Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- αγρουλίδι
- το, Άσμα πολ. (Ψιλ.) 359.
Υποκορ. του ουσ. αγριέλι, που από το μτγν. ουσ. αγριελαία ή αγριέλαιος. Για την τροπή του ε σε ου βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β́́ 282. Πβ. τα σημερ. αγριέλι, αγριελίδα, αγριελίδι (ΙΛ).
Μικρή αγριελιά (πβ. ΙΛ λ. αγριελίδι): να βγάλουνε συκιές και χορταράκια,| να βγάλουν αστοιβίδες και αγρουλίδια Άσμα πολ. (Ψιλ.) 359.
ανάθεμα(ν)- το, Προδρ. (Hess.-Pern.) III 325n (κριτ. υπ.), IV 19, 20, 64a (χφ g) (κριτ. υπ.), 65, 89a (χφ g) (κριτ. υπ.), Ανακάλ. (Κριαρ.) 9, Βέλθ. (Κριαρ.) 44, Ακ. Σπαν. (Legr.) 286, 2829, 42, 32119, 120, 34185, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 826, Οψαρ. (Krumb.) 36243δις, Αχιλλ. (Haag) L 1323δις, Αχιλλ. (Hess.) L 1303δις, Αχιλλ. (Hess.) N 1667δις, Μαχ. (Dawk.) 22221, 67211, Δούκ. (Grecu) 31714, Θησ. (Βεν.) Γ΄ [37], E΄ [717], H΄ [835], Ch. pop. (Pern.) 53, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) X 10, Γεωργηλ., Θαν. (Legr.) 446, Ριμ. Απολλων. (Morgan) 1539, Κατζ. (Πολ. Λ.) B΄ 145, Γ΄ 291, Δ΄ 108, Πανώρ. (Κριαρ.) B΄ 523, Δ΄ 106, Πιστ. βοσκ. (Joann.) III 2, 123, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 273, Σταυριν. (Legr.) 1161, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 1869, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 172, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) A΄ 399, 657, 861, 1512, B΄ 569, 651, Γ΄ 107, 223, 1177, 1196, Δ΄ 84, 213, 600, 1846, 2009, E΄ 988, Ευγέν. (Vitti) 1222, 1380, Στάθ. (Σάθ.) A΄ 61, 75, B΄ 33, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 37, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Γ΄ [1403], Φορτουν. (Ξανθ.) Α΄ 151, Β΄ 383, Γ΄ 285, Δ΄ 210, Άσμα πολ. (Ψιλ.) 359, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 22723, 40424, 25· ’νάθημα, Προδρ. (Hess.-Pern.) IV 89 (χφ C) (κριτ. υπ.).
Το μτγν. ουσ. ανάθεμα. Η λ. και σήμ. κοιν. και στα ιδιώμ. (ΙΛ). Στους Βυζ. και σύνθ.: κατανάθεμα και παντανάθεμα. Πβ. το ρ. ανατίθημι (Ψευδο-Σφρ. (Grecu) 18631).
1) Αναθεματισμός (όπως και σήμ.) (Πβ. L‑S στη λ. II, Sophocl. στη λ. 2 και ΙΛ στη λ.1. Βλ. και Κουκ., ΒΒΠ Γ΄ 326 κε., Αμίλκας Αλιβιζάτος, Θρησκ. και ηθ. εγκυκλοπ. στη λ.): συν τοις ηγουμένοις και πνευματικοίς ... το ανάθεμα εξεβόησαν Δούκ. 31714· Κορίσκη, με τ’ ανάθεμα, νά ’σαι καταραμένη Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [1403]. Ιδιάζουσες χρήσεις α) με δοτ. προσώπου, με αιτ. προσώπου ή πράγματος, με εμπρόθετο προσδιορισμό και αναφ. πρόταση, για να δηλωθεί ότι κάποιος είναι άξιος κατάρας ή αποστροφής (Πβ. ΙΛ στη λ. 1α): ανάθεμά με, βασιλεύ, και τρις ανάθεμά με Προδρ. ΙV.89a (χφ g) (κριτ. υπ.)· ανάθεμά σε, έρωτα, τυφλέ, ’πίβουλε, ψεύτη Ερωτόκρ. A΄ 399· ανάθεμά μοι, Βέλθανδρε, αν εγώ σε κρατήσω Βέλθ. 44· ανάθεμα όσοι κλαίσι Πανώρ. Δ΄ 106· β) με αιτ. για να δηλωθεί άρνηση: Μ’ ανάθεμά την τη χαρά που ’δε την ώρα κείνη Ερωτόκρ. A΄ 861· Μ’ ανάθεμα το διάφορο, των τραγουδιώ το πλούτος Ερωτόκρ. A΄ 1512. 2) (Τόπος καταραμένος) καταστροφή που την έφερε μια κατάρα (Πβ. Παπαδ. Α., Αθ. 46, 1935, 205-8, και ΙΛ στη λ. 2. Η σημασ. και στο Θεοφ., Χρον. (De Boor) 4427): Έρκομαι ακ τ’ ανάθεμα κι εκ το βαρύν το σκότος Ανακάλ. 9· Σύρε να πας στ’ ανάθεμα Θησ. H΄ [835]. Η λ. και ως τοπων. ήδη από τα μτγν. χρόνια.
ανδρόγυνον- το Ασσίζ. (Σάθ.) 1133, 12125, Ελλην. νόμ. (Σάθ.) 53523, Βέλθ. (Κριαρ.) 970, Ωροσκ. (Λάμπρ.) 3815, 4219, 4526, Αχιλλ. (Hess.) N 31, Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 5, Ιμπ. (Κριαρ.) 39, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 337, Ιμπ. (Legr.) 37, Δεφ., Σωσ. (Legr.) 277, Θρ. Κύπρ. (Μ. Κιτίου) K 233, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 36621, Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 176, 179, 181, Διγ. (Lambr.) O 508· ανδρόγενο, Θρ. Κύπρ. (Μενάρδ.) M 192· ανδρόυνο, Ασσίζ. (Σάθ.) 37614· αντρόγυνο(ν), Ασσίζ. (Σάθ.) 1139, 14, 21, 26, 26012, 36413, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 5967, 7974, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 3276, Απολλών. (Janssen) 525, 818, Σαχλ. (Vitti) N 393, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 472, Σκλάβ. (Μπουμπ.) 28, Κατζ. (Πολ. Λ.) Πρόλ. 18, Πανώρ. (Κριαρ.) Δ΄ 382, Πιστ. βοσκ. (Joann.) V 6, 337, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 39, Β΄ 664, Ε΄ 1511, Ροδολ. (Μανούσ.) Δ΄ 132, Διήγ. ωραιότ. (Ασώπ. Ειρ.) 582, Άσμα πολ. (Ψιλ.) 359· αντρόγενο, Γύπ. Δ΄ 326, Θυσ. (Μέγ.)2 385· αντρόυνο, Πανώρ. (Κριαρ.) Ε΄ 372, Θυσ. (Μέγ.)2 1143, Στάθ. (Σάθ.) Γ΄ 555.
Πιθ. νεότερη σύνθ. από τα ουσ. άνδρας και γυνή> γυναίκα (αν όχι από το αρχ. ανδρόγυνον). Η λ. στο ουδ. δηλώνοντας άνδρα και γυναίκα (όχι όμως σε συζυγικό δεσμό) και στον Παλλάδιο, Βίος Ιωάνν. Χρυσοστ. (PG 47, 47)· βλ. και Lampe, Lex.· και σήμ. (ΙΛ, λ. αντρόγυνο).
Η γυναίκα και ο άντρας σε συζυγικό δεσμό (Η σημασ. ήδη στον 4. αι., Lampe, Lex., λ. ανδρόγυνος): αγαπημένο αντρόγυνο ήτονε πλια παρ’ άλλο Ερωτόκρ. Α΄ 39· Πόση χαρά τ’ αντρόγενο επήραμεν αντάμι| όντα μας είπεν ο Θεός το πως σε θέλω κάμει Θυσ.2 385.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- το, Άσμα πολ. (Ψιλ.) 359.