Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- συκαμινέα
- η, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 503, Νούκ., Μύθ. (Παράσογλου) 45, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1565, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 1585 λζ́ 6-7, Παϊσ., Ιστ. Σινά (Καδάς)· συκαμιά, Έγγρ. 15.-17. αι. Δ. 2.1· συκαμινία, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 148 τρις· συκαμινιά, Μαχ. 62237 χφ O (βλ. Dawkins [Μαχ. II σ. 269]), Έγγρ. 15.-17. αι. Δ. 2.2.
Το αρχ. ουσ. συκαμινέα (TLG).Ο τ. συκαμιά με συνίζ. και συγκ. του άτονου ι (ΛΚΝ, λ. συκαμινιά) και σήμ. Ο τ. συκαμινία σε έγγρ. του 16. αι. (Αμάραντος, Νοταριακές Πράξεις 1505). Ο τ. συκαμινιά (<συκαμινέα με συνίζ., Κριαρ., Λεξ., ΛΚΝ) στο Βλάχ. και σήμ. Τ. σκαμνιά σε έγγρ. του 17. αι. (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 24, 1981, 520, 525) και σήμ. (Κριαρ., Λεξ., ΑΛΝΕ). Η λ. σε κείμ. του 18. (Ιατροσόφ. 18. αι. 118), του 19. αι. (Βερναρδ. μαγ. κώδ. 28212) και σήμ. ιδιωμ. (Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ., Παπαδ. Α., Λεξ.) καθώς και στο ΑΛΝΕ· βλ. και LBG.
Το δέντρο μορέα της οικογένειας των Μορεϊδών, κοιν. μουριά, σ(υ)καμ(ι)νιά (για το πράγμα βλ., Καββάδας, Βοτ. φυτολ. λεξ. 2662-63, λ. μορέα): εγώ δεν επιθυμώ περισσότερον να υπάγω εις τον τόπον μου, μόνον διά να ιδώ τον πατέρα μου και την μάννα μου και τ’ αδέλφια μου, και διά να ιδώ τ’ αμπέλια και τα χωράφια και τες συκαμινιές οπού έχω Θεματογραφία 16· Και ο Κύριος είπεν: «Εάν έχετε πίστην ωσάν το κουκκί του σιναπίου, ηθέλετε ειπεί ετούτην την συκαμινέαν: «Ξεριζώσου και φυτεύσου εις την θάλασσαν» και ήθελε σας υπακούσει Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Λουκ. ιζ́ 6.
συμπεραίνω,- Έγγρ. 15.-17. αι. 140, Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Β́ 206, Hagia Sophia ν 545.
Το αρχ. συμπεραίνω. Η λ. και σήμ.
1) Πραγματοποιώ, φέρνω σε πέρας: Εσέν αφήνω αντί εμού εις τας εδικάς μου χώρας| να είσαι αυθέντης αντί εμέ και κύριος εις όλα (παραλ. 1 στ.)· και αφού επιτύχω τό ποθώ και τό πονεί η ψυχή μου| και συμπεράνω, φίλε μου, το βούλευμα τό έχω,| θέλω γυρίσειν, φίλε μου, πάλι εις την αυθεντία μου Λίβ. Va 629. 2) α) Διαπιστώνω, συμπεραίνω: εσυμπέραναν ότι η Ερωπροικούσα να μην ημπορεί να είναι νύμφη αλλουνού παρά μόνον του Μυρτίνου Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Υπόθ.· β) καταλήγω σε μία γνώμη, αποφασίζω: ο βασιλεύς, διά να μην ακούει πλέον καρέλες και εγκαλέσματα, εσυμπέρανε να ευχαριστήσει και την μίαν και την άλλην (ενν. γυναίκα) Μπερτόλδος 16. 3) (Αμτβ., μεταφ.) περνώ τη ζωή μου: Και έτσι εσυμπέραναν οι επτωχοί Ρωμαίοι| εκεί στο μοναστήριον κλεισμένοι, τρομασμένοι Ιστ. Βλαχ. 1113.
σύμπλιο,- επίρρ., Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 27, 2043· σύμπλιον, Νεκρολ. φ. 96r, 173v, 202v, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 3993· σύμπλιος· συμπλίος, Έγγρ. 15.-17. αι. 2.3 τρις· σύπλιο, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 1143, 3827.
Από το επίθ. σύμπλιος (για ετυμ./προέλ. βλ. Vasmer, BZ 16, 1907, 553 και Χατζ., Λεξ. λ. συμπλιάζω), που απ. ουσιαστικοπ. στο Somav., σε έγγρ. του 16. αι. (Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 4, 1951, 9, 11, 23, 95, κ.α.), καθώς και σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. B́ 807, Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ. (σύμπλιος ο), Αλιπράντης, Λεξ. Πάρου, Πασχ., Ανδρ. γλωσσ.)· πβ. και ουσ. συμπλίον το (Λουκά, Γλωσσάρ.) και συbλία τα (Μιχαλαριά-Βογιατζή, Λεξ. Σύμης) σήμ. ιδιωμ.). Ο τ. σύμπλιον στο Du Cange, σε έγγρ. του 16. (Κασιμ., Έγγρ. 18 (96), Αμάραντος, Νοταριακές πράξεις 669, 806, 18917, κ.α.), του 17. (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 23, 1980, 512) και του 18. αι. (Αλιπράντης, Λεξ. Πάρου (λ. σύμπλιος), Ζώη, Λεξ. Ζακ.2 Β́). Ο τ. σύμπλιος σε έγγρ. του 16. αι. (Έγγρ. Σύρου Ά́ 123 τρις). Διάφ. άλλοι τ. σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. B́ 807, λ. σύμπλιος, Ζαφειρίου, Ιδίωμ. Σάμ., Κόμης, Κυθηρ. Λεξ.). Η λ. σε έγγρ. του 17. αι. (Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 12, 1965, 80 πολλάκις, Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 23, 1980, 517, 24, 1981, 505, 515, Γκίνης, ΕΕΒΣ 39/40, 1972/73, 212).
Δίπλα, πλάι, γειτονικά (σε): να ’χασι πουλημένα του Γαβρίλη Κλάδο τα καταλύματα απού έχουσι σύμπλιον του σπιτίου του Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 3993· να τση δώσει μερτικό απού το σπίτι του ... γή πούρι απού το χωράφι οπού ’ναι σύπλιο το σπιτίον του Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 3806· το σπίτι ήτον σύμπλιον με το συναγώγι Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πράξ. ιή́ 7· εγώ ο Λοΐζος ... το αμπέλιν οπού εφύτεψα εις το Κατηφόριν σύμπλιος της φρακτής του Λαβίθη, σύμπλιος της Στάζουσας, σύμπλιος του Παπαστελλά, αφιερώννω το εις την Παναγίαν του Κύκκου. ... Ακομή εγώ ο άνωθεν Λοΐζος αφιέρωσα και την ελλιάν οπού είναι σύμπλιος της φρακτής του μοναστηριού Έγγρ. 15.-17. αι. 2.4 (τετράκις).
συναφορμής,- επίρρ.· συνάφορμα, Πεντ. Δευτ. I 37· συναφορμά, Πεντ. Γέν. XII 13, XXX 27, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. Χάρ. 95, Χορ. γ́ 377, 395, Ιντ. κρ. θεάτρ. δ́ 16, Στάθ. (Martini) Á́ 176, Γ́ 80, Προσοψάς, Δράμα γενν. τυφλού 65· συναφορμάν, Χούμνου, Κοσμογ. 2232· συναφορμάς, Πανώρ.2 Πρόλ. Απόλλων. 90, Ά́ 303, Β́ 86, 484, Γ́ 387, 556, Έ́ 7, 23, 29, Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Γ́ 1031· συναφορμή, Πιστ. βοσκ. III 3, 179· συναφουρμής.
Από τη συνεκφ. της πρόθ. συν και του ουσ. αφορμή. Ο τ. συνάφορμα (<συναφορμά με αναβιβ. τόνου) και σήμ. ιδιωμ. (Μηνάς, Λεξ. ιδιωμ. Καρπάθου, Μιχαηλ.-Νουάρ., Λεξ.) και λογοτ. (ΑΛΝΕ). Ο τ. συναφορμά (<συναφορμάς με έκπτωση του τελικού ‑ς λόγω συμπροφοράς του με συνακόλουθο αρχικό σ‑) στο Κατσαΐτ., Ιφ. Πρόλ. 128, Β́ 259. Ο τ. συναφορμάς κατά τα επιρρ. σε ‑άς· απ. στο Κατσαΐτ., Ιφ. Πρόλ. 185, Γ́ 416, Έ́ 476, Κλ. Ά́ 105 και σήμ. στο κρητ. ιδίωμα (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.2 Έ́ 296, Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ.) και λογοτ. (ΑΛΝΕ).
Εξαιτίας· (1) (με γεν. προσωπ. αντων. ή κύρ. ον. για πρόσωπα): Τόση φωτιά στα σωθικά βαστώ συναφορμάς του (ενν. του Γύπαρη)| όσην αλλότες όργητα και κακοσύνη εβάστου Πανώρ.2 Έ́ 177· Τα παρακάλια, σα γροικώ, τα τόσα τσ’ αφεντιάς σου| θε να με κάμου στη φωτιά να μπω συναφορμά σου Κατζ. Ά́ 356· συναφορμάς μου (ενν. εμένα, του Έρωτα) σκοτωμοί, πολέμοι και θανάτοι,| δηγούνται πως η θάλασσα κι η γης είναι γεμάτη Στάθ. (Martini) Πρόλ. 7· ήτον αποτότες οπού ανάγραψεν αυτόν (ενν. ο Αίγυφτος τον Ιοσεφ) εις το σπίτι του και ιπί όλο ος είναι αυτουνού, και ευλόγησεν ο Κύριος το σπίτι του Αίγυφτου συναφορμά του Ιοσεφ· και ήτον ευλογιά του Κύριου εις όλο ος είναι αυτουνού εις το σπίτι και εις το χωράφι Πεντ. Γέν. XXXIX 5· (2) (με γεν. ή αιτιατ. για πράγματα): Τι στέκεις, θυγατέρα μου, πιάσ’ τα (ενν. τα πράματα) και μη φοβάσαι,| γιατί συναφορμάς τωνε πασίχαρη θε να ’σαι Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 380· δοσμό να δώσεις αυτουνού (ενν. του αδερφού σου του πένητου) και να μη κακύνει η καρδιά σου όνταν δώσεις αυτουνού, ότι συνάφορμα το πράμα ετούτο να σ’ ευλογήσει ο Κύριος ο Θεός σου εις όλα τα καμώματά σου Πεντ. Δευτ. XV 10· εβδελιά του Κύριου παν οπού κάμει ετούτα και συνάφορμα τις εβδελιές ετούτες ο Κύριος ο Θεός σου ξεκλερονομάει αυτουνούς αποομπροστά σου Πεντ. Δευτ. XVIII 12· (3) (με επόμ. ειδικές προτάσεις που εισάγονται με τις λ. οπού [βλ. ά. σημασ. Γ́ 7α] και ος [βλ. ά. σημασ. 9]): τον διαβόντα Δικέβριο μήνα, εις τας ζ́ του μηνός ... τη νύχτα έπεσε λαμπρόν, συναφουρμής οπού επυρώννουντα οι λας απού τη μεγάλη ’γριάδα, και εκάγην όλον το μοναστήρι Έγγρ. 15.-17. αι. 149· το όρος του Σινάι εκάπνισεν όλο του συναφορμά ος εκατέβην απάνου του ο Κύριος με την ιστιά, και ανέβην ο καπνός του σαν καπνό του καμινιού, και ετρόμαξεν όλο το όρος πολλά Πεντ. Έξ. XIX 18.
τάβλα- η, Παράφρ. Μανασσ. (Tieche) 344, Ασσίζ. 14321, Βέλθ. 1295, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 14100, Φλώρ. 1294, Σαχλ. N 156, Σαχλ. B́ (Wagn.) PM 589, Σαχλ., Αφήγ. 793, Απολλών. (Κεχ.) 177, Καναν. (Cuomo) 279, Τζαμπλάκ. (Λαμπ.) 81, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 186, Μαχ. 835, 3124, 5, Θησ. ΙΒ́ [716], Χούμνου, Κοσμογ. 1885, Βουστρ. (Κεχ.) 1062, Έγγρ. 15.-17. αι. 173 δις, Διήγ. Αλ. V 34, Αλεξ.2 1145, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2891, Υγρομαντ. φ. 165r 9, 11, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 129, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 412, Διήγ. Αλ. G 27632, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 2834, Διήγ. Αλ. E (Konst.) 16718, Διήγ. Αλ. F (Lolos) 2824, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 261v, Δεφ., Λόγ. 314, Τριβ., Ρε 206, Hist. imp. (Iadevaia) I 690, IIc 999, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.) (Κακ.-Πάνου) 124, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 11815, Κυπρ. χφ. 163, Κανον. διατ. Α 384, Φαλλίδ. (Παναγ.) 246, Βίος Δημ. Μοσχ. 493, Τσιρίγ., Επιστ. 1683, 24, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 99, 239, Ιερόθ. Αββ. 338, Διαθ. 17. αι. 5179, Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Έ́ 704, Φορτουν. (Vinc.) É́ 392, Ιντ. ά́ 2, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 35, Λεηλ. Παροικ. 546, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 21112, 50224, Μετάφρ. Ακαθ. Ύμν. 13539, κ.π.α.· τάβιλα, Διαθ. 17. αι. 636.
Το μτγν. ουσ. τάβλα. Η λ. και σήμ.
1) Τραπέζι: Αφήνω τση άνωθε κερα Ζαμπέτας ένα φτερό, έναν πάπλωμα, ... προσκεφαλάδα, στρίποδα και τάβλες Διαθ. 17. αι. 1051· και να ’ναι εδικόν του (ενν. το σπίτι) με το κάδρο το μεγάλο ... και το φανάρι το χρυσό ... και την τάβλα τη μεγάλη την καρένια Διαθ. 17. αι. 577· φρ. παίζω τάβλες ομάδιν = παίζω επιτραπέζια τυχερά παιγνίδια συγχρόνως και σε άλλα τραπέζια (για τη σημασ. βλ. και Μαυρομάτης-Παναγιωτάκης [Σαχλ. σ. 213, λ. ομάδι(ν)]): κυλεί τα ζάρι’ ο ζαριστής και τάβλες παίζει ομάδιν,| ετότες γίνεται πτωχός, τέλεια ρημάδιν Σαχλ. Ά́ (Wagn.) PM 170. 2) α) (Ειδικ.) τραπέζι φαγητού: κι απού εις την τάβλα αγοραστά δε βάνου (ενν. οι φτωχοί) φαητά τως| μα με χορτάρια πράσινα, που βρίσκου εις το κηπούλι| ... χορταίνου μόνον ούλοι Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 44· Πάρει σας θέλομε κι εσάς, μα η τάβλα δε σας παίρνει Φορτουν. (Vinc.) É́ 401· Η δε γη είχεν φυτρωμένα αγριοσέλινα, και δια την ευμορφίαν της πρασινάδας ουδέν εθήκαν τάβλας, ... αμή επάνω εις τα βότανα εθήκαν το ψωμί Hist. imp. (Iadevaia) I 2126· φρ. (1) θέτω τάβλα = βάζω τραπέζι: Ταύτα και άλλα εσύντυχεν (ενν. ο Βέλθανδρος) εκείνον τον ευνούχον·| εδάκρυσαν αμφότεροι, έπειτα θέσαν τάβλα,| εγεύθησαν, εγέρθησαν, εμπήκαν εις καράβιν Βέλθ. 1295· (2) καθίζω εις την τάβλαν = κάθομαι για φαγητό: Το άριστον εγένετο, καθίζουν εις την τάβλαν Φλώρ. 1291· (3) σηκώνω την τάβλαν = μαζεύω τα σκεύη του φαγητού μετά το γεύμα, καθαρίζω το τραπέζι: και ωσάν απόφαγαν καλά, σηκώνουν και την τάβλα,| σοφάν εστρώσαν ύστερον μετά χρυσών στρωμάτων Διήγ. Αλ. Σεμίρ. Β 1238· β) (συνεκδ.) επίσημο τραπέζι, γεύμα, δείπνο: ο μισσέρ Αντίνιος τα Νεγρού είχεν ορίσειν καπόσους Γενουβίσους και αρματώθησαν ’πιδεξία αππέσσω κρυφά, οι ποίγοι ήσαν από κείνους απού ’κάτσαν εις την τάβλαν ... Κι άνταν εσηκώθησαν από τες τάβλες, ο ρήγας επήγε ν’ αλλάξει τα φορήματά του εις τα σπίτια του σιρ Τεμένζ Πετρέ Μαχ. 31211, 12· πάντα οι εκατό των Μακεδόνων ήσαν κοντά του και όλοι το γιόμα και τον δείπνον ευρίσκοντάν του εις την τάβλα του και μετ’ αύτους ομίλιεν Διήγ. Αλ. V 60· Μιαν ώρα απάνω στου Δουκός την τάβλα εκαθομέστα,| μ’ αυτό και μ’ άλλους άρχοντες σε αθιβολή ερχομέστα Στάθ. (Martini) Γ́ 11· (εδώ) εορταστικό τραπέζι γάμου: ο μέγας βασιλεύς εις την χαράν ετούτην| εκάλεσε στην τάβλαν του, στον γάμον του παιδίου του,| όλον το πλήθος των πουλίων, μικρά τε και μεγάλα Πουλολ. (Τσαβαρή)2 AZ 69· έκφρ. τα ψυχίδια της τάβλας = τα υπολείμματα του φαγητού, τα ψίχουλα: Μήνα μπορείς απού τα ψυχίδια της τάβλας σου να προσδεκτείς τους μπαρούνηδες του βασιλέως; Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 582. 3) α) Σανίδα αρκετού πάχους, μαδέρι, καδρόνι: Να δεις ξεχωριστά τσι μαγατσάδες,| πὄχουν οι προεστοί πραγματευτάδες,| γεμάτους τσι καφέδες και λινάρια,| τυριά και ... λάδια και σιτάρια,| σίδερα και σχοινιά, τάβλες και τράβες Λεηλ. Παροικ. 145· Εκεί τριγύρου ... τάβλες πλατειές καρφώνου,| σ’ όλες τες τάβλες με σουβλιά, και μες στη γη τες χώνου,| μέσα στης Βάγιας το φορτί οι Τούρκοι σαν εμπούνε,| κι απάνω σαν πατήσουσιν, όλοι να καρφωθούνε Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2765, 6· εσείς, μαστόροι μου ακριβοί, στους λάκκους κατεβείτε,| και τάβλες και πολλά βουτσά βάλετε, σκεπαστείτε Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 16511· (προκ. για γέφυρα): αι λουμπάρδες, οπού έσυρναν απάνω εις αυτό (ενν. το γεφύρι) τους εμπόδιζαν, διότι τας έσυρναν αργά αργά, διά να μη ξεφύγουσιν οι τροχοί απάνω εις τες ταύλες να πέσουσιν εις το ποτάμι Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 423· (προκ. για δάπεδο): ακομή εις τον πάτον έχει τάβλες ογδοήντα πέντε και πόρτες δύο Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 8415· (εδώ από διάφ. είδη ξύλου): Δέσποτά μου, έγραφά σου να μου πάρεις πενήντα τάβλες ντελαριζέινες Τσιρίγ., Επιστ. 16914· Γράφουν ... πράματα οπού αφήνου ... βόδια δύο, ... ακόμη σκάφη μία και πίνακας ένας, ... τάβλες κυπαρισσένες στ́, κρασοπίθαρα ... δύο Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 397· (σε μεταφ., προκ. για σανίδες κρεβατιού): Ω θαυμαστή και αγία κλίνη ... Αντίς τέσσερα ποδάρια απού την κρατούσι έχει τους τέσσαρις Ευαγγελιστάς ... αντίς άλλες τάβλες έχει τους άλλους Αποστόλους Μορεζ., Κλίνη φ. 10v· β) ξυλεία: επροέγραψα της πανιερότη σου ... αν έναι να μας εβγάλεις ένα μαντάτο να πορούμε να βγάζομε αποπά σίντερο και τάβλες Μανολ., Επιστ. 17325. 4) Πλάκα: έφερε δε και κίονας και τάβλας εκ μαρμάρων ... εξ ων έκτισεν ... κιόσκιον θαυμαστόν Έκθ. χρον. 672· (για γραφή, με κέρινη επικάλυψη): ουδέν πρέπει να έχει διαφοράν εις το αυτόν εάν η διαθήκη ένι γεγραμμένη ού εις μέμβρινον χαρτίν, ... ού εις πινακίδιν, ού εις τάβλαν κερένη, μόνον να φαίνουνται τα γράμματα να τα διαβάζουν Ασσίζ. 3952. 5) Επίπεδη τετραγωνισμένη επιφάνεια· α) (προκ. για χωράφι): Χωράφιον λεγόμενον τάβλα. Πλάτος οργιάς ί́, μήκος οργιάς κ́́́́́ Metrol.2 6015· β) (ως τοπων.): Το σημάδιν του Βερουτίου· έχει β́ βουνία υψηλά τετράγωνα και λέγουν τα Τάβλες του Βερουτίου· η Τάβλα της τρεμουντάνας έναι υψηλότερη Πορτολ. Α 1596, 7. — Βλ. και ταβλίον.
τετρακόσιοι,- αριθμητ., Χρον. Μορ. Ρ 6890, Χρον. Τόκκων 2378, Αργυρ., Βάρν. Κ 402, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 355r· τετρακόσοι, Καβαλίστας 124 (ουδ. τετρακόσα)· τετρακόχιοι, Έγγρ. 15.-17. αι. 154 (ουδ. τετρακόχια)· αιτιατ. πληθ. τετρακοσιούς, Παρασπ., Βάρν. C 399.
Το αρχ. αριθμητ. τετρακόσιοι. O τ. τετρακόσοι στο Βλάχ., σε έγγρ. του 16. αι. (ουδ. τετρακόσα, Βισβίζ., ΕΚΕΙΕΔ 12, <1965>, 1968, 97) και σήμ. Για την κατάλ. ‑χιοι του τ. τετρακόχιοι βλ. Dawkins [Μαχ. ΙΙ σ. 35], Βαγιακ., ΛΔ 12, 1972, 6 και Βαγιακ., Αθ. 59, 1955, 57-58. Η λ. και σήμ.
Τετρακόσιοι: Εν πρώτοις απήρεν (ενν. ο πρίγκιπας Γυλιάμος) μετ’ αυτόν τον αφέντην της Καρυταίνου·| ομοίως επήρε μετ’ αυτόν τον αφέντην της Ακόβου (παραλ. 1 στ.), τον μισσέρ Ντζεφρέ ντε Ντουρνά κι άλλους καβαλαρίους,| εις αριθμόν τετρακοσίων απάνω εις τα φαριά τους Χρον. Μορ. Η 6890.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- η, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 503, Νούκ., Μύθ. (Παράσογλου) 45, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1565, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 1585 λζ́ 6-7, Παϊσ., Ιστ. Σινά (Καδάς)· συκαμιά, Έγγρ. 15.-17. αι. Δ. 2.1· συκαμινία, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 148 τρις· συκαμινιά, Μαχ. 62237 χφ O (βλ. Dawkins [Μαχ. II σ. 269]), Έγγρ. 15.-17. αι. Δ. 2.2.