Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- αγρουλίδι
- το, Άσμα πολ. (Ψιλ.) 359.
Υποκορ. του ουσ. αγριέλι, που από το μτγν. ουσ. αγριελαία ή αγριέλαιος. Για την τροπή του ε σε ου βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β́́ 282. Πβ. τα σημερ. αγριέλι, αγριελίδα, αγριελίδι (ΙΛ).
Μικρή αγριελιά (πβ. ΙΛ λ. αγριελίδι): να βγάλουνε συκιές και χορταράκια,| να βγάλουν αστοιβίδες και αγρουλίδια Άσμα πολ. (Ψιλ.) 359.
ανάθεμα(ν)- το, Προδρ. (Hess.-Pern.) III 325n (κριτ. υπ.), IV 19, 20, 64a (χφ g) (κριτ. υπ.), 65, 89a (χφ g) (κριτ. υπ.), Ανακάλ. (Κριαρ.) 9, Βέλθ. (Κριαρ.) 44, Ακ. Σπαν. (Legr.) 286, 2829, 42, 32119, 120, 34185, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 826, Οψαρ. (Krumb.) 36243δις, Αχιλλ. (Haag) L 1323δις, Αχιλλ. (Hess.) L 1303δις, Αχιλλ. (Hess.) N 1667δις, Μαχ. (Dawk.) 22221, 67211, Δούκ. (Grecu) 31714, Θησ. (Βεν.) Γ΄ [37], E΄ [717], H΄ [835], Ch. pop. (Pern.) 53, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) X 10, Γεωργηλ., Θαν. (Legr.) 446, Ριμ. Απολλων. (Morgan) 1539, Κατζ. (Πολ. Λ.) B΄ 145, Γ΄ 291, Δ΄ 108, Πανώρ. (Κριαρ.) B΄ 523, Δ΄ 106, Πιστ. βοσκ. (Joann.) III 2, 123, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 273, Σταυριν. (Legr.) 1161, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 1869, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 172, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) A΄ 399, 657, 861, 1512, B΄ 569, 651, Γ΄ 107, 223, 1177, 1196, Δ΄ 84, 213, 600, 1846, 2009, E΄ 988, Ευγέν. (Vitti) 1222, 1380, Στάθ. (Σάθ.) A΄ 61, 75, B΄ 33, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 37, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Γ΄ [1403], Φορτουν. (Ξανθ.) Α΄ 151, Β΄ 383, Γ΄ 285, Δ΄ 210, Άσμα πολ. (Ψιλ.) 359, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 22723, 40424, 25· ’νάθημα, Προδρ. (Hess.-Pern.) IV 89 (χφ C) (κριτ. υπ.).
Το μτγν. ουσ. ανάθεμα. Η λ. και σήμ. κοιν. και στα ιδιώμ. (ΙΛ). Στους Βυζ. και σύνθ.: κατανάθεμα και παντανάθεμα. Πβ. το ρ. ανατίθημι (Ψευδο-Σφρ. (Grecu) 18631).
1) Αναθεματισμός (όπως και σήμ.) (Πβ. L‑S στη λ. II, Sophocl. στη λ. 2 και ΙΛ στη λ.1. Βλ. και Κουκ., ΒΒΠ Γ΄ 326 κε., Αμίλκας Αλιβιζάτος, Θρησκ. και ηθ. εγκυκλοπ. στη λ.): συν τοις ηγουμένοις και πνευματικοίς ... το ανάθεμα εξεβόησαν Δούκ. 31714· Κορίσκη, με τ’ ανάθεμα, νά ’σαι καταραμένη Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [1403]. Ιδιάζουσες χρήσεις α) με δοτ. προσώπου, με αιτ. προσώπου ή πράγματος, με εμπρόθετο προσδιορισμό και αναφ. πρόταση, για να δηλωθεί ότι κάποιος είναι άξιος κατάρας ή αποστροφής (Πβ. ΙΛ στη λ. 1α): ανάθεμά με, βασιλεύ, και τρις ανάθεμά με Προδρ. ΙV.89a (χφ g) (κριτ. υπ.)· ανάθεμά σε, έρωτα, τυφλέ, ’πίβουλε, ψεύτη Ερωτόκρ. A΄ 399· ανάθεμά μοι, Βέλθανδρε, αν εγώ σε κρατήσω Βέλθ. 44· ανάθεμα όσοι κλαίσι Πανώρ. Δ΄ 106· β) με αιτ. για να δηλωθεί άρνηση: Μ’ ανάθεμά την τη χαρά που ’δε την ώρα κείνη Ερωτόκρ. A΄ 861· Μ’ ανάθεμα το διάφορο, των τραγουδιώ το πλούτος Ερωτόκρ. A΄ 1512. 2) (Τόπος καταραμένος) καταστροφή που την έφερε μια κατάρα (Πβ. Παπαδ. Α., Αθ. 46, 1935, 205-8, και ΙΛ στη λ. 2. Η σημασ. και στο Θεοφ., Χρον. (De Boor) 4427): Έρκομαι ακ τ’ ανάθεμα κι εκ το βαρύν το σκότος Ανακάλ. 9· Σύρε να πας στ’ ανάθεμα Θησ. H΄ [835]. Η λ. και ως τοπων. ήδη από τα μτγν. χρόνια.
ανδρόγυνον- το Ασσίζ. (Σάθ.) 1133, 12125, Ελλην. νόμ. (Σάθ.) 53523, Βέλθ. (Κριαρ.) 970, Ωροσκ. (Λάμπρ.) 3815, 4219, 4526, Αχιλλ. (Hess.) N 31, Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 5, Ιμπ. (Κριαρ.) 39, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 337, Ιμπ. (Legr.) 37, Δεφ., Σωσ. (Legr.) 277, Θρ. Κύπρ. (Μ. Κιτίου) K 233, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 36621, Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 176, 179, 181, Διγ. (Lambr.) O 508· ανδρόγενο, Θρ. Κύπρ. (Μενάρδ.) M 192· ανδρόυνο, Ασσίζ. (Σάθ.) 37614· αντρόγυνο(ν), Ασσίζ. (Σάθ.) 1139, 14, 21, 26, 26012, 36413, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 5967, 7974, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 3276, Απολλών. (Janssen) 525, 818, Σαχλ. (Vitti) N 393, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 472, Σκλάβ. (Μπουμπ.) 28, Κατζ. (Πολ. Λ.) Πρόλ. 18, Πανώρ. (Κριαρ.) Δ΄ 382, Πιστ. βοσκ. (Joann.) V 6, 337, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 39, Β΄ 664, Ε΄ 1511, Ροδολ. (Μανούσ.) Δ΄ 132, Διήγ. ωραιότ. (Ασώπ. Ειρ.) 582, Άσμα πολ. (Ψιλ.) 359· αντρόγενο, Γύπ. Δ΄ 326, Θυσ. (Μέγ.)2 385· αντρόυνο, Πανώρ. (Κριαρ.) Ε΄ 372, Θυσ. (Μέγ.)2 1143, Στάθ. (Σάθ.) Γ΄ 555.
Πιθ. νεότερη σύνθ. από τα ουσ. άνδρας και γυνή> γυναίκα (αν όχι από το αρχ. ανδρόγυνον). Η λ. στο ουδ. δηλώνοντας άνδρα και γυναίκα (όχι όμως σε συζυγικό δεσμό) και στον Παλλάδιο, Βίος Ιωάνν. Χρυσοστ. (PG 47, 47)· βλ. και Lampe, Lex.· και σήμ. (ΙΛ, λ. αντρόγυνο).
Η γυναίκα και ο άντρας σε συζυγικό δεσμό (Η σημασ. ήδη στον 4. αι., Lampe, Lex., λ. ανδρόγυνος): αγαπημένο αντρόγυνο ήτονε πλια παρ’ άλλο Ερωτόκρ. Α΄ 39· Πόση χαρά τ’ αντρόγενο επήραμεν αντάμι| όντα μας είπεν ο Θεός το πως σε θέλω κάμει Θυσ.2 385.
αράσσω,- Θησ. Α΄ Υπόθ. [9], Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 229 (έκδ. δράσσει· διόρθ. Ξανθ., Βυζαντίς 1,1909, 349), Πικατ. 372, Χρον. σουλτ. 5219, 13417, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 433, Κατζ. Γ΄ 7, Ερωφ. Αφ. 60, Γ΄ 220, Βοσκοπ. 371 (έκδ. κι ώρα τη μιά· διόρθ. Αλεξίου Στ. [Βοσκοπ. σ. 38] κι άρασσε’ς μια), Ερωτόκρ. Β΄ 1058, Γ΄ 1582, Δ΄ 572, 1051, 1837, Ε΄ 1041, Ροδολ. (Μανούσ.) Δ΄ [111], Ροδολ. Ε΄ [68], Φορτουν. Δ΄ 144, Λεηλ. Παροικ. 313, Τζάνε, Κρ. πόλ. 14318, 1861 20621, 27130, 28511, 36114, 3957, 5302, 21· αράζω, Σουμμ., Ρεμπελ. 178, Άσμα πολ. 359-60· ’ράζω, Διήγ. Βελ. 269, Άλ. Κύπρ. 1289, 1541· ’ράσσω, Βέλθ. 1226, Φυσιολ. (Legr.) 502, Μαχ. 621, 16018, 29216, 53033, 59428, Βουστρ. 478, Κορων., Μπούας 63 (έκδ. π’ ωράσουν· Κόλιας, Αθ. 45, 1934, 249 διόρθ.: που ’ράσσουν), Θρ. Κύπρ. M 24, 35, Κατζ. Β΄ 30, Γ΄ 302, Πανώρ. Β΄ 234, Πιστ. βοσκ. IV 2, 192 (έκδ. αποκιράσσει· διορθώσ. απόκει ράσσει), Ερωτόκρ. Β΄ 1060, Γ΄ 1589, Ευγέν. 420, Στάθ. Α΄ 304, Β' 4, Ροδολ. Πρόλ. Μελλ. [37], Α' [277, 613], Β΄ [10, 40], Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [65], Φορτουν. Γ΄ 414, 497, Δ΄ 53, 288, Λεηλ. Παροικ. 76, 416, 481, 567, 643, 647, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1396, 1869, 1925, 2027,11, 2457, 24617, 19, 27019, 35917, 36114, 37218, 3811, 3946, 48218, 49516, 51914, 52726· ’ράσσω ή ράζω, Βέλθ. 1306, Διήγ. Βελ. 252, 266, Γεωργηλ., Θαν. (Wagn.) 272, Γεωργηλ., Βελ. 241, 390, Ριμ. Βελ. 438, 443, Δωρ. Μον. XVHI, XXV· μτχ. αραμένος, Αχέλ. 720, Χρον. σουλτ. 8034, Φορτουν. Δ΄ 533, Τζάνε, Κρ. πόλ. 3722· ’ραμένος, Τζάνε, Κρ. πόλ. 30819, 31710, 34117, 39422, 40012, 50425· ’ραμμένος, Μαχ. 3427, 3482, Θρ. Κύπρ. K 890.
Το αρχ. αράσσω (πβ. και το αρχ. ράσσω). Για το μεταπλασμό του ενεστ. θέματος σε ‑ζω βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 280 κε. Η λ. και οι τ. της και σήμ. (ΙΛ, λ. αράζω). Πβ. και ράσσω.
Α´ (Μτβ.) προσορμίζω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αράζω Α3β): κι αντί ’ς λιμιώνα σέρνει τσι (ενν. η τύχη) στο βράχος να τσι ’ράξει Ροδολ. Β΄ [10]· φρ. αράσσω τα σίδερα = αγκυροβολώ (Βλ. Marshall, BZ 30, 1929 /30, 136): τα σίδερ’ άραξαν εις την παραγιαλέαν Θησ. (Foll.) I Υπόθ. [9]. Β´ Αμτβ. 1) α) Ορμώ, χυμώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αράζω Β1α): Θάνατον δεν έβλέπανε, μα σαν λέοντες αράσσαν | απάνω στους Αγαρηνούς και τους κατασπαράσσαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 28511· εις το τιμόνιν έραξε με βια κι εφύλαξέ μας Ροδολ. Α΄ [277 ]· πεινούν και με το στόμα | και με τα νύχια ’ράσουσι και τρέχουνε στο βρώμα Ερωτόκρ. Β΄ 1060· πέλαγος, τρέξε γλήγορα και ράξε να τσί πνίξεις Τζάνε, Κρ. πόλ. 20211 (βλ. και απολύω Β μέσ. 2, ασαλίζω, αχαμνίζω Β, δίδω, χύνομαι)· β) τρέχω ξοπίσω, επιδιώκω: ’ράσσουσι πάντα στ’ άφαντα, τ’ αψήφιστα γυρεύγου Ερωτόκρ. Γ΄ 1589 (βλ. και αγωνίζω, ακολουθίζω, ακολουθώ 3α, αποκινώ (I) Α, γυρεύω, ζητώ, ξετρέχω). 2) (Ενεργ. και μέσ.) προσορμίζομαι, αγκυροβολώ (βλ. και Du Cange, λ. ράζειν η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αράζω Β5): και τα καράβια εράξασι κάτω στο περιγιάλι Ροδολ. Λ΄ [613]· ήλθασι κι εραχτήκασιν ως κάτω στ’ Ακρωτήριν Θρ. Κύπρ. M 24· γίν’ οδηγός τση στράτας μου, να φύγω του χειμώνα | τσ’ ανεμικές κι ως πεθυμώ, ν’ αράξω στο λιμιώνα Ερωφ. Αφ. 60· σ’ ένα χιονάτο κι άμορφο λιμιώνα η ψυχή μου | ’ράσσει την νύκτα με χαρά και μ’ αναγάλλιασή μου Στάθ. Α΄ 304 (βλ. και αποσκαλώνω 2, αποσώνω Α1γ, Β1γ, αραδιάζω II). 3) Καταφεύγω: μα α λάχει, ξεύρεις το καλά δεν έχω άλλου που ’ράξει | ποτέ παρά στην τέχνη σου Φορτουν. Δ΄ 53· Εκλαίγαν κι εθρηνούντανε πως έχουνε να διώξουν, | πως έχουν να ’πομείνουσι σε ποια μερά ν’ αράξουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 5302· Η λάβρα επήγαινε ψηλά κι όλοι την εκοιτάξαν’ στον άγιο Αντρέα ετρέξανε πολλότατοι κι εράξαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 48218 (βλ. και αποστροφή 3).
αρμάδα (I),- η, Διήγ. Βελ. (Cant.) 84, Περί ξεν. A 134, Απολλών. 132, Μαχ. 2022, 14436, 14819, 1948, 4826, Γεωργηλ., Βελ. 228, Ριμ. Βελ. 167, Βουστρ. 496, Έκθ. χρον. 143, 796, Κορων., Μπούας 73, Βεντράμ., Φιλ. 321, Ιστ. Βατοπ. 39, Αχέλ. 1654, Κώδ. Χρονογρ. 49, 68, Θρ. Κύπρ. K 64, Θρ. Κύπρ. M 232, Χρον. σουλτ. 4724, Ιστ. πολιτ. 195, Ιστ. πατρ. 1255, Μηλ., Οδοιπ. 641, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 399, Δωρ. Μον. ΧVIII, Σταυριν. 374, Σουμμ., Ρεμπελ. 162, Διήγ. πανωφ. 55, Διήγ. ωραιότ. 850, Άσμα πολ. 359, Λεηλ. Παροικ. 19, 267, 521, 610, Τζάνε, Κρ. πόλ. 14711, 18521, 2424, 30426, 3719, 49218, Διακρούσ. 767 κ.π.α.
Από το βενετ. armada. Η λ. και σήμ. (ΙΛ). Βλ. πάντως και Lampe, Lex.
1) Στόλος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ): Του να ’σαι καπετάνιος εφ’ όλην την αρμάδα Γεωργηλ., Βελ. 228· Στείλαντες … νέους τεσσαράκοντα, όπως πυρπολήσοσι την αρμάδα κρυφίως Έκθ. χρον. 143. Βλ. και αρμάτα, αρμάτωμα. 2) Στρατιωτική δύναμη: την Πέφτην τῃ γ΄ Μαρτίου ,ατοδ΄ Χριστού επεσώθησαν τα κάτεργα τους Γενουβήσους εις την Κερυνίαν και αρμάδα της γης εις την συντροφίαν των κατέργων Μαχ. 4826· όλοι εκεί εχάθηκαν μ’ όλες τους τες αρμάδες Σταυριν. 374. Βλ. και άρμα (Ι) 2.
αστοιβίδα- η, Άσμα πολ. 359.
Από το ουσ. αστοιβή και την κατάλ. ‑ίδα (Βλ. Παπαδ. Α., Αθ. 53, 1949, 201). Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Φρύγανο αγκαθωτό (Η χρ. και σήμ., ΙΛ): Να βγάλουν αστοιβίδες και αγρουλίδια Άσμα πολ. 359. — Βλ. και λινόξυλο.
γιανιτσαριά- η, Άσμα πολ. 359· γιανιτσαρία, Χρον. σουλτ. 13221.
Από το ουσ. γιανίτσαρος και την κατάλ. ‑ιά.
Στρατός από γενιτσάρους: την οποίαν (ενν. την Μεθώνην) την επολέμα με πάσα λογής άρματα ... και η γιανιτσαρία με τα τουφέκια Χρον. σουλτ. 13221.
ερημάζω,- Αλεξ. 170α· ερημάζω ή ρημάζω, Χρον. Τόκκων 59, 91, 123, 374, 409, 471, 1260, Σαχλ. N 152, Δεφ., Λόγ. 699, Παλαμήδ., Βοηβ. 21, Ιστ. Βλαχ. 538, Πρόλ. άγν. κωμ. 38, Διακρούσ. 7069, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1468, 17213, 23415· ρημάζω, Χρον. Μορ. P 6705, 8804, Θησ. Β΄ [126, 612], Γ΄ [537], Σαχλ., Αφήγ. 79, 110, Πένθ. θαν.2 284, Ερωφ. Β΄ 386, Ιστ. Βλαχ. 1524, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [641], Άσμα πολ. 359-60, Λεηλ. Παροικ. 72, Διακρούσ. 10415, Τζάνε, Κρ. πόλ. 24324, 3871· ’ρημάσσω, Σαχλ. N 381, Τζάνε, Κρ. πόλ. 2413, 2495, 34720, 3579, 39515, 3977, 5475, Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. 106· μτχ. ερημασμένος, Τζάνε, Κρ. πόλ. 24317, ’ρημασμένος, Θησ. Δ΄ [132], Ζ΄ [418], Αχέλ. 2479, Ιστ. Βλαχ. 271, 349, Φορτουν. (Vinc.) Αφ. 40, Πρόλ. 30, Τζάνε, Κρ. πόλ. 17929, 3311, 4601, 4966, 53516, 55922, 57316, 58318.
Το μτγν. ερημάζω. Ο τ. ρημάζω και σήμ. (Δημητράκ., λ. ρημάζω). Η λ. και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.).
Α´ Μτβ. 1) α) Καταστρέφω, λεηλατώ (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. ρημάζω 1): Εκούρσευσαν, επήρασιν, ερήμαξαν τον τόπον Χρον. Τόκκων 70· επάτησαν τους τόπους μας κι ερήμαξαν χωρία Διγ. O 2129· β) σκοτώνω: ερήμαξε τους χριστιανούς χωρίς παρηγορία Διακρούσ. 7816 ρημάζοντας επήγαιναν και ζώα και ανθρώπους Διακρούσ. 1068. 2) καταστρέφω κάπ. οικονομικά: οι πολιτικές τον κόπελον, παιδίν μου, αν τον φιλούσιν| πτωχαίνουν κι ερημάζουν τον κι ύστερον τον γελούσιν Σαχλ. Α′ (Wagn.) M 358· αφού τον (ενν. τον ζαριστήν) ερημάζουσιν, ετότες μεταγνώθει Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 165. Β´ (Αμτβ.) καταστρέφομαι, ρημάζω (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. ρημάζω 3): ερήμαξε το σπίτι Ιερεμίου Ιστ. Βλαχ. 715· το αμπέλι ημέλησε και ερήμαξεν εις αυτού τον καιρόν Χειλά, Χρον. 354· η χώρα του ερήμαξε, πένθος εκαταστάθη Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 73. Η μτχ. ερημασμένος/’ρημασμένος ως επίθ. = 1) Έρημος (κυριολ. και μεταφ.), στερημένος: με τ᾽ όνομα του βασιλιού μονάχα στολισμένο| κι απ’ αρετές και φρόνεψη γδυμνό και ’ρημασμένο Ερωφ. Δ΄ 314· επόμενεν ο κόσμος χαλασμένος| και απ’ όλα τα ποιήματα γδυμνός και ’ρημασμένος Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. β΄ 112. 2) Παραμελημένος: το ένα κομμάτι (ενν. τον αμπελιού) ... είναι ξεριζωμένο και το άλλο είναι ερημασμένο Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 7306.
κατεβάζω,- Προδρ. N 255, Περί ξεν. A 427, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 150, Θρ. Κων/π. διάλ. 118, Αλεξ. 1386, Πεντ. Γέν. XLIV 29, Αρ. IV 5, X 17, Κώδ. Χρονογρ. 49, Ιστ. πατρ. 17811, Αλφ. καταν. 7, Πανώρ. Α΄ 373, Β΄ 68, Φαλλίδ. 40, Σουμμ., Ρεμπελ. 1756, Διγ. Άνδρ. 39514, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1490, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β΄ 68, Συναδ., Χρον. 46, 65, 66, Βακτ. αρχιερ. 178, Τζάνε, Κρ. πόλ. 26510, 51626, 53916, 5402· καταβάζω, Πεντ. Γέν. XLIV 21· κατηβάζω, Διγ. O 688.
Από το αρχ. καταβιβάζω. Το ‑ε‑ από τους παρωχημένους χρόνους (Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 30). Για τον τ. καταβάζω βλ. Hatzid., Einleit. 153 και για τον τ. κατηβάζω πβ. τον τ. ανηβάζω, ά. ανεβάζω.
Α´ Μτβ. 1) α) Οδηγώ κάπ. ή φέρνω κ. από ψηλότερο σημείο σε χαμηλότερο: οι ποπολάροι ήθελαν να τον κατεβάσουν από το κάστρο κάτου εις την χώραν με τιμή Σουμμ., Ρεμπελ. 174· ανέβηκαν εις το όρος ... επήραν εις το χέρι τους από τον καρπό της ηγής και εκατέβασαν προς εμάς Πεντ. Δευτ. I 25· β) φέρνω από τα μεσόγεια στα παράλια: την αιχμαλωσίαν οπού έκαμναν εις ανθρώπους και εις ρούχα τα εκατέβαζαν κάτω εις τον αιγιαλόν και τα επερνούσαν την ανατολήν Κώδ. Χρονογρ. 529· γ) οδηγώ νοτιότερα: ο Ιοσέφ εκατεβάστην εις την Αίγυφτο Πεντ. Γέν. XXXIX 1. 2) α) Κινώ ή στρέφω προς τα κάτω· (για δάκρυα) χύνω: Ο δε νέος εσήκωσεν την χείραν του υψηλά και εκατέβασέν την ... και έδωσεν την λέαιναν εις την κεφαλήν Διγ. Άνδρ. 34612· τα μάτια καταβάζει, κάθεται χολιασμένη Σαχλ. N 328· αφ’ τα μάτια της ... δάκρυα κατηβάζει Διγ. O 944· β) ρίχνω από ψηλά: όταν έκοψαν τες σκαλωσίες του τούρλου, έβαλαν και εις την εκκλησίαν νερόν πολύν έως οπού εκατέβαζαν (έκδ. ‑ζε· διορθώσ.) τα ξύλα και εκτυπούσαν εις το νερόν Διήγ. Αγ. Σοφ. 15938· γ) παρασέρνω προς τα κάτω: ο ποταμός ο χείμαρρος εκατέβασεν πολλήν άμμον Μαχ. 109· δ) (με υποκ. το ουσ. ώρα) προκαλώ: κατέχοντας τα κίνδυνα τά κατεβάζει η ώρα Φαλιέρ., Ιστ.2 150· ε) (προκ. για εμπόρευμα) μειώνω την τιμή: σε πολλή τιμή τον λέγεις (ενν. τον γέρο)· μόν’ κατέβασέ τον λίγο Πτωχολ. A 77. 3) α) Αναγκάζω κάπ. να κατεβεί από κάπου: απήραν ξύλα ... και λίθους,| την σκάλαν με εκατέβασαν μετά πολλού του τάχους Προδρ. I 255· ’λάφι ωσάν αυτό άφηκα να μου φύγει (παραλ. 1 στ.)! Πόσες φορές εκ τα βουνιά τούτα εκατέβασά το!| Μα ’τρεχε σαν τον άνεμο Πανώρ. Β΄ 68· β) βοηθώ κάπ. να κατεβεί, αποβιβάζω: Ο καπετάνος ... έρριψεν μίαν βάρκαν από το κάτεργον και έπεψέν την ... με γραφήν| εις τον αμιράν λαλώντα πως: «... ο ρήγας έπεψεν μαντατοφόρους να πάσιν εις τον σουλτάνον και θέλω να τον κατεβάσω εις την γην ...» Μαχ. 2768. 4) Ταπεινώνω, υποβιβάζω: ο θυμός του αφέντη πολομά πολλήν ζημίαν ... και άλλους εμπάζει και άλλους κατεβάζει Μαχ. 24429· Άλλον υψώνει ο καιρός και άλλον κατεβάζει Αιτωλ., Βοηβ. 374· τους μεν ανάγει (ενν. ο κόσμος) προς καιρόν, τους δε άλλους κατεβάζει Αλφ. 147. 5) Αποσυνδέω, λύνω: όταν συνεπάρει το μίσκαν να κατεβάσουν αυτό οι Λεβίμ και όνταν απλικεύγει το μίσκαν να στήσουν αυτό οι Λεβίμ Πεντ. Αρ. I 51. 6) (Προκ. για γενεαλογία) αριθμώ από παλαιότερα προς τα σύγχρονα: απ’ αυτόν κατεβάζει την γενεαλογίαν έως τον Χριστού γενεάς τεσσαράκοντα δυο Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Υπόθ. Ματθ. Β´ Αμτβ. 1) (Με υποκ. το ουσ. νους) επινοώ, είμαι εφευρετικός: Η γλώσσα στίχους να μιλεί κι ο νους να κατεβάζει Τζάνε, Κρ. πόλ. 39826. 2) (Με υποκ. το ουσ. ουρανός) ρίχνω δροσιά: προς ηγή σιτάρι και μούστο, απατά οι ορανοί του να κατεβάσουν Πεντ. Δευτ. XXXIII 28. Γ´ (Απρόσωπ.) ρέει, τρέχει: Ουδέν γαρ ήφηνεν (ενν. ο δράκων) νερόν ποσώς να καταβάσει| εκ του βουνού της κορυφής, του ποταμού εκείνου| εις του πατρός μου την αρχήν Καλλίμ. 655. Φρ. 1) Κατεβάζω αρμάδα = εκστρατεύω με στόλο: Μ’ επιβουλίαν αρμάδα κατεβάζει Άσμα πολ. 359. 2) Κατεβάζω τ’ άστρα ή τον ουρανό με τ’ άστρα = κατορθώνω με μαγείες τα ακατόρθωτα (Βλ. Κουκ., ΒΒΠ Ϛ΄ 321): Τον ήλιο σταίνω ’ς τσ’ ορανούς και τ’ άστρη κατεβάζω Πανώρ. Α΄ 373· Ήτο μια γρα στην Έγριπον, ...| μάισσα που κατέβαζε τον ουρανό με τ’ άστρα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 892. 3) (Προκ. για μάτια) κατεβάζω ποτάμια = χύνω δάκρυα: Τα μάτια τση από τη χαρά ποτάμια εκατεβάζα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 1103.
μελιτακιά- η.
Από το ουσ. μελίτακας (Πβ. Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Γ΄, λ. μελίτακας) και την κατάλ. -ιά. Για τη σημερ. χρ. της λ. βλ. Χατζιδ., Αθ. 29, 1917, 211, Μιχ. Τρανός, Λαογρ. 9, 1926/28, 248 και σημ. 2, Άμ., Χιακ. Χρον. 6, 1925, 45. Η λ. και σε δημ. τραγ. (Τραγ. Αληδ. 434).
Πλήθος από μυρμήγκια, μυρμηγκιά: Σαν τη μελιτακιά αρίθμητ’ ήσα Άσμα πολ. 359-60.
μυρίζω,- Προδρ. II Η 28, III 216bb χφ g κριτ. υπ., 412d χφ g κριτ. υπ., Καλλίμ. 1407, Διγ. (Trapp) Gr. 1204, 3458, Διγ. Z 2794, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 237, 1649, Βέλθ. 704, Ερωτοπ. 7, 158, Χούμνου, Κοσμογ. 334, 770, 1374, Απόκοπ.2 26, 83, Κυπρ. ερωτ. 426, 977, Πανώρ. Β΄ 521, Γ΄ 343, Ε΄398, Ερωφ. Πρόλ. 88, Ιντ. β΄ 86, 140, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 418, 663, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [848], Β΄ [130], Γ΄ [7], Φορτουν. (Vinc.) Αφ. 49, Β΄ 313, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1357, 1428, 23528, κ.π.α. (μέσ.) μερίζομαι, Κρασοπ. (Eideneier) L 54 (76).
Το αρχ. μυρίζω. Η λ. και σήμ., καθώς και στους τ. μερίζω, μερίζομαι.
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) α) Αλείφω ή τρίβω κάπ. με μύρο ή άλλες αρωματικές ουσίες: Διγ. O 1194· (με σύστ. αντικ.): Χρον. βασιλέων 1198· β) (προκ. για νεκρό πριν από την ταφή): στολίζεις, μυρίζεις (ενν. το νεκρόν σώμα) και παραπέμπεις τῳ τάφῳ Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. IV 798· Ταφιασταί μυρίσαντες ʼΛεξάνδρου το κορμάκι| και μέσα το εβάλασι εις το χρυσό λαρνάκι Αλεξ. 2927· γ) (προκ. για το σώμα του Χριστού): ο Χριστός ελάλησεν ... (παραλ. 4 στ. ): Αυτή το μύρον έβαλεν ... |εις το εδικόν μου ...| το κορμίν, ως διά να το μυρίσει| και να έναι πάντα ανάμνησις του ενταφιασμού μου Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 45· επρόλαβε να μυρίσει το κορμί μου διά τον ενταφιασμόν μου Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Μάρκ. ιδ΄ 8. 2) (Μεταφ.) δίνω χαρά, ανακουφίζω: όντα κοιτάξω Κρητικό σε ρούγα να γυρίζει,| στολίζει την καημένη μου καρδιά και τη μυρίζει Τζάνε, Κρ. πόλ. 57220. 3) Κάνω κάπ. ή κ. να ευωδιάζει, ραίνω κ. με άρωμα: οικέτιδες …| … άνθη κατέχουσαι ρόδα τε και μυρσίνας,| τον αέρα μυρίζουσαι οσμαίς θυμιαμάτων Διγ. (Trapp) Gr. 1798. 4) α) Αναδίδω κάπ. οσμή· έχω κάπ. άρωμα, ευωδιάζω από κ.: έπρεπεν η μαύρη γη …| ... ν’ αναβρεί (έκδ. αναθρεί· διόρθ. Ξανθ., B-NJ 2, 1921, 203) ροδόσταμαν και να μυρίζει μόσχον Αχιλλ. N 1754· τον μόσχον και τον ξυλαλάν μυρίζει η ελικιά σου Ερωτοπ. 223· Μπλιο ζαμπέτια δε μυρίζω, μα βρομώ όλος και σκανίζω Φαλλίδ. 47· (με είδος σύστ. αντικ.): ωσάν εφύσα ο άνεμος και επέφταν πολλάκις τα άνθη, εμύριζαν πολλήν και εύμορφην μυρωδίαν Διγ. Άνδρ. 40019· β) αποπνέω, αναδίδω· (μεταφ.) κάνω έκδηλα φανερή μια ιδιότητά μου: πόθο κι ερωτιά μυρίζεις Πιστ. βοσκ. II 2, 172· πνέεις ερωτιάν και πόθ’ όλος μυρίζεις Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [543]· Πού τόσοι νιοι ... που …| … μοσκοραίνα στα στενά και πόθον εμυρίζα; Ερωφ. Πρόλ. 64· γ) (μεταφ.) κάνω φανερό, πιστοποιώ, αποδεικνύω: οι τάξεις μου οι ευγενικές ... την τιμή μυρίζου Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. β΄ 83· τα λόγια σου πολλή αρχοντιά μυρίζου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1686. 5) Οσφραίνομαι· απολαμβάνω την ευωδιά ενός πράγματος: φέρνει (ενν. η φινίτσα μου) από τα λούλουδα του κόσμου και μυρίζει Τζάνε, Κρ. πόλ. 58323· Το λασμαρίν τους άρρωστους μυρίζοντα βουθά τους,| γιανίσκει και παρηγορά Κυπρ. ερωτ. 1155. Β´ Αμτβ. 1) (Προκ. για άγιο) αναβλύζω μύρο: ευρήκασι το κορμίν της άγιον (ενν. της Θεοφανώς) και εμύριζε και ήκανε θαυμάσια Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 436. 2) α) α1) Αναδίδω οσμή: από την πτωχειάν τα ρούχα των μυρίζουν (έκδ. μοιρίζουν· διόρθ. Papadim., Viz. Vrem. 1, 1894, 647) Γεωργηλ., Θαν. 444· (εδώ σε μεταφ.): ως κοδιμέντα δέξου τους (ενν. τους στίχους), ποσώς αν ου μυρίζουν Προδρ. I 13· α2) (προκ. για το χώμα) αναδίδω τη χαρακτηριστική μυρωδιά μετά τη βροχή: απάρτι εμύρισεν η γης να σκεπαρνομαλίζουν (ενν. οι γεωργοί) Ημερολ. 382· β) αναδίδω ευχάριστη μυρωδιά, ευωδιάζω: Σαν ξεραθεί ο βασιλικός, Γιαννούλη, δε γυρίζει| στην πρώτη ντου ομορφιά ποτέ, καλά και να μυρίζει Πανώρ. Γ΄ 308· εκ των αρωμάτων τε μυρίζει η εκκλησία Φυσιολ. (Legr.) 769· οι αρχόντισσες γυρίζουν| και ως από μόσχου και λουτρού περνώντα να μυρίζουν Απόκοπ.2 120· γ) αναδίδω δυσάρεστη μυρωδιά, βρομώ: κορμιά ανοιμένα εθώριες κι εμυρίζαν,| σκουλήκια εις τες καρδιές κι εμυρμηκίζαν (έκδ. εμυρμηρίζαν Ξανθ., BZ 18, 1909, 590 = Ξανθ., Μελετ. 248) Τζάνε, Κρ. πόλ. 13817. 3) α) (Μεταφ. και σε μεταφ.) γίνομαι αντιληπτός: Κυπρίδημος εκράζετο, πολλοί τον εγνωρίζα,| όλα του τα καμώματα από μακρά εμυρίζα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 506· οι ανθοί της αρχοντιάς από μακρά μυρίζου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 294· β) φανερώνω την προέλευσή μου, την καταγωγή μου (Πβ. την παροιμία στη Χίο: ο μάντης ρήγας να γενεί πάλι μαντιάς μυρίζει, Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Β′ 325): μάγκιπος υιός υπάρχεις| και κακής τσερβέλας τέκνον (παραλ. 2 στ.), μόνο η φύσις σου μυρίζει| από βασιλείας άλλης· | η αρχή και εξουσία| κάμνει σε και βασιλέα Πτωχολ. P 299. Γ´ Απρόσ. (πιθ. με γεν. προσ.) επιθυμώ, μου δημιουργείται η επιθυμία (Για τη χρ. και τη σημασ. βλ. v. Gemert [Φαλιέρ., Ιστ.2 σ. 166, 196]: ο καιρός το δίδει,| σότα μυρίζει, το γλυκύ να φάγομεν τ’ απίδι Φαλιέρ., Ιστ.2 700. IΙ. Μέσ. Α´ (Αμτβ.) έχω την αίσθηση της όσφρησης: να δουλέψετε εκεί είδωλα κάμωμα χέρια αθρώπου ξύλο και πέτρα ος δεν εβλέπουν και δεν ακούγουν και δεν τρων και δεν μυρίζουνται Πεντ. Δευτ. IV 28. Β´ Μτβ. 1) (Με σύστ. αντικ.) αλείφομαι με μύρο: Άσμα πολ. 360. 2) α) Μυρίζω κ., αισθάνομαι τη μυρωδιά που αναδίδει κ. (Η χρ. και σήμ. στην Κρήτη, Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Α′ 137 και στο ποντιακό ιδίωμα, Παπαδ. Α., Λεξ.): θυμίαμα μυρίζομαι Αιτωλ., Μύθ. 504· ουκ οίδα πώς χορτάζουσιν οι δεκατρείς τον μήνα,| πάντως αν το μυρίζονται (ενν. το οινάριον), μόλις να τους αρκέσει Προδρ. II Η 28· (με είδος σύστ. αντικ.): εφίλησεν (ενν. ο Ιτσχάκ) αυτόν και εμυρίστην τη μυρωδιά των ρούχων του Πεντ. Γέν. XXVII 27· β) οσφραίνομαι, απολαμβάνω την ευωδιά ενός πράγματος: αν εύρω τσίπουρον στην γην, σκύφτω, μυρίζομαί το Διήγ. εις τους κρασοπατέρας 113· Ρόδα, νερά γλυκόβρυτα η στράτα σου να γέμει,| να πίνεις, να μυρίζεσαι, ποτέ να μη διψάσεις Ντελλαπ., Ερωτήμ. 3150· (σε μεταφ.): οι φίλοι μου να το δεχτούν και να το μυρισθούσι (ενν. το δένδρον),| τα λόγια τούτα που ’ν’ εδώ ν’ ανοίξουσι να δούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 1357· γ) (μεταφ.) αντιλαμβάνομαι, «παίρνω είδηση»· υποψιάζομαι (Η σημασ. και σήμ.): φακρασήν με λέγουσι κι εγώ ου μυρίζομαί το Προδρ. III 263α χφφ CSA κριτ. υπ.· δ) (προκ. για το Θεό) αναγνωρίζω· αποδέχομαι, ικανοποιούμαι με κ. (Πβ. και ά. μυρωδιά σημασ. 3): εμυρίστην ο Κύριος τη μυρωδιά της ανάπαψης και είπεν: « ... να μη προσμίξω να καταριστώ ακόμη την ηγή» Πεντ. Γέν. VIII 21· την ταπείνωσίν μου την εμυρίσθηκεν ο Θεός και του άρεσεν Ροδινός (Βαλ.) 116. Η μτχ. ως επίθ. (Η χρ. και σήμ. στην Κύπρο, Σακ., Κυπρ. Β΄ 670) = 1) Που έχει οσμή χαρακτηριστική: Βάνει (ενν. ο Ιακώβ) τα ρούχα του Ησαύ, απού ’σα μυρισμένα,| και τα δικά του ευρέθησαν παραμεράς ριμένα Χούμνου, Κοσμογ. 1381. 2) α) Ευωδιαστός, μυρωδάτος: χόρτα μου δροσοφύτευτα κι αθθοί μου μυρισμένοι Κυπρ. ερωτ. 11210· βότανα και λουλούδια μυρισμένα Βοσκοπ.2 46· Χείλη γλυκιά και ονόστιμα, στόμα μου μυρισμένο Πανώρ. Β΄ 195· γυρίζω στου Ρινάλδο μου τη μυρισμέν’ αγκάλη Ερωφ. Ιντ. β΄ 140· β) (μεταφ. και σε μεταφ.): του Αβραάμ τους μυρισμένους κόλπους Τζάνε, Κατάν. 283· το μυρισμένον και αθιμένον περβόλιν το αγιασμένον του αγίου Πνεύματος Άνθ. χαρ. 28723-4· «Ω δαίμων,| διατί εράς πάντων των αλλοτρίων,| πηγήν έχων αθόλωτον, όλην μεμυρισμένην;» Διγ. Z 3708· η γνωστική Ερωπρικούσα,| το ξόμπλι της τιμής και ο μυρισμένος της ευγενιάς ανθός Πιστ. βοσκ. IV 3, 92· στο λιβάδι τσ’ αρετής είν’ μυρισμένοι κρίνοι Λίμπον. 144· Των αρετώ τα ʼπωρικά πάντά ʼναι μυρισμένα Ερωφ. Α΄ 41· γ) (σε προσφών. αγαπητού προσ. με τα ουσ. φως, μήλον, ρόδο, κλπ.): διά τούτο εβράδυνα, φως μου μεμυρισμένον Διγ. (Trapp) Gr. 3123· Ρόδον μου ευθαλόφυτον, μήλον μου μυρισμένον Διγ. Z 2878· τριαντάφυλλό μου κόκκινο και ρόδο μυρισμένο Διγ. O 1755. 3) Αρωματικός: Ρίξετε απάνου εις αυτήν (ενν. τη φωτιά) πράγματα μυρισμένα,| λιβάνι, μύρα, αρώματα, πράγματα ευωδισμένα Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [399].
μύρο(ν)- το, Θησ. Ζ΄ [487], Έκθ. χρον. 6731, Σεβήρ., Τελ. Σημειωμ. 27, 34, Άσμα πολ. 359-60
Το αρχ. ουσ. μύρον. Η λ. και σήμ. (‑ο).
α) Αρωματικό λάδι, φυτικό ή τεχνητό (Βλ. και Κουκ., ΒΒΠ Δ΄ 347-9): Ρίξετε απάνου εις αυτήν πράγματα μυρισμένα,| λιβάνι, μύρα, αρώματα, πράγματα ευωδισμένα Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [400]· Μύρα κρατά και βάλσαμα χαριτοκυματίζει (ενν. η Δέσποινα),| όπου σταθεί αρωματών και μυρωδία μυρίζει Σκλέντζα, Ποιήμ. 745· β) (προκ. για το μύρο που πιστεύεται πως αναβλύζει από τα σώματα των αγίων· βλ. και Lampe, Lex. στη λ. Α. 5): Εκεί υπάρχει το σεπτόν λείψανον της ρυτήρος| Αικατερίνης μάρτυρος Ιησού του Σωτήρος (παραλ. 4 στ.), όθεν και μύρον εύοσμον διηνεκώς εκβλύζει Παϊσ., Ιστ. Σινά 625. Εκφρ. (εκκλ.) α) άγιο μύρο = το αρωματικό λάδι με το οποίο ο ιερέας χρίει το βαφτιζόμενο: τη θάλασσα εκείνη, οπού είναι η Αγία Τράπεζα, και μυρίζει θαυμασιοτάτην μυρωδίαν από το άγιο μύρο οπού έχει Δωρ. Μον. (Βαλ.) 44· β) μέγα μύρο = άγιο μύρο· βλ. ά. μέγας 21. — Βλ. και ά. μύρος το.
πανώραιος,- επίθ., Διγ. (Trapp) Gr. 900, Ανάλ. Αθ. 50, Ερμον. Ν 67, Χρον. Μορ. H 5304, 6631, Φλώρ. 793, Αχιλλ. N 768, 977, κ.α.· πανωραίος, Διγ. (Trapp) Gr. 1223, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1656, 1664, 1672, Λίβ. Esc. 1426, 1914, Αχιλλ. L 676, Αχιλλ. (Smith) O 54, Βυζ. Ιλιάδ. 193, Προσκυν. Λαύρ. 874 9619· υπερθ. πανωραιότατος, Διγ. Z 744, 867, 4089, 4096, 4523, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 126, Διγ. Άνδρ. 33026‑7, 37729, 40013, 40327· πανώριος, Ch. pop. 90, 123, 128, 189, 239, 287, Αγν., Ποιήμ. Δ΄ 23, 44, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1331], Κορων., Μπούας 7, Βοσκοπ.2 9, 306, 460, Άσμα πολ. 359-60.
Από το α΄ συνθ. παν‑ και το επίθ. ωραίος. Ο τ. πανώριος και σήμ. Το θηλ. πανώρια και σήμ. ως κύρ. όνομ. (Ψάλτ., Θρακικά 149). Η λ. το 10. αι. (Steph., Θησ.).
1) α) Πολύ όμορφος, πανέμορφος: Ένας πανώραιος άγουρος αγαπά ωραίαν κόρην Ερωτοπ. 164· η μήτηρ του η πανεύγενος, εκείνη η πανωραία Αχιλλ. (Smith) O 54· μέγας, θρασύς, πανέμορφος, πανώριος καβαλάρης Ιμπ. 347· μετά της κόρης τής λαμπράς και πανωραιοτάτης Διγ. Z 3915· ρωμαϊκόν (ενν. πουλάριν), πανώραιον Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1471· (προκ. για πράγματα): εφαίνετο η τοποθεσία πανώραια ως παραδείσιν Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1626· ρόδα και μυρίσματα, έδε πανώραιος τόπος Αχιλλ. N 976· Είδε ναούς πολυτελείς, όμορφοι στα θεμέλια,| είδε και περιβόητα πανώρια περιβόλια Αλεξ. 2324· αυλήν εποίκεν θαυμαστήν, πανώραιαν φισκίναν Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1648· Είχες νερά τρεχάμενα, είχες πανώριες βρύσες Θρ. Κων/π. B 42· Η ζωγραφία του Σομπορίου πάσα| ως πανθαύμαστος δοκεί και πανωραία| χειρός ως ούσα των παλαιών ζωγράφων Κυρίλλου, Ρωσσ. περιγρ. 406· β) (ως προσφών.): λυπήσου με τον ξένο (παραλ. 1 στ.) που σε δούλευγα, πανώρια Αγν., Ποιήμ. Β΄ 7· εάν θελήσω εγώ ποτέ λυπήσαι την ψυχήν σου| ή θλίψω την καρδίαν σου, ω πανωραιοτάτη Διγ. Z 1944· γ) (ειρων.): εσύ πανώραιε ανήρ, φάγε πίε Σπανός (Eideneier) Α 262· δ) (με υπερθ. σημασ.): Έμορφον, καλοπρόσωπον, πανώραιον του κόσμου (ενν. παιδόπουλο) Χρον. Τόκκων 3475. 2) Ταιριαστός, ευχάριστος· (εδώ ειρων.): έδε πανώραια συντροφιά ’ς μονόπορο λιβάδι,| και ο κάτης με τον ποντικό χορεύγουσιν ομάδι Κάτης 97· 3) (Προκ. για τραγούδι) μελωδικός: η ακαταδούλευτος, η εξεχωρισμένη,| γλυκύν τραγούδιν ήρχισεν, έμορφον, πανωραίον Αχιλλ. L 676. Το θηλ. του επιθ. πανώριος ως κύρ. όνομ.: Πανώρ. Α΄ 97· (σε μεταφ.): κάμε ωσάν Πανώρια όχι Μεδέα Κυπρ. ερωτ. 13822.
σοκάκι(ν)- το, Άσμα πολ. 359-60, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 1816, 4792.
Από το τουρκ. sokak (Redhouse). Ο τ. σοκάκιν και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. σοκκάκι(ν), Μηνάς, Ιδιώμ. Καρπάθου, λ. σοκκάκιν). Τ. σοκάκιον σε έγγρ. του 18. αι. (Κώδ. Σισανίου (Πανταζόπ.) 10337, 38). Τ. σοκκάτ#02ιν σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Φαρμακ., Γλωσσάρ. 98, Χατζ., Λεξ.). Η λ. στον τ. σοκάκι στο Somav., σε έγγρ. του 18. (Κώδ. Σισανίου (Πανταζόπ.) 8313) και 19. αι. (Τωμ.-Παπαδάκη Α., Κρητ. έγγρ. Ά́ 18) και σήμ.
Στενός και μικρός δρόμος, σοκάκι: να περιπατεί καβαλάρης εις το παζάρι και εις τα σοκάκια Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 131· τον ηγούμενον της Γαστρίτσας έδεσαν από τα άλογα και τον έσυραν από όλα τα σοκάκια Ιστορ. δεσποτών Ηπείρ. 2116.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- το, Άσμα πολ. (Ψιλ.) 359.