από ορισμένα σύμφωνα αντί έν), Κυπρ. ερωτ. 10469, Πανώρ. Β́́ 280 (κριτ. υπ.· βλ. και Πολ. Λ., Ανθολ. Γ́́ 274), Κατζ. Á́ 1, Θυσ.2 277· εί (μπροστά από ορισμένα σύμφωνα), Στάθ. (Martini) Α 77· είν (μπροστά από σύμφωνο), Ερωτόκρ. Ά́ 947, Θυσ.2 105, 109, 111, 812, 1017, Φορτουν. (Vinc.) Ά́ 45· είνιαι, Αλεξ. 769, 770, Σαχλ., Αφήγ. 309, Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 8, Ιντ. β́ 85, Δ́́ 60· είνιν, Αχιλλ. L 372, 422, 663, 866· έν (μπροστά από φωνήεν), Κυπρ. ερωτ. 9224· έν (μπροστά από σύμφωνο), Σπαν. A 521, Λόγ. παρηγ. L 563, Διγ. (Trapp) Esc. 1558, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 987, Αχιλλ. O 203, Ιμπ. 63, Δεφ., Λόγ. 3, Θρ. Κύπρ. M 195, 344, 566, Κυπρ. ερωτ. 138, 172, 189, 442, 553, 8715, 9452, 986, 10936, Κατζ. Δ́́ 171, Έ́ 436, Πιστ. βοσκ. III 6, 399, Θυσ.2 196, 248, 277, 585,621, Ζήν. Ά́ 29· έναι, Σπαν. A 201, 523, 618, 651, Σπαν. O 207, Απολλών. 297, 416, 439, Διάτ. Κυπρ. 50829, Ελλην. νόμ. 51615, 52010, 52114, 54121, 56125, Διγ. (Trapp) Esc. 544, 1282, 1634, Πόλ. Τρωάδ. 14, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 988 (κριτ. υπ.), Διήγ. Βελ. 525, Αχιλλ. N 99, Αχιλλ. O 201, 230, 374, Ιμπ. 314, 495, 496, 543, Βεν. 12, 40, Μαχ. 22034, 40824, Καραβ. 49519, Γαδ. διήγ. 223, Απόκοπ. 122, 241, Διήγ. Αλ. V 29, Άνθ. χαρ. 29312, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 195, Σαχλ., Αφήγ. 715, Πένθ. θαν.2 450, Επιστ. του 1542 (Μέρτζιος, Προσφ. Κυριακ. 477), Χρον. σουλτ. 932, Κυπρ. ερωτ. 483, 668, 684, 792, 8635, 879, 9010, 23, 9421, 10534, 35, Βοσκοπ. 297, Παλαμήδ., Βοηβ. 1381, Θυσ.2 519, Βυζ. Ιλιάδ. 860· έναιν, Ερωτοπ. 366, Γεωργηλ., Θαν. 56 κ.π.α.· ένι, Σπαν. A 149, 171, Σπαν. B 78, Σπαν. O 56, Λόγ. παρηγ. L 89, Ασσίζ. 15417, 2643, 3412, 38118, 4011, 4032, 4124, 20, 4213, 4636, 48118, Διγ. (Trapp) Esc. 318, 319, 1319, 1541, Πόλ. Τρωάδ. 79, Χρον. Μορ. H 424, 696, 8748, Χρον. Μορ. P 9009, Αχιλλ. O 113, Μαχ. 1085, 30610, 4745, 56222, Σφρ., Χρον. μ. 10030, Διήγ. Αλ. V 21, Βίος γέρ. V 209, Κυπρ. ερωτ. 666, 731, 741, 10419 κ.π.α.· γ́ πληθ. παρατ., έτον, Μαχ. 6224· γ́ πληθ. παρατ., ήτασιν, Διήγ. Βελ. 163, Ριμ. Βελ. 367· απαρέμφ. είσθαιν, Σφρ., Χρον. μ. 9430, 10022, 1021, Ψευδο-Σφρ. 5589· είσθαινε, Άλ. Κύπρ. 925· είσται, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 423, Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 353, 473, 584, 618, Λίμπον. 112· είσταιν, Ασσίζ. 36231, 42110, Μαχ. 23029, Κυπρ. ερωτ. 94, 598, 9334, 10510, 10937, Βεντράμ., Φιλ. 80· μτχ. έσοντα(ς), Κορων., Μπούας 52, 74· εστόντα, Κυπρ. ερωτ. 838· έστοντα(ς), Ασσίζ. 34827, Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 27, 623, 646, 1977, Διαθ. Ακοτ. 14726, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 53, 91, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 288· έστοντος, Ασσίζ. 2777· εστόντος, Ασσίζ. 18223· ηστόντα, Μαχ. 28222· όντα(ς), Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 540, Λίμπον. 151, επίλ. 10.
    Το αρχ. ειμί κατά τα μέσα κείμαι, κάθημαι, κλπ. (Βλ. Ανδρ., Λεξ.). Για το σχηματ. του είσαι και του είναι βλ. Ανδρ., Λεξ., λ. είσαι, είναι και L. C. McGaughy, Toward a descriptive analysis of είναι as a linking verb in New Testament Greek, Cambridge Mass., Soc. Bibl. literature 1972, IV 220 S και Eideneier, Glotta 54, 1976, 106-17. Για τους τ. έναι, έμι, έν βλ. Μενάρδ., Αθ. 37, 1925, 36, Βαγιακ., ΛΔ 12, 1972, 11 και Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́ 449. Για παλαιότ. μνεία του είμαι βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́ 566. Ο τ. έναι και σήμ. σε ιδιώμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Έ́, λ. έναι και Ξανθουδίδη [Ερωτόκρ. σ. 546]). Ο τ. ένι και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β́́ 541) και στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. έτον και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Για τη χρ. του είμαι βλ. Aerts, Periphr. 5-127. Η και σήμ. (Δημητράκ.).
    Α´ 1) α) (Τριτοπροσ.) υπάρχει (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1· πβ. και L‑S, λ. ειμί ΑΙ. Βλ. και Μενάρδ., Αθ. 37, 1925, 36, καθώς και Κοντοσόπουλο, Κρητ. Γράμμ. 1, 1972, 12 κε.): Γίγνωσκε, τιμιότερον της αρετής ουκ ένι Σπαν. A 149· Αφέντη, ήξευρε ότι είναι αμαρτίες οι ποίες συγχωρούνται με τον φυμιατόν Μαχ. 6620· δεν ήτον νερό εις τη συναγωγή Πεντ. Αρ. XX 2· Είπεν ο μωρός εις την καρδίαν του: δεν είναι Θεός Χριστ. διδασκ. 55· β) υπάρχω στη ζωή, ζω (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1· πβ. L‑S, λ. ειμί ΑΙ): πάντα καλοψυχία| να ’ναι, κερά μου, μετά σε ώστε να ζεις και να ’σαι Ντελλαπ., Ερωτήμ. 3156· να με θυμάσαι, λυγερή, ώστε να ζεις και να ’σαι Ch. pop. 244· Τση νιότης τσι ξεφάντωσες ποτέ σου μη θυμάσαι,| γιατί με πρίκα μοναχάς σε κάνου πάντα να ’σαι Πανώρ. Γ́́ 342. 2) α) (Με τις προθ. για, εις ή και το να) προορίζομαι για (Για τη σημασ. βλ. Somav., λ. είναι διά ζωήν· η σημασ. και σήμ., Σταματ.): έναι για μέναν όλα τ’ άστρα Κυπρ. ερωτ. 10534· είπεν ο Θεός: ιδού έδωσα εις εσάς … όλο το δέντρο ός εις αυτό καρπό δέντρου σπορίζει σπόρο· εις εσάς να είναι για να φάτε Πεντ. Γέν. I 29· ο τόπος του Μορέως, το πριγκιπάτο Αχαΐας| απόρει κι εκιντύνευεν και ήτον εις απώλειαν Χρον. Μορ. H 8554· ο δε Σίσυφος και Νέστωρ| συν γαρ τῳ Λοκρῴ τῳ Αίᾳ| είναι γουν του ν’ απεθάνουν Ερμον. Ρ 247· β) είμαι έτοιμος για κ.: Ο Δον Καρσίας το λοιπόν ήτονε για να λύσει| από την γην, ες ορδινιάν τον δρόμον του να ποίσει Αχέλ. 2214· εγώ όλως διόλου ήμουνε να τονε ρίξω εις την θάλασσαν Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 433· αν δεν το κάμω σαν θωρείς, είμαι για να παγώσω Αιτωλ., Μύθ. 12512· αδυναμίζεις και είσαι να αρρωστήσεις Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 413· γ) είμαι κατάλληλος: γιατί δεν ήμ’, ουδ’ ήσωνα να κάμω τέτοιο γάμο Ερωτόκρ. Έ́ 274· φρ. δεν είναι για τ’ ατζί σου βλ. ά. αντζί(ν) 1 φρ. 3) α) Δημιουργούμαι (Πβ. και Lampe, Lex., λ. ειμί F1): είπεν ο Θεός: ας είναι φως· και ήτον φως Πεντ. Γέν. I 3· β) γίνομαι: Αυτά όλα, τά λέγετε, παρηγοριές μας είναι Διγ. (Trapp) Esc. 1321· τέλος πάντων ήτονε αιτία η γυνή του| να ρίξει αυτός το σπίτι του, να χάσει την ζωή του Βεντράμ., Γυν. 142· φρ. είμαι εις βοήθειαν, εις ζημίαν κάπ. = γίνομαι βοηθός, ζημιώνω κάπ.: ο Θεός και η ευχή του αγιοτάτου εκεινού του πατρός μας (παραλ. 1 στ.) να είναι εις βοήθειάν σου ένθα κι αν υπαγαίνεις Χρον. Μορ. H 6112· ούλα δεν εφελούσαν, παρά ήσαν εις μεγάλην ζημίαν του λαού Μαχ. 62014. 4) α) (Προκ. για πρόσ. ή πράγμα) βρίσκομαι (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): ήτονε πάντα μετ’ αυτό, δε θε να τον αφήσει| να πηαίνει μοναχός εκεί Ερωτόκρ. Ά́ 455· εις την καδέκλα ήτονε μια φούσκα πλακωμένη Στάθ. (Martini) Β́ 49· ο παράδεισος αυτός εις Ρωμανίαν έναι Διγ. (Trapp) Esc. 544· β) βρίσκομαι (προκ. για κατάσταση) (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 5): «δεν πρέπει εκείνος να είναι εις μάχην μετά μας και μεις να ’χωμεν αγάπην μετά σας» Μαχ. 15624· ο κούντη τε Ρουχάς έναι εις μεγάλην αγάπην με την κυράν μας Μαχ. 22034· «Αφέντη, ξεύρεις πως ημείς ουδέν είμεστεν εις την γράσαν σου …» Μαχ. 2285· Καλώς το πράμα σκόπησαν κι αλλήλως εμιλήσαν, ώσπερ καλοί και φρόνιμοι ’ς τέτοιαν απόφασ’ ήσαν Αχέλ. 881· γ) βρίσκομαι (με κάπ. μορφή): ας σταθεί ο αβουκάτος με το κοράσιν και ας καταλέξει το αγκάλεμαν, ως έναι επάνω εγράφως Ελλην. νόμ. 51615· δ) παρευρίσκομαι (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): Περί των μαρτύρων οπού εντέχεται να ένι εις την διαθήκη Ασσίζ. 2643· ε) βρίσκομαι (σε ηλικία) (Η σημασ. και σήμ., Πρωίας Λεξ.): ει δε και κοιμηθεί άνθρωπος της γυναίκας, και παρκάτω αν έναι παρά τους ιβ́́ χρόνους εξιάζει η ορμασιά Ελλην. νόμ. 54121· Είκοσι χρόνων ήτονε εις μέτρον ηλικίας| δια να αποκτήσει την σωστήν τέχνην της πραγματείας Λίμπον. 127· φρ. είμαι του καιρού μου = έχω την ηλικία μου (Πβ. και Bauer, Wört., λ. ειμί IV6): μη θες να καταδικαστείς, οπού ’σαι του καιρού σου Θυσ.2 680· φρ. είμαι εις (δέκα, είκοσι …) χρόνους = έχω ηλικία (δέκα, είκοσι …) χρόνων: ήτον εις τους κέ́ χρόνους Μαχ. 55018. 5) α) Προέρχομαι (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., στη λ. 6): να έλθει απέ τα κάστρα| να είναι απέ τον γύρον του να ελθούν να τον βοηθήσουν Πόλ. Τρωάδ. 424· β) κατάγομαι (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 6· πβ. και L‑S, λ. ειμί CΙΙa): ο πατήρ μας ήτον … των Δουκάδων την γενέαν Διγ. (Trapp) Esc. 131· ήξευρε, νέα ευγενική, ότι έναι εκ την Πρεβέντζαν Ιμπ. 495. 6) α) (Με κατηγ. που δηλώνει ιδιότητα) (Η χρ. και σήμ., Σταματ.· βλ. και Μενάρδ., Αθ. 8, 1896, 445· πβ. και L‑S, λ. ειμί Β1): ο κόσμος έν προσωρινός Σπαν. A 521· το έναν των παιδίων ένι του νόμου και τα άλλα όχι Ασσίζ. 38118· αν ένι η γεύσις έμνοστος, πάλιν ας δευτερώσει Διγ. (Trapp) Esc. 1541· μακρύς έναι ως κυπάρισσος Αχιλλ. N 99· σκλάβοι του να είμεστεν, δούλοι του ορισμού του Αχιλλ. O 101· έν αλαφρόν το πάθος μου, κυρά μου Κυπρ. ερωτ. 9224· β) (με την από και αιτ. δηλώνει την ύλη): εφάνη γουν τον σταυραετόν ότι έναι από κρέας Ιμπ. 543. 7) Ανήκω (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 7): εκείνος του ποίου ήτον η οικία Ασσίζ. 42229· Ο Χρύσιππός σου| εσέναν είναι, Φέντρα μου, κι ας πάψει ο λογισμός σου Στάθ. (Martini) Β́́ 24. Β´ Απρόσ. (Βλ. και Δημητράκ. στη λ. 10) 1) (Με ακόλουθο το ότι, να) συμβαίνει, γίνεται (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 11· βλ. και Κουκ., ΕΕΦΣΠΑ, περ. β́́, 6, 1955/56, 257): πώς είν’ και πεθυμάς να δεις ένα, που δεν κατέχεις; Ερωτόκρ. Ά́ 947· πώς είναι ετούτο και το ηύρες έτσι ογλήγορα; Χριστ. διδασκ. 48· αν σε έτυψα πολλάκις,| ουκ ήτον ότι εμίσουν σε Αναγν., Στ. πολιτ. 24· είπεν ο Θεός: ας μαζωχτούν τα νερά … και να φανεί η ξέρη· και ήτον έτσι Πεντ. Γέν. 19· (προκ. για τελετή· η χρ. και σήμ.· πβ. και Bauer, Wört., λ. ειμί Ι5): τα νιάμερά τση ήταν οψές Βοσκοπ. 381. 2) Πρόκειται (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., στη λ. 13): Θωρώντα ο ρήγας ότι ήτο να σκοτωθούν πολλοί, όρισε και διαλαλήσαν να μεν είναι τινάς απότορμος Μαχ. 9633· ήτον ο ήλιος να κάτσει Πεντ. Γέν. XV 12· αρματώθησαν όλοι οι άνθρωποι …, και ήτον να γίνει μεγάλον σκάνταλον Βουστρ. 540. 3) (Με ακόλουθο το να) είναι δυνατόν (Η χρ. και σήμ.· πβ. και L‑S, λ. ειμί A VI): εγώ δεν ήτον να ποίσω παρά κατά τον ορισμόν της κυράς μας Βουστρ. 494· Η Σάρρα πλιό δεν ήτονε να γαστρωθεί κοπέλι Θυσ.2 43· Να ’τον, λέγεις, να στράφηκα, να του ’πα νέος είσαι! Αλφ. 1051. 4) Είναι σωστό, ορθό, πρέπει (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 14): Ο ρήγας είπεν του: είναι να ξετάσω τα μυστήρια των εκκλησιών; Μαχ. 6634· Δεν έν να κράζω το λοιπόν τες Μούζες των Ελλήνω| μα στην Τριάδα την αγιάν την κεφαλήν μου κλίνω Δεφ., Λόγ. 3. 5) (Με ουδ. επίθ., όπως δίκαιον, καλόν, μπορετό, πρεπό, κλπ., ή ουσ. όπως καιρός, χρειά, χρήση, κλπ.) (Για τη σημασ. βλ. και Somav., λ. είναι μόδος, είναι βολετόν, είναι μπορετόν η χρ. και σήμ.· πβ. και L‑S, λ. ειμί D): καλόν είναι και ευτυχές και αρεστόν να έλθεις Διγ. A 1732· Δίκιον έναι μιτά μου να θρηνίζεις Κυπρ. ερωτ. 9421· Δυο δροσινά τραντάφυλλ’ ανοιμένα| πώς έναι μπορετόν να μεν μυρίζουν; Κυπρ. ερωτ. 684· Δεν έ καιρός να καρτερώ, η ώρα με σπουδάζει Θυσ.2 277· Δεν εί πρεπό να στέκομε εδέτσι ξεγνοιασμένοι Θυσ.2 1017· εάν έναι χρήσις να φέρει μάρτυρας … να τους φέρει δικαίως πιστώς Ελλην. νόμ. 56125· Καιρός την εμορφιάν σου δώκεν τόσην| και με καιρόν έν χρήση να την δώσεις Κυπρ. ερωτ. 442· πατριάρχου γενομένου ένι χρεία πάντες ή να πείθονται αυτῴ ή έχθρα να γένηται Σφρ., Χρον. μ. 10030· είναι σου χρειά να συμφωνάς Ροδολ. Ά́ [650]. Γ´ Φρ. 1) α) Είμαι εις την βουλήν = σκέπτομαι, σχεδιάζω να …: ο κοντοσταύλης ήτον εις την βουλήν να σκοτώσουν … τον ρήγα Μαχ. 40621· πάντες ήσαν εις την βουλήν να πάρουν τους καβαλλάρηδες να φύγουν Μαχ. 54421· (με τη γεν. βουλής, θελημάτου κλπ.) έχω τη σκέψη, την πρόθεση (Πβ. Δημητράκ. στη λ. 8 φρ.): δεν ήσαν ούλοι μιας βουλής ούδ’ ενού θελημάτου και το πράμαν είχεν φόβον Μαχ. 37013‑4· β) είμαι εις την βουλήν (κάπ.) = είμαι σύμφωνος με τις σκέψεις κάπ., συμφωνώ με κάπ.: συνέρχομαι εις το θέλημα, είμαι εις την βουλήν σου Λίβ. N 3703· μέσον τους αυθέντες της Κύπρου είχεν β́́ οπού δεν ήσαν εις την βουλήν του Μαχ. 4218· Δι’ αυτό όλες σας εσύναξα, δια να είστε εις την βουλήν μου| διά την δικήν σας σωτηριάν και διά την εδικήν μου Θησ. (Foll.) I 24. 2) Είμαι εις την εξουσίαν (κάπ.) = εξουσιάζομαι από (κάπ.): Εάν γίνεται ότι ο υιός κανενού ανθρώπου οπού ένι εις την εξουσίαν του και με τον ορισμόν του ένι εις το σκολείον σταλμένος να μάθει καμμία σοφίαν Ασσίζ. 4124‑5. 3) Είμαι εις θέλημα = βρίσκομαι στη διάθεση κάπ.: Ει τις θέλει από τους Ατταλειώτες … να ’ρτει εις την Κύπρον, ένι εις το θέλημάν του Μαχ. 1085‑6· όλα να σου δουλεύουσι και να ’ν’ στη θέλησή σου Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 257· να θέλει την τιμήν σου,| να ’ναι (ενν. η γυνή) εις τα θελήματα και εις την ανάπαυσίν σου Σπαν. O 217. 4) Είμαι εις ορισμόν (κάπ.) = είμαι υπήκοος, υποτελής, κλπ., κάπ.: ήλθε στον Πάπα, λέγει τον: Αφέντη, πάτερ άγιε, (παραλ. 9 στ.) όσοι πιστεύουν εις Χριστόν και είναι στον ορισμόν σου Χρον. Μορ. H 6190. 5) Είμαι εις τας χείρας, στα χέρια κάπ. = είμαι στη διάθεση κάπ. (Η φρ. είμαι στα χέρια του και σήμ.): όλος ο λαός των αρμάτων ένι εις τας χείρας του Μαχ. 56222· Στα χέρια σου ’μεθα κι οι δυό κι η αφεντιά σου ας κάμει| τώρα σ’ εμένα κι εις αυτό καθώς ορίζει αντάμι Ερωφ. Δ́́ 351. 6) Είμαι εις εντροπήν κάπ. = ντροπιάζω κάπ.: σένα τι σε ήθελα να είσαι εις εντροπήν μου; Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 466. 7) Είμαι εις όρεξη να … = έχω διάθεση, επιθυμία να …: ο σουλτάνος δε είναι εις όρεξη να ποίση διά τώρα αγάπην Μαχ. 27610. 8) Είμαι στην τιμήν, εις λύπην = κ. με τιμά, με λυπεί: δεν έ στην τιμήσ σου| ο θάνατός μου Κυπρ. ερωτ. 10469· αν ουκ έναι εις λύπην σου κι ουκ έναι προς χολήν σου| όρισέ <μας> να έλθομεν Διγ. (Trapp) Esc. 1282. 9) Είμαι απάνω εις … = είμαι επικεφαλής, διοικώ: Άπαντας για να διοικεί κι εις όλους να ’ν’ απάνω Κορων., Μπούας 94· Πλην στείλε η βασιλεία σου στα σύνορα φουσάτο| κι έναν μεγάλον άρχοντα να ’ναι απάνω εις αύτο Παλαμήδ., Βοηβ. 754. 10) Είμαι αποκάτω, αποκατωθιό(ν) = βλ. ά. αποκάτω 3α, 3β, 3δ και ά. αποχατωθιό(ν) 2δ. 11) Είμαι προς = προορίζομαι να …: η καλή γυνή έναι προς σωτηρίαν Σπαν. O 207. 12) Ούτως είμαι προς (κάπ.) = φέρομαι έτσι (σε κάπ.): Ωσάν ιδείς τον φίλον σου, παιδίν μου, προς εσένα,| ούτως ας είσαι προς αυτόν Σπαν. A 86. 13) Είμαι το ένα με κάπ. βλ. είς 9. 14) Είναι της καρδιάς (μου, σου, του) = (μου, σου, του) αρέσει: μη πάρω ξένον πούπετε και ουκ έναι της καρδιάς μου Ιμπ. 314. 15) Είναι η ελπίδα μου εις … = στηρίζω τις ελπίδες μου σε κ.: αν έναι η ελπίδα σου εις αμπέλια, εις χωράφια, (παραλ. 1 στ.) χάνονται και ξηραίνονται και χάνεις ει τι εποίσες Σπαν. A 523. 16) Είναι ο νους μου εις … = σκέπτομαι …: πάντα ο νους του ήτον σε με στα ξενιτεύματά του Λίμπον. 186. 17) Τι έν το …; = γιατί …; (Πβ. το είντα και το τείντα): τί έν τό τσιγαρίζεσαι; Μην έν εκ την Δυστυχίαν; Λόγ. παρηγ. L 563· τί έν τό εμποδίζονται και ουκ έρχουνται εδώθεν; Αχιλλ. O 203. Δ´ Έκφρ. 1) Έ με, έν τον, έ μας, έν τους = να με, να τον, να μας, να τους (Η έκφρ. στον Κατσαΐτ., Ιφ. Γ́́ 20 και σήμ., σε ιδιώμ., Ξανθουδίδη [Ερωφ. σ. 157]): έ με εδεπά και κάμε με, κόρη μου, ωσάν ορίσεις Πανώρ. Β́́ 280 (κριτ. υπ.· βλ. και Πολ. Λ., Ανθολ. Γ́ 129 [274])· Έ μας επά, Κατζάραπε, στο σπίτι της κεράς μου Κατζ. Ά́ 1· Σώπα, να ζήσεις, δάσκαλε, κι έν τον εδώ που βγαίνει Κατζ. Δ́ 171· έν τους εδώ που κλαίσινε οχ τη χαρά! Κατζ. Έ́ 436· Μυρτήνο, έν τηνε εδώ που κατεβαίνει Πιστ. βοσκ. ΙΙΙ 6, 399. 2) (Με το μόριο ας και το γ́́ πρόσ. του ενεστ. ) ας ένι = έστω, ας πούμε (Πβ. Δημητράκ. στη λ. 17): εσκοτώσετε γ́́, δ́́ καβαλάρηδες, ας ένι διά τους δ́́ Γενουβήσους όπου σκοτώσαν εις το κουρουνίασμα Μαχ. 4745. Ε´ Ως βοηθητ. α) με μτχ. παρκ. για να δηλωθεί μονιμότερη διάρκεια της έννοιας του ρ. = έχω με απαρέμφ. αορ. (Η περίφραση και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 9· πβ. και L‑S, λ. Β2): εκείνοι οπού τον έδεραν εντέχεται να ένι γεβεντισμένοι Ασσίζ. 4636· ούτως έναι οι τέντες τους στον κάμπον απλωμένες Αχιλλ. O 201· ουδέν κατέχει τίβοτας, δεν έναιν μαθημένος Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 195· Τόσα ’ν’ η πεθυμιά μου μποδισμένη (παραλ. 6 στ.) τόσον έν αχ τον πόθον νικημένη Κυπρ. ερωτ. 138· Καλλίμαχος εφάνηκε περίσσια ανδρειωμένος| μ’ όλον οπού θανατερά ήτονε λαβωμένος Λίμπον. 526· β) με μτχ. ενεστ. μέσ. = οριστ. ενεστ. μέσ. (Βλ. Aerts, Periphr., 97-109· πβ. και Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Έ́,  λ. είμαι ερχωμένος): απού κανένα πράγμαν τό επήρεν με την γυναίκαν του, ουδέν ένι κρατούμενος να δώσει κανένα μερτικόν του αδελφού του Ασσίζ. 4213· ο δίκαιον κρίνει ότι … ένι κρατούμενος να δώσει εις την αυλήν ξζ́́ ήμισον σόρδια Ασσίζ. 48118· του αφέντη μας του ρηγός, του οποίου είμεστεν κρατούμενοι με όρκον Μαχ. 4434· οι ποίγοι Γενουβήσοι ήτον θαρούμενοι να πάρουν την Βενετίαν Μαχ. 58625· έκφρ. είναι κείμενον = αναγράφεται στο νόμο, υπαγορεύεται από το νόμο (Πβ. Δημητράκ. στη λ. 14): κείμενον ένι να ακούσητε και περί των δωρεών Ασσίζ. 15417· ελευθερίαν ημπορεί κανείς να ποιήσει από θανάτου του … και τούτον ένι κείμενον και δίκαιον Ασσίζ. 4011‑2· γ) με μτχ. αορ. = οριστ. αορ. (Βλ. Aerts, Periphr. 113): ήτον ομόσοντα μετά τον βασιλέαν| να στήκουν πάντοτε ενομού Χρον. Μορ. H 5489· την Τσακωνίαν κουρσεύουν| διατό ήσαν ροβολέψοντα μετά τον βασιλέα Χρον. Μορ. H 6654. Η μτχ. έσοντας πιθ. ουσιαστικοπ. = το είναι, η ύπαρξη: ουκ εμέμφθησαν ποσώς απέ το έσοντάς του,| ουδέ ερώτησαν ποσώς το ποιος έν’ και πόθες Θησ. Δ́ [496].
       
  • είντα, 
    αντων., Ασσίζ. 84, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1617, Μαχ. 1019, 1216, 2232, 961, 1845, 48824, 58830, 6509, Γεωργηλ., Θαν. (Wagn.) 243, 252, Βουστρ. 430, 438, 472 δις, 476, 492, 497, 532, 536, Γαδ. διήγ. 33, Ριμ. κόρ. 583, 650, Σαχλ. N 329, 351, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 325, Σαχλ., Αφήγ. 676, Πικατ. 77, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 366 (κριτ. υπ.), 429, 529, 640, Αχέλ. 462, Θρ. Κύπρ. M 461, Αλφ. 1025, 52, 1133, 1513, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 432, Κυπρ. ερωτ. 1412, 504, 7028, 825, 10911, Πανώρ. Ά́ 162, Γ́ 77, Ερωφ. Ά́ 18, Β́́ 49, 50, 364, Ιντ. β́́ 61, 63, 130, Γ́́ 59, 93, Δ΄ 23, 211, 437, Έ́ 398, 527, 552, Φαλλίδ. 75, Βοσκοπ. 50, 53, 205, 374, 375, Τσιρίγ., Επιστ. 168, Ερωτόκρ. Ά́ 192, 201, 548, 634, 711, 785, 820, 1031, 1037, 1079, 1265, 1278, 1507, 1922, Β́́ 416, 676, 694, 897, 1659, Γ́́ 26, 34, 61, 147, 152, 231, 866, 1047, Δ́́ 4, 14, 239, 413, 985, 1314, 1424, Έ́ 87, 463, 834, Θυσ.2 31, 33, 68, 116, 197, 477, 541, 597, 628, 1074, Ευγέν. 279, 296, 461, 543, 654, 869, 1091, 1195, 1273, Στάθ. (Martini) Ά́ 133, 139, 147, 211, Β́́ 35, 66, 172, 195, 280, 311, 321, Ιντ. β́́ 3, 85, Γ́́ 67, 69, 186, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β́́ 125, Δ́́ 69, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ́́ [363], Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 360, Αποκ. Θεοτ. I 119, Διήγ. πανωφ. 58, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [1515], Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 12, Ά́ 93, Β́ 29, 268, Ιντ. β́́ 90, Γ́́ 44, 189, 701, Δ́́ 228, 331, 373, Έ́ 1, Ζήν. Ά́ 18, Έγγρ. Σύρου Ά́ 182, Λεηλ. Παροικ. 101, 253, 295, 484, Διγ. O 2760, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1801, 22226, 2416, 25616, 29826, 3089, 3474, 3914, 3967, 40515, 4225, 4333, 48619, 53911, 57125, 57825, κ.π.α.· είντας, Στάθ. (Martini) Ά́ 163, Ευγέν. 436· τείντα, Ασσίζ. 318, 19, 1119, 125, 1427, 1524, 202, 2112, 3916, 17, 8620, 9029, 9113, 9512, 12523, 1798, 1896, 7, 23015, 23311, 2376, 25025, Διγ. (Trapp) Esc. 517, Πτωχολ. P 177, Φλώρ. 1570, Λίβ. Esc. 1894, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 86, 155, 178, 421, 1093, 1970, Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 187, Μαχ. 16033, 25839, 37231, 47633, 52223, 5542, Βουστρ. 472, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 327, Σαχλ., Αφήγ. 259, Κυπρ. ερωτ. 91, 196, 371, 8621, 23, 9227, 11917, κ.π.α.
    Από τη φρ. τί είναι τα> τείντα> είντα (Ανδρ., Λεξ.). Ο τ. τείντα και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β́́ 821). Η λ. στο Somav. (λ. ίντα), στον Κατσαΐτ., Ιφ. Πρόλ. 29, Β́́ 534 και σήμ. σε ιδιώμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Έ́, λ. είdα, Ά́ 302 σημ. 2 και Σακ., Κυπρ. Β́́ 538 560).
    1) (Ως αντικ.) (Η χρήση στον Κατσαΐτ., Ιφ. Πρόλ. 29, Β́́ 534 και σήμ. σε ιδιώμ., Σακ., Κυπρ. Β́́ 538, 560, 821): είντα δεν κάνει ο έρωτας σε μιαν καρδιά π’ ορίζει Ερωτόκρ. Ά́ 1037· να κοιμηθεί, να μη γροικά τα χείλη μου είντα λέσι Θυσ.2 628· δεν ξεύρω είντα θέλουσι Στάθ. (Martini) Ιντ. β́́ 3· Αγροίκα, κυρά ρήγισσα, είντα σου παραγγέλνω Ευγέν. 279· Είντα να κάμει ο γιατρός; Φορτουν. (Vinc.) Β́́ 29· παιδιά μου, πέτε μου είντα θέλετε Βουστρ. 536· εννοιάζετον είντα να ποίσει Μαχ. 961· Να ’ξευρα τείντα θέλεις να κερδέσεις Κυπρ. ερωτ. 8621. 2) α) (Ως κατηγ. του είμαι, γίνομαι, κλπ.): Ρωτά, ξαναρωτά τηνε είντά ’τον τ’ ονειρό τση Ερωτόκρ. Δ́́ 94· Γιαύτος λογιάσετε λοιπόν είντά ’ναι η δύναμίς μου Τζάνε, Κρ. πόλ. 57825· εδώ στον κόσμο είντά ’μαι Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 12· «Ποίοι είναι ετούτοι και είντά ’ναι το αμάρτημά ντως;» Αποκ. Θεοτ. I 119· θέλω να μου πεις είντα είναι η αφορμή και μήνυσές μου πως οι ανθρώποι της χώρας θέλουν να με σκοτώσουν Βουστρ. 532· β) (ως κατηγ. απροσ. ρ.): δεν ηξεύραν είντα εγίνετον Μαχ. 58830· είντά ’ναι κι ο τραγουδιστής τση νύχτας δεν εφάνη Ερωτόκρ. Ά́ 548· δεν ξεύρεις είντα γίνηκε ’ς τούτο το βουλισμένο σπίτι Ερωφ. Δ́́ 23· Περί του κλέπτη, τόν να πιάσουν εις την ανομίαν, τείντα να γένει Ασσίζ. 202. 3) α) (Με ουσ.) πόσο μεγάλο, τί λογής (Η σημασ. στο Somav., λ. ίντα και σήμ. στην Κρήτη, Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Έ́, λ. είντα πράμα): είντα κανίσκιν άσκημο μ’ έχεις κανισκεμένη! Ερωφ. Έ́ 398· είντα μαντάτο μου ’φερες, άγγελε, απού τον θρόνο! Θυσ.2 31· είντα τρομάρα και καημόν έχουν τα σωθικά μου! Ευγέν. 654· είντα πρόφασιν να βρω τον Άδη να μερώσω; Πικατ. 77· να το μηνύσουν του αφέντη του να παίρνει σκοπόν είντα ανθρούπους πέμπει μαντατοφόρους Μαχ. 1845· β) έκφρ. είντα λογής (Η σημασ. και σήμ. στην Κρήτη, Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Έ́, λ. είdα λοής) = πώς: Είντα λογής να τση φανεί, σα τζη το μολογήσω; Θυσ.2 116· μ’ είντα λογής λογαριασμό το μαύρ’ άσπρο να δείξει Ερωτόκρ. Ά́ 1922· είντα λογής το λέγει; Ριμ. κόρ. 583· γ) (με τις προθ. εις, από, διά, με και ουσ.): εις είντα στάτο βρίσκεται, κιανείς δεν τη γνωρίζει Ερωτόκρ. Γ́́ 34· οι φρέρηδες ελυπήθησαν πολλά πώς εις είντα μόδον να γλυτώσουν απέ τούτην (την) ταραχήν Μαχ. 1019· Σ’ είντα σκουντούφλα βρίσκεσαι, ανεμική κι αντάρα; Θυσ.2 68· ω τ’ Άδη και τση κόλασης δύναμη, μ’ είντα τρόπο| πολλές φορές κομπώνετε τ’ αμμάτια των αθρώπω Ερωφ. Ιντ. β́́ 63· του γροικά ο Πολύδωρος μ’ είντα καημό τα λέει Ερωτόκρ. Ά́ 1265· Περί των ανδρογύνων πότε εντέχεται να ορμαστούν και από τείντα καιρόν να μηδέν ορμαστούν Ασσίζ. 1524· εμόν γαρ <έργον> πέφυκεν το ερευνάν τα θεία| και πόθεν έχω την αρχήν και δια το τείντα αιτίαν Ντελλαπ., Ερωτήμ. 155. 4) (Με επίθ. και επίρρ.) πόσο (Η σημασ. και σήμ. στην Κρήτη, Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ά́ 302): είντα κακή ξημέρωσε τούτη για μέν’ η μέρα Ερωφ. Έ́ 552· είντα πολλά βαρά <’ν> τα όνειρά τση Βοσκοπ. 374· χωρίς να έχεις έννοιαν είντα να τους πλερώσεις Μαχ. 2232. 5) α) (Με την πρόθ. (ει)ς επιρρ.) πού: μα δεν κατέχω η τύχη μου ’ς είντα με θέλει φέρει Τζάνε, Κρ. πόλ. 3914· Ανίσως κι είναι αληθινόν, σήμερον σ’ είντα μένω; Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [1515]· Τότες ’κεί εστέκασιν πολλοί μέσα σ’ ένα καρτέρι| και γροίκησε το ριζικό είντα των είχε φέρει Τζάνε, Κρ. πόλ. 22226· β) (με υπονοούμενη την πρόθ. για επιρρ.) γιατί, για ποιο λόγο: Ώφου, κακό μου ριζικό, κι είντά ’θελα τα πλούτη Ερωφ. Β́́ 49· Αλίμονο, αλίμονο, είντά ’ν η βιάσ’ η τόση; Θυσ.2 477· λέγουν του: «Ω Γεώργιε!» Και είπεν τους: «Ορίσετε!» Και είπαν του: «Είντα πονείς;» Και είπεν τους: «Πιασμένος είμαι …» Μαχ. 6509· επήρεν ημέραν οδίχως να πει τείντα αγκαλεί εκείνον Ασσίζ. 9113.
       
  • είς, 
    αριθμητ., Λόγ. παρηγ. O 573, Hist. imp. 19798, Διγ. (Trapp) Gr. 138, Διήγ. Βελ. 484, Σκλέντζα, Ποιήμ. 151, Βυζ. Ιλιάδ. 127, 1018, Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. Αφ. 17 κ.π.α.· γείς, Αχέλ. 646, Πανώρ. Ά́ 139, Γ́ 194, Έ́ 125, Ερωφ. Ά́ 482, Έ́ 45, Βοσκοπ. 81, Ερωτόκρ. Β́́ 234, 1468, Γ́́ 442, 967, Θυσ.2 113, Ροδολ. Ά́ [133, 596], Φορτουν. (Vinc.) Β́́ 473, Γ́́ 590, Τζάνε, Κρ. πόλ. 42315, 42711, Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. 146 κ.π.α.· είς και ένας, Χρον. Μορ. H 3134, 6357, Διήγ. Βελ. 211, 529, 577, Ερωτοπ. 502, Αχιλλ. O 266, Αλφ. ξεν. 90, Χρον. Τόκκων 1834, 3028, Χούμνου, Κοσμογ. 402, Απόκοπ. 3, Κορων., Μπούας 16, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 372, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 205, 217, 292, Τριβ., Ρε 51, Πεντ. Γέν.XI 1, Έξ. XL 2, Παϊσ., Ιστ. Σινά 253, Κυπρ. ερωτ. 503, 11923, Πανώρ. Β́́ 264, Ερωφ. Έ́ 247, 284, 296, 299, Ιστ. Βλαχ. 1034, Σουμμ., Ρεμπελ. 180, Ερωτόκρ. Γ́́ 74, Στάθ. (Martini) Ιντ. β́́ 129, Ζήν. Ά́ 312, Τζάνε, Κρ. πόλ. 2008, 4484 κ.π.α.· ένας, Χρον. σουλτ. 2531, Διήγ. ωραιότ. 565· ενείς, Μαχ. 849· νείς, Μαχ. 633, 2627, 40426, 4647, Βουστρ. 471, 472, 482· γεν. ένου, Βουστρ. 415· ενού, Ασσίζ. 704, 25621, 2878, 30323, 33210, 33722, 34316, 38612, 40519, 42117, 48127, 48324, Πεντ. Γέν. X 25, Μαχ. 33231, Δωρ. Μον. XXVIII· ενούς, Βοσκοπ. 220· ’νούς, Κατζ. Ά́ 230, Ερωτόκρ. Ά́ 1004, Β́ 136, Έγγρ. του 1658 (Θησαυρ. 12, 1975, 73).
    Το αρχ. αριθμητ. είς. Για το σχηματ. του τ. γείς βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β́́ 326, 328. Για τις γεν. ’νούς και ενούς βλ. Ξανθουδίδη [Ερωτόκρ. σ. 627, λ. νους] και για τη γεν. (ε)νού Μενάρδ., Αθ. 8, 1896, 436. Ο τ. ένας και σήμ. κοιν. Οι τ. γείς και νείς και σήμ. σε ιδιώμ. (Andr., Lex.). Η λ. και σήμ. σε ιδιώμ. (Andr., Lex. και Παπαδ. Α., Λεξ.).
    1) α) Ένας (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): όρισεν ο κοντοσταύλης εις τον σύγκριτον και πέψαν ’νού μηνός πλέρωμαν εις το κάστρον Μαχ. 38033· β) (για να δηλωθεί έμφαση): έναν Θεόν λατρεύουσιν, έναν αυθέντην τρέμουν Διήγ. Βελ. 577· γ) (με την αντων. μόνος) (Βλ. Δημητράκ. στη λ. 1): ουκ έλειπεν ένας μόνος απ’ αύτους Χρον. Μορ. H 7169· δ) (με άρνηση) κανείς: δεν απόμεινεν ακρίδα μια εις όλο το σύνορο της Αίγυφτος Πεντ. Έξ. X 19. 2) α) Εκφρ. είς έκαστος, ένας καθένας = ο καθένας χωριστά: ν’ αφήσω γουν λεπτογραφείν λόγους ενός εκάστου Βυζ. Ιλιάδ. 127· τότες ένας καθένας … εσκύφταν τας αγίας τως κεφαλάς Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 531· β) εκφρ. είς είς, ένας ένας = ο ένας ξεχωριστά από τον άλλον (Η σημασ. και σήμ., Πρωίας Λεξ.): ετούτοι ευθύς ελάλησαν είς είς και λέγουσίν του Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 79· οι αρχιερείς ένας ένας υπήγαν Κώδ. Χρονογρ. 57. 3) Μοναδικός (Η σημασ. και σήμ., Σταματ.): γίνομαι χριστιανή και έρχομαι στην μία| περιστερά βασίλισσα και πίστιν την τελεία Διγ. O 1115. 4) Πρώτος: εις τη μια του μηνού εστέγνωσαν τα νερά αποπάνου την ηγή Πεντ. Γέν. VIII 13. 5) Ίδιος (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 16): από ενού πατρός και απέ μιας μητρός Ασσίζ. 42117· μια θέληση κρατούσα Ερωφ. Έ́ 300. 6) (Με άρθρο) ο ένας από τους δύο: ο ν‑είς κρατεί τον Άγιον Λαρίον … και ο κοντοσταύλης την Κερυνίαν Μαχ. 40426· το έναν το χέριν του Διήγ. Βελ. 529. 7) Κάποιος (Βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́ 449 και Δημητράκ. στη λ. 19): Περί εκείνου του ανθρώπου οπού πουλεί το σπίτιν του ετέρου ενού ανθρώπου Ασσίζ. 48127. 8) α) (Με την αντων. άλλος για να δηλωθεί αλληλοπάθεια) (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 18 και Πρωίας Λεξ.): σήμερο μια την άλλη μας τάχατες να μη δούμε; Ερωφ. Έ́ 284· με το πιάσε ενούς τ’ αλλού τη χέρα Βοσκοπ. 220· β) έκφρ. ο ένας και ο άλλος, βλ. ά. άλλος 1 φρ.· γ) έκφρ. ένα … τ’ άλλο, βλ. ά. άλλος 1 φρ.· δ) άλλη(ν) μία(ν) (ενν. φοράν), βλ. ά. άλλος 3 φρ.· ε) έκφρ. ο είς οπίσω του άλλου = διαδοχικά: εκτίσαν οι ρηγάδες και οι άρχοντες ν‑είς οπίσω του άλλου εκκλησίες Μαχ. 2627· ϛ) έκφρ. ένα με τ’ άλλο = κατά μέσο όρο (Η σημασ. και σήμ.): ήσαν μικρά έως επτά οκτώ χρονών ένα με τ’ άλλο Σουμμ., Ρεμπελ. 180· ζ) (με την αντων. άλλος για να δηλωθεί περιφρόνηση) (Βλ. Δημητράκ. στη λ. 18 και Σταματ.): ενός και αλλού τα εχάρισεν Σκλέντζα, Ποιήμ. 151. 9) Φρ. είμαι (εις) (το) ένα(ν) με κάπ. = ενώνομαι με κάπ. ψυχικώς: πολλά γαρ ηγαπήθησαν και ήσασιν το ένα Χρον. Μορ. H 3134· αφόν είμεσταν εις έναν| πιον μηδέν κακοκαρδίσεις Κυπρ. ερωτ. 11923. 10) Φρ. γίνομαι (το) ένα με κάπ. = α) ενώνομαι με κάπ. (Η σημασ. και σήμ.): Την Άρταν και τα Ιωάννινα, οπού ήσαν χωρισμένα (παραλ. 1 στ.) να τα ενώσωσιν αυτοί και να γενούν το έναν Χρον. Τόκκων 3028· β) βλ. ά. γίνομαι 4ε1· γ) βλ. ά. γίνομαι 4ε2· δ) συμφιλιώνομαι: ο πρίγκιπας εχάρηκεν, τους λόγους απεδέχθην,| και όρκους εποιήσασιν να γίνονται το έναν Χρον. Τόκκων 1834. 11) Φρ. σμίγω εις (το) ένα, κατεβαίνω εις έναν = ενώνομαι: διαπάς όνταν εσμίξουσι εις ένα δυο καρδίες Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 372· τα τρία αλλάγια εσμίξασιν από των εναντίων| και εις έναν εκατέβησαν από του Αχιλλέως Αχιλλ. O 266. 12) Φρ. στέκω στο ’να (μου) = εμμένω στη σκέψη μου: στέκεις πάντα στο ’να σου και καίγεις την καρδιά μου; Πανώρ. Β́́ 264. 13) Φρ. αφήνω σε μια μερ(ι)ά = εγκαταλείπω· διακόπτω: την πολλήν ανάπαψιν σε μια μεριά αφήνει Τζάνε, Κρ. πόλ. 4484· για ν’ αρχίσω| τους λογισμούς, τα βάσανα σε μια μερά ν’ αφήσω Ζήν. Ά́ 312. 14) Έκφρ. μια και δυο = αμέσως (Η σημασ. και σήμ.): μια και δυο στο μάγουλον εγλυκοφίλησέ τον Κορων., Μπούας 16. 15) Έκφρ. (εν) μια(ν) των ημερών, ένα(ν) καιρόν = κάποτε (Βλ. Δημητράκ. στη λ. 19): μία ουν των ημερών ήλθαν εκ την Φιάνδρα| τα κάτεργα Τριβ., Ρε 51· εν μίαν ουν των ημερών …| ήλθαν … μεγάλοι άρχοντες Διήγ. Βελ. 484· έναν καιρόν γελά και κλαι καρδιά μου Κυπρ. ερωτ. 503. 16) (Με ουσ. που δηλώνουν αριθμ.) = περίπου: Μια δεκαριά ανεβήκασι και τουφεκιές κτυπούσαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 2008. 17) Έκφρ. μια ώρα (με άρνηση) = καθόλου: κάμετε να μισέψουσι και μη σταθού μιαν ώρα Στάθ. (Martini) Ιντ. β́́ 129. Η αιτ. του θηλ. ως επίρρ. α) μια φορά: μια την ημέρα να τις λες για παρηγόρησή σου Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 292· να αναστενάζει χίλια και μία ν’ ανασαίνει Αλφ. ξεν. 90· β) κάποτε: Μιαν από κόπου ενύσταξα, να κοιμηθώ εθυμήθην Απόκοπ. 3.
       
  • εμπροστά, 
    επίρρ., Γαδ. διήγ. 320, Αλεξ. 2788, Αχέλ. 155, Αιτωλ., Μύθ. 57, 1043, Πανώρ. Δ΄ μετά στ. 208, Ερωφ. Ιντ. γ΄ 63, Παλαμήδ., Βοηβ. 156, Ιστ. Βλαχ. 559, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [85], Διήγ. πανωφ. 56, Διγ. O 1259· εμπροσθά, Αχιλλ. N 161, Ροδινός (Βαλ.) 227· έμπροστα, Σοφ. πρεσβ. B 339· εμπροστάς, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 5652, Πανώρ. Δ΄ 255, Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 225, Τζάνε, Κρ. πόλ. 19821· έμπροστας, Έγγρ. του 1631 (Καζανάκη, Θησαυρ. 11, 1974, 267), Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 84617 (χφ: έπροστας)· ενέμπροστας, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 311, 53, 77, 93· μπροστά, Κορων., Μπούας 150, Βεντράμ., Φιλ. 53, Αιτωλ., Βοηβ. 318, Θρ. Κύπρ. K 97, Ιστ. Βλαχ. 692, Λίμπον. 261· μπροστύτερα, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Μάρκ. α΄ 19· ομβροστά, Εβρ. ελεγ. 164, 166· ομπροσθά, Χρον. Τόκκων 1427, 1513, 2315, Χριστ. διδασκ. 44, 67, Μπερτολδίνος 94, 160, 164, 168· ομπροστά, Αλεξ. 342, Πεντ. Γέν. XXXII 18, Έξ. VIII 16, Λευιτ. V 26, Αρ. V 25, Δευτ. II 31, Χρον. σουλτ. 1259, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 425, Πανώρ. Δ΄ 191, Έ́́́ 322, Ερωφ. Α΄ 521, Δ΄ 209, Ε΄ 57, Ιστ. Βλαχ. 1731, Ευγέν. 459, Στάθ. Ιντ. β΄ 33, Ιντ. κρ. θεάτρ. δ΄ 63, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [242], Ε΄ [171 ], Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 155, Λεηλ. Παροικ. 577, Τζάνε, Κρ. πόλ. 8120, κ.α.· ομπροστάς, Χρον. σουλτ. 6129, Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 377, Τζάνε, Κρ. πόλ. 22412, 3369, 40411, 55912· οπροστάς Κομν., Διδασκ. I 14, Τζάνε, Κρ. πόλ. 41326.
    Από το επίρρ. εμπρός (Βλ. Παπαδ. Α., Αθ. 29, 1917, ΛΑ 119). Ο τ. μπροστά στο Du Cange και σήμ. (Ανδρ., Λεξ., λ. μπροστά). Για τον τ. ομπροσθά βλ. Du Cange, λ. ομπρός· ο τ. και στο Somav. (λ. ομπροσθά). Ο τ. ομπροστά στον Κατσαΐτ., Ιφ. Β΄ 247, Θυ. Γ΄ 359 και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμα. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Η λ. και σήμ. σε δημ. τραγ. και στη λογοτ. (Δημητράκ.).
    Α´ Επίρρ. 1) (Τοπικό) εμπρός (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ.).: ομπροστά επήγαινεν, οπίσω δεν εθώρει Διγ. O 2022. 2) (Χρονικό) πριν, προηγουμένως (Η σημασ. και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμα, Παπαδ. Α., Λεξ. στη λ. 2): Σύρε κοιμήσου, αμή ομπροστά τούτο δηγήσου μού το Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1193]· εκφρ. (1) από (τα) τώρα κι ομπροστά = από τώρα και στο εξής: από τώρα κι ομπροστά σημάδι θες μ’ αφήσεις Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [508]. (2) αποδώ και ομπροσθά = του λοιπού, στο εξής: αρχίνισες να τους κάνεις να γελούν και αποδώ και ομπροσθά τους κάνεις να γελούν περισσότερο Μπερτολδίνος 119. Β´ α) (Σε θέση πρόθ. με την πρόθ. εις) μπροστά σε κάπ. ή κ., ενώπιον: να στήσεις αυτό ομπροστά στον Ααρών Πεντ. Αρ. III 6· εμπροστά στο Θεό νυν επαραδοθήκαν Ιστ. Βλαχ. 1836· φρ. φέρω κ. ομπροστά στα μάτια κάπ. = παρουσιάζω κ. σε κάπ.: θέλοντας μ’ επιθυμιάν ετούτον μου τον κόπον| να τονε φέρω ομπροστά στα μάτια των ανθρώπων| διά μέσου του τυπώματος Σουμμ., Παστ. φίδ. Αφ. [28]· β) (με γεν. προσωπικής αντων.) μπροστά σε κάπ.: οπόταν τον έχει (ενν. ο Βασιλεύς τον Μπερτολδίνο) ομπροσθά του λέγει του Μπερτολδίνος 152.
       
  • έμψυχος, 
    επίθ., Διγ. (Trapp) Gr. 2663, Διγ. Z 3193, Βέλθ. 429, Ερμον. Ψ 207, Λίβ. N 12, Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 356.
    Το αρχ. επίθ. έμψυχος. Η λ. και σήμ. ως λόγ. (Πρωίας Λεξ.).
    Ζωντανός (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. 1 και σήμ. ως λόγ., Πρωίας Λεξ.): εις την λεκάνην έσωθεν άνθρωπος με εφάνη·| έμψυχος ήτον, έλεγες, ζει και κινείται τάχα Λίβ. N 372· τάφον όρυξε βαθύν ο χωρισμός σου τούτος| και έμψυχον έχει με νεκρόν Σπαν. V 10· τα έμψυχα πουλιά εκιλαδούσαν Διγ. Z 103.
       
  • ενδυναμώνω,  
    Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 400.
    Το μτγν. ενδυναμόω. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ., λ. ενδυναμώ).
    Ενισχύω (Πβ. Δημητράκ., λ. ενδυναμώ 1): Πάγαινε, αυθέντα μου, εις το καλόν και ο Θεός να σε ενδυναμώνει … Διγ. Άνδρ. 33315· σπουδάζουσι πάντα να ενδυναμώνουνται εις την πίστιν Χριστ. διδασκ. 273.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης