Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 21 εγγραφές  [0-20]

  Βιβλ.αναφορά : Άσμα διερμ.

  • αγγαρεύω,  
    Μυστ. (Vogt) 60, Επιστ. Μωάμ. (Λάμπρ.) 6727, Δούκ. (Grecu) 3016, Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 173 ις́· αγγαρεύω ή εγγαρεύω, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 1792· αγγαρεύγω, Δωρ. Μον. (Buchon) XLII· ʼγγαρεύγω, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 212. ’γγαρεύω, Άσμα διερμ. 212· μτχ. αγγαρεμένος, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 234, Δούκ. (Grecu) 14912· εγγαρεμένος, Σπαν. (Hanna) A 224.
    Η λ. ήδη σε επιγρ. (L‑S) και παπυρ. (Preisigke-Kiessling). Ο τ. ’γγαρεύω πιθ. από μετρ. αν. Για τον τ. εγγαρεύω βλ. και Frisk, Wört. λ. άγγαρος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    Επιβάλλω αναγκαστική εργασία σε κάποιον: και τινάς να μηδέν τους εμποδίζει, ουδέ να τους αγγαρεύγει, κατά το χρυσόβουλλον Δωρ. Μον. XLII· Περί πλεονεξίας των αρχιερέων και κληρικών, Ότι να μην είναι πλεονέκται, ουδέ να αγγαρεύουν τους λαϊκούς χριστιανούς Βακτ. αρχιερ. 173 ις́· οι άρχοντες και οι πραματευτάδες να μηδέν αγγαρεύονται Επιστ. Μωάμ. 6727.
       
  • καδένα (I) 
    η, Καραβ. 49331, 49917, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 453, Αχέλ. 1683, 1687, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 465, Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 101, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [82], Φορτουν. Γ΄ 681, Ζήν. Ε' 196, 306, Τζάνε, Κρ. πόλ. 25629, 33819, 3398· καγίνα, Άσμα διερμ. 709, 734· καήνα, Θρ. Κύπρ. M 466.
    Το βενετ. cadena (Ανδρ., Λεξ.). Ο τ. καγίνα από το βενετ. caena (βλ. Παπαδόπουλλο Θ. [Άσμα διερμ. σ. 126]). Για τον τ. καήνα βλ. Kahane-Tietze, Lingua Franca 132, λ. caena, πβ. όμως και Μενάρδ., Τοπων. μελ. 311. Η λ. σε έγγρ. του 16. αι. (Βισβίζ., ΕΚΕΙΕΔ 12, 1965, 96) και σήμ. Η λ. και σήμ. ιδιωμ. (Γιαννουλέλλης, Ιδιωμ. λ. δάν. σ. 38).
    α) Αλυσίδα: με σίδερον και μιαν μακράν καδένα τους να ποίσουν Αχέλ. 1673· εις τα ποδάρια είχανε τση σκλάβωσης καδένα Τζάνε, Κρ. πόλ. 37714· καδένα την αγάπη σου σφικτά κρατεί δεμένη Ιντ. κρ. θεάτρ. Γ΄ 40· θέλει τα χαράτσια| οπού χρωστούσι, αλλέως στην καδένα όλοι να μπούσι Λεηλ. Παροικ. 84· β) αλυσίδα που κλείνει την είσοδο λιμανιού: ο Έπακτος ... έχει πόρτο με καδένα και έναι κτισμένο περφόρτσα και ξύλα χοντρά δεν ημπορούν να μπουν μέσα Πορτολ. A 2102· γ) περιδέραιο, κόσμημα: μια καδένα ολόχρυση στον τράχηλον του βάνει Τζάνε, Κρ. πόλ. 32824· την άλυσιν την αργυράν, της μέσης την καδένα Γεωργηλ., Θαν. 143.
       
  • καθαιρώ, 
    Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 319r, 320r, 368r.
    Το αρχ. καθαιρέω. Η λ. και σήμ. ως λόγ.
    1) Παύω από το αξίωμα: μετ’ αυτήν την άδικον συκοφαντίαν, οπού είπαν του πατριάρχου, ηθέλησαν να τονε καθήρουν και να τον απεδιώξουν Ιστ. πατρ. 1039· καθαιρούσιν τον παπάν! ε, συμφορά μεγάλη! Γλυκά, Στ. 271· Πολλά συνομιλήσασιν, τον γέρονταν κοιτάζουν (παραλ. 1 στ.), ηύραν πολλά εγκλήματα, είπαν να τον καθήρουν Άσμα διερμ. 439. 2) Εξαλείφω, απομακρύνω: εν αυτῴ το κρέας του ιέρακος έμβαψον και πάσας τας αιτίας των εντός αυτού καθαιρείς Ορνεοσ. αγρ. 56522. 3) Καταδικάζω: δεν ηξεύρετε ότι ... οι νόμοι σάς καθήρουν; Ιστ. πατρ. 17513.
       
  • καθάρια, 
    επίρρ., Χρον. Μορ. P 113, 6930, Αχιλλ. (Haag) L 510, Ιμπ. (Legr.) 982, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 562, Αλεξ. 157, Απόκοπ. 250, Αχέλ. 1598, 1869, Ερωφ. Α΄ 450, Δ΄ 728, Ερωτόκρ. Α΄ 424, 1705, Στάθ. (Martini) Γ΄ 196, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [210], Β΄ [63], Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 126, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [123], [1257], Πιστ. βοσκ. II 1, 77· καθάργα, Άσμα διερμ. 484.
    Από το επίθ. καθάριος. Η λ. στο Somav.
    1) α) Καθαρά: ωσά βρυσούλας κρυόν νερό έτσι καθάρια βγαίνα (ενν. τα δάκρυα) Ερωτόκρ. Ε΄ 1074· β) ξεκάθαρα, αναμφισβήτητα, ολοφάνερα: Boυνιά και κάμπους συντηρώ, καθάρια βλέπω τώρα| τη Μέμφη Ερωφ. Γ΄ 257· Ωσάν εις μύθον φαίνεται καθάρια των Λατίνων,| ότι άνθρωπος ουδέν δύνεται να τους το αλλάξει εκείνο,| τά έχουσιν εις τα γνωμικά και εις την κακήν τους φύση (ενν. οι γυναίκες) Συναξ. γυν. 193· Ήγγιζε το κεφάλιν του απάνω στα δοκάρια,| άγγελος ήτον με κορμίν κι εφάνηκε καθάρια Χούμνου, Κοσμογ. 692. 2) Με σαφήνεια: Παραδώσει θέλω τον λόγον καθάρια και φανερά Σοφιαν., Παιδαγ. 112. 3) Εντελώς, πέρα για πέρα: Μέσ’ εις τον ύπνον τον βαθύν καθάρια ξυπνημένος Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [972]· έκαμεν συμπεθεριάν με εκείνον τον Γιαγούπην (παραλ. 1 στ.) <αντί>, όπου ήτον δίκαιον, καθάρια να τον διώχνει Χρον. Τόκκων 3128· Απού καθάρια τσ’ οφθαλμούς ανοίγοντας θωρούμε| πως όλοι ν’ αποθαίνομε Ροδολ. Β΄ [61]. 4) Αληθινά: Καθάρια τον ανάστησεν νεκρόν από τον Άδην Χρον. Τόκκων 3436· Μα την αλήθειαν απορώ, καθάρια εξεπλήττω| το πώς εκλωθογύρισαν και κάτω και απάνω Χρον. Τόκκων 3041.
       
  • καθαρίζω, 
    Σπαν. (Μαυρ.) P 371, Ελλην. νόμ. 54520, 5598, 56012, Ορνεοσ. αγρ. 56922, Αλεξ. 219, Πουλολ. Z 138, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 682, Χρον. Τόκκων 3109, Ασσίζ. 25930, Μαχ. 6821, 39011, Σκλέντζα, Ποιήμ. 33, Βουστρ. 529, 533, Αιτωλ., Μύθ. 466, Κυπρ. ερωτ. 1172, 1379, Ευγέν. 496, Στάθ. (Martini) Α΄ 319, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [531], Ζήν. πρόλ. 23, Τζάνε, Κρ. πόλ. 20724, 56623· καθερίζω, Προδρ. IV 200, Σπανός (Eideneier) A 361, Πουλολ. 149, Θησ. Θ΄ [71], Πεντ. Γέν. XXIV 8, Αρ. XIX 12, Ζήνου, Πρόλ. Πένθ. θαν.2 375.
    Το μτγν. καθαρίζω. Η λ. και σήμ.
    1) Καθαρίζω (μεταφ.): αφήτις ήλθε ο Χριστός, εφώτισε κι εσιάσε,| την στράταν εκαθάρισε και την γραφήν εφτιάσε Δεφ., Λόγ. 34. 2) α) Απαλλάσσω από τα περιττά, ξεχωρίζω: τα λάχανα καθάριζε και του ’ριχνε τα φύλλα Γαδ. διήγ. (Wagn.) 17· σαν χρυσάφι εις την ’στιάν θε να τσι καθαρίσω (ενν. τους χριστιανούς) Τζάνε, Κρ. πόλ. 21617· β) στερώ κάπ. από κ.: ανισώς και έχετε το θέλημα να καθαρίσετε τον ρήγα από την κληρονομίαν του Μαχ. 47417. 3) Αποσαφηνίζω, εξηγώ: ουδέν καθαρίζει (ενν. ο λίβελλος) ούτε την ημέραν, ούτε τον καιρόν, ούτε την προθεσμίαν του γάμου Ελλην. νόμ. 51729· Δηλοί λατίνικα κατά τους πολιτικούς και καθαρίζει το, καθά κάτω δηλοί Ασσίζ. 2819. 4) Εξαγνίζω: χρεία είναι, αγαπητέ, να καθαρίσομεν τον εαυτόν μας ... από παντός μολυσμού σαρκός Πηγά Μ., Περί σοφ. 68435. 5) Γιατρεύω: Χριστέ, άνοιξον τα μάτια μου, καθάρισον το φως μου Διήγ. ωραιότ. 723. 6) α) Τακτοποιώ: να ιδείς το ταχύ πόσος ασβέστης έρχεται, και καθάρισε και σπίτι διά να τον βάλεις Διαθ. Νίκων. 226· β) ρυθμίζω εκκρεμότητες, προβλήματα: Αυτός, ωσάν απόγραψεν, ήθελεν ν’ αρχινήσει,| όσα χωριά επίντωσεν για να τα καθαρίσει Άσμα διερμ. 380.
       
  • καθημερόν, 
    επίρρ., Θρ. Κύπρ. M 564, Άσμα διερμ. 242, 305· καθημέρον, Θρ. Κύπρ. M 292.
    Από την έκφρ. καθ’ ημέραν. Ο τ. από μετρ. αν.
    Κάθε μέρα: καθημερόν εχόρευαν όλοι δικοί και ξένοι Ιμπ. (Legr.) 526.
       
  • καίω, 
    Ασσίζ. 19430, 40526, Διγ. (Trapp) Gr. 643, 654, Διγ. (Trapp) Esc. 879, Χρον. Μορ. P 7904, Διήγ. Βελ. 195, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 329, Φλώρ. 538, 813, 1003, Ερωτοπ. 110, Λίβ. P 1400, Λίβ. Sc. 1071, 2385, Λίβ. (Lamb.) N 43, 923, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 120, Αχιλλ. L 523, Αχιλλ. N 789, 966, Αχιλλ. O 12, Ιμπ. 34, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 142, Μαχ. 3417, 19216, 27424, 64015, Θησ. Β΄ [824], Ch. pop. 99, 544, Έκθ. χρον. 7821, Δεφ., Λόγ. 368, Πεντ. Έξ. XXXII 20, Λευιτ. X 6, Δευτ. VII 25, Αχέλ. 1782, Χρον. σουλτ. 1172, Ιστ. πολιτ. 749, Ιστ. πατρ. 19411, Παϊσ., Ιστ. Σινά 450, Κυπρ. ερωτ. 10428, Πανώρ. Α΄ 347, Ερωφ. Δ΄ 128, Ε΄ 409, Ιστ. Βλαχ. 359, Διγ. Άνδρ. 38616, Ερωτόκρ. Α΄ 896, 2044, Β΄ 532, Γ΄ 357, 508, 1724, Ε΄ 1264, Στάθ. (Martini) Β΄ 210, Γ΄ 413, Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 158, Δ΄ 5, Συναδ., Χρον. 36, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. δ΄ 138, Ζήν. Β΄ 322, Δ΄ 277, Διακρούσ. 7811, 8521, Τζάνε, Κρ. πόλ. 15519, 2084, 3027, 32326, 3812, 46820, κ.π.α.· κάβγω, Ασσίζ. 43329, 47317, Μαχ. 1226-7, 35618, 63632, Θρ. Κύπρ. M 130, Κυπρ. ερωτ. 899, 9129, 9342, 10027· καίγω, Βέλθ. 624, Αχιλλ. L 556, Μαχ. 684, Θησ. Β΄ [136], Ch. pop. 79, 426, Δεφ., Λόγ. 617, Πεντ. Λευιτ. XXI 9, Αχέλ. 685, 1864, Παϊσ., Ιστ. Σινά 382, Εκατόλ. M 25, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 390, Κυπρ. ερωτ. 9357, Πανώρ. Α΄ 147, 199, Γ΄ 430, Δ΄ 130, Ε΄ 111, Ερωφ. Α΄ 468, 535, Γ΄ 102, Δ΄ 25, Ερωτόκρ. Α΄ 359, 1253, 2118, Β΄ 254, Γ΄ 846, Θυσ.2 735, 810, Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 62, Β΄ 5, 16, Συναδ., Χρον. 45, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [542], Γ΄ [940], Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 360, Ιντ. δ΄ 154, Ζήν. Β΄ 146, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1387, 21010, 2443, 4604, κ.π.α.· κάπτω, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 63, Τζάνε, Κρ. πόλ. 50626· κάφτω, Ασσίζ. 22229, Πουλολ. (Τσαβαρή) 432, Διήγ. Βελ. (Neap.) 180, Ερωτοπ. 215, Αχιλλ. L 103, Ch. pop. 152, Πεντ. Δευτ. XII 31· κιόμαι, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 106, 334· κιούμαι, Κυπρ. ερωτ. 9355· μτχ. καγημένος, Άσμα διερμ. 743· καημένος, Λίβ. Esc. 9, Θησ. Γ΄ [718], Πανώρ. Α΄ 40, 292, Β΄ 147, 439, Γ΄ 34, 430, Δ΄ 64, 225, Ε΄ 67, Ερωφ. Α΄ 100, 293, Β΄ 80, 266, Γ΄ 133, 145, Δ΄ 5, 166, Ε΄ 28, 543, Βοσκοπ. 218, 339, 390, Ιστ. Βλαχ. 271, 928, Ερωτόκρ. Β΄ 528, 2394, Γ΄ 147, 1691, Ε΄ 1383, Θυσ.2 67, Στάθ. (Martini) Β΄ 93, 141, Γ΄ 351, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β΄ 48, Δ΄ 75, 153, Ροδολ. Α΄ [532], Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [327], Β΄ [1071], Δ΄ [1352], Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 386, Δ΄ 497, Ζήν. Α΄ 330, Β΄ 90, Λεηλ. Παροικ. 640, Διγ. O 591, 1887, Διακρούσ. 682, 804, 11110, Τζάνε, Κρ. πόλ. 22924, 25320, 57025, κ.π.α.· καυμένος, Σάθ., ΜΒ Ϛ΄ σ. λδ΄.
    Το αρχ. καίω. Ο τ. κάφτω και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμα (Βλ. Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. καίγω στον Πόντο, την Πελοπόννησο κα. Η λ. και σήμ.
    I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) Ανάβω: Ω δάση μου πυκνότατα, φύγετ’ από σιμά μου,| μη σασε κάψου σήμερο τ’ αναστενάματά μου Πανώρ. Α΄ 2. 2) (Προκ. για κερί) λειώνω: τα έκαψαν (ενν. τα κομμάτια του χρυσού οι χρυσοχόοι) Δωρ. Μον. (Βαλ.) 42· την ψυχήν και το κορμίν ωσάν κερίν το κάπτει Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 63. 3) α) Καίω κάπ. ή κ. ρίχνοντας ή βάζοντας στη φωτιά: μετά ταύτα να τον κρεμάσουν, ει δε ένι σκλάβα, να την κάψουν Ασσίζ. 15413· εξήλθαν, έθαψαν, έκαυσαν, αναπαύσαν| οι Τρώες ... τους καλούς στρατιώτας Πόλ. Τρωάδ. 736· τούτο το γράμμα με φωτιά το χέρι μου να κάψει; Ζήν. Β΄ 86· β) πυρπολώ: εκάψασιν το εμπόριον, το κάστρον μόνι αφήκαν Χρον. Μορ. H 4666. 4) Θερμαίνω υπερβολικά: θέλει μας καύσει εις την στράταν του ηλίου το καύμα Διγ. Άνδρ. 35524. 5) α) Εξάπτω, ερεθίζω: αχώριστες φωτιές και πάθη ακάτεχά μου| καίσι και βασανίζουσι τη δόλια την καρδιά μου Πανώρ. Ε΄ 100· α θες με ξόμπλι να το δεις, στράφου και δες εμένα| πόσες φωτιές τα μέλη μου καίσινε τα καημένα Πανώρ. Β΄ 360· β) συγκινώ: την καρδιάν της έκαψεν την ευγενικοτάτην Αχιλλ. O 377· αυτείνος (ενν. ο πόθος) έχει την καρδιά τη δόλια μου καημένη Πανώρ. Γ΄ 409· (φρ.) με καίγει κ. στην καρδιά = μου προκαλεί πόνο: Από τη βρύση δροσερό νερό στο πρόσωπό ντου| θέλω να ράνω· στην καρδιά με καίγει το κακό ντου Πανώρ. Γ΄ 544· οι ομορφιές τση στην καρδιά συχνιά πολλά με καίσι Ερωτόκρ. Γ΄ 742. 6) Καταδικάζω: οπού τους έκαψεν η μοίρα τους την ώρα όπου εγεννόνταν Περί ξεν. A 156. Β´ (Αμτβ.) καίω, είμαι σα φλόγα: ογιατί καίγει (ενν. το στήθος) ως να ’τονε καμίνιν αφτωμένο Πανώρ. Β΄ 216· Καίγ’ η καρδιά μου, αντάν θωρεί ... Κυπρ. ερωτ. 495· περίσσα καίγει μια φωτιά απού ’ναι κουκλωμένη Πανώρ. Α΄ 153. II. Μέσ. 1) Καίγομαι, είμαι αναμμένος: (ενν. η καρδιά μου) ωσάν το ξύλο το χλωρό την ώραν απ’ αρχίζει| να καίγεται συχνοκτυπά και το νερό στραγγίζει Πανώρ. Ε΄ 102· Καίεται και κανδήλιον κατενώπιον ταύτης Παϊσ., Ιστ. Σινά 713. 2) Εξαφανίζομαι: Να ’χεν αστράψειν ουρανός, να ’χε καεί η ώρα, όταν εσύ βασίλευσας εκείνην την ημέραν Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 49. 3) Φλέγομαι από πάθος, υποφέρω: ιδέ την αν και καίεται αυτή ωσάν κι εμένα Ch. pop. 342· μα κείνον απού καίγεται για σένα να λυπάσαι Πανώρ. Β΄ 304· ας καίγουνται τα μέλη μου κι ας είν’ τυραννισμένα Ερωτόκρ. Α΄ 1718. 4) Θλίβομαι, λυπούμαι: αν ου μ’ εκράτει, εθλίβετον και αν ου μ’ εθώρει, εκαίτον Ερωτοπ. 399· πλήσα τονε καίγομαι (ενν. το Γύπαρη) σα να’μουν αδερφή του Πανώρ. Γ΄ 455· (φρ.) καίγεται η καρδιά μου = θλίβομαι, λυπούμαι πολύ: τα ξένα μάς εφάγασιν και εκάην η καρδιά μας Περί ξεν. A 169. Η μτχ. συνήθως στον τ. κα(η)μένος ως επίθ. = 1) Ταλαιπωρημένος: Μα ’δά ’μαι γρα κι ανήμπορη κι αν αγαπώ κιανένα,| χώνω τον πόθο μέσα μου με σωθικά καημένα Πανώρ. Α΄ 260· άλλοι γυρίζουν στα στενά καμένοι, διψασμένοι Θρ. Κύπρ. M 271· τότε την νύκταν να εβγείς καμένη από την δίψα Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 244. 2) α) Δυστυχισμένος, ταλαίπωρος, αξιολύπητος: να αναδακρυώσεις και να πεις «Ρωτόκριτε καημένε ...» Ερωτόκρ. Γ΄ 1375· κλαίασιν οι άθλιοι με μιαν φωνή καμένη Θρ. Κύπρ. M 42· ποια ολπίδα μ’ απομένει| μέσα η καημένη μου καρδιά να γιάν’ η δοξεμένη; Πανώρ. Β΄ 374· απέ το δεισ σου στέκομαι καμένος Κυπρ. ερωτ. 9910· β) καταστραμμένος: Χριστέ, τες κάτω γειτονιές να τες ιδώ καημένες,| διατί είν’ πολλές μαστόρισσες, μαυλίστριες μαθημένες Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 404. 3) Θλιβερός, κακός, άτυχος: Για τον καημένον θάνατον, που πήρ’ Ερωπρικούσα Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1411]· τούτον τον πόνον μου ’φερεν η τύχη μου η καμένη Σαχλ., Αφήγ. 604. 4) Ερεθισμένος: σκευασία ωφέλιμος εις το φλέγμα και εις κεκαυμένην χολήν Ιατροσ. κώδ. Ϡκβ΄. 5) Συμπαθητικός: Μέσα στα δέντρη κείνα τ’ αθισμένα,| που βόσκαν τα ’λαφάκια τα καημένα Βοσκοπ. 6· κι εμύριζε το σπήλιο το καημένο Βοσκοπ. 164. Η μτχ. του παρκ. καημένη και ως τόπων.: Πορτολ. A 861.
       
  • καλογερόπαπας 
    ο, Διακρούσ. 8913, Άσμα διερμ. 20.
    Από τα ουσ. καλόγερος και παπάς. Η λ. και σήμ.
    Ιερομόναχος: ο αρχηγός συν τοις λοιποίς καλογεροπαπάδες,| οίτινες θυμιάζουσι, ψάλλουσι και τροπάρια Παϊσ., Ιστ. Σινά 632.
       
  • κανίσκευμα 
    το· κανίσκεμαν.
    Από το κανισκεύω και την κατάλ. ‑μα. Τ. κανίσκεμα στο Βλάχ.
    1) Δώρο, χάρισμα: άφησ’ τα κανισκέματα εκείνα που του παίρνουν,| ’πουμέσα κι από τα χωριά καθημερόν του φέρνουν Άσμα διερμ. 241. 2) Δωροδοκία: αν ομιλήσει μια φορά, αλλά να δευτερώσει| διχώς καλόν κανίσκευμα, διχώς να τον πληρώσει; Σαχλ., Αφήγ. 363.
       
  • κάτεργον  
    το, Χρον. Μορ. H 438, Μαχ. 58414, 58632, 58835, Σφρ., Χρον. μ. 6812, Θησ. (Foll.) I 68, Απόκοπ. 309, Αχέλ. 209, 1267, 1585, 2016, Χρον. σουλτ. 1085, 14317, Σουμμ., Ρεμπελ. 169, Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 104, Λεηλ. Παροικ. 67, 411, Διακρούσ. 7215, 8311, Τζάνε, Κρ. πόλ. 18124, 3362, 33912, κ.π.α.· κάτερκον, Άσμα διερμ. 67· κάτιργον, Χρον. Τόκκων 31, 478, 611, 1838, 1895, 3747, 3774, 3786.
    Το μτγν. ουσ. κάτεργον (L‑S, λ. κάτεργος II). Για τη λ. βλ. και Kahane-Tietze, Lingua Franca 692. Η λ. και σήμ., καθώς και ως τοπων. (Συμ. 1, 1972, 51).
    Μεγάλο πολεμικό πλοίο, γαλέρα: τα Χανία, κάστρον μεγάλον, ... έχει λιμιώναν διά κάτεργα και καράβια μικρά Πορτολ. A 7111· οι Βενετσάνοι αρματώσανε τα κάτεργά τους Χρον. σουλτ. 528.
       
  • κεραυνός  
    ο, Γλυκά, Στ. Β΄ 28, Βίος Αλ. 1934, 4586, Δούκ. 33521, 3531, Κορων., Μπούας 131, Διγ. Άνδρ. 3162, Λίμπον. 316· κέραυνος, Άσμα διερμ. 171.
    Το αρχ. ουσ. κεραυνός. Η λ. και σήμ.
    Κεραυνός, αστροπελέκι: την δύναμιν και μάνητα ’ς κύματα αγριεμένα,| ’μού (= ομού· έκδ. μού· διορθώσ.) με βροντές και κεραυνούς και χάλαζα εσμιγμένα Λίμπον. 218· Ω μαυρισμένο ριζικό ... (παραλ. 1 στ.), να είχε σε καύσει κεραυνός, να είχε σε πιάσει ζάλη Λίμπον. 407· (μεταφ.): εξ εντός δε και εκτός ο κεραυνός ου παύει (παραλ. 1 στ.). Έως ενάτην ουδαμώς εσίγησεν η μάχη Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 465· με τες μπομπαρδές όλ’ αφανίσασίν το| κι εκάψαν και πολύν λαόν οι κεραυνοί εκείνοι Αχέλ. 327· (προκ. για αισθήματα) φλόγα, πόθος: βάνει πυρ και κεραυνόν εις την καρδίαν τούτου Διγ. Z 182· αλί τόν εκατέκαψεν ο κεραυνός του πόθου Λίβ. N 1367· τόν ουκ εσίμωσεν ο κεραυνός του πόθου Λίβ. Sc. 403.
       
  • κλαυθμός  
    ο, Καλλίμ. 1712, 2244, 2358, Διγ. (Trapp) Gr. 3569, Βέλθ. 1163, Διακρούσ. 6818, 8412, 9319, Τζάνε, Κρ. πόλ. 15721, κ.π.α.· κλαημός· κλαθμός, Καλλίμ. 1578, 1818, 1930, Θρ. Κων/π. (Mich.) 69, Πένθ. θαν.2 550, Κυπρ. ερωτ. 1326, Αποκ. Θεοτ. I 20, Διγ. O 578, Τζάνε, Κρ. πόλ. 15118· κλαυμός, Ανακάλ. 1, Άσμα διερμ. 635· κλιαμός, Αχιλλ. L 1333, Διγ. O 2830.
    Το αρχ. ουσ. κλαυθμός. Οι τ. κλαημός (λ. κλαϋμός) και κλαθμός στο Βλάχ., ο πρώτος και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.), ο δεύτερος και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 593).
    α) Κλάμα, θρήνος: των αγγέλων ο κλαυθμός υπάρχει μέγα θαύμα Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1132· Οι άνθρωποί του έπαιρναν τους δούλους και τες δούλες (παραλ. 1 στ.), κι εγίνηκεν κλιαμός πολύς εκείνην την ημέρα Διγ. O 167· έδε κλαημούς και δάκρυα και βρουχισμός μεγάλος Θρ. Κων/π. διάλ. 117· βαριά βαριά ’ναστέναξεν μετά κλαυθμού και είπε Ανακάλ. 24· η μάννα του γυρίζει| στον αμιρά και με κλαθμόν τον λόγον της αρχίζει Διγ. O 1020· μετά κλαυθμόν ανάκραζεν, μετά πικράς καρδίας Απολλών. (Wagn.) 376· β) έντονο παράπονο: Παιδί μου, πάψε τον κλαθμόν κι αυτά δε σε ’φελούσι Ζήν. Δ΄ 322· προσέρχουνται τῳ βασιλεί μετά κλαυθμού μεγάλου Αχιλλ. N 45· γ) θλιβερός σκοπός: ας συντροφιάσει| τέτοιο κλαθμό το θέατρο Ζήν. Α΄ 34· δ) θλίψη: στενοχωρία και κλαυθμός υπάρχει η ζωή μας Διγ. A 4759· δεν είναι παρά σε κλαθμούς το βιο μου να τελειώσω Ζήν. Β΄ 7· χωρίς οδύνης και κλαυθμού ώραν αν ποίσεις μίαν Καλλίμ. 2029· ε) δάκρυα χαράς: περιπλέκεται γαρ ταύτην| ασπασίως μετά πόθου·| γίνονται αυτοφυείς γαρ| κι εις κλαυθμόν άμα κινούνται Ερμον. X 333.
       
  • κονεύω,  
    Αιτωλ., Ρίμ. Μ. Καντ. 44, Βίος Δημ. Μοσχ. 510, Σταυριν. 233, 921, Συναδ., Χρον. 40, 54, Διγ. O 643, 1003, 1176, 1914.
    Από το θ. του τουρκ. p. konmak και την κατάλ. ‑εύω (Βλ. Παπαδ. Α., Αθ. 53, 1949, 195 και ΛΔ 5, 1950, 137) και όχι από το ουσ. κονάκι (Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Β′ 289-90). Η λ. στο Du Cange (λ. κονεύειν) και σήμ.
    Α´ Αμτβ. 1) Διαμένω προσωρινά, καταλύω: ήλθεν ο Μπαριάμ πασιάς ... και εκόνεψεν εις του Καράμπατζη το σπίτι Συναδ., Χρον. 36· εις τον κάμπο της Ρωμανιάς ήλθαν και εκονέψαν (ενν. ο Διγενής και η κόρη) Διγ. O 2032· ήτονε κονεμένος εις τα αφεντικά παλάτια Δωρ. Μον. XXIV. 2) Στρατοπεδεύω: πήγαν και τους εύρηκαν οπού ’σαν κονεμένοι,| χιλιάδες ήσαν δώδεκα Τατάροι διαλεγμένοι Σταυριν. 167· οι απελάτες οι δεινοί που είναι κονεμένοι Διγ. O 1444. Β´ (Μτβ.) εγκαθιστώ για να φιλοξενήσω: εκεί κι εκόνεψάν μας,| καλά μας δεξιώθηκαν εκεί κι εφίλευσάν μας Αρσ., Κόπ. διατρ. [44]· Εκόνευσεν τον ταχριρκήν εις του Μπακκή Οσμάνη Άσμα διερμ. 225.
       
  • κοπιάζω,  
    Σταφ., Ιατροσ. 490, Πόλ. Τρωάδ. 687, Χρον. Μορ. H 2440, Σαχλ., Αφήγ. 286, Φαλιέρ., Ιστ.2 186, 187, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 233, Φυσιολ. (Legr.) 1117, Μαχ. 2585, 47632, 6466, Χούμνου, Κοσμογ. 413, 2224, Σοφιαν., Παιδαγ. 265, Δεφ., Λόγ. 485, Αχέλ. 224, Αιτωλ., Μύθ. 929, Κυπρ. ερωτ. 385, 703, 7810, 9816, 10316, Πανώρ. Β΄ 334, Ερωφ. Πρόλ. 55, Σταυριν. 1061, Διγ. Άνδρ. 38510, 13‑4, Σουμμ., Παστ. φίδ. Πρόλ. [63]· κοπιώ ή κοπιάζω, Λόγ. παρηγ. O 461, Διγ. Z 3295, Διγ. (Trapp) Esc. 428, 1372, 1374, 1384, Πόλ. Τρωάδ. 31, Χρον. Μορ. H 622, 2973, Βίος Αλ. 2120, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 206, Μαχ. 1944, 29618, 44215, Δούκ. 19526, Σφρ., Χρον. μ. 8234, Σοφιαν., Παιδαγ. 291, Αχέλ. 205, 251, 260, Αιτωλ., Μύθ. 173, Κυπρ. ερωτ. 212, Ερωφ. Ιντ. δ΄ 28, Διγ. Άνδρ. 36329, 39335, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 1540, 1546, Θυσ.2 554, Ευγέν. 469, Στάθ. (Martini) Β΄ 67, Λίμπον. 314, Ζήν. Γ΄ 252, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1773· μτχ. παρκ. κοπιασμένος, Χρον. Μορ. H 4861, 5590, Λίβ. Sc. 1531, Λίβ. Esc. 4112, Μαχ. 27629, 38622, Θησ. Θ΄ [492], Αλεξ. 2604, Κορων., Μπούας 19, 44, Τριβ., Ρε 237, Ιστ. Βλαχ. 2254, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 800, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 240, Τζάνε, Κρ. πόλ. 26523, 29325.
    Από τον αόρ. του κοπιώ (Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 276-7 και Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Α′ 514). Για τη μτχ. κοπιασμένος βλ. Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Α′ 200, Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Β′ 489. Η λ. και σήμ.
    I. Ενεργ. Α´ Αμτβ. 1) Καταβάλλω κόπο, προσπάθεια, μοχθώ: Ο γεωργός αλήθεια διά τούτο κοπιάζει (παραλ. 1 στ.), ότι τα επίλοιπα κλαδιά όλον γε τον καρπόν τους| να τονε δώσουν προς αυτόν απάνω στον καιρόν τους Κορων., Μπούας 113· είπεν του: «Απόψε πολλά εκοπιάσαμεν όλην τη νύκταν ...» Μαχ. 26611· εκείνον που εκοπίαζε διά την ορθοδοξίαν Σταυριν. 1143· όλοι κοπιάζουν με σπουδήν και θάρρος| πώς με καιρόν να λυτρωθεί ’χ το βάρος Κυπρ. ερωτ. 13811. 2) α) Υποβάλλομαι σε κόπο, κουράζομαι: να γυμνάζονται και να κοπιάζουν ικανά διά να αρμόζονται καλά τα σώματα Σοφιαν., Παιδαγ. 279· θωρώντα ότι εύκαιρα εκοπιάζαν, εμήνυσέν το του καπετάνου Μαχ. 27617· όσοι δι’ αυτήν κοπίασαν πολλά τούς ετιμήσε Κορων., Μπούας 147· β) αισθάνομαι κούραση: ως γιον έβοσκεν τα σφαχτά, εκοπίασεν και έππεσε να κοιμηθεί Μαχ. 6237. 3) Έρχομαι, φτάνω: Κοπιάσετε κι η στράτα σας σπλάγχνος και καλοσύνη Τζάνε, Κρ. πόλ. 55825· Αφέντη, κόπιασε να ιδείς μίαν αρχοντοπούλα Ευγέν. 783. 4) Πηγαίνω, προχωρώ: σιορ Σουμμάκη, πού κοπιάζεις; στέκα ατός σου εδώ Σουμμ., Ρεμπελ. 189· Μηδέ κοπιάτε παραμπρός, μη περισσομιλείτε,| ’γερθείτε γλήγορ’ αποδώ κι όθ’ ήρθετε διαβείτε Ερωφ. Δ΄ 427· Τέκνον μου ποθεινότατον, βούλομαι να κοπιάσω| στον τόπον οπού ορίζει ο Θεός, εκεί να θυσιάσω Χούμνου, Κοσμογ. 1247. Ως ευγενική πρόσκληση ή παράκληση με τις σημασ. 3, 4 = λαβαίνω τον κόπο να ...: Δήμο μου, ...| ως μου είπες, ’παντέχω σε νά ’ρθεις για να διαβούμε·| μόν’ κόπιασ’, ότι η μάννα μου τώρ’ έρχεται, φοβούμαι Μαρκάδ. 292· Λέγει αυτόν ο αλιεύς: «Η Τρίπολις κοντά ’ναι,| έχει δε δύο μίλια· κοπίασε κι άμε,| ύπαγε ...» Απολλών. 145· ήθελα, ομπρός, στη φυλακή να κόπιαζες να πήγες,| να τηνε δεις Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 237. Β´ Μτβ. 1) Κάνω ή κατορθώνω κ. με κόπο: Στο χιόνιν εθεμέλιωσες κι ό,τι κοπιάσεις χάνεις Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 123· Λέγει ό,τι κι αν εκόπιασα, θωρώ νεκρά επομείνα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 2067· εκεί ’καμε κι εκόπιασεν (ενν. ο ποιητής) ετούτα που σας γράφει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 1546. 2) Κουράζω κάπ., ταλαιπωρώ: πρέπει να κοπιάζομεν το σώμα τόσον όσον να μη γινόμεθα κατάστυγνοι Σοφιαν., Παιδαγ. 279· Ανέν και μ’ εκοπιάσασι όλα με δικιοσύνη,| τυχαίνει τώρα προς εμέ νά ’ρθουν με καλοσύνη Φαλιέρ., Ιστ.2 613· να σε κοπιάσω περισσά, να σε ταλαιπωρήσω Ντελλαπ., Ερωτήμ. 206· όλον έλειψεν το χιόνιν,| απού ’χεν στην καρδιάν της η κυρά μου| κι εκόπιαζεν πολύν καιρόν τον πόθον Κυπρ. ερωτ. 1093. 3) Καταγίνομαι με κ., καταπιάνομαι με κ.: καμιάν δουλειάν και αργόχειρον βλέπεσαι μην κοπιάζεις Χούμνου, Κοσμογ. 2686· είτις συγγράψει μερικώς, γυρεύσει ... (παραλ. 4 στ.) ... να ιδεί τας πικρίας και στεναγμούς των ξένων| και τα καρδιοσφαγίσματα ... (παραλ. 2 στ.) και ας κοπιάσει ακριβώς τας δυστυχίας των ξένων,| ... ας τα κατακρατήσει| και προς ετέρους πάσχοντας να τα λογοαφηγάται Λίβ. Esc. 4405. II. (Μέσ.) κατορθώνω κ. με κόπο: όσά ’πραξεν ποτέ κι όσα πειράστην| ανέν κι όσα κοπιάστην| να ’χεν είσταιν για σέναν Κυπρ. ερωτ. 9333. Η μτχ. παθητ. παρκ. ως επίθ. = α) γεμάτος κόπους, κοπιαστικός: ’Σ δύο μερτικά μοιράσετε πάσα ζωήν τ’ ανθρώπου,| εις έναν της αναπαγής, στ’ άλλον τού μέγα κόπου.| Η Μάρθα την προσωρινήν φέρνει την κοπιασμένην Σκλέντζα, Ποιήμ. 191· β) κουρασμένος: Εις τα Σελεύγια έφτασεν της στράτας κοπιασμένος| κι εκάθισεν ν’ αναπαυτεί Άσμα διερμ. 199. — Βλ. και ά. κοπιώ.
       
  • κουσεντιάζω,  
    Μαχ. 4224, 3568, 4024, 47031, Βουστρ. 497, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 836, Άσμα διερμ. 764.
    Το προβηγκ. counsentir (Βλ. Χατζ., Ξέν. στοιχ. 82).
    Συμφωνώ, συναινώ: Ο Τζάκος είναι αφέντης και ανέν κουσεντιάσομέν του και προσδεκτούμεν τον δι’ αφέντην μας, θαρούμεν να χαρίσει πολλά ψουμία τους Γενουβήσους Μαχ. 5967.
       
  • κρύπτω, 
    Γλυκά, Στ. 336, Γλυκά, Αναγ. 92, Προδρ. I 127, 180, Καλλίμ. 2231, Διγ. Z 762, 1488, 4120, Βίος Αλ. 3500, Δούκ. 21322, Αχέλ. 1365, κ.α.· κρούβ(γ)ω, Λόγ. παρηγ. L 63, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1671, 1792· κρύβγω, Φαλιέρ., Ιστ.2 754, Μαχ. 11030, Γαδ. διήγ. 219, Συναξ. γυν. 207 (παρατ. εκρυβγέτον), Πεντ. Δευτ. VII 20, Κυπρ. ερωτ. 9140, 1112, Φορτουν. (Vinc.) Β΄133· κρύβω, Ελλην. νόμ. 54523, Διγ. (Trapp) Esc. 163 (παρατ. ήκρυβα), Βέλθ. 193, Πουλολ. (Τσαβαρή) 449, 503, Φλώρ. 1631, Λίβ. P 1746, Λίβ. Esc. 49, 650, 3550, Λίβ. N 2325, Αργυρ., Βάρν. K 269, Χειλά, Χρον. 346, Ch. pop. 797, Γαδ. διήγ. 194, Ζήνου, Βατραχ. 112 (α΄ πληθ. κρύβομάσθε), Ρίμ. θαν. 19, Αχέλ. 419, Ερωφ. Α΄ 220, Κατζ. Β΄ 95, Συναδ., Χρον. 58, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [868], Ζήν. Πρόλ. 176, Ε΄ 216· κρύπτω ή κρύβω, Προδρ. I 139, Καλλίμ. 1249, Διγ. A 681, Διγ. (Trapp) Esc. 1197, Βέλθ. 842, Χρον. Μορ. H 3820, 8256, Φλώρ. 554, Λίβ. N 2534, Λίβ. P 2639, Λίβ. Sc. 1945, Λίβ. Esc. 2300, 3604, Αχιλλ. L 1307, Αχέλ. 1905, 2212, Χρον. σουλτ. 8519, Κυπρ. ερωτ. 9437, Πανώρ. Λ΄ 89, Ζήν. Γ΄ 133, Διγ. O 328, 2472· κρύφω, Άσμα διερμ. 264· παθητ. αόρ. εκρουβήθην, Τζάνε, Κρ. πόλ. 3402, 5354· εκρυβήθην-(ε)κρυβήθηκα, Ασσίζ. 15220-1, 4043, Σπανός (Eideneier) Α 117, Πουλολ. (Τσαβαρή) 319, Ch. pop. 799, Αλεξ. 1644, Πικατ. 490, Πεντ. Γέν. III 8, 10, XXXI 49, Αιτωλ., Μύθ. 459, Σταυριν. 849, Διγ. Άνδρ. 33431, 38714· εκρύπτην, Σκλέντζα, Ποιήμ. 1212, Τζάνε, Κρ. πόλ. 53419· εκρυφήθην-θηκα· μτχ. παρκ. κρυβημένος, Φαλιέρ., Ιστ.2 92 κριτ. υπ., Παρασπ., Βάρν. C 439, Σταυριν. 247· προστ. αορ. κρύβησαι, Καλλίμ. (Lambr.) 492, 497· απαρέμφ. κρυβηθήν, Απολλών. 31.
    Το αρχ. κρύπτω. Ο τ. κρούβγω και σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Β΄, λ. κρούβγομαι, και Ϛ΄). Ο τ. κρύβγω στο Meursius (λ. κρύβγειν) και στην Κύπρο, όπου και τ. κρύβκω (Σακ., Κυπρ. Β΄ 623). Ο τ. κρύβω μτγν. και σήμ.
    I. Ενεργ. 1) α) Αποκρύπτω: ο ένας (ενν. νέος) κρέας έκλεψεν από το μαγειρείον,| ο άλλος αποκάτω του το κρέας έκρυψέ το Αιτωλ., Μύθ. 253· είπεν τους (ενν. η γυναίκα): «Αφέντες, τείντα γυρεύγετε;». Και είπαν της: «Τον άνδραν σου». Και είπεν τους: «Δεν είναι ώδε». Και είπαν της: «Ώδ’ έναι, αμμέ κρύβγεις τον» Μαχ. 42812· β) σκεπάζω: σαν τα νέφαλα που ιδείς τον ουρανόν να κρύψουν Κορων., Μπούας 37· είπεν: «Εγώ ο Θεός του πατρός σου …»· και έκρυψεν ο Μωσέ τα πρόσωπά του, ότι εφουβήθην από να κοιτάξει προς τον θεό Πεντ. Έξ. III 6. 2) α) Διατηρώ, φυλάγω: Αυτά μεν έλαχαν εις το ριζικόν της πολυαγαπημένης μου θυγατρός και τα άλλα πάλιν κρύβω τα διά τα άλλα μου παιδία Διγ. Άνδρ. 36019· β) προφυλάγω: αυτή το στήθος της πάντα κρατεί κρυμμένον,| του πόθου … έχει το σφαλισμένον Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [1065]. 3) Θάβω: Πένθ. θαν.2 62. 4) α) Κρατώ μυστικό, αφανέρωτο κ.: ο γαρ κρύπτων το νόσημα υπ’ αυτού δαπανάται Διγ. (Trapp) Gr. 1342 Μη κρύψεις γνώμην εις τον νουν να μην φθαρείς ατός σου Διγ. A 1808· δίδωσίν του όρκον (ενν. του δούλου)| να κρύψει το μυστήριον και να ’χ’ ελευθερίαν Απολλών. 490· β) (προκ. για συναίσθημα, κλπ., κρατώ ανεκδήλωτο: τα ζώα γαρ ουκ ημπορούν τον πόθον τους να κρύψουν Θησ. Γ΄ [74]· απέσσω της καρδιάς μου| πιον δεν κρύβγω τα πάθη| για κάποιον μεν τα μάθει Κυπρ. ερωτ. 9520· γ) συγκαλύπτω, αποσιωπώ: αποδώ θέλω να ειπώ και θέλω διά να αρχέψω| διά τα πολλά τους (ενν. των γυναικών) τα κακά, ποσώς να μη τα κρύψω Συναξ. γυν. 16· οι Λατίνοι φθονούν τους Ρωμαίους, κρύβγουν τα θαύματα τά γινίσκουνται απού τα εικονίσματα και απού τα τίμια ξύλα εις τας εκκλησίας των Ρωμαίων όχι δι’ απιστίαν, αμμέ διά φθόνον Μαχ. 666. 5) Εξαφανίζω, κάνω κ. να χαθεί: πασενός για να γράφουσιν τες πράξες παραυθίκα| και τες ανδραγαθίες τως. …| τινάς καιρός να μη μπορεί διά να εξαλείψει| τα τόσα κατορθώματα αυτωνών να τα κρύψει Παλαμήδ., Βοηβ. Προς αναγν. 10· Φέγγος, και πώς ουκ έκρυψες εις σύννεφα το φως σου; Καλλίμ. 2197· στεφάνιν εφόριεν ολόχρυσον …·| τούτο ποτέ δεν το ’κρυψεν από την κεφαλήν τον Αχιλλ. L 37. 6) Παραλλάσσω: Τ’ αδόνιν, λέγουν, αν θλιβεί …(παραλ. 3 στ.) λαλεί θλιμμένα τας αυγάς και τας φωνάς του κρύβει Ερωτοπ. 685. 7) Παραβλέπω: Ο δε Θεός έκρυψε τας αμαρτίας μου και ελευθερώθησαν όλοι από το θανατικόν Διαθ. Νίκων. 224. IΙ. Μέσ. 1) α) Κρύβομαι: μέσα εις το δάσωμα του βουνίου κρυβήσου μοναχός σου Λίβ. Esc. 2087· εστείλαν την (ενν. την γαλιότταν) να κρυβηθεί πλησίον εις το κάστρο Χρον. Τόκκων 2452· ο λύκος γαρ εν τη δορᾴ κρύπτεται τον προβάτου Γλυκά, Στ. 336· β) βρίσκω καταφύγιο, προφυλάγομαι: το νήπιον, όταν ίδει τίποτε φοβητρόν, τρέχει εις τον κόλπον της μητρός αυτού και κρύβεται Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι XIII 48· έλαφος εις αμπέλιον φεύγουσα εκρυβήθη Αιτωλ., Μύθ. 641. 2) α) Μένω, είμαι αφανέρωτος, μυστικός: όμως ουκ εκρυφήθηκε ουδεποσώς το πράγμα,| τριγύροθεν ακούστηκεν τό εποίησε ο Πάρης Βυζ. Ιλιάδ. 223· ου κρύπτεται το δίκαιον Γλυκά, Στ. 413· τά κρύβουντα εφανήκανε, τά γύρευα ευρεθήκα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1513· β) (προκ. για αρρώστια) είμαι αδιάγνωστος: του ιέρακος η κρυπτομένη νόσος Ιερακοσ. 4447. 3) Συγκαλύπτομαι: όταν θέλουν να παντρευτούσι (ενν. οι γυναίκες),| πάσχουν τάχα να κρυπτούσι·| πιάνουσι να γιατρευτούσι| και παρθένες να φανούσι Συναξ. γυν. 663· να πλαγιάσει ανήρ αυτήν πλάγιασμα σποράς και επαρακαμμύθην από τα μάτια του αντρός της και εκρυβήθην και αυτή εμαγαρίστην και μάρτυρας δεν είναι εις αυτήν Πεντ. Αρ. V 13. 4) Εξαφανίζομαι, χάνομαι: ωσεί σκιά διέβηκες, εχάθης, εκρυβήθης Γλυκά, Στ. 199· όταν … απομένει ο Ποσδαπάς ολίγον να κρυβεί, ράξε τα σίδερά σου Πορτολ. B 3018· τότε και ο ήλιος έδυσε κι εκρυβήθη Ζήνου, Βατραχ. 467. 5) (Προκ. για τη θεία κοινωνία) μετουσιώνομαι: εις άρτον κρύπτεται θεότης και ανθρωπότης Σκλέντζα, Ποιήμ. 610. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = κρυφός, μυστικός: το κακομηχάνημαν της πονηράς δουλίδος| τοσούτον ανυπόγνωστον, τοσούτον κεκρυμμένον! Καλλίμ. 2201· εκεί δημοσιεύονται πάντων τα κεκρυμμένα Γλυκά, Στ. 400. — Βλ. και κρυβώμαι.
       
  • καΐκι(ν) 
    το· καγίκιν, Άσμα διερμ. 203.
    Το τουρκ. kayik. Ο τ. σε έγγρ. του 1702 (Κουρσάρ. 158). Η λ. στο Somav. και σήμ.
    Μικρό καράβι με πανιά, καΐκι: Αυτού είναι ο γιαλός όπου έρχονται τα καΐκια με τους προσκυνητάδες Προσκυν. Ιεροσ. 4135.
       
  • κακοκοιμούμαι. 
    Από το επίρρ. κακά και το κοιμούμαι.
    Έχω άσχημο ύπνο, δεν κοιμάμαι καλά: Τον Μαρκουλήν δε είχαν τον σ’ έναν νοτάν βαλμένον,| τα σίδερα στα πόδια του, τον κακοκοιμισμένον Άσμα διερμ. 746.
       
  • κακοπεθαμένος, 
    μτχ. επίθ.· κακοπεθαμμένος.
    Από το επίρρ. κακά και τη μτχ. παθητ. παρκ. του πεθαίνω.
    (Υβριστ.) που είθε να έχει κακό θάνατο [Για τη χρ. της μτχ. πβ. το ρηματ. επίθ. κακοθανατισμένος (Ανδρ., Αθ. 44, 1932, 201)]: ήτον φυλακισμένος (ενν. ο Μαρκουλής)| κι έκλαιγεν καθημερινόν ο κακοπεθαμμένος Άσμα διερμ. 92.
       
  • Κερυνειώτης 
    ο.
    Από το κύρ. όν. Κερύνεια και την κατάλ. ‑ιώτης.
    Αυτός που κατάγεται από την Κερύνεια: Πολλύν κακόν για τ’ άλογα κάμνει τους Κερυνειώτες,| ’γγαρεύει κι άλλα άλογα από τους Λαπηθιώτες Άσμα διερμ. 211.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης