Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 42 εγγραφές  [0-20]

  Βιβλ.αναφορά : Άσμα Μάλτ.

  • αναγελώ,  
    Σπαν. (Hanna) O 92, Διδ. Σολ. (Legr.) Ρ 133, Σπαν. (Μαυρ.) P 283, Πουλολ. (Ζώρ.) Z 307, Πουλολ. (Ζώρ.) Αθ. 24, Ερωτοπ. (Hess.-Pern.) 319, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Legr.) 167, Μαχ. (Dawk.) 6563-4, Θησ. (Βεν.) Θ΄ [477], Αρμούρ. (Κυριακ.) 33, Σαχλ. (Vitti) N 85, 381, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 253, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 470, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 267, Αχέλ. (Pern.) 1282, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 3812, Κατζ. (Πολ. Λ.) Γ΄ 315, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 2054, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 187, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 33128, 36331, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Γ΄ 783, Βακτ. αρχιερ. 153 ρμα΄, Ζήν. (Σάθ.) Δ΄ 214, Μαρκάδ. (Legr.) Πρόλ. 14, 597, Διακρούσ. (Ξηρ.) 977· αναελώ, Άσμα Μάλτ. 71· αναγελώ, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Γ΄ 783.
    Το αρχ. αναγελώ. Η λ. και σήμ. κοιν. και στα ιδιώμ. με διάφορους τ. (ΙΛ).
    (Ενεργ. και μέσ.) περιγελώ, κοροϊδεύω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): και απότις την εφίλησεν στέκει και αναγελά την Ερωτοπ. 319· Τότε, ως τα ήκουσε ο Μπαγιαζίτης, εγέλασε και αναγέλασε τα λόγια του Χρον. σουλτ. 3812· φοβούμαι το πολύν φουσσάτον μήπως χειρίσουν τινές και αναγελασθούσιν τίποτες και φανεί μου κακόν Διγ. Άνδρ. 36331· και θέλουσι σ’ ανεγελά όσοι κι α σε κατέχου Ερωτόκρ. Γ΄ 783. — Πβ. περιγελώ, περιπαίζω.
       
  • απέξω,  
    επίρρ., Αιν. άσμ. (Παπαδ.-Κερ.) 107, Προδρ. (Hess.-Pern.) ΙΙ 65, Διγ. (Hess.) Esc. 529, 591, Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 741, Βέλθ. (Κριαρ.) 322, 845, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 629, 7054, Λίβ. (Lamb.) Sc. 2153, 2340, Λίβ. (Lamb.) Esc. 3336, 3527, Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 435, Θησ. (Foll.) Ι 79, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 1493, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 143· αππέξω, Μαχ. (Dawk.) 36435, 43220, 5243, 58226, Άσμα Μάλτ. 37, Θρ. Κύπρ. (Μ. Κιτίου) K 674, 725, 763· αμπέξω, Μαχ. (Dawk.) 583· απόξω, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) Ι 6, 12, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 878, Φαλιέρ., Λόγ. (Ζώρ.) 346, Δεφ., Λόγ. (Kar.) 506, Πεντ. (Hess.) Δευτ. ΧΧΙΙΙ 11, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 159, 161, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 1479, 1886, Β΄ 1861, 2208, 2434, Γ΄ 429, 1320, Δ΄ 587, 861, 881, Ε· 60, 563, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [59]. Φορτουν. (Ξανθ.) Ιντ. δ΄ 109, Ζήν. (Σάθ.) Β΄ 334, Λεηλ. Παροικ. (Κριαρ.) 207, 222, 229, 638, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 2562· αππόξω, Θρ. Κύπρ. (Μενάρδ.) M 719· ’πόξω, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Ε΄ 1151.
    Από την πρόθ. από και το επίρρ. έξω. Η λ. στο Du Cange και σήμ. (ΙΛ). Εσφαλμ. η παρατήρηση του Μενάρδ. για τον τ. αμπέξω (Byz. 8, 1933, 367).
    1) (Προκ. για κίνηση) α) έξω από (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α 1α): και άξαφνα εκ’ έφτασεν (ενν. ο Μιχαήλ) απέξω ’που το Ρούσι Παλαμήδ., Βοηβ. 143· β) προς τα έξω: ’κ το πλευρόν επεράσασιν κι εδιάβησαν απέξω Χρον. Μορ. (Καλ.) H 7054. 2) (Προκ. για στάση) στο έξω μέρος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, στη λ. Α 2): Ειστήκει απέξω Βέλθαν· όρος, παρακροάται ταύτα Βέλθ. 845· την Εύαν και πρωτόπλαστον απόξω τους σφαλίζουν Χούμνου, Π.Δ. Ι 6. 3) Εκτός από ..., με την εξαίρεση: είναι ετούτη η μοίρα ... του Σελιμά το Χωράφι κι στου Πύρου τ’ Αμπέλι, απόξω το χωράφιν οπού κρατούν οι Κοντόπουλοι Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 4057. Φρ. μου φαίνεται απόξω = εξωτερικεύω εσωτερική διάθεση: εγροίκα μέσα στην καρδιά μαχαίρι και πληγώνει| απόξω δεν του φαίνετο, μα μέσα ντου το χώνει Ερωτόκρ. Έ́́ 60.
       
  • απλώνω,  
    Μυστ. (Vogt) 56, Σπαν. (Hanna) V 12, Κομν., Διδασκ. (Λάμπρ.) Δ 27, Προδρ. (Hess.-Pern.) Ι 145, 189, ΙΙΙ 192α (χφ. g) (κριτ. υπ.), Παράφρ. Μανασσ. (Tièche) 288, Διγ. (Mavr.) Gr. ΙΙΙ 307, Διγ. (Hess.) Esc. 1285, Διγ. (Καλ.) Esc. 119, 1285, Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 2157, 2186, Διγ. (Καλ.) A 437, 3186, 4207, Βέλθ. (Κριαρ.) 542, 658, 659, 799, Ακ. Σπαν. (Legr.) 33147, Ερμον. (Legr.) M 236, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 6275, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 748, Φλώρ. (Κριαρ.) 673, Λίβ. (Lamb.) Sc. 313, 3112, Λίβ. (Lamb.) Esc. 941, 1433, 1941, Λίβ. (Wagn.) N 274, 906, 1281, Αχιλλ. (Hess.) L 294, 1267, Αχιλλ. (Hess.) N 865, 1616, Χρησμ. (Trapp) X 20, Φυσιολ. (Pitra) 3401, Θρ. Κων/π. (Παπαδ.-Κερ.) H 88, Δούκ. (Grecu) 29316, Θησ. (Βεν.) Γ΄ [333], ΙΒ΄ [621], Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) ΧΙΙΙ 40, Ριμ. Βελ. (Wagn.) 583, 844, Σοφιαν., Παιδαγ. (Legr.) 115, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 10, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 39, Συναξ. γυν. (Krumb.) 860, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 262, 441, Βεντράμ., Φιλ. (Ζώρ.) 104, Μυστ. παθ. (Parlang.-Μανούσ.) 19, Δεφ., Λόγ. (Kar.) 472, Θρ. Θεοτ. (Μανούσ.) 96, Τριβ., Ρε (Irmsch.) 233, 250, Πεντ. (Hess.) Γέν. ΙΙΙ 22, VIII 9, ΧΧΙΙ 12, Έξ. ΙΙΙ 20, IV 4, ΧΧΙΙ 7, Λευιτ. ΧΙΙΙ 5, Αρ. IV 13, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 699, 1223, Θρ. Κύπρ. (Μενάρδ.) M 193, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 7421, 1295, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 1172, Κατζ. (Πολ. Λ.) Γ΄ 549, Ε΄ 487, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 22, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 3303, 38218, 38435, 38824, 39013, 3936, 4105, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 1148, 1719, 1891, Β΄ 542, Γ΄ 77, 523, 579, 862, 1459. Ε΄ 1061, Διήγ. ωραιότ. (Ασώπ. Ειρ.) 107, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Ε΄ [1475], Φορτουν. (Ξανθ.) Γ΄ 478, Δ΄ 500, Ε΄ 370, Ζήν. (Σάθ.) Α΄ 92, Λεηλ. Παροικ. (Κριαρ.) 498, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 13626· απλώννω, Μαχ. (Dawk.) 18222, 34, 65435, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 810, 9337, 13112· ’πλώνω, Πικατ. (Κριαρ.) 491, Άσμα Μάλτ. 47, Διγ. (Lambr.) O 1483.
    Το αρχ. απλόω. Η λ. και ο τ. ’πλώνω και σήμ. (ΙΛ).
    Α´  1) α) (Προκ. για ύφασμα, κλπ.) στρώνω (Πβ. Lampe, Lex. στη λ. Α6· η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1α): να το απλώσομεν (ενν. το πεύκιν) απουκάτω σου διά να κάτσεις Μαχ. 65435· εκβαλών το φακεόλιον αυτού απλώνει αυτό χαμαί Μυστ. 56· άπλωσεν το καββάδι του στην γην και τότ’ ανέβη Αιτωλ., Μύθ. 1223· β) (προκ. για σκηνή στρατοπέδου) στήνω: οι τέντες του στους κάμπους απλωμένες Αχιλλ. L 294. 2) Σκιαγραφώ, παριστάνω: στο μέτωπόσ σου ηθέλησεν να ποίσει| ο Πόθος το θρονίν του και ν’ απλώσει| στην μιαν μεριάν το θάρρος με τον άδην,| στην άλλην ζωγραφιάν με δίχα χάδι Κυπρ. ερωτ. 810. 3) α) (Με αντικ. λ. όπως χέρι, πόδι, αγκώνας, ουρά, φτερά, κλπ.) απλώνω (για ενέργεια φιλική, ερωτική ή εχθρική) (Πβ. L‑S, λ. απλόω 1 χωρίο Σωρανού)· βλ. και Lampe, Lex. στη λ. Α2, 3· και σήμ., ΙΛ στη λ. Α2α, β· πβ. και το χείρας απλώσαι γυναικικώς τοις διώκουσιν του Θεσσαλονίκης Ευσταθίου, Κουκ., Ευστ. Λαογρ. Β΄ 216-7 και 217 σημ. 2): άπλωσα το χεράκι μου και πιάνω ένα κουτάλι Κατζ. Γ΄ 549· να απλώσω το χέρι μου και να δείρω την Αίγυφτο Πεντ. Έξ. ΙΙΙ 20· μη απλώσω το ποδάρι μου και δώσω σου κλοτσέα Διήγ. παιδ. 748· και τον αγκώναν του ήπλωσεν εις τον κάμπον ως σκουτέλιν Διγ. Esc. 1285· την ουράν του ήπλωσεν Θρ. Κων/π. H 88· πότε, γεράκιν μου καλόν, τας πτέρυγας απλώσεις; Διγ. Gr. ΙΙΙ 307· β1) (με εννοούμενο ως αντικ. λ. όπως χέρι, κλπ.) απλώνω το χέρι, πλησιάζω (αδιάφορα, φιλικά, ερωτικά ή εχθρικά) (κάποιον ή κάπου) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α2β. Βλ. Κουκ., ΕΕΦΣΠΑ, περ. β΄, 6, 1955 /6, 238): Εσίμωσ’ ο Ρωτόκριτος, στο παραθύρ’ απλώνει,| κι αγαληνά και σιγανά ποιος είναι φανερώνει Ερωτόκρ. Γ΄ 579· από τα φύλλα του δενδρού επλώσασιν κι επιάσαν· τα μέλη του τα ταπεινά μ’ εκείνα εσκεπάσαν Πικατ. 491·   φρ. απλώνω το χέρι μου (σε κάποιον) = παρέχω βοήθεια: Πλάστη μου, θέλεις ποίσειν| να ’χες του (ενν. του στόματός μου) συμπαθήσειν| απλώνοντα το χέρισ σου| σ’ εμέναν Κυπρ. ερωτ. 9337· β2) (με υποκ. λ. όπως χέρι, κλπ.) πλησιάζω (αδιάφορα, φιλικά, ερωτικά ή επιθετικά): κι άξα δεν είν’ η χέρα ντου σ’ έτοιο δεντρό ν’ απλώσει Ερωτόκρ. Γ΄ 77· αυτή δεν είν’ για λόγου σου, δεν είν’ για σε έτοια βρώση·| σ’ έτοιο δεντρόν η χέρα σου ζουγλαίνεται ν’ απλώσει Ερωτόκρ. Α΄ 1148· γ) εγγίζω: τσι στόλισες ορέγοντα, τσι πάστρες επαινούσα| και δεν απλώσασι ποθές Ερωτόκρ. Α΄ 1891· Και μόνο με την εμιλιά με δίχως να τ’ απλώνω| μου φαίνεται σβήν’ ο καημός ο τόσος οπού χώνω Ερωτόκρ. Γ΄ 523· Ποιος είσ’ εσύ π’ αποκοτάς κι απλώνεις στ’ άρματά μου; Κατζ. Ε΄ 487· Πώς ήπλωσας επάνω μου; το πώς ουκ ενετράπης; Προδρ. Ι 145· φρ. απλώνω στην τιμή (κάποιου) = προσβάλλω, θίγω (κάποιον): Εγώ βουλή ουδέ θέλημα ποτέ δε θέλω δώσει| εις την τιμήν ’νους βασιλιού γεις δουλευτής ν’ απλώσει Ερωτόκρ. Γ΄ 1160. 4) Επιχειρώ: μην απλώσεις ν’ αρχίσεις πράγμα περισσό να μη μπορείς να το σώσεις Διήγ. ωραιότ. 107·   φρ. το χέρι (μου) απλώνει = επιχειρώ: μ’ επαρακίνησε να γράψω μ’ έγνοιαν τόση,| μα μένα δεν ετύχαινε το χέρι μου ν’ απλώσει,| γιατί δεν είμαι ποιητής Τζάνε, Κρ. πόλ. 13526. 5) Παρέχω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α 2ε): Άπλωσε, αφέντη, το λοιπόν την χάρην,| ρύσαι με αχ τα δεσμά Κυπρ. ερωτ. 13112. 6) (Προκ. για τον ήλιο και τις ακτίνες του) εκπέμπω (Πβ. Lampe, Lex. στη λ. Β1): όταν απλώσει τας ακτίνας του ο ήλιος εις την γην, τάχατες να εύρει άλλην ασπρύτερην; Διγ. Άνδρ. 38435. 7) α) Ξαπλώνω κάτω (κάποιον) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 3α): ο σουλτάνος, εθυμώθην ... και όρισε να τον απλώσουν χαμαί να τον παιδεύσουν Μαχ. 18222· τύπτουν τον εις την γην πρηνή, ύστερον τον απλώνουν,| τάχιστα τον τυφλώνουσι Ριμ. Βελ. 583· και όταν εφονεύθηκε, τότε απλώθη ίσια Αιτωλ., Μύθ. 699· β) βάζω κάτω, καταβάλλω (κάποιον): εγώ δε εγληγόρευσα και έδωκά του πρωτύτερα και επέταξά τον σύσσελον και ήπλωσά τον εις την γην Διγ. Άνδρ. 3936. 8) α) (Προκ. για επιστολή) ξετυλίγω· ανοίγω (Πβ. Lampe, Lex. στη λ. C): είχεν και χαρτίν εις το έναν του το χέριν απλωμένον,| να γέμει όλο γράμματα και άκουσε τι ελαλήσαν Λίβ. N 274· β) (προκ. για στράτευμα) παρατάσσω (Η σημασ. μτγν., L‑S, λ. απλόω 1, χωρίο Παυσανία): άπλωσε τα φουσάτα του εισέ όλον τον τοίχο Χρον. σουλτ. 7421. 9) α) (Μεταφ.) (προκ. για εξουσία, νόμο, κλπ.) επεκτείνω· ενισχύω (Πβ. Lampe, Lex. στη λ. Β1): να πολεμά να απλώσει και να μεγαλώσει τον νόμον του Χρον. σουλτ. 1295· β) (προκ. για λόγους) επεκτείνω (Lampe, Lex. στη λ. F): άπλωνε τους λόγους του με πολλά παραδείγματα της θείας γραφής ευμορφότατα Ιστ. πατρ. 1172. Β´ Αμτβ. ενεργ. α) επεκτείνομαι: δεν άπλωσεν η πληγή εις την τσίπα Πεντ. Λευιτ. ΧΙΙΙ 5· χαρτία|  ... να έχουν γράμματα και ήσαν απλωμένα Λίβ. Esc. 941. Η μτχ. ως επίθ. = μακρύς: είχε βραχίονες έμορφους, χοντρούς και απλωμένους Θησ. ΙΒ΄ [621]· β) (προκ. για εξουσία) ενισχύομαι: ερίζωσεν εις τον Μορέαν, άπλωσεν η αφεντιά του Χρον. Μορ. P 6275. Γ´ Αμτβ. μέσ. 1) α) (Με υποκ. λ. όπως χέρι, κλπ.) εκτείνομαι μένοντας αδρανής: οστέα συνετρίβησαν, η χειρ όλη απλώθη Διγ. Τρ. 2186· ετσακίσθη το κόκκαλον και ηπλώθη το χέριόν του πάραυτα Διγ. Άνδρ. 38218· β) απλώνομαι, εκτείνομαι: Ο πλόκαμος ευφυώς περί τους ώμους ήπλωται της παρθένου Μακρεμβ., Υσμ. 17021· ως κλέπτης και κατάδικος επάνω σου ηπλώθη Θρ. Θεοτ. 96. 2) (Προκ. για άνθρωπο ή ζώο) ξαπλώνομαι (χάμω): παρ’ ελπίδα κατά γης καταπεσών ηπλώθη Προδρ. Ι 189· και μυκησάμενος ως βους επί την γην ηπλώθη Διγ. Τρ. 2157. 3) Διαδίδομαι (Πβ. Lampe, Lex. στη λ. D1, 2, G και ΙΛ στη λ. Β1): ηκούσθη πανταχού το πράμα και ηπλώθη Ριμ. Βελ. 844· η του Βασιλείου ηπλούτο φήμη ανά την βασιλεύουσαν Παράφρ. Μανασσ. 288. 4) Αναθαρρώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β2): ήλλαξε τας κακώσεις της η τύχη σου απ’ εσένα| και με της τύχης το καλόν απλώθηκε και ζήσε Λίβ. Sc. 3112. 5) Ευφραίνομαι: να εκάθισα εις το πλάγιν της, να ηρξάμην ροκανίζειν·| ν’ αγκώθην η κοιλία μου, ν’ απλώθην η ψυχή μου Προδρ. ΙΙΙ 192α (χφ g) (κριτ. υπ.).
       
  • αρμενίζω,  
    Περί ξεν. A 135, Ιμπ. 650, Φυσιολ. (Legr.) 430, Φυσιολ. (Zur.) XXXXVIII3, Φυσιολ. 3422, Rechenb. 788, Μαχ. 6212, 20217, Θησ. (Foll.) 119, 20, 21, 40, Γαδ. διήγ. (Wagn.) 170, Κυπρ. ερωτ. 9243, 12628, Ιμπ. (Legr.) 731, 811, Βεντράμ., Φιλ. 322, Άσμα Μάλτ. 35, Αχέλ. 2266, Θρ. Κύπρ. M 28, Άλ. Κύπρ. 942, Ερωφ. Αφ. 58, Ερωτόκρ. Δ΄ 159, Ε΄ 1531, Ιερόθ. Αββ. 337, Ροδολ. Β΄ [8], Τζάνε, Κρ. πόλ. 18222, 2137, 2146, 22718, 26220, 3253, 36210, 39311, 4008, 4033, 55717, Διακρούσ. 10930.
    Το μτγν. αρμενίζω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. αρμενίζω I). Για το ρ. και τα συναφή βλ. Παπαγ., Αθ. 24, 1912, 459 κε.
    Α´ Αμτβ. 1) α) Ταξιδεύω στη θάλασσα (Η σημασ. μτγν., L‑S Suppl. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1α): Δώδεκα μερονύχτια αρμενίζει το καράβιν Ιμπ. 650· β) αποπλέω, ξεκινώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1β): ενέβην (ενν. ο σιρ Τζούαν) ες το ξύλον και αρμενίσαν Μαχ. 6212. Βλ. και άρμενον 1 φρ. Β´ (Μτβ.) κάνω ώστε να αποπλεύσει ο στόλος (Βλ. και ΙΛ στη λ. Β1): Λοιπόν τον στόλ’ αρμένισαν με τον καιρόν που θέλαν Αχέλ. 2266.
       
  • ασκέρι(ν)  
    το, Άσμα Μάλτ. 40, Λεηλ. Παροικ. 12, 25.
    Από το τουρκ. asker (βλ. Χατζ., Ξέν. στοιχ. 123 και Ανδρ., Λεξ.). Κατά Καραποτόσογλου (Βυζαντ. 12, 1983, 380-381) η λ. είναι αντιδάνειο, «εφόσον η ελληνική (εζέρκητον) είναι το μέσο από το οποίο πέρασε η λατινική exercitus στην αραβική. Η λ. και σε ενθύμ. του 1687 (βλ. Λάμπρ., ΝΕ 7, 1910, 202) και σήμ. (ΙΛ).
    Στράτευμα (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): Και επήγεν ο βιζίρης με φουσσάτα| και είχεν τα κάτεργά του όλα γεμάτα.| Και φθάνει στα Χανιά και ντεσμπαρκάρει | και εκεί το ασκέριν του όλο ρεποσάρει Λεηλ. Παροικ. 12. — Βλ. και φουσσάτο.
       
  • αστρονομώ,  
    Λίβ. P 2011, Λίβ. Sc. 1766, Λίβ. Esc. 2924, Λίβ. N 2610, 2643, Άσμα Μάλτ. 7.
    Το αρχ. αστρονομέω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    (Ενεργ. και μέσ.) προβλέπω το μέλλον παρατηρώντας τα άστρα (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): Απόψε με αναμένετε να ιδώ να αστρονομήσω,| να μάθω το τι εγίνετον, παιδιά μου, εις την Ροδάμνην Λίβ. N 2610· Τούτην την νύκταν, είπεν μας, όλην αστρονομούμουν Λίβ. N 2643. — Βλ. και αστρολογοσκοπώ, άστρον 1 φρ. δ.
       
  • άτροφος, 
    επίθ., Νεκρολ. φ. 231v, Άσμα Μάλτ. 42.
    Το αρχ. επίθ. άτροφος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    (Προκ. για γυναίκα) στείρα, άγονη (Πβ. Βαγιακ., Αθ. 65, 1961, 194) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2· προκ. κυρίως για ερίφια, βλ. Λουκά, Γλωσσάρ. 73, λ. άτροφη): ο Τούρκος βκάλλει Τούρκαλλους κι η Μάλτα τους στρεβλιώτες,| βκάλλει γεναίκες άτροφες, βκάλλει κι αγκαστρωμένες Άσμα Μάλτ. 42. Βλ. και άκαρπος, ακάρπωτος. Το ουδ. ως ουσ. = στείρα κατσίκα (Για τη σημασ. βλ. και Φαρμακ., Γλωσσάρ. 201, λ. ποβύζιν): έδωκεν ... εις μνημόσυνον αυτού σφακτά συν έριφα θ΄, άτροφα πέντε, βοΐδιν αρσινικόν έν Νεκρολ. φ. 240r.
       
  • γιούλης  
    ο, Άσμα Μάλτ. 7.
    Από το ουσ. γιος και την κατάλ. ‑ούλης. Η λ. και σε δημ. τραγ. (Δημητράκ.).
    Γιος (θωπευτ.): Και ’πόμεινέ μου, γιούλη μου, να μπω ν’ αστρονομήσω Άσμα Μάλτ. 7.
       
  • γυράζω,  
    Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 142 κριτ. υπ.· γυρκάζω, Άσμα Μάλτ. 67.
    Από το ουσ. γύρος και την κατάλ. ‑άζω. Η λ. και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. και σήμ. στην Κύπρο (Βλ. Σακ., Κυπρ. Β΄ σ. 518 και Πανάρ., Κυπρ. Σπ. 27, 1963, 160).
    1) Περιστρέφω κ. (Πβ. Παπαδ. Α., Λεξ. στη λ. 1): γυράζων τον αυτού σφόνδυλον και κρούων τον πόδα Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 142 κριτ. υπ. 2) Οχυρώνω (Βλ. Σακ., Κυπρ. Β΄ σ. 518): Μάλτα και εν σε παίρνομεν και αν ήσουν κολοκένη| και με το τσυπποκρόμμυον αν ήσουν γυρκασμένη Άσμα Μάλτ. 67.
       
  • θωράτος, 
    επίθ.
    Από το ουσ. θεωρία> θωρία> θωριά και την κατάλ. ‑άτος.
    α) Υψηλόσωμος, μεγαλοπρεπής: και σου κορμίν θωράτον Άσμα Μάλτ. II· β) όμορφος: πώς δεν είσαι όλον θωράτον (ενν. χέρι)| με την λύπησην σμιμένον; Κυπρ. ερωτ. 1273.
       
  • ίσσαλλα· 
    ισσίαλλα.
    Από το αραβ. inșa Allah. (Βλ. Σακ., Κυπρ. Β΄ 877 και Χατζ., Ξέν. στοιχ. 128).
    Μακάρι, αν θέλει ο Θεός, με τη δύναμη του Θεού: Πήαιννε, γιε μου, στο καλόν, Θεός να σε βοηθήσει| κι ισσίαλλα τα κομμάτια σου τους σκύλλους να ταΐσει Άσμα Μάλτ. 19.
       
  • καλημερίζω. 
    Από το ουσ. καλημέρα και την κατάλ. ‑ίζω.
    Χαιρετώ (το πρωί): χίλια καλημερίζω σε, φίλε μου κι αδερφέ μου Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 120· «... στες τρεις ώρες της ημερούς να σε καλημερίσω» Άσμα Μάλτ. 24.
       
  • καννάβι 
    το, Κορων., Μπούας 126.
    Το μτγν. ουσ. καννάβιον (Sophocl.). Η λ. και σήμ.
    α) Είδος φυτού: γητεύουσιν ασθένειαν με λινάρι ή με καννάβι Νομοκ. 3886· β) σχοινί κατασκευασμένο από τις ίνες του κανναβιού: να φέρουσι έναν σχοινίν, έναν χοντρόν καννάβιν,| να δέσωσι Άσμα Μάλτ. 49.
       
  • κάστρο(ν) 
    το, Μαχ. 1941, 38025, 47630, 5021, 58233, Κορων., Μπούας 95, Πεντ. Γέν. XI 4, XLIV 4, Λευιτ. XXV 33, Δευτ. XIII 17, XX 14, Σουμμ., Ρεμπελ. 164, Ζήν. Α΄ 158, Γ΄ 152, Τζάνε, Κρ. πόλ. 20313, 2377, 3331, 4592, 53817· κάστρος, Λίβ. Esc. 4334, Αργυρ., Βάρν. K 296, Βεντράμ., Φιλ. 303, Άσμα Μάλτ. 13· πληθ. κάστρη, Μαχ. 9825, 4527, 6284, Έκθ. χρον. 38, 213, 636, Κορων., Μπούας 71, 78, Πεντ. Δευτ. XV 7, XVI 5, XVII 2, XVIII 6, XIX 11, XX 15, Τζάνε, Κρ. πόλ. 3883, 5395, 5784.
    Το λατ. ουσ. castrum (Ανδρ., Λεξ.). Η λ. τον 6. αι. (Lampe, Lex.) και σήμ.
    1) Φρούριο: το δε της Κεφαλονίας κάστρον τελείως άπαν εχάλασε Σφρ., Χρον. μ. 13825· είδαν το κάστρον του Αναπλίου το πώς ένι κλεισμένον Χρον. Μορ. H 2868· (μεταφ.) Τείχος και κάστρον φοβερόν και πύργος της Τρωάδος (ενν. ο Έκτορας) Πόλ. Τρωάδ. 640. 2) Οχυρωμένη πόλη: εγεγόνει τοσαύτη λοιμώδης νόσος εις τε την Κωνσταντινούπολιν και την Ανδριανούπολιν και την Καλλίπολιν και τα πέριξ αυτών κάστρη και κωμοπόλεις και χώρας Σφρ., Χρον. μ. 13424· Εσύ (ενν. Ισραέλ) απερνάς σήμερα το Ιάρδεν να έρτεις να κλερονομήσεις έθνη μεγάλα, ... κάστρα μεγάλα και τειχωμένα εις τον ορανό Πεντ. Δευτ. IX 1. 3) Τοίχος από πέτρες ή πλίνθους που περιβάλλει το σπίτι και την αυλή του: την ημέρα την έφτατη ξαργιά του Κύριου του Θεού σου· μη κάμεις παν δουλειά εσύ και ο υιός σου ... και ο ξένος σου, ος εις τα κάστρα σου Πεντ. Έξ. XX 10. Έκφρ. (Μεταφ.) κάστρο της ψυχής = ψυχή επιφυλακτική, κλειστή: Πότε να επεριεπάτησες το κάστρον της ψυχής μου;| Πότε τον πύργον της εμής καρδίας να εδιέβης| και να ιχνοεποδοπάτησες αυθεντικά ως εμέναν; Λίβ. Sc. 278. Ως τοπων. Κάστρο (η πρωτεύουσα της Κρήτης το Ηράκλειο· βλ. και Maro Philippa-Apostolou, Le nom «Castro» donné aux villages fortifiés de Cyclades (Πύργοι και Κάστρα, επιμελείᾳ Νικολάου Κ. Μουτσοπούλου, Θεσσαλονίκη 1980, σελ. 135-147): Τζάνε, Κρ. πόλ. 21627, Ερωτόκρ. Ε΄ 1547.
       
  • κολοκένος,  
    επίθ.
    Από το ουσ. κολόκιν και την κατάλ. ‑ένος. Η λ. και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 600).
    Κολοκυθένιος: Μάλτα και ’εν σε παίρνομεν και αν ήσουν κολοκένη| και με το τσιπποκρόμμυον αν ήσουν γυρκασμένη Άσμα Μάλτ. 66.
       
  • κομμάτιον  
    το, Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 513· κομμάδιν, Θρ. Κύπρ. M 756· κομμάτι, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 634, Χρον. Τόκκων 3237, 3242, Καραβ. 50325, Γαδ. διήγ. 332, Πικατ. 252, Κορων., Μπούας 62, Τριβ., Ρε 74, Πεντ. Γέν. XV 10, XVIII 5, Αιτωλ., Μύθ. 1431, Χρον. σουλτ. 6026, Ιστ. πατρ. 1106, Πανώρ. Γ΄ 550, Ερωφ. Α΄ 493, Δ΄ 201, Κατζ. Α΄ 129, Βοσκοπ.2 18, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1078, 1507, 1883, Στάθ. (Martini) Γ΄ 211, Ιντ. κρ. θεάτρ. Γ΄ 58, Λίμπον. 310, Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 53, 55, Λεηλ. Παροικ. 500, Διγ. O 370, 1824, Διακρούσ. 6953, 849, Τζάνε, Κρ. πόλ. 14310, 16214, 25118, 2617, 31014, κ.π.α.· κομμάτι(ν), Χρησμ. VI 28, VII 14, Θησ. Δ΄ [438], Θ΄ [366], Ch. pop. 375, Καραβ. 4943, Θρ. Κύπρ. M 684, Διγ. Άνδρ. 32222, Διήγ. πανωφ. 57· κομμάτιν Προδρ. I 267, III 103, 104, 159, 206 χφ C, κριτ. υπ., IV 31, Καλλίμ. 1926, Λίβ. Sc. 1281, Λίβ. Esc. 2415, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 168, Βησσ., Επιστ. 3610, Μαχ. 67, 22430, 61231, Καραβ. 49426, 4955, 49815‑6, Βουστρ. 456 κριτ. υπ., 478· κομμάτι(ο)ν, Ιατροσ. 23171, Διγ. Z 293, Χρησμ. (Βέης) 1325, Rechenb. (Vog.) 67, Βεν. κείμ. 225.
    Το αρχ. ουσ. κομμάτιον. Ο τ. κομμάτι και σήμ. Ο τ. κομμάτιν στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.) και στην Κύπρο όπου και ο τ. κομμάδιν (Σακ., Κυπρ. Β΄ 601, λ. κομμάδιν και κομμάτιν).
    1) α) Τμήμα, μέρος, τεμάχιο: το λαγούτο εσκόρπισεν εις εκατό κομμάτια Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 527· σχίσε το χαρτί κομμάτια και ρίξε το εις το βυθός Ιατροσ. 22139‑40· κόψε αυτήν (ενν. την προσφορά) κομμάτια και να χύσεις απάνου της λάδι Πεντ. Λευιτ. II 6· β) κομμάτι (από διαμελισμένο ανθρώπινο σώμα): Πήαιννε, γιε μου, στο καλόν, Θεός να σε βοηθήσει| κι ισσίαλλα τα κομμάτια σου τους σκύλους να ταΐσει Άσμα Μάλτ. 19· να μείνουν τα κομμάτια του (ενν. του ρουφιάνου) στη χώρα γύρου γύρου Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1614]· γ) κάτι, κατιτί· λίγο: αλίμονον, Αθούσα μου, δείξε κι εσύ κομμάτι Φαλιέρ., Ιστ.2 680· παρέξω έχει (ενν. το ατυπίν) κόκκινον και κίτρινον κομμάτιν Πουλολ. (Τσαβαρή) 273. 2) Τμήμα γης, κτήμα, τιμάριο: δεν μ’ έδιδες κομμάτι| ή χωρίον διά τιμάρι Πτωχολ. A 307. 3) (Προκ. για ποσότητα): ο μποντικός ...| επήγεν κι ηύρε συντροφιά αρίφνητον κομμάτι Κάτης 56· πόσα εξάγια οφείλομεν αφελέσθαι εκ του αορίστου κομματίου Rechenb. (Vog.) 15. 4) Ψωμί, φαγητό: Ποθές ηύρηκε κουμπαριά κι εκάτσε στο σοπάτι| και δε μισσεύγει αποδεκεί ν’ αφήσει το κομμάτι Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 134· τούτες δεν τως λείπεται ποτέ τως το κομμάτι Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 330. 5) Σύνεργα μαντικής: ο άλλος (ενν. μάντης) έχει κάποια κομμάτια Πηγά, Χρυσοπ. 328(5). 6) (Προκ. για πυροβολικό) μοίρα, τμήμα, μονάδα: επτά κομμάτια αρτελαριά έστειλε για να φέρουν Κορων., Μπούας 99· ποτέ δεν αναπεύετον αλτελαρία κείνη (παραλ. 2 στ.). Εις τόπους δεκατέσσερεις ’βδομήκοντα κομμάτια| τ’ ανθρώπου κωφοτύφλαιναν ωτία και τα μάτια Αχέλ. 1528. Φρ. 1) Άγωμε στα κομμάτια = φύγε, χάσου από μπροστά μου: αφέντη, ’δέ πώς σου μιλεί. [Δάσκ.] —Άγωμε στα κομμάτια,| γιατί με τον αφέντη σου θέλω να ντισκορέρω Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 184. 2) Κάνω κομμάτια: βλ. ά. κάμνω, φρ. κάνω κομμάτια· (μεταφ.): τα γλυκά μου μάτια| που την καρδίαν σου ένα καιρόν εκάνασι κομμάτια Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [1196]. Ως επίρρ. = λίγο, κάπως: Τα κάρβουνα σκεπασμένα κρατούσιν κομμάτι ζεστήν την στάχτην Μπερτόλδος 52.
       
  • κουδέλλα  
    η.
    Το μεσν. αραγωνικό gouelho (Βλ. Χατζ., Αθ. 73/74, 1972/73, 38). Η λ. στο Meursius και σήμ. στην Κύπρο.
    Προβατίνα: κου(δ)έλλες ήτουν, το σκυλλίν κι είχε να τες βοσκήσει Άσμα Μάλτ. 36.
       
  • κουρσουνιά  
    η.
    Από το ουσ. κουρσούνι <τουρκ. kurşun. Η λ. και σε δημ. τραγ. (Παπαδ. Θ., Δημ. κυπρ. άσμ. B. 982, 146, 2159).
    Τουφεκιά: Τρεις μέρες επολέμησε πολλά αντρειωμένα,| μιαν κουρσουνιάν του δώκασι κι ευρέθη χαμαί ’πλωμένος Άσμα Μάλτ. 47.
       
  • λύω- λύνω, 
    Προδρ. IV 286, Ελλην. νόμ. 52631, Ασσίζ. 20016, 45118, Διγ. (Trapp) Esc. 121, 1565, 1759, Διγ. (Trapp) Gr. 1065, 3149, 3371, Διγ. Z 2440, 2668, 4255, 4486, 4487, Βέλθ. 770, 791, Λίβ. Sc. 313, 1947, Λίβ. Esc. 1433, 1494, Λίβ. (Lamb.) N 648, 974, Θησ. Η΄ [1074], Γεωργηλ., Βελ. 193, Πεντ. Λευιτ. XXVI 39, Αχέλ. 1025, 2214, 2254, Ερωφ. Ε΄ 102, 280, 505, Διγ. Άνδρ. 36620, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1173, Τζάνε, Κρ. πόλ. 22810, 3353, 3622, 41027· λυώ, Περί ξεν. V 520, Φαλιέρ., Ιστ.2 201, Ροδινός (Βαλ.) 229, Τζάνε, Κρ. πόλ. 28124, 44424· γ΄ ενικ. λει, Λίβ. Esc. 1730, Μαχ. 346, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1052], Τζάνε, Κρ. πόλ. 3398· γ΄ πληθ. λυού· γ΄ πληθ. λυούσινε.
    Το αρχ. λύω. Ο τ. λυώ, για τον οποίο βλ. Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Α′ 87, 136, στο Βλάχ. και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 643). Για τον τ. λει βλ. Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Α′ 369. Η λ. και σήμ.
    I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) Ξελύνω, ανοίγω, βγάζω: Τζάνε, Κρ. πόλ. 3866, Αχιλλ. L 464. 2) α) Ελευθερώνω: Τζάνε, Κρ. πόλ. 34820· β) αποδεσμεύω: να ειπεί τούτου (δηλ. του Πριάμου) να έλθει| εις τας νήας των Ελλήνων| διά να λύσει τον υιόν του Λουκάνη, Άλ. Τροίας ΚΔ΄ [43]· γ) σώζω: ου θέλω| τινάς θάνατον να φύγει| και να λύσει την ζωήν του Λουκάνη, Άλ. Τροίας Ζ΄ [83]· δ) (μεταφ.) απαλλάσσω από κατάδεσμο: έρχεται η αγία Βαρβάρα … λύσαι την κεφαλήν και τον μυελόν Ιατροσόφ. (Oikonomu) 7514. 3) α) Λειώνω, διαλύω: Ιερακοσ. 39319, Ιστ. πατρ. 1187· β) σπάζω: μηδέν με παραβγάλατε πλέον να ομιλήσω| και δώσω το κεφάλι μου στον τοίχον να το λύσω Ριμ. Βελ. 729. 4) Δίνω λύση: Σφρ., Χρον. μ. 8428. 5) (Προκ. για όνειρο) ερμηνεύω: αποταχύ σηκώνεται ο Φίλιππος να ποίσει, τινάς από τους μάγους του το όνειρο να λύσει Αλεξ. 164. 6) Σταματώ, καταπαύω: Διγ. (Trapp) Gr. 101. 7) Καταργώ, ακυρώνω: Ελλην. νόμ. 55213, Επιστ. Ηγουμ. 175. 8) (Προκ. για αμαρτίες) συγχωρώ: είναι πολυευσπλαγχνος, λύει (ενν. ο Θεός) τας αμαρτίας Ιστ. Βλαχ. 2293. 9) Εξοφλώ, ξεχρεώνω: Ασσίζ. 3469. 10) Καταστρέφω, φθείρω: ο ήλιος τα θεμέλια σου λει τα, γοργό χαλούσι| κι ο άνεμος τα κτίσματα φυσά τα και σκορπούσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 125. 11) Διαλύω· (εδώ) αφαιρώ τις σάρκες: τόσον τα έλυσαν (ενν. τα πλευρά του αγίου) οπού εγυμνώθησαν ολότελα τα πλευρά του από το κρέας Ροδινός (Βαλ.) 229. 12) Απομακρύνω: λύσον μου (ενν. άναξ) τας πολυπλόκους θλίψεις Προδρ. III 3. 13) Αντικρούω: όσα λέγουσι τινές κατά της πίστεως ταύτης δυνάμεθα λύειν ευκόλως Ιστ. πατρ. 934. 14) Παίρνω άδεια για πούλημα: Έστω δε γνω<στόν> ότι το γομάριον το μήτε λυθέν ή λυθέν και τηρηθέν και μη διαπωληθέν … ακομμέρκευτον διαφυλαχθήσεται Χρυσόβ. του 1364 σ. 33. 15) (Με την πρόθ. εις) διαιρώ: ποιούμεν τα η΄ επί τα ιγ΄ γίνονται ρδ΄ και λύομεν εις δ΄ Rechenb. (Vog.) 903. Β´ Αμτβ. 1) Ξεδένομαι· ελευθερώνομαι: Ροδολ. Ε΄ [103], Πανώρ. Α΄ 23. 2) α) Λειώνω, διαλύομαι· καταστρέφομαι: Απόκοπ.2 412, Τζάνε, Κρ. πόλ. 35513, Γεωργηλ., Θαν. 545· β) σαπίζω: Χρον. 307. 3) (Προκ. για πλοίο) σαλπάρω, αποπλέω: Οι καβαλάροι σέβησαν σαράντα και στρατιώτες| όσοι χωρούσαν κι έλυσαν εκ τον λιμέναν τότες Αχέλ. 1835. ΙI. Μέσ. 1) Διαλύομαι· εξαφανίζομαι: άλας να λύεται Σπανός (Eideneier) Α 451 ως όνειρον ελύθηκε το πράγμα όσον είδε Βέλθ. 724· (μεταφ.) λειώνω από στενοχώρια, στενοχωριέμαι πολύ: ανέλυσέ μ’ η φλόγωσις των πολυστεναγμάτων| και ’γάλι’ γάλι χάνομαι, λύομαι, υπαγαίνω Σπαν. A 27. 2) (Προκ. για γάμο) διαλύομαι, λύομαι: εκείνος ο γάμος δύνεται πάλιν να λυθεί, εάν θελήσουσιν αμφότεροι να εμπούν εις μοναστήριον Ελλην. νόμ. 53512. 3) α) Χαλαρώνω: τα κεραμίδια ελύθησαν, το στέγος εσαπρώθη Προδρ. I 17· β) παραλύω: ελύθησαν οι ώμοι μου εκ την ιδεάν τον αγγέλου Διγ. (Trapp) Esc. 1760. 4) Καταπαύω, τελειώνω: η μάχη λύθηκεν εις την αυτήν ημέραν Αχέλ. 2539. 5) (Προκ. για αμάρτημα) συγχωρούμαι: να λυθούσιν| εδώ τα αμαρτήματα κι εκεί να μην ελθούσιν Πένθ. θαν.2 393. 6) Παραβαίνω: ήρξαντο πάλιν τα κακά και έτι των χθες τοιούτων φρικτών όρκων λυθέντων Σφρ., Χρον. μ. 11623. 7) Απαλλάσσομαι από χρέος: να πουλήσουν (ενν. οι εγγυτάδες) απέ το ποίον να λυθεί (ενν. ο χρειοφελέτης) Ασσίζ. 31519. Φρ. 1) λύω και δένω = αποφασίζω, ενεργώ κατά βούληση: την εξουσίαν του (ενν. του αγίου Πέτρου) έδωκε (ενν. ο Χριστός) να δέσει και να λύσει Χρον. Μορ. H 777. 2) λύω σωφροσύνην = παύω να φέρομαι φρόνιμα: η δε (ενν. η Σωσάννα) προείλετο θανείν ή σωφροσύνην λύσαι Σωσ. 29. 3) λυούσι τ’ άντερά (μου)· βλ. έντερο(ν) Φρ. β. 4) λύω τη γλώσσα = μιλώ: Χαρείτε, αγαλλιάσετε στην αναγάλλιασίν μας| και τόσες γλώσσες λύσετε, όσα σας συλλυγούνται Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1388]. 5) λύω την κοιλία = προκαλώ αφόδευση: ει δε η κοιλία του ιέρακος επέχεται, της κοιλίας τα ένδοθεν συν τῃ κόπρῳ … συμμίξας εις τροφήν αυτῴ δος και λύσεις αυτήν (ενν. την κοιλίαν) Ορνεοσ. αγρ. 53924. 6) λύω τον όρκον = παραβαίνω, καταπατώ τον όρκο: όταν τον εσκότωσεν τον Πάτροκλον ο Έκτωρ,| τότ’ έλυσε τον όρκον του, ετότε κι ηρματώθη Σαχλ. Β′ (Wagn.) P 40. 7) λύω το πουγκάκι μου = πληρώνω: όποιος ορεγετ’ απ’ εμάς και θέλει να φιλήσει (παραλ. 1 στ.) … το πουγκάκιν του πρωτύτερ’ ας το λύσει Σαχλ. Β′ (Wagn.) P 608. Η μτχ. ως επίθ. 1) Μαλακωμένος, τρυφερός: ’παντέχοντα ο πρίντζης ότι ήταν λυμένη η καρδία της ρήγαινας διά τον όρκον … ήρτεν εις την Λευκωσίαν Μαχ. 5481. 2) Απομακρυσμένος: τα στήθη και οι ώμοι πλατείς και μη συμπεπιλημένοι, αλλά λελυμένοι απ’ αλλήλων Κυνοσ. 5899. 3) Πληγιασμένος, κατασπαραγμένος: Εννέα νομάτοι μείνασι κι η ράχη τους λυμένη| και τα πετσιά της ράχης τους έν ξέρουσι πον ένι Άσμα Μάλτ. 62.
       
  • μαλαγματένιος, 
    επίθ., Διήγ. Βελ. (Cant.) 266, Αχιλλ. N 769· μαλαγματένος, Αχιλλ. N 1114· μαλαματένιος, Πεντ. Γέν. XXIV 22, XLI 42, Έξ. XI 2, XX 23, XXV11,12,18, 24, XXVIII 23, 26, XXX 3, XXXII 2, XXXV 22, XXXVII 2, XL 5, Αρ. IV 11, VII 86, XXXI 50, Αιτωλ., Μύθ. 582, Δωρ. Μον. XXXII· μαλαματένος, Αχιλλ. L 803.
    Από το ουσ. μάλαγμα και την κατάλ. ‑ένιος. Ο τ. μαλαματένιος στο Βλάχ., σε έγγρ. του 1634 (Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 12,1965, 78) και σήμ. Ο τ. μαλαματένος και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. μαλαματένος).
    1) Που είναι κατασκευασμένος από μάλαμα, χρυσός: απαλαριές αργυρές δώδεκα, ραντιστήρια αργυρά δώδεκα, χουλιάρες μαλαματένιες δώδεκα Πεντ. Αρ. VII 84· Τον γαρ Αίαντα πορίζει| ξίφος ώραιον ο Έκτωρ| συν μαλαγματένῃ θήκῃ Ερμον. Μ 126. 2) (Ως προσφών.) πολύτιμος, ακριβός: Μάλτα χρουσή, Μάλτ’ αρκυρή, Μάλτα μαλαματένη Άσμα Μάλτ. 65· μαλαματένη μου (ενν. φουδούλα) Ριμ. κόρ. 668· Χέρα γλυκιά … (παραλ. 1 στ.) ... μαλαματένια χέρα Στάθ. (Martini) Γ΄ 535.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης