Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 43159 εγγραφές  [0-20]

  Κείμ.αναζήτησης : %

  • α,
    σύνδ.,
    βλ. αν.
       
  • αβαβοέ
    η, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) 4525.
    Το αρχ. γαλλ. avant-voë (βλ. και Χατζ., Ξέν. στοιχ. 63). Για τη λ. βλ. και Kahane, DOP 36,1982, 138.
    Προκαταβολή: εάν ο πουλητής ουδέν θέλει να του δώσει κατά το έχουν στοίχημα, εντέχεται να του διπλάσει την αβαβοέ Ασσίζ. (Σάθ.) 4525. —Συνών.: αρραβώνα 1.
       
  • αβαμπαλιέρης
    ο,
    βλ. αβαμπαρλιέρης.
       
  • αβαμπαρλιέρης
    ο, Ασσίζ. (Σάθ.) 24919, 25817, 27631, 34910‑11· αβαντπαρλιέρης, Ασσίζ. (Σάθ.) 2834, 7, 19, 28427· αβαμπαλιέρης, Ασσίζ. (Σάθ.) 3424· αφαμπαρλιέρης, Ασσίζ. (Σάθ.) 364, 9910, 12· αφαμπαλιέρης, Ασσίζ. (Σάθ.) 59, 1228· φαρπαλιέρος, Ασσίζ. (Σάθ.) 3413.
    Από το αρχ. γαλλ. avant-parlier (Χατζ., Ξέν. στοιχ. 63).
    Είδος δικηγόρου (βλ. και Κουκ., ΒΒΠ Ϛ́́ 50): Ο ανήλικος ουδέν ημπορεί να ένι αβαμπαλιέρης, τουτέστιν αβοκάτος ..., ουδέν εντέχεται να διαφεντέψει ετέρου ανθρώπου πράγματα εις την βουλήν με αγκάλεμαν Ασσίζ. (Σάθ.) 3424· να έχει πρόλαλον, τό λέγεται φράγκικα αβαμπαρλιέρη Ασσίζ. (Σάθ.) 34910-11· ουδέν πρέπει να ένι προστάτης, τουτέστιν εμπροπέτης, τό λέγεται αβαμπαρλιέρης Ασσίζ. (Σάθ.) 27631. — Πβ. αβογαδόρος, αβοκάτος, εμπροπέτης, παραστάτης, πρικουρούρης, προκουρούρης, προκύρης, πρόλαλος.
       
  • αβάνης
    ο, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 456, 1124, 1312, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 38, 40 τετράκις, 44, 51.
    Από το τουρκ. havan <αραβ. khawwan (βλ. και Ανδρ., Λεξ. και Βαγιακ., Αθ. 64, 1960, 387). Κατά τον Καραποτόσογλου (Βυζαντ. 12, 1983, 365) η λ. προέρχεται από το τουρκ. avan = συκοφάντης, ραδιούργος. Η λ. και στο Βλάχ. και σήμ. (ΙΛ).
    Συκοφάντης, καταδότης: ήτον αφέντης άξιος, καλός και τιμημένος,| με άρχοντας και με πτωχούς ήτον ηγαπημένος·| κάποιος μπάνος ήτονε, το όνομά του Γιάννης,| μωρός, χοντρός, απάνθρωπος, αδικητής, αβάνης·| την Πόρταν ανακάτωσε μέσα στην βασιλείαν| και έβγαλέν τον τον πτωχόν από την αφεντίαν Ιστ. Βλαχ. 456· εκείνος ο απάνθρωπος και ο κακός αβάνης,| οπού εχάλνα τους Γραικούς χωρίς ελεημοσύνην Ιστ. Βλαχ. 1312.
       
  • αβανία
    η, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 169 δις· αβανιά, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 169· αβονιά (πιθ. διορθωτέον), Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 2531· βανία Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 521.
    Από το επίθετο αβάνης (Κατά Meyer, NS IV 5, από το ιταλ. avania· πβ. Χατζ., Ξέν. στοιχ. 59, Χατζ., Λεξ., καθώς και Μαγουλά ΕΕΦΣΠΑ, περ. β́, 20, 1969 /70, 336-41 και Cortelazzo, Influsso 252-3. Κατά τον Καραποτόσογλου (Βυζαντ. 12, 1983, 365) η λ. προέρχεται από το τουρκοαραβ. ἁwᾱn = συκοφαντία, κακολογία). Η λ. στον Du Cange, στο Βλάχ. και σήμ. (ΙΛ, λ. αβανιά).
    Συκοφαντία (Η σημασ. και σημ. ΙΛ λ. αβανιά 1. Βλ. και Βακαλ., Ιστ. Ν. Ελλην. Β́ 143): Ηύρηκαν μίαν μέθοδο και αβανία, ότι πως ο Σιν. Γιούλιος ο Πανάρετος, ένας από τους εδικούς μας άρχοντες, εμπήκε εισέ μιας φτωχής σπίτι και επροσπάθησε να κάμει με δαύτηνε με δυναστικόν τρόπον, ... όμως μετά καιρόν ελυτρώθη από την αβανίαν ετούτη, γνωρίζοντάς τονε η δικαιοσύνη άφταιστον Σουμμ., Ρεμπελ. 169· και τις μπορεί να ζήσει| σε τόσα τυραννίσματα, τες αβονιές που κάμνουν,| με δίχως να χρεωστούσινε χρέος να τών εβγάνουν; Τζάνε, Κρ. πόλ. 2531.
       
  • αβαντάτζιο(ν)
    το, Ασσίζ. (Σάθ.) 27925· αβατάντζιο(ν), Ασσίζ. (Σάθ.) 3025.
    Κατά Χατζ., Ξέν. στοιχ. 63 από το γαλλ. avantage. Πβ. και το ιταλ. avvantaggio. Τ. αβαντάτζο και αβατάντζο σε κρητ. έγγρ. του 1644 και του 1598 αντίστοιχα (Μαυρομάτης, Θησαυρ. 16, 1979, 234 και 213). Η λ. (αβαττάτζια) και σήμ. στην Κύπρο (Χατζ., Ξέν. στοιχ. 63). Πβ. και το σημερ. αβαντάγιο (ΙΛ).
    Προνόμιο και κέρδος που προέρχεται από αυτό (πβ. ΙΛ, λ. αβαντάγιο 1): να έχει πολλά κέρδη λεγόμενα αβαντάτζια Ασσίζ. (Σάθ.) 27925· να ένι τιμημένες απού πολλά προβελίτζια, τουτέστιν σιγγίλια και με πολλά περισσέματα, τουτέστιν αβατάντζια Ασσίζ. (Σάθ.) 3029.
       
  • αβαντζάρω,
    Καραβ. (Del.) 49519, Λεηλ. Παροικ. (Κριαρ.) 221· αβατζάρω, Καραβ. (Del.) 49228· Κατζ. (Πολ. Λ.) Ά́ 40· βατζάρω, Φορτουν. (Ξανθ.) Έ́ 73.
    Από το ιταλ. avanzare. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) Προχωρώ με πρόθεση επιθετική (πβ. ΙΛ στη λ. Β1 και Garz., Diz. λ. avanzare I): και πριχού ξημερώσει να αβαντζάρου Λεηλ. Παροικ. 221. 2) α) Μένω ως υπόλοιπο, περισσεύω (πβ. ΙΛ στη λ. Β3 και Garz., Diz. λ. avanzare II): Για (Αλεξ. Στ., Κρ. Ανθολ. σ. 148 VIII 9, εσφαλμ. γράφει: Γειά) πόσα μου βατζάρασι; τρία τσικίνια μόνο,| ό,τι και φτάνου στο κρασί κι απόκει αποπληρώνω Φορτουν. Έ́ 73· β) περιττεύω, είμαι περιττός: Πρέπει τση τση Κασσάντρας σου να τσ’ έχεις πλήσια χάρη,| γιατί σε ζουν τα μάτια τση και το ψωμί αβατζάρει Κατζ. Ά́ 40.
       
  • αβαντζιάζω,
    Μαχ. (Dawk.) 52414.
    Από το αρχ. γαλλ. avanchier (Dawk., Μαχ. Β́́ Γλώσσ.) ή το προβηγκ. avanҫar (Χατζ., Ξέν. στοιχ. 63). Βλ. και Γεωργακ. (Αφ. Τριαντ. 1960, 497 σημ. 99).
    Κερδίζω: διά να αβαντζιάσει ο άτυχος καβαλάρης ονομίσματα φ́ Μαχ. (Dawk.) 52414.
       
  • αβάντζον
    το, Θρ. Κύπρ. (Μ. Κιτίου) K 474.
    Το ιταλ. avanzo (Meyer, NS IV 5). Η λ. και σημ. (ΙΛ).
    Κέρδος, όφελος (Η σημασ. και σημ., ΙΛ λ. αβάντζο 1): γράφω αυτού το όνομα| θαρρώ να είχ’ αβάντζον Θρ. Κύπρ. (Μ. Κιτίου) K 474.
       
  • αβαντπαρλιέρης
    ο,
    βλ. αβαμπαρλιέρης.
       
  • αβάπτιστος,
    επίθ., Δούκ. (Grecu) 13519, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 1500, Ευγέν. (Vitti) 1145· αβάφτιστος, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 12, 1249.
    Το αρχ. επίθ. αβάπτιστος. Η λ. και σημ. (ΙΛ λ. αβάφτιστος).
    1) α) Που δε βαφτίστηκε ακόμη (πβ. Lampe, Lex. στη λ. Β1) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ λ. αβάφτιστος 1): Θανών αβάπτιστος … Δούκ. 13519· β) ο μη χριστιανός, αλλόθρησκος (πβ. Πορφυρογ., Προς Ρωμαν. (Mor.) 3074 και ΙΛ λ. αβάφτιστος 1 Γνωμ.): τα έθνη γαρ τα αβάφτιστα όρκον αν σε ποιήσουν (παραλ. 2 στ.), οι δε Ρωμαίοι, όπου λέγουσιν ότι εις Χριστόν πιστεύουν Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1249. 2) Άπιστος, κακός (πβ. ΙΛ λ. αβάφτιστος 2): διότι είναι άπιστοι, αιρετικοί, λουτράνοι| και παντελώς αβάπτιστοι, μάλιστα και τυράννοι Ιστ. Βλαχ. 1500.
       
  • άβαρ
    το,
    βλ. άμπαρ.
       
  • αβάρος,
    επίθ., Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 8532.
    Το ιταλ. avaro.
    Φιλάργυρος: Και κάποιοι άρχοντες αβάροι, αδιάκριτοι, εκρύβανε τα στάρια Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 8532.
       
  • αβαρώς,
    επίρρ., Βίος οσ. Αθαν. (Βέης) 242.
    Από το αρχ. επίθ. αβαρής. Η λ. ήδη σε παπυρ. (Preisigke-Kiessling) και σε Χρυσόβ. Αλεξ. Α΄ Κομν. (1087) (Βραν. Ε., Βυζ. έγγρ. Πάτμου Α′ 549).
    Αγόγγυστα, χωρίς αντίρρηση: Πάντα τα της υπηρεσίας αβαρώς εξετέλει Βίος οσ. Αθαν. (Βέης) 242.
       
  • αβάσταγος,
    επίθ.,
    βλ. αβάστακτος.
       
  • αβάστακτος,
    επίθ., Καλλίμ. (Κριαρ.) 1874, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 770, Λίβ. (Μαυρ.) P 625, Δελλ. (Μανούσ.) Α΄ 4, 71, 651· αβάσταγος, Καλλίμ. (Κριαρ.) 27, Επιθαλ. Ανδρ. Β' (Strzyg.) 555, Λίβ. (Wagn.) N 765, Σαχλ. (Vitti) N 309, Φαλιέρ., Λόγ. (Ζώρ.) 352, Δεφ., Λόγ. (Kar.) 512.
    Το μτγν. επίθ. αβάστακτος. Ο τ. αβάσταγος στο Βίο Νείλ. νεωτ. (PG 120) 156 B. Για την κατάλ. ‑γος βλ. Κακρ., Αθ. 38, 1926, 194 κε. Η λ. και σήμ. (ΙΛ λ. αβάσταχτος).
    Α´ Κυριολ.: που δεν μπορεί κανείς να τον κρατήσει εξαιτίας του βάρους του, ασήκωτος, πολύ βαρύς (πβ. L‑S. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ λ. αβάσταχτος 1): Γομάρια αβάστακτα, φορτώματα μεγάλα Διήγ. παιδ. 770. Β´ Μεταφ.: ανυπόφορος, αφόρητος (πβ. Preisigke-Kiessling και Lampe, Lex. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ λ. αβάσταχτος 1β. Βλ. και Κουκ., ΒΒΠ Ϛ́ 483): Ότι πολλά είναι αβάσταγοι οι απ’ απέσω πόνοι Φαλιέρ., Λόγ. 352.
       
  • αβατάντζιον
    το,
    βλ. αβαντάτζιο(ν).
       
  • αβατζάρω,
    βλ. αβαντζάρω.
       
  • άβατος,
    επίθ., Βίος οσ. Αθαν. (Βέης) 255.
    Το αρχ. επίθ. άβατος.
    Που δεν μπορεί να ανεβεί (κάπου): η της ουρανοβάμου κλίμακος σύνθεσις και αριθμήσομεν τους αυτής βαθμούς και ίδομεν ει πάσιν επέβη ο πατήρ, ή τοις μεν, τοις δε ύστερος εφάνη ή άβατος Βίος οσ. Αθαν. (Βέης) 255. Βλ. και ανέβατος.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης